Legislator Giurisprudenza & Legislazione
946/2017 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, ruling public domain status invalid for private acquisition.

Numero d'incarto 946/2017
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that confirmed private ownership of specific lands. The State argued the properties were public domain subject to war confiscation, but the court found the lands were in Attica, acquired via treaty rather than conquest. Consequently, the State failed to prove the properties were public domain or subject to thirty-year good faith possession, allowing the private owner's title to stand.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 5 of the Protocol of 21/3/2/1830 and Article 16 of the Law of 26/6/10/7/1837: The State is not a universal successor to Ottoman public domain; private ownership acquired through valid titles before the law's entry into force remains valid if the land was not subject to war confiscation or thirty-year good faith possession.

Parole chiave

Generato dall'IA
public domain status war confiscation rights good faith possession private ownership title Attica land acquisition State succession rights property dispute resolution

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Protocol of 21/3/2/1830 regarding the independence of Greece, Article 5
Interpretative Protocols of 4/16/6/1830 and 19/6/1/7/1830
Convention of 27/6/9/7/1832 of Constantinople regarding the definitive settlement of the limits of Greece
Law of 26/6/10/7/1837 regarding the distinction of properties, Article 16
Law 3693/1957, Article 22

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Case 148/2016

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 946 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 946/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Ρότσο , με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1404/2010 μη οριστική, 2098/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 4941/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-2-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.

Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κων/πολεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης Τούρκικης κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829 ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κων/λεως (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 781/2016) Περαιτέρω προϋπόθεση εφαρμογής του κατά τα ΒΔ 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και 3/15.2.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής....." τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους ή λιβαδίου αντίστοιχα, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των παραπάνω διαταγμάτων (ΑΠ 148/2016).

Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ για την ειδική διαδοχή επί ακινήτου και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του, απαιτείτο δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το Ν. της 26/10.6/11.1.1856 "περί μεταγραφής", ενώ η κατάλυση της κυριότητος των δημοσίων κτημάτων με χρησικτησία και θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, αφορά στα δημόσια και μόνο κτήματα και όχι στα ανήκοντα σε ιδιώτες, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και τα εκδοθέντα σε εκτέλεσή του αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου". Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 10/2011). Κατά την έννοια της διατάξεως του ...9 του ίδιου άρθρου, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑπ 9/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, επί δύο συνεχομένων ακινήτων, εμβαδού 129,60 τ.μ.

του καθενός, που βρίσκονται στη θέση ... και τη διόρθωση της εγγραφής τους στα οικεία Κτηματολογικά Βιβλία και την κατά της αγωγής αυτής ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου για τους επικληθέντες από αυτό λόγους. "Επίδικο στην παρούσα Δίκη είναι δύο όμορα αγροτεμάχια κείμενα εκτός σχεδίου πόλης της κτηματικής περιφέρεις του ...

στη θέση "...", τα οποία εμφαίνονται: α) το μεν πρώτο με τον αριθμό 1 του υπ’ αριθμ. λατινικού

ΙΙ τετραγώνου στο από Ιουνίου 1965 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Ζ., προσαρτημένο στο υπ’ αριθμ. .../1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Χ., εκτάσεως σύμφωνα με αυτό 129,60 τ.μ. και οριζόμενο ανατολικά με το υπ’ ... αγροτεμάχιο του ίδιου τετραγώνου, δυτικά με περιφερειακή οδό εγκεκριμένου σχεδίου ...), βόρεια με επέκταση της οδού ...) και νότια με το υπ’ ... αγροτεμάχιο του ίδιου τετραγώνου και β) το δεύτερο με τον αριθμό 12 του υπ’ αριθμ. λατινικού

ΙΙ στο από Ιουνίου 1965 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Ζ., προσαρτημένο στο υπ’ αριθμ. .../1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Χ., εκτάσεως σύμφωνα με αυτό 129,60 τμ και οριζόμενο ανατολικά ανώνυμη οδό, δυτικά με το υπ’ ... αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου, βόρεια με ανώνυμη οδό ήδη Τσακάλωφ και νότια με το υπ’ ...

αγροτεμάχιο του ίδιου τετραγώνου, καθώς επίσης εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από Απριλίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Σ., οριζόμενο βόρεια με την οδό ..., νότια με οικόπεδο Μ. Μ., δυτικά με το πρώτο των επιδίκων ακινήτων και ανατολικά με ανώνυμη οδό (προέκταση της οδού ...). Το εναγόμενο, και ήδη εφεσίβλητο υποστηρίζει ότι τα επίδικα αποτελούν δασική έκταση.

Όπως όμως προκύπτει από. την προσκομιζόμενη υπ’ .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία έγινε διαχρονική φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών από το έτος 1937 και εξής, αφού εντάχθηκαν τα επίδικα τόσο σε υπόβαθρο του ορθοφωτοχάρτη του κτηματολογίου 2007- 2008, όσο και στον χάρτη Κάουπερτ έτους 1875, στα επίδικα δεν υπήρξε ποτέ βλάστηση από το έτος 1875 μέχρι το έτος 2008 εκτός από χόρτα και πολύ μικρά φυτά χωρίς ξυλώδη κορμό.

Το αντίδικο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν απέδειξε τον δασικό χαρακτήρα τόσο της ευρύτερης έκτασης των 100 στρεμμάτων, όσο και των επίδικων αγροτεμαχίων, τουναντίον στο προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου ...2009 του τμήματος δασικών χαρτογραφήσεων, της διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, προκύπτει ότι αυτή φέρεται ως εν- μέρει ως χορτολιβαδική που περικλείεται από δάσος και εν μέρει ως χώρος λατομείου, ενώ το ίδιο προκύπτει και από την ανάγνωση του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της κτηματικής μονάδος ... (άρθρο 3 παρ. 6 β και γ ν. 998/1979).

Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, αναφορικά με το μη δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, ενισχύεται από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα αεροφωτογραφία αυτού του έτους 1937, στην οποία τα επίδικα φέρονται να βρίσκονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους μέσα σε σκαμμένη περιοχή, χωρίς να διακρίνεται καμία μορφή βλάστησης (βλ.

σελ 22 προσκομιζόμενης υπ’ .../2013 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης) αλλά και από την εφαρμογή του χάρτη Καουπέρτ του έτους 1875, βάσει της οποίας στην πιο πάνω έκθεση τα επίδικα και η ευρύτερη έκταση των 100 στρεμμάτων στην οποία περιλαμβάνονταν, εντάσσεται στις ακαλλιέργητες εκτάσεις χρησιμοποιούμενες διά βοσκή, τις καλυπτόμενες από θάμνους χωρίς όμως "να υπάρχουν πεύκα".

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ουδόλως αναιρείται, από το σύνολο των προκομιζομένων από το εναγόμενο εγγράφων και όσων αναφέρονται στον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης του, οι με βάση αυτά δε προβαλλόμενοι ισχυρισμοί κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα αποδείχθησαν και αναφέρονται προηγουμένως, ιδίως δε εξ αυτών, τα υπ1 αριθμ.

πρωτ. ...11-6-198,6, ...-1-1987, ...-1-1987 και ...-11-1996 έγγραφα του Δασαρχείου Πεντέλης που προσκομίζει το εναγόμενο, διότι αυτά αφορούν το μεν πρώτο άλλη περιοχή και δη τη θέση ... ..., το δεύτερο και τρίτο αφορά εκτάσεις με κωδικό αριθμό ΚΑ ... και το τέταρτο αφορά έκταση με κωδικό αριθμό ... διάφορες δηλαδή της έκτασης με κωδικό αριθμό ...

στην οποία εντάσσονται τα επίδικα, ούτε ομοίως από το με αριθμό ...11-197.1 έγγραφο αυτού. Επίσης δεν αναιρείται από την με αριθμό 2772/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση δεδικασμένο από την εν λόγω απόφαση, δεδομένου ότι ούτε ταυτότητα διαδίκων υπάρχει, ούτε ταυτότητα ιστορικής αιτίας προκύπτει.

Επίσης ούτε από το από 03-07-1981 έγγραφο του εξωραϊστικού συλλόγου … προκύπτει κάτι αντίθετο σε σχέση με τα επίδικα, αφού αυτό αφορά τα λατομεία της περιοχής, ενώ και το από 21-06-1969 έγγραφο του Εξωραϊστικού Οργανισμού … αφορά τα λατομεία … και όχι την επίδικη περιοχή ..., ενώ και το έγγραφο με αριθμό 07-05-1928 δεν αποδεικνύεται ότι αφορά τα επίδικα ακίνητα.

Εξάλλου, το εναγόμενο δεν προσκομίζει αεροφωτογραφίες, ούτε σχετική έκθεση διαχρονικής φωτοερμηνείας των επιδίκων προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ούτε προκύπτει ο χαρακτηρισμός της έκτασης ως δασικής ή χορτολιβαδικής με πράξη του αρμόδιου δασάρχη (άρθρο 14 Ν 998/1979) ή η σύνταξη δασικού χάρτη.......................................................................................

Με την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου … εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης η μία πλευρά της οδού ... αλλά παρέμεινε εκτός σχεδίου)αλλά εν επαφή με το σχέδιο, η άλλη πλευρά της στην οποία βρίσκονται τα τετράγωνα με λατινικό αριθμό I, εντός του οποίου εντάσσονται με τον αριθμό 1 και 12 τα επίδικα, και IV και V του πιο πάνω σχεδιαγράμματος.

Αντίστοιχα και η άλλη πλευρά της οδού ..., περιοχή … έχει επανειλλημένως προταθεί από το Δημοτικό Συμβούλιο του ... διά των υπ’ ......, ..., ... προς ένταξη στο σχέδιο πόλης προς αποκατάσταση εκκρεμότητας μικροΐδιοκτητών, βάσει της προσκομιζόμενης υπ’ ......2002 έκθεσης σκοπιμότητας της τεχνικής υπηρεσίας ... της ένταξης στο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής ....

Αντιθέτως, η ευρύτερη έκταση των 100 στρεμμάτων, στην οποία ανήκαν τα επίδικα μέχρι το έτος 1966, περιγράφεται, ως λατομική κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην υπ’ .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατά τη διάρκεια των ετών 1937, 1945, χρόνοι κατά τους οποίους δεν υπήρχαν καθόλου χόρτα ούτε θάμνοι. Κατά δε το έτος 1875 τα επίδικα εμφανίζονται βάσει της πιο πάνω δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, στον χάρτη Κάουπερτ στις ακαλλιέργητες εκτάσεις χρησιμοποιούμενες για βοσκή, καλυπτόμενες από μη ξυλώδεις θάμνους.

Επομένως κατά τα πορίσματα του πιο πάνω πραγματογνώμονα η επίδικη έκταση δεν ήταν ποτέ δασική, αλλά ούτε και λιβαδική περικλεισμένη από δάσος, πλην όμως μπορεί να χαρακτηριστεί από το έτος 1875 ως χορτολιβαδική εμπίπτουσα στην περίπτωση του αρ. 3 παρ. 6 του ν. 998/1979. Ως προς τον επικουρικώς προβαλλόμενο ισχυρισμό του εναγομένου, ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητα του ως λιβάδι ή βοσκότοπος βάσει του αρ. 1 του από 2/2-12-1833 β.

δ/τος πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του βδ. 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λιβάδια δηλαδή οι βοσκότοποι για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο δημόσιο.

Ωστόσο σε κάθε εδαφική έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος είχε χαρακτήρα λιβαδικό χαρακτήρα, αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση και απόδειξη, προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή ενστάσεως ιδίας κυριότητος, της υπάρξεως της ιδιότητος του λιβαδιού προ της ενάρξεως ισχύος του πιο πάνω διατάγματος (556/2012 ΑΠ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επομένως για τις εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του πιο πάνω β. δ. είχαν το χαρακτήρα λιβαδιού κατά την έννοια του εν λόγω διατάγματος και για τις οποίες δεν έχουν αναγνωριστεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα τρίτων, υπάρχει υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο εφόσον αποδεικνύεται τριαντακονταετής καλόπιστη νομή του τρίτου έως τις 11-9-1915 (ΑΠ 191/1997 σε τνπ Νόμος).

Εν προκειμένω από το προμνημονευθέντα στοιχεία δεν αποδεικνύεται, ότι κατά την έναρξη ισχύος του πιο πάνω διατάγματος το 1833 τα επίδικα είχαν χαρακτήρα λιβαδιού. Ας σημειωθεί ότι το γεγονός ότι με την υπ’ .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο πραγματογνώμονας βεβαιώνει ότι το 1875 η περιοχή όπου εντάσσονται τα επίδικα μπορεί να χαρακτηριστεί ως χορτολιβαδική έκταση, καθώς η ευρύτερη περιοχή εμφανίζεται στον χάρτη Κάουπερτ ως ακαλλιέργητη έκταση χρησιμοποιούμενη για βοσκή αφενός μεν:

α) η βεβαίωση αυτή δεν καλύπτει το προγενέστερο διάστημα και δη τον κρίσιμο χρόνο του 1833 κατά τον οποίο έπρεπε η επίδικη έκταση να έχει χαρακτήρα λιβαδιού, προκειμένου να καλύπτεται από το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου κατ’ άρθρο 1 του βδ. 3/15-12-1833 αφετέρου δε β) από την προσκομιζόμενη από το εναγόμενο τεχνική έκθεση του 1996 του Σ.

Σίμνου προκύπτει ότι o ανωτέρω δασολόγος, αντλώντας στοιχεία από τον ίδιο χάρτη Κάουπερτ για άλλη έκταση με κωδικό αριθμό ... η οποία όμως εντάσσεται στην ευρύτερη. έκταση με κωδικό ... στην οποία εντάσσονται και τα επίδικα αναφέρει ότι η περιοχή ... εμπεριέχεται στις δασικές εκτάσεις βάσει του χάρτη αυτού, με αποτέλεσμα να τίθεται εν αμφιβόλω η αξιοπιστία του ανωτέρω χάρτη.

Εξάλλου για την επικαλούμενη από το εναγόμενο εφαρμογή της διατάξεως του αρ.74 του ν. 998/1979 προϋπόθεση για την εφαρμογή της αποτελεί ο δημόσιος χαρακτήρας των χορτολιβαδικών εδαφών, ο οποίος όμως δεν προέκυψε. Συμπερασματικά επομένως, δεν αποδείχτηκε από το εναγόμενο το οποίο δεν συνεισέφερε στη Δίκη μάρτυρα ανταποδείξεως, που έχει το βάρος απόδειξης, όπως μνημονεύθηκε ανωτέρω, _ότι αποτελούσαν τα επίδικα δασική έκσταση πριν το έτος 1836 ή λιβάδι ή βοσκότοπο, πριν το έτος 1833 και ως εκ τούτου ότι ανήκουν κατά τεκμήριο κατά κυριότητα σ’ αυτό.

Ακολούθως προέκυψε ότι τα επίδικα αγροτεμάχια, αποτελούν τμήμα ευρύτερης έκτασης, 400 στρεμμάτων, η οποία ανήκε στον απώτατο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, τον αναφερόμενο διαθέτη στην υπ’ αριθμ. .../17-6-1898 δημόσια Διαθήκη, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Αθηνών Η. Τ., η οποία δημοσιεύτηκε με τα από 19-6-1898 πρακτικά του Δικαστηρίου των εν Αθήναις Πρωτοδικών, Σ.

Μ. Β., ο οποίος απεβίωσε τον Ιούνιο του 1898. Τον απώτατο δικαιοπάροχο του ενάγοντος κληρονόμησαν δυνάμει της πιο πάνω δημόσιας διαθήκης στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας του οι Π. Σ. κατά τα 2/3 και ο Β. Σ. κατά το 1/3 , οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά εκ διαθήκης δι’ αναμείξεως τους σε αυτήν κατά τις V διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Οι τελευταίοι νεμήθηκαν την ευρύτερη έκταση αδιάλειπτα και αδιατάρακτα και με καλή πίστη από την επαγωγή της κληρονομιάς το έτος 1898 μέχρι τον θάνατο τους το έτος 1923 και 1927 αντίστοιχα. Στη συνέχεια ό μεν Π. Σ. κατέλιπε την με αριθμό .../5-7-1923 δημόσια διαθήκη του, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Αθηνών Α.

Π., και δημοσιεύτηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών την 9-7-1923, δυνάμει της οποίας εγκατέστησε γενικό κληρονόμο του το Ορφανοτροφείο Γ. και Α. Χ.. Το τελευταίο αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτό κληρονομιά εκ διαθήκης δι’ αναμείξεως του σε αυτή κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και τη νεμήθηκε κατά το ποσοστό των 2/3 του διαθέτη, τον οποίο κληρονόμησε, αδιάλειπτα και αδιατάρακτα και με καλή πίστη μέχρι την μεταβίβαση του στον Η.

Π.. Στη συνέχεια απεβίωσε και ο Β. Σ., το έτος 1921 ο οποίος κατέλιπε την από 24-4-1920 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών την 4-2-1921 και κηρύχθηκε κυρία διά της υπ’ ...11/1921 απόφασης του. Με την πιο πάνω διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του ως προς το ποσοστό του 1/3 της ευρύτερης έκτασης, που του ανήκε την Τ.

Π. κατά τα 4/6 (του 1/3), την Ε. Π. κατά το 1/6 (του 1/3) και τον Ν. Σ. κατά το 1/6 (του 1/3). Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά εκ διαθήκης δι’ αναμείξεως κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και τη νεμήθηκαν κατά το ποσοστό του 1/3 του διαθέτη, τον οποίο κληρονόμησαν, αδιάλειπτα και αδιατάρακτα μέχρι την μεταβίβαση του στον Η.

Π. οι δύο πρώτες και μέχρι τον θάνατο του το έτος 1927 ο τρίτος. Ακολούθως απεβίωσε το έτος 1927 και ο Ν. Σ., ποίος κληρονομήθηκε από την Σ. Μ., ως προς το ποσοστό του του 1/6 (εκ του 1/3 της ευρύτερης εκτάσεως), δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1926 δημόσιας διαθήκης του, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Β. Λ.. Και η τελευταία Σ.

Μ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά εκ διαθήκης δι’ αναμείξεως κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και τη νεμήθηκε κατά το ποσοστό του 1/6 του διαθέτη, τον οποίο κληρονόμησε, αδιάλειπτα και αδιατάρακτα και με καλή πίστη μέχρι την μεταβίβαση του στον Η. Π.. Στη συνέχεια οι πιο πάνω, το Ορφανοτροφείο Γ.

και Α. Χ.- κατά τα 12/18, η Τ. Π. κατά τα 4/18, η Ε. Π. κατά το 1/18 και η Σ. Μ. κατά το 1/18, πώλησαν στον Η. Π. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1935 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου την 16-2-1941 (υποθ/κείο Αθηνών τόμος: ... ...) έκταση αγρού 100 στρεμμάτων, που αποτελούσε τμήμα από την ευρύτερη έκταση αγρού 400 στρεμμάτων, που κατείχαν, ο οποίος περιγράφεται ως αγρός που κατά το μείζον μέρος του ήταν πετρώδης και μόνο 15 στρέμματα αυτού ήταν καλλιεργήσιμη γη, βρισκόταν στην περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, στη δυτική πλευρά του Υμηττού, στη θέση ..., συνορευόμενος βόρεια με κληρονόμους Β., Κ.

και Η. Π., βορειοανατολικά με κορυφή του βουνού και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α. Ν., Σ., δυτικά με Ν. Σ., όπως αυτός εμφαίνονταν στο συναπτόμενο στο πιο πάνω συμβόλαιο διάγραμμα της 17 Μαρτίου: 1935 του μηχανικού Ν. Κ.. Το δε τμήμα αυτού των 100 στρεμμάτων περιγράφεται ως αγρός κείμενος κατά τη βορειοανατολική πλευρά του ευρύτερου αγρού των 400 στρεμμάτων, συνορευόμενο βόρεια με κορυφή του βουνού, όπως χύνουν τα νερά (ακριβής αντιγραφή από το συμβόλαιο) και πέραν αυτής με κληρονόμους Β., κληρονόμους Κ.

κλπ και Η. Π., εμφαινόμενη η πλευρά αυτή στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία ..., νοτιοανατολικά με κορυφή βουνού, όπως χύνουν τα νερά (ακριβής αντιγραφή από το συμβόλαιο), και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α. Ν., Σ. εμφαινόμενη η πλευρά αυτή με τα στοιχεία ..., του πιο πάνω σχεδιαγράμματος. Ο Η. Π. νεμήθηκε την πιο πάνω έκταση των 100 στρεμμάτων από τη στιγμή της αγοράς της το έτος 1935 αδιατάρακτα μέχρι τον θάνατο του το 1941.

Στη συνέχεια απεβίωσε και ο Η. Π., την 26-7-1941, καταλίποντας την από 18-3-1938 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 7-8-1941 με το υπ’ ... πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία την 9-11-1942 με την υπ’ αριθμ. 6216/1942 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου. Ο τελευταίος κατέλιπε κληρονόμους του τα τέκνα του Α., Κ., Χ., Π.

και Γ. κατά ποσοστό 1/5 εξ’ αδιαιρέτου στον καθένα. Οι-τελευταίοι αναμίχθηκαν στην κληρονομιά του πιο πάνω αποβιώσαντος αποδεχόμενοι αυτήν κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου τη νεμήθηκαν, εκμισθώνοντας τμήματα αυτής σε διάφορους λατόμους, προς εκμετάλλευση λατομείων από το 1941 αδιάλειπτα και αδιατάρακτα μέχρι την μεταβίβαση των επιδίκων αγροτεμαχίων το έτος 1966 το μεν πρώτο στον Π.

Τ. και το δεύτερο στην Μ. Μ.. Ακολούθως οι Α., Κ., Χ., Π. και Γ. Π. μεταβίβασαν κατά κυριότητα λόγω πώλησης : το μεν υπό στοιχείο (α) επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα, δυνάμει του υπ’ ....../28- 1-1966 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένου (υποθ/κείο ...), το δε υπό στοιχείο (β) επίδικο ακίνητο στην Μ.

Μ. δυνάμει του υπ’ ......-1966 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένου (υποθ/κείο ...). Η πιο πάνω Μ. Μ., μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πώλησης το πιο πάνω υπό στοιχείο (β) ακίνητο στον ενάγοντα Π. Τ., δυνάμει του υπ’ ......-4-1989 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Ρ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου (υποθ/κείο Βύρωνος, τόμος: ...). Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέστη κύριος των, επιδίκων με παράγωγο τρόπο, τα οποία απέκτησε το μεν πρώτο από τους Α., Κ., Χ., Π. και Γ. Π. δυνάμει του υπ’ ....../28-1-1966 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Χ., και το δε δεύτερο από την Μ.

Μ., δυνάμει του υπ’ ......-4-1989 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ρ. Κ., από αληθείς κυρίους. Τα δε επίδικα αποδείχθηκε ότι περιλαμβάνονται στους ως άνω τίτλους κυριότητας του ενάγοντος εφεσιβλήτου, όπως άλλωστε γνωματεύει και ο διορισθείς ως άνω Πραγ/μων, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων του εκκαλούντος.

Συνεπώς οι. περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος, τέταρτος πέμπτος και έκτος λόγοι έφεσης κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ενώ και ο πρώτος λόγος με τον οποίο το εκκαλούν επικαλείται την με αριθμό 1/2003 απόφαση του ΑΠ, ουδεμία σχέση έχει με την επίδικη περιοχή της Αττικής, αλλά αφορά την περιοχή των Νήσων των Κυκλάδων, αφού όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη τα Οθωμανικά κτήματα που βρίσκονται στην Αττική δεν περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, δεδομένου ότι η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-03-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1932 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικής συμφωνίας Ελληνικών και Τουρκικών αρχών.

Ανεξαρτήτως όμως αυτών σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε είχαν τον χαρακτήρα βοσκότοπου ή δάσους, ώστε να υπάρχει σε αυτά τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με βάση τα επικαλούμενα από το τελευταίο στον πρώτο λόγο της έφεσης του. Περαιτέρω, με την υπ’ αριθ. 361/2/8.2.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος "Ο.Κ.Χ.Ε." (ΦΕΚ : / ....2.2006 και ΦΕΚ 281/Β/8.3.2006) διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου … και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 20.2.2006.

Τα ως άνω ακίνητα καταχωρίστηκαν στα κτηματολογικά βιβλία του-Κτηματολογικού Γραφείου … το μεν πρώτο με τον ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου ... έκτασης 131 τμ και το δεύτερο με τον ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου ... έκτασης 129 τμ εσφαλμένα, ως ανήκοντα στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου οι οποίες περιλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις του, και με τις οποίες προβάλλει ένσταση ίδιας κυριότητας, ισχυριζόμενο ότι:

ό ενάγων και οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι του ουδέποτε ενήργησαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, άλλως ότι το επίδικο, ακίνητο αποτελεί δημόσια δασική έκταση, καθώς εμπίπτει εντός του δασικού πολυγώνου με κωδικό αριθμό ... συνολικού εμβαδού 5.083.369,80 τμ, που περιλαμβάνεται στους προσωρινούς κτηματολογικούς χάρτες και προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες του ..., άλλως, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, που περιήλθε σε αυτό δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και των από 3/2 και 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως, ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως ιδιωτικό δάσος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του από 17/29-11-1836 β.δ "περί ιδιωτικών δασών", άλλως, ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει του άρθρου 1 του από 3/15-12-1833 β.δ/τος ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως, ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" ως αδέσποτη έκταση άλλως, ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση των αναφερομένων πράξεων νομής επ’ αυτού.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, αφού αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων τυγχάνει αποκλειστικός κύριος των ακινήτων και να διαταχθεί αντίστοιχα, ως προς αυτά η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστική βάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου και απέρριψε τους οικείους περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Δημοσίου και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του τελευταίου, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις περί παραγώγου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας διατάξεις του ισχύοντος και προϊσχύσαντος δικαίου και δη με αγορά και κληρονομική διαδοχή, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα κατά τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά ο ενάγων - αναιρεσίβλητος απέκτησε τα επίδικα ακίνητα με νόμιμα μεταγεγραμμένα αγοραπωλητήρια συμβόλαια του 1966 και του 1989 αντίστοιχα, οι δε απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του είχαν αποκτήσει την κυριότητα αυτή, με αδιάλειπτη σειρά νόμιμα μεταγραμμένων μεταβιβαστικών τίτλων κληρονομικής διαδοχής και αγοράς, που εξικνείται μέχρι το 1898, ενώ αντίστοιχα τα επίδικα ουδέποτε υπήρξαν δασικά η βοσκότοποι ή λιβάδια ώστε να έχουν επ’ αυτών εφαρμογή οι οικείοι περί δασών νόμοι (ΒΔ της 17/29.11.1836 και 3/15.2.1833) ούτε ήταν δημόσια κτήματα, ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση περί καταλύσεως της κυριότητας του Δημοσίου με 30ετή μέχρι τις 11.9.1915 χρησικτησία.

Προσέτι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το αίτημα του χαρακτήρα των επιδίκων ως δάσους, λιβαδιού, βοσκοτόπου ή δημοσίου κτήματος, καθόσον το βαρυνόμενο προς τούτο Δημόσιο (ΑΠ 148/2016) δεν απέδειξε ότι στα επίδικα υπήρξε δασική βλάστηση, ούτε ότι είχαν μορφή λιβαδιού ή βοσκοτόπου, ούτε ότι υπήρξαν δημόσια κτήματα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για κατάλυση της κυριότητάς τους με χρησικτησία, ενώ ο αναιρεσίβλητος απέκτησε παραγώγως την κυριότητα με αγορά από κυρίους, οι οποίοι προσέτι είχαν αποκτήσει παραγώγως από κυρίους με αδιάλειπτη σειρά από το 1898 νομίμως μεταγεγραμμένων τίτλων.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δύο λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά τις οποίες τα επίδικα είναι δημόσια κτήματα κατά τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Κων/λεως είναι αλυσιτελείς αφού τα επίδικα βρίσκονται στην Αττική και δεν έχει επέλθει, ως προς αυτά διαδοχή δικαιώματι πολέμου, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ενώ οι αιτιάσεις περί παραβιάσεως των οικείων περί χρησικτησίας του ΒΡΔ διατάξεων, καθόσον δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση 30ετής καλόπιστη, διάνοια κυρίου, νομή μέχρι τις 11.9.1915, καταλύσασα την επί των επιδίκων κυριότητα του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επίδικα υπήρξαν δημόσια κτήματα, πράγμα το οποίο ανέλεγκτα κρίθηκε ότι δεν συνέβη και συνακόλουθα αυτά ήταν αντικείμενο μεταβιβαστικών, από τους ιδιοκτήτες τους, δικαιοπραξιών, οι οποίες, από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι πρέπει να εξικνούνται μέχρι της απελευθερώσεως του Ελληνικού Κράτους, όπως αβάσιμα υπολαμβάνεται με αιτιάσεις του δεύτερου λόγου.

Ενόψει τούτων η αναίρεση, στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 22 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ ...34423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.2.2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Π. Τ. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4941/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου.2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ