Legislator Giurisprudenza & Legislazione
946/2014 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on contract validity, ruling the court correctly evaluated evidence and ignored non-essential arguments.

Numero d'incarto 946/2014
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a law firm against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the contract was with a foreign entity, citing declarations and letters, while the respondent was absent. The court rejected the appeal as inadmissible due to the respondent's failure to appear and found the remaining arguments unconvincing because the lower court properly assessed evidence and the appellant's alternative contract claim was not legally essential to the outcome.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 226 § 4, 573 § 1, 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 14; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the respondent fails to appear without valid summons, and arguments regarding the validity of a contract are rejected if the lower court correctly evaluated evidence and the contested facts were not essential to the judgment.

Parole chiave

Generato dall'IA
contract validity appeal inadmissibility absence of respondent evidence evaluation non-essential facts contract termination legal representation

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 226 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 573 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 946 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 946/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της Γ. Μ. του Ν. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Μ..

Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΤΟΣΙΛΟ ΒΟΛΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε προσηκόντως στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8035/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2007 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 928/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5514/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του με αριθ. 2 λόγου αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από την .../22-3-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 15-10-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη και επομένως, εφόσον αυτή, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, δεν παρέστη προσηκόντως ενώπιον αυτού κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή της, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία της (άρθ. 226 § 4, 573 § 1, 576 § 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ.

εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Εξάλλου, ειδικότερα: (Α) Κατά τις διατάξεις του άρθ. 591 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθ. 19 ν. 2915/2001, αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά (α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο (β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθ. 677, 679, 681, 666 § 1, 115 § 3 και 256 § 1δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθ. 678 - 681 ΚΠολΔ), ουσιαστικά όμοια με την διαδικασία των εργατικών διαφορών, δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επί πλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (ΟλΑΠ 2/2005).

Περαιτέρω, κατ' άρθ. 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως, εκτός εάν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 269 ΚΠολΔ.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι στην διαδικασία εκδίκασης διαφορών από παροχή εργασίας (α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, όπως οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, για το παραδεκτό αυτών, πρέπει να προτείνονται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά τον ως άνω τρόπο (β) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών, μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις.

Στους ως άνω περιορισμούς και απαγορεύσεις δεν υπόκεινται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της νομικής ή ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και μπορούν, συνεπώς, να προβληθούν και αργότερα (το πρώτον) ενώπιον του Εφετείου. Τέλος, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, δηλ.

ο ίδιος φορέας του επιδίκου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η νομιμοποίηση δε των διαδίκων με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης για την παροχή έννομης προστασίας και ερευνάται ως τέτοια και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθ. 68 και 73 ΚΠολΔ) και η έλλειψή της (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή) συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.

Η εκ μέρους, όμως, του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων για τη νομιμοποίηση των διαδίκων συνιστά όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής, αφού σε περίπτωση μη απόδειξης των προβαλλομένων θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών η αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη (και όχι ως απαράδεκτη), ως εκ τούτου δε η άρνηση αυτή μπορεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να προταθεί για πρώτη φορά και με λόγο έφεσης. (Β) Κατ' άρθ. 224 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 22 § 1 ν. 3994/2011, η μεταβολή της βάσης της αγωγής είναι απαράδεκτη και ο ενάγων με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, που κατατίθενται σύμφωνα με το άρθ. 237 § 1 του ίδιου Κώδικα, μπορεί μόνο να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.

Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής, με την ποινή του απαραδέκτου, η απαγόρευση δε αυτή αναφέρεται στην μεταβολή της ιστορικής βάσης, δηλ. των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 92 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων "1. Τα της αμοιβής του δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος είτε κατ' ιδίαν πράξεις αυτής... 3. Επιτρέπεται συμφωνία εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή εκ του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης... 5. Η κατά τ' ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγει την δίκην μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινά ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος...", κατά δε το άρθ. 170 του ίδιου Κώδικα "Εάν, υπαρχούσης συμφωνίας περί αμοιβής, ανακληθή η προς τον δικηγόρον δοθείσα εντολή, εάν μεν η ανάκλησις είναι αδικαιολόγητος, ο εντολεύς υποχρεούται εις άμεσον εκτέλεσιν απασών των εκ της συμφωνίας υποχρεώσεων αυτού, εάν δε η ανάκλησις είναι δεδικαιολογημένη, αλλ' εκ λόγων μη παρεχόντων δικαίωμα αγωγής κατά το άρθ. 56 της Πολιτικής Δικονομίας, ο εντολεύς υποχρεούται εις καταβολήν των γενομένων δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου διά τας μέχρι της ανακλήσεως εργασίας αυτού, επί τη βάσει των διατάξεων του παρόντος".

Στην προκειμένη περίπτωση: (1) Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την ένδικη από 20-12-2004 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ήδη αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "…" εξέθεσε, ότι την 29-5-1998 στην .. η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη, υπό εκκαθάριση τελούσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΤΟΣΙΛΟ ΒΟΛΟΥ ΑΕ" της ανέθεσε την διεξαγωγή υπόθεσής της κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεών της εκπορευομένων από την από 21-8-1992 σύμβαση αποθεματοποίησης σιτηρών, συμφωνήθηκε δε ειδικότερα ότι σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης αυτής η εναγομένη θα κατέβαλε σ' αυτήν ως αμοιβή ποσοστό 20% σε κάθε ποσό που θα εισέπραττε από την υπόθεση αυτή, ενώ σε περίπτωση μη αίσιας έκβασης της υπόθεσης η εναγομένη δεν θα κατέβαλε αμοιβή για την διεξαγωγή της, ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής προέβη στις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές ενέργειες ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι ύστερ' από αίτημα της εναγομένης δέχθηκε να συμπράξει στην ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας διαδικασία, σε σχέση με την υπόθεση αυτή, και ο δικηγόρος Χρ.

Ίμβρος, στον οποίο η ενάγουσα εξεχώρησε ποσοστό 5% επί της συμφωνηθείσης ως άνω αμοιβής της (δηλ. επί του 20%) και έτσι η αμοιβή της ενάγουσας περιορίσθηκε σε ποσοστό 19% επί κάθε ποσού που επρόκειτο να εισπράξει η εναγομένη από την ανατεθείσα σ' αυτήν υπόθεση, ότι η εναγομένη με την από 10-11-2003 "καταγγελία - ανάκληση εντολής", που κοινοποιήθηκε στον εταίρο της ενάγουσας Σ.

Μ. (στην οποία εναντιώθηκε η ενάγουσα με εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκληση αποκρούοντας αυτήν ως άκυρη, παράνομη και καταχρηστική κ.λπ.,) και με την από 4-12-2003 "καταγγελία - ανάκληση εντολής", που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 8-12-2003 (η οποία με "εξώδικη απάντηση - δήλωση" κοινοποιηθείσα στην εναγομένη την 19-12-2003 εναντιώθηκε εκ νέου σ' αυτήν κ.λπ.), προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης και ανάκληση της ως άνω εντολής, οι οποίες είναι άκυρες για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, με βάση δε τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι η γενομένη από την εναγομένη "καταγγελία -ανάκληση" της δοθείσης απ' αυτήν εντολής για την διεξαγωγή της ως άνω υπόθεσής της είναι άκυρη, παράνομη και καταχρηστική και η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως αμοιβή ποσοστό 19% σε κάθε ποσό που θα εισπράξει από την υπόθεσή της αυτή, άλλως, εάν δηλ.

κριθεί ότι η καταγγελία αυτή είναι δικαιολογημένη, να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα (αφαιρουμένων των ήδη καταβληθέντων) το ποσό των 38.511 ευρώ ως αμοιβή της και για τις δαπάνες για τις εργασίες που πραγματοποίησε μέχρι την ως άνω ανάκληση κ.λπ. Με την προσθήκη στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, που κατατέθηκε μετά την συζήτηση σ' αυτό, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι "Αρχικώς η εναγομένη με το προσκομιζόμενο από 15.10.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε αναθέσει στον δικηγόρο Σ.

Μ., ο οποίος τότε δρούσε ατομικώς, την εξώδικη επίλυση της εν λόγω διαφοράς, η οποία, όμως, δεν είχε ευτυχή κατάληξη από υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία κατά τις σχετικές συζητήσεις ήγειρε υπερβολικές απαιτήσεις. Μετά ταύτα, η εναγομένη περί μήνα Μάιο του 1998 μας ζήτησε να επιδιώξουμε δικαστικώς την επίλυση της διαφοράς της διά προσφυγής αρχικώς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (FEOGA) και εν συνεχεία στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Επειδή, όμως, τότε δεν είχε ακόμη ξεκαθαρίσει το καθεστώς των δικηγόρων των κρατών μελών για την παράστασή τους στα κοινοτικά όργανα και επειδή εφαίνετο ότι όλες οι ενέργειες θα ελάμβαναν χώρα στις Βρυξέλες και στο Λουξεμβούργο, η ανάθεση διεξαγωγής της υποθέσεως εγένετο στην εταιρία μας "Interlex European Legal Group" με το προσκομιζόμενο από 29.5.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Όμως, μετά από λίγο καιρό πληροφορηθήκαμε την έκδοση της Οδηγίας 98/5/ΕΟΚ "για την διευκόλυνση της νόμιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος", που παρείχε την ευχέρεια ασκήσεως του επαγγέλματος υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής μετά τις 14.3.2000.

Μετά την εξέλιξη αυτή συμφωνήσαμε προφορικώς με την εναγομένη ότι η εν λόγω από 28.5.1998 συμφωνία θα ισχύσει με τους ίδιους όρους με την εταιρία μας, όπερ και εγένετο. Έτσι έκτοτε η συμφωνία αυτή ίσχυε για την εταιρία μας, πράγμα άλλωστε που συνομολογεί και η εναγομένη". Οι ισχυρισμοί αυτοί, προβληθέντες, σημειώνεται, όχι με τις κατά την συζήτηση στο ακροατήριο κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσείουσας εναγομένης αλλά με την μετά απ' αυτήν προσθήκη στις προτάσεις αυτές, δεν συνιστούν παραδεκτή συμπλήρωση και διευκρίνιση της ιστορικής βάσης της αγωγής, αλλ' απαράδεκτη μεταβολή αυτής, καθόσον, ενώ με την αγωγή, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό της, η ενάγουσα για την θεμελίωση των επιδίκων αξιώσεών της επικαλέσθηκε σύμβαση εργολαβίας δίκης, καταρτισθείσα την 29-5-1998 μεταξύ αυτής, ως εντολοδόχου, και της εναγομένης, ως εντολέως της, σε εκτέλεση της οποίας προέβη στις αναφερόμενες εκεί δικαστικές ενέργειες ενώπιον ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων, με την ως άνω προσθήκη και για την θεμελίωση των αυτών αξιώσεων εξέθεσε, ότι με το από 29-5-1998 "ιδιωτικό συμφωνητικό" ανατέθηκε στην εταιρεία "Interlex European Legal Group" η δικαστική επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς με προσφυγή αρχικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο FEOGA και στην συνέχεια στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι ακολούθως, σε μη καθοριζομένη ημερομηνία, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων ότι η ως άνω συμφωνία της εναγομένης με την εταιρεία Interlex European Legal Group θα ισχύσει με τους ίδιους όρους και με την ενάγουσα, με την προσθήκη δηλ.

των προτάσεων η ενάγουσα επικαλέσθηκε στην πραγματικότητα άλλη, διαφορετική σύμβαση. Επομένως, εφόσον έτσι έκρινε και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ουδόλως παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ως εκ τούτου ο με στοιχ. 4 συναφής περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. (2) Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας (ύστερα από την αναίρεση της προηγουμένης 8035/2006 απόφασής του με την 928/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) επί εφέσεως (και προσθέτων λόγων έφεσης) της αναιρεσίβλητης εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε την αγωγή και κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της, με τον έκτο λόγο της οποίας (έφεσης) ειδικότερα προέβαλε αιτιολογημένη άρνηση της βάσης της ένδικης αγωγής, ισχυριζομένη ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα δεν είναι υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης, καθόσον από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι η ως άνω σύμβαση εργολαβίας δίκης δεν συνήφθη με την ενάγουσα αλλά με την εταιρεία "Interlex European Legal Group", με την προσβαλλομένη 5514/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα επικαλέσθηκε την καταρτισθείσα την 29-5-1998 μεταξύ αυτής και της εναγομένης, υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας ΣΙΤΟΣΙΛΟ ΒΟΛΟΥ ΑΕ, σύμβαση εργολαβίας δίκης, με την οποία ανέλαβε την μέχρι τελεσιδικίας διεξαγωγή υπόθεσης της εντολέως της για την ικανοποίηση χρηματικών αξιώσεων αυτής που προέρχονταν από την από 21-8-1992 σύμβαση δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών, αντί συμφωνηθείσης αμοιβής σε ποσοστό 20% επί του ποσού που αυτή θα εισέπραττε και που θα ήταν καταβλητέο μόνο σε περίπτωση ευνοϊκής έκβασης της υπόθεσης για την ως άνω εντολέα της, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα οφείλονταν αμοιβή, ότι, όπως αποδεικνύεται από τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και ιδίως τα ειδικά αναφερόμενα έγγραφα, στην καταρτισθείσα την 29-5-1998 σύμβαση εργολαβίας δίκης, που επικαλέσθηκε η ενάγουσα, δεν συμβλήθηκε η ίδια η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, αλλά η εδρεύουσα στο Guersney Μεγάλης Βρετανίας εταιρεία "Interlex European Legal Group Ltd" (εντολοδόχος), διά του νομίμου εκπροσώπου της στην Ελλάδα, δικηγόρου Σ.

Μ., σύμφωνα με ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση του διοικητικού συμβουλίου της αλλοδαπής αυτής εταιρείας, που χορηγήθηκε στον τελευταίο με το 2/1998 πρακτικό συνεδρίασής του, ενώ στην ως άνω σύμβαση συμβαλλομένη ως εντολέας ήταν και η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "ΣΙΤΟΣΙΛΟ Β. ΚΑΙ Κ. ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΠΕ" και όχι μόνο η εναγομένη, ότι για τον λόγο αυτόν ο διαχειριστής της ως άνω εταιρείας και πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης εταιρείας "ΣΙΤΟΣΙΛΟ ΒΟΛΟΥ ΑΕ" Ι.

Κ. ενεργώντας με την διπλή αυτήν ιδιότητά του την από 30-7-1999 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, στην οποία αναφέρεται στην από 29-5-1998 σύμβαση εντολής, απηύθυνε προς τον Σ. Μ. ως νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας και όχι ως νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, την δε από 22-9-1999 επιστολή προς τον Ι. Κ. και την 784/22-5-2002 απόδειξη παροχής υπηρεσιών υπογράφει ατομικά ο Σ.

Μ. και όχι ως εκπρόσωπος της ενάγουσας, αφού δεν έχει τεθεί μαζί με την υπογραφή του και η σφραγίδα αυτής, η έλλειψη της οποίας δεν αναπληρώνεται από την αναγραφή της επιστολής σε χαρτί με τυπωμένο στην προμετωπίδα τον λογότυπο της ενάγουσας, ούτε και από την έντυπη επωνυμία αυτής στην ως άνω απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ότι τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από τα αναγραφόμενα στην από 4-12-2003 εξώδικη δήλωση της εναγομένης και της ως άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "ΣΙΤΟΣΙΛΟ Β.

ΚΑΙ Κ. ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΠΕ" προς την ενάγουσα, στην οποία γίνεται λόγος για λήξη της μεταξύ τους σύμβασης εργολαβίας δίκης λόγω καταγγελίας εκ μέρους τους, επελθούσης κατ' αυτές πριν την αποστολή της δήλωσής τους αυτής, η οποία αποτελεί απάντηση των εταιρειών αυτών στην από 19-11-2003 εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας που ακολούθησε την από 10-11-2003 εξώδικη καταγγελία των ως άνω εταιρειών ως εντολέων, απευθυνθείσα, όμως, όχι προς την ενάγουσα, αλλά προς τον Σ.

Μ. ατομικά και όχι ως νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ενώ εξάλλου την 29-5-1998 καταρτίσθηκε μία και μόνο σύμβαση εργολαβίας δίκης με το αναφερόμενο στην αγωγή αντικείμενο (την διεξαγωγή μέχρι τελεσιδικίας της υπόθεσης της εναγομένης κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αξιώσεις αυτής από την 21-8-1992 σύμβαση δημόσιας αποθεματοποίησης σιτηρών) με συμβαλλομένους ως εντολείς τις δύο παραπάνω εταιρείες και ως εντολοδόχο την αλλοδαπή εταιρεία, οι ειδικότεροι όροι της οποίας αποτυπώθηκαν στο προαναφερόμενο με την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι κατά τα παραπάνω και ενόψει του γεγονότος ότι η ενάγουσα θεμελιώνει τις επίδικες αξιώσεις της στην ίδια από 29-5-1998 συμφωνία η αποστολή εκ μέρους των δύο ως άνω εταιρειών της από 4-12-2003 εξώδικης καταγγελίας προς την ενάγουσα και η αναφορά σ' αυτήν σε μεταξύ τους εργολαβική σύμβαση δεν μπορούν να προσδώσουν στην ενάγουσα την ιδιότητα της εντολοδόχου αυτών με βάση την από 29-5-1998 σύμβαση, ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμος ως αναπόδεικτος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η συμφωνία αυτής με την εναγομένη, που επικαλείται στην αγωγή της, καταρτίσθηκε προφορικά την ίδια ημέρα (29-5-1998), κατά την οποία καταρτίσθηκε και η ως άνω έγγραφη συμφωνία της εναγομένης με την αλλοδαπή εταιρεία, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω εντολοδόχος στην από 29-5-1998 σύμβαση εργολαβίας δίκης ήταν η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "Ιnterlex European Legal Group Ltd" και όχι η ενάγουσα, η οποία κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ν' ασκήσει εναντίον της εναγομένης τις αξιώσεις που πηγάζουν από την ως άνω συμφωνία της 29-5-1998 και αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή ως βασίμου του προαναφερθέντος έκτου λόγου της έφεσης της εναγομένης (με τον οποίο προβλήθηκε ακριβώς ότι η ενάγουσα δεν είναι υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης, καθόσον η επίμαχη σύμβαση εργολαβίας δίκης συνήφθη με την εταιρεία "Interlex European Legal Group" και όχι με την ενάγουσα), εξαφάνισε την εκκληθείσα 158/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω μη απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, στα πλαίσια του κατ' άρθ. 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης της αναιρεσίβλητης εναγομένης, ουδόλως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο του με τον ως άνω λόγο έφεσης (6ο) προβληθέντος ισχυρισμού (περί σύναψης της επίμαχης σύμβασης εργολαβίας δίκης όχι με την ενάγουσα, αλλά με την ως άνω αλλοδαπή εταιρεία), λόγω απαράδεκτης προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (και δη λόγω μη πρότασής του κατά την ενώπιον αυτού προφορική συζήτηση της υπόθεσης και μη καταχώρισής του στα οικεία πρακτικά) και συνακόλουθα και στο Εφετείο, όπως αποδίδεται με τον με αριθ. 1 λόγο αναίρεσης, αληθώς μόνον από το αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης και μπορούσε να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.

ΙΙI. (A) Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθ. 352 ΚΠολΔ που ορίζει "§1.Η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. §2 Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία" σε συνδυασμό με τα άρθ. 335 και 339 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι μόνο η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Η κατά τα ανωτέρω δικαστική ομολογία, δηλ. η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνομένη προς το δικαστήριο που δικάζει την συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να έγινε με πρόθεση απ' αυτόν προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη, δηλαδή, και δη πλήρη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε αυτή να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συναγωγής ή μη εξώδικης ομολογίας, που κατά τα προαναφερθέντα εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφο που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τον λόγο αναίρεσης, δικαστική ομολογία. (Β) Κατά τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, όχι, όμως, και όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.

σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με την μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά, με την παράλειψη κρίσιμων περικοπών, και πρέπει ν' αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Περαιτέρω, κατά την διάταξη αυτή, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθ. 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ και κατά συνέπεια δεν είναι έγγραφα, υποκείμενα σε παραμόρφωση, εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων κατά το μέρος τους που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, τέλος δε για την θεμελίωση του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον με αριθ. 2 λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για το ζήτημα της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού κατά την συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα: (i) Δεν έλαβε υπόψη (1) την κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης εναγομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (2) νόμιμα προσκομισθέντα απ' αυτήν έγγραφα και δη (α) την από 20-12-2002 έγγραφη σύμβαση εκχώρησης εκ μέρους της ενάγουσας ποσοστού 5% της συμφωνηθείσης με την εναγομένη αμοιβής της στον δικηγόρο Χρ.

Ίμβρο, κατ' απαίτησή της (β) το 64/1998 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης εταιρείας, με το οποίο αυτή εξουσιοδότησε τους εταίρους της ενάγουσας δικηγόρους Σ. Μ. και Γ. Μ. και την συνεργάτιδά της Α. Μ. να την εκπροσωπήσουν στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο κατά την συζήτηση προσφυγής της κατά της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών κ.λπ. (γ) την από 20-9-1999 επιστολή της εναγομένης προς τον εταίρο της ενάγουσας Σ.

Μ. (δ) την από 23-9-1999 επιστολή της εναγομένης προς αυτήν (ε) την από 24-9-1999 επιστολή της ενάγουσας προς την εναγομένη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τα ως άνω σκέλη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά αποδείχθηκαν από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και εταίρου αυτής Σ.

Μ. και την ανώμοτη κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Ι. Κ., όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου και με επίκληση επαναπροσκόμισαν και ενώπιον του Εφετείου "ακόμη και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα...

και ιδίως από..." τα ειδικά αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω έγγραφα, αν και δεν κάνει χωριστή μνεία ή χωριστή αξιολόγηση κάθε ενός απ' αυτά, το αυτό δε ισχύει και ως προς την εξώδικη ομολογία της εναγομένης που περιέχεται, κατά την αναιρεσείουσα, στην απευθυνομένη προς αυτήν από 4-12-2003 "εξώδικη καταγγελία και ανάκληση εντολής" της εναγομένης, αφού η ως άνω εξώδικη καταγγελία αναμφιβόλως λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικό έγγραφο, καθόσον ρητά μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση και αξιολογείται ως προς το περιεχόμενο και την αποδεικτική της αξία, καθώς επίσης και ως προς την περιεχομένη, κατά τα εκτιθέμενα στον λόγο αυτόν αναίρεσης, εξώδικη ομολογία της εναγομένης στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση αυτή.

Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό, ειδικά ως προς ορισμένα από τα παραπάνω έγγραφα, ότι (α) η από 20-12-2002 σύμβαση εκχώρησης (με στοιχ. 2 α) έχει καταρτισθεί μεταξύ του Σ. Μ. ατομικά και του Χρ. Ίμβρου και σ' αυτήν γίνεται λόγος για ανάληψη της διεκπεραίωσης των επίμαχων υποθέσεων (για τις οποίες ζητείται αμοιβή) με σύμβαση εργολαβίας δίκης από τον Σ.

Μ. (β) με το 64/23-9-1998 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης (με στοιχ. 2β) εξουσιοδοτήθηκαν οι δικηγόροι Σ. Μ., Γ. Μ. και Α.Μ. να την εκπροσωπήσουν στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών την 28-9-1998 κατά την συζήτηση προσφυγής της, χωρίς καμία αναφορά στην ενάγουσα (ii) Δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία της εναγομένης (ως προς το ζήτημα της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων) που περιέχεται στα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής και ειδικότερα στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, που κατέθεσε κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής η αναιρεσίβλητη εναγομένη, στις οποίες, μεταξύ άλλων, ανέφερε "...Αρχικά χωρίς να γνωρίζω ως εκπρόσωπος της εταιρείας τον τρόπο ανάληψης από τον άνω Δικηγόρο (ενν.

τον Σ. Μ.), με έβαλε και υπέγραψα το από 10-5-1996 συμφωνητικό στο οποίο συμβάλλετο η εταιρεία και ο άνω δικηγόρος ατομικώς. Στην συνέχεια υπογράφτηκε ένα άλλο συμφωνητικό από 29-5-1998, στο οποίο συμβάλλετο η εταιρία και μία άλλη εταιρία, άγνωστη από εμένα, που είχε την έδρα της στην Αγγλία με την επωνυμία "INTERLEX European Legal Group".

Για λόγους που δεν γνωρίζω, ούτε γνώριζα υπογράφτηκε ένα άλλο τρίτο συμφωνητικό που φέρει την ίδια ημερομηνία 29-5-1998, με συμβαλλόμενα μέρη την εταιρία και την ενάγουσα κοινοπραξία... Στην συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τα παραπάνω η ενάγουσα πληρώθηκε το ποσοστό της από τη σύμβαση μετά την έκδοση της τελεσίδικης ως άνω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών...

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μεταξύ μας επήλθε απώλεια της εμπιστοσύνης, για πολλές πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις που δεν είναι της παρούσας, η εταιρία μας δέχθηκε την κατάθεση της αναίρεσης από την ενάγουσα λόγω της ασφυκτικής προθεσμίας... Επιπροσθέτως τονίζεται ιδιαίτερα ότι η ενάγουσα ουδεμία ανάμιξη είχε στους προσθέτους λόγους ακυρώσεως (ενν.

αναιρέσεως)". Τα ανωτέρω, τα οποία μάλιστα κατά την διατύπωση του αποσπάσματος αυτού φέρονται ότι εκτίθενται ατομικά από τον εκπρόσωπο της εναγομένης, δεν αποτελούν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της σύναψης της επίδικης σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων, δικαστική ομολογία της εναγομένης, καθόσον, ναι μεν εκτίθεται ότι την 29-5-1998 υπογράφηκε (και τρίτο συμφωνητικό) με συμβαλλόμενα μέρη την ενάγουσα και την εναγομένη, πλην, όμως, η παραδοχή αυτή δεν είναι σαφής και συγκεκριμένη, αλλά εντελώς γενική χωρίς αναφορά ή ένδειξη για το περιεχόμενο της σύμβασης, στην οποία φέρεται ότι αφορά.

Πέραν αυτού η επίκληση αυτής (ομολογίας) από την αναιρεσείουσα ενάγουσα αντιφάσκει προς τον περαιτέρω ισχυρισμό της ίδιας (που κρίθηκε ανωτέρω ότι αποτελούσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής), ότι αρχικά η εναγομένη είχε αναθέσει την 15-10-1996 την εξώδικη επίλυση της διαφοράς ατομικά στον Σ. Μ., ότι στην συνέχεια με την από 29-5-1998 σύμβαση είχε ανατεθεί η επίλυση της διαφοράς, με προσφυγή στα Κοινοτικά Όργανα και στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην εταιρεία "Interlex European Legal Group", τέλος δε ότι στην συνέχεια συμφωνήθηκε προφορικά με την εναγομένη (σε μη καθοριζόμενο χρόνο, μετά την 29-5-1998) ότι η ως άνω από 28-5-1998 (προδήλως ενν.: 29-5-1998) συμφωνία θα ισχύει με τους ίδιους όρους και με την ενάγουσα, η ενάγουσα δηλ.

επικαλέσθηκε στην πραγματικότητα άλλη σύμβαση, νεώτερη εκείνης της 29-5-1998, στην οποία αφορά η αποδιδομένη ομολογία. Επομένως, ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος αυτό και κατά τα ως άνω μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ως προς τα λοιπά μέρη του που αφορούν περαιτέρω ομολογίες της εναγομένης για το ίδιο ζήτημα, περιεχόμενες σε άλλα σημεία των πρωτοδίκων προτάσεών της και στην έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ομολογίες αυτές δεν προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το (κατά λέξη παρατιθέμενο στο αναιρετήριο) περιεχόμενο των αναφερομένων στην συνέχεια εγγράφων, δεχθέν πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά, με την μεταβολή του περιεχομένου τους και την παράλειψη κρίσιμων περικοπών αυτού, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η εναγομένη την επίδικη σύμβαση εργολαβίας συνήψε με την αγγλική εταιρεία "Intelex European Legal Group Ltd" και όχι με την ενάγουσα, ειδικότερα δε (α) της από 30-7-1999 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης του Ι.

Κ., ως προέδρου του ΔΣ και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης που απευθύνεται στον δικηγόρο Σ. Μ. ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "Interlex European Legal Group Ltd" (β) της υπογραφομένης από τον Σ. Μ. από 22-9-1999 επιστολής (γ) της 784/22-5-2002 διπλότυπης απόδειξης παροχής υπηρεσιών (δ) της από 10-11-2003 εξώδικης καταγγελίας της εναγομένης που απευθύνεται ατομικά στον δικηγόρο Σ.

Μ. (ε) της από 4-12-2003 εξώδικης καταγγελίας της εναγομένης που απευθύνεται στην ενάγουσα εταιρεία και (στ) των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την περιεχομένη σ' αυτά κατάθεση του μάρτυρα Σ. Μ.. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά το στοιχ. στ' αυτού, ως αβάσιμος δε κατά τα λοιπά, καθόσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, έχοντας ορθά διαγνώσει τα έγγραφα αυτά, προέβη σε εκτίμηση του περιεχομένου τους, δηλ.

αποδεικτική αξιολόγησή τους, και στην συνέχεια συνήγαγε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

ΙV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο είτε έλαβε υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, είτε δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" δε κατά την διάταξη αυτή νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου και όχι οι αρνήσεις αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον με αριθ. 3 λόγο της κρινόμενης αίτησης από την ως άνω διάταξη προβάλλεται, ότι προς αντίκρουση του ισχυρισμού της εναγομένης ότι δεν είχε συνάψει την επίδικη σύμβαση εργολαβίας με την ενάγουσα αλλά με την αγγλική εταιρεία "Interlex European Legal Group Ltd", η ενάγουσα προέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό ότι πράγματι η εναγομένη είχε συνάψει με την ως άνω αγγλική εταιρεία την από 29-5-1998 σύμβαση, η οποία λύθηκε την 2-8-1999 με έγγραφη καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης, τον ισχυρισμό, όμως, αυτόν δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ναι μεν πράγματι η αναιρεσείουσα πρόβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό, ο οποίος δεν απαντήθηκε, πλην, όμως, αυτός δεν ήταν ουσιώδης, με την έννοια ότι η λήξη με καταγγελία από 2-8-1999 της από 29-5-1998 σύμβασης με την ως άνω αγγλική εταιρεία, δεν συνεπάγεται κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα ότι η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης είχε συναφθεί με την αναιρεσείουσα ενάγουσα.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2012 αίτηση της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της 5514/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ