Supreme Court dismisses appeal against appealable decision on property acquisition via extraordinary usufruct.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the 2010 appealable decision regarding the plaintiffs' property acquisition. The State argued the Court of Appeals failed to consider a specific expert report submitted by the State, claiming it contradicted the plaintiffs' titles. The court rejected this, noting the lower court explicitly acknowledged the report in its reasoning and was not required to separately evaluate it. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1, 571, 577 § 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's reasoning confirms it considered all evidence, even without specific mention, provided no reasonable doubt exists that the evidence was weighed.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 946 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 946/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αναστασία Περιστεράκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη και Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Γιωτάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Θ., 2) Δ. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Ανδρικογιαννόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/1997, 36/2006 μη οριστικές, 33/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 233/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-6-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Μουλιανιτάκη ανέγνωσε την από 14-5-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 04/06/2013 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 233/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αριθμ. 33/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του διεκδικητική ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Μ. και Δ. Μ. κατά του αναιρεσείοντος, ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 ΚΠολΔ).
Α1.Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987).
Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 975/2008).
Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται κατ' ένσταση εναντίον αγωγής του Δημοσίου από τον εναγόμενο ιδιώτη που προβάλλει δικό του δικαίωμα κυριότητας σε δασική έκταση αναγόμενο σε κτήση με έκτακτη χρησικτησία, ενώ όταν ενάγει ο ιδιώτης το δημόσιο ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν τις 11-9-1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, δεν ανατρέπει αφ' εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας (εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών), ώστε δεν αποτελεί ένσταση αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής και είναι, συνεπώς, αντικείμενο ανταπόδειξης στο πλαίσιο της κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του (ΑΠ 987/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο. Τέλος, κατά τις διατάξεις του από 17/29-11.1836 Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", για τα δάση που δεν αναγνωρίστηκαν, κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο 3 και ως άνω Β.Δ/τος διαδικασία ως ιδιωτικά, δημιουργείται "αμάχητο τεκμήριο" ότι ανήκαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου (θεωρούνται αδιαφιλονίκητα ως εθνικά και δεν διατίθενται).
2.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 130/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017, 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης(ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005), η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990).
Τέλος, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, και με την αναίρεση δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (Ολ. ΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, κατά τις οποίες ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, και εκείνες των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), σύμφωνα με τις οποίες, προϋπόθεση της χρησικτησίας, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, καθώς και εκείνες των άρθρων 184 και 21 ν.
της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων τμημάτων", του ν. ΔΞΗ/1212 και των διατάξεων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, του άρθρου 21 ΝΔ 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Άμυνας", του άρθρου 3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", του από 4-4-1826 Πρωτοκόλλου των Δυνάμεων Αγγλίας και Ρωσίας, της από 6-7-1827 συνθήκης του Λονδίνου και του από 22-3-1829 σχετικού με τη συνθήκη αυτή πρωτοκόλλου, των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος και των από 4/16.6.1830 και 1/19-7-1830, της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, της από 28-3-1835 Ελληνοτουρκικής Συμβάσεως και του από 21-7-1832 Πρωτοκόλλου του από 17/29-11.1836 Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών", και του Β.Δ.
της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834". Ειδικότερα, για τη θεμελίωσή του ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλομένη διέλαβε επί λέξει, τα εξής: <<οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας εξ αυτών, των προπεριγραφέντων δύο επίδικων αγροτεμαχίων, με παράγωγο τρόπο, ήτοι με μεταβίβαση από αληθείς κυρίους αυτών, αλλά και με τον πρωτότυπο της έκτακτης χρησικτησίας τα στοιχεία της οποίας (20 ετής νομή υπό την ισχύ του ΑΚ και 30 ετής και καλή πίστη για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο) με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων τους, συνέτρεξαν στο πρόσωπό τους επί χρόνο, που υπερβαίνει ακόμα και την τριακονταετία.......>>.
Ο λόγος αυτός, όπως, ως άνω, διατυπώνεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα, οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που θεμελίωναν την κρίση του Εφετείου ότι οι φερόμενοι ως απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενέμοντο μέχρι το 1915, καλόπιστα το επίδικο ακίνητο, κατά τις περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεις του βρδ δικαίου, παρά μόνο η προπαρατεθείσα, επιλεγμένη από το αναιρεσείον, αποσπασματική παραδοχή της, σε κάθε δε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, με το πρόσχημα της επικαλούμενης ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι,προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας (χρησικτησία) βάση της αγωγής ,διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος και κατά το υπόψη, πρώτο, σκέλος του, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, και μάλιστα ενάριθμα, η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς επίσης δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, παρά μόνο, ελάχιστες, αποσπασματικές σκέψεις του, τις οποίες επέλεξε το αναιρεσείον.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός, ως προς το ανωτέρω σκέλος, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (απόκτηση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες παραγώγως με αγοραπωλησία και πρωτοτύπως με χρησικτησία), με τη δε αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς, όπως ήδη έχει εκτεθεί και θα εκτεθεί και πιο κάτω, η πρώτη από αυτές, με επακόλουθο ο ερευνώμενος λόγος που πλήττει την άλλη, περί χρησικτησίας, επάλληλη αιτιολογία να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως που στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας των εναγόντων – αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 573/2015, ΑΠ 285/2014).
Β1. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, και έχει εν προκειμένω εφαρμογή δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε και συζητήθηκε για πρώτη φορά πριν από την τροποποίηση αυτή,αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 305/2016).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1373/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, δεύτερο σκέλος, και με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει την από τον αριθ. 10 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε, διότι δέχτηκε πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς να εκθέτει στην προσβαλλομένη από ποια απόδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα πράγματα που έγιναν δεκτά από αυτό και εντεύθεν δέχθηκε κατ'ουσία την διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα, με το 2ο σκέλος του 2ου λόγου προβάλλει ότι το Εφετείο: <<δέχθηκε την άσκηση διακατοχικών πράξεων από τους απώτερους δικαιοπαρόχους επί των επιδίκων για τουλάχιστον 30 χρόνια πριν το 1915>>, χωρίς να εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει την απόδειξη για τα δεκτά γενόμενα από αυτό πράγματα ως αληθινά και με τον 3ο λόγο προβάλλει ότι με την αναιρεσιβαλλομένη έγινε δεκτό ότι: <<τα εν λόγω αγροτεμάχια, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων τα κατείχαν και τα ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως επί 30 τουλάχιστον έτη, έως το έτος εισαγωγής του ΑΚ και εν συνεχεία, μετά το έτος αυτό, ενέμοντο αυτά συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα που ξεπερνά τα 20 έτη, ασκώντας επ'αυτού τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις νομής, ήτοι καλλιεργώντας αυτά με δημητριακά και κηπευτικά και συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο, προσμετρουμένου και του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι ενέμοντο τα εν λόγω αγροτεμάχια με τα ίδια προσόντα, και δη διαδοχικά από χρόνο προ του έτους 1885 και έως τη μεταβίβασή τους προς τους ενάγοντες κατά το έτος 1991>>, χωρίς να εκθέτει σε ποιά αποδεικτικά στοιχεία στήριξε το άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Οι αναιρετικοί λόγοι αυτοί, ο δεύτερος κατά το ανωτέρω σκέλος του και ο τρίτος είναι, προεχόντως, αβάσιμοι, διότι, όπως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε υπόψη του, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που με επιμέλεια των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων εξετάσθηκε ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, την προσκομισθείσα έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού Ζ.
Μ., την έκθεση της διορισθείσας από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον τεχνικής συμβούλου Σ. Ζ., δασολόγου, φωτογραφίες, την δοθείσα, με επιμέλεια των εναγόντων, στο πλαίσιο άλλης, μεταξύ των διαδίκων δίκης, ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια.
Επιπλέον, το Εφετείο ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν αναγκαία η επί μέρους αναφορά, εξειδίκευση και αξιολόγηση των άνω αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίχθηκε, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, προέβη και σε ιδιαίτερη αναφορά και αξιολόγηση πλείστων εξ αυτών.
2. O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξεισεδιαφορετικόαποδεικτικόπόρισμα (ΑΠ 180/2017, 566/2017, 596/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από 17/10/2007 έκθεση της τεχνικής συμβούλου Σ.
Ζ., την οποία νόμιμα με επίκληση είχε προσκομίσει ,κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, από την οποία προέκυπτε η αναντιστοιχία μεταξύ των επίδικων ακινήτων και των τίτλων που οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες επικαλέστηκαν. Ο ανωτέρω λόγος, ως προς το πιο πάνω σκέλος, είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και <<.....την αριθμ.
πρωτ. …. …-10-2007 έκθεση-αναφορά της τεχνικής συμβούλου Σ. Ζ. (δασολόγου του Δασαρχείου Μολάων Λακωνίας) την οποία διόρισε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με δήλωση του πληρεξούσιου αυτού δικαστικού αντιπροσώπου Ν.Σ.Κ., ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Σπάρτης...>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την πιο πάνω έκθεση, την οποία το αναιρεσείον επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς ,ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που οι τελευταίοι, νόμιμα και βάσιμα ,υπέβαλαν με τις προτάσεις τους(άρθρα 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ'άρθρο 22 του ν.3693/1997, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-06-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 233/2010 απόφασης του ΕφετείουΝαυπλίου.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ