Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding missing parties and improper appeal arguments.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Athens Court of Appeal's decision of 2007. The appellants failed to appear at the hearing, and the court ruled that the appeal arguments regarding new evidence and lack of standing were inadmissible as they did not constitute independent legal facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576(2), 559(8), 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear after proper summons, and appeal grounds based on the court considering non-proposed facts or denying standing are rejected as they do not constitute independent legal facts.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 946 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 946/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Θ. συζ. Ε. Β., το γένος Π. Κ., 2. Σ. συζ. Ε. Π., το γένος Π. Κ. και 3. Ε. θυγ. Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. - Δ. χας Θ. Κ., το γένος Ι. Μ. και 2. Δ. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ναούμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9543/1997 μη οριστική, 1389/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6459/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-3-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις 5956Γ, 5957Γ και 5958Γ/9-1-2012 εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Ιωάννου Ναούμη, που επισπεύδει τη συζήτηση - και του οποίου την παραγγελία αυτή ενέκριναν οι τελευταίες με το .../8-3-2012 δικαστικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αττικής Διαμάντως Ασημακοπούλου- ακριβή αντίγραφα της από 23-3-2011 κλήσης των αναιρεσιβλήτων, με την κάτω απ'αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 21-3-2012) και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσείουσες, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της από 12-3-2008 αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσειουσών.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς. Ούτε, επίσης, ιδρύεται ο λόγος αυτός από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με το .../1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παντελή Μανωλόπουλου σε συνδυασμό με την .../1965 πράξη εξοφλήσεως του ίδιου συμβολαιογράφου που μετεγράφηκαν νομίμως στα Βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Αμαρουσίου (Τ.43 αρ. ...
και Τ63 αρ. ... αντιστοίχως) η Μ. χήρα Ν. Μ. κυρία του επίδικου ακινήτου (ήδη οικοπέδου εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής επί της οδού ... εκτάσεως 206 τ.μ. εμφαινόμενο στο προσαρτημένο στο .../1960 συμβόλαιο του ιδίου συμβ/φου από Ιουνίου 1966 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Τ.
Δ. με τα στοιχεία αγροτεμάχιο 5 του Β1 τετραγώνου) μεταβίβασε λόγω πωλήσεως την κυριότητα του στην πρώτη ενάγουσα και στο σύζυγο της Θ. Κ. κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα οι οποίοι έτσι κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου. Το δικαίωμα τους αυτό δεν καταλύθηκε από την μητέρα της 1ης εναγομένης και την ίδια, η οποία παρόλο που έφερε το βάρος αποδείξεως της ενστάσεως ιδίας κυριότητας την οποία πρότεινε πρωτοδίκως δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν.
Ειδικότερα δεν απέδειξε ότι η μητέρα της Λ. Κ., κυρία δυνάμει του νομίμως μετεγεγραμμένου .../1961 συμβολαίου του ίδιου πιο πάνω συμβ/φου, του όμορου προς το επίδικο ακινήτου, αιτία πωλήσεως από την κυρία του Μ. Μ., ασκούσε επί του επιδίκου από το έτος 1958 άλλως από το 1962 και μέχρι το έτος 1984 πράξεις διάνοια κυρίας νομής.
Από μόνο το γεγονός της περιστασιακής χρήσης του ακινήτου για τοποθέτηση κινητών, την κυκλοφορία κατοικίδιων ζώων και τη φύτευση οπωρολαχανικών στο επίδικο περί της οποίας καταθέτει ο μάρτυρας των εναγομένων, αντικρουόμενος σαφώς από τον μάρτυρα των εναγουσών και μη επιβεβαιούμενος από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται και το αναγκαίο για τη χρησιδεσποσία στοιχείο του animus, δηλαδή ότι η Λ.
Κ. ασκούσε επ' αυτού τις ως άνω πράξεις με σκοπό εξουσιάσεώς του ως κυρία. Άλλωστε, η ίδια η Λ. Κ. που κατά τον ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης, κόρης της, ήδη από το έτος 1982 είχε συμπληρώσει εικοσαετία στη νομή του επιδίκου και είχε συνεπώς έκτοτε καταστεί κυρία του τόσο στο .../1984 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία επί του ακινήτου που είχε αγοράσει από τη Μ.
Μ. στο οποίο είχε το 1962 αυθαίρετη οικοδομή την οποία στη συνέχεια νομιμοποίησε, και μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στις ενάγουσες Σ. Π. (κόρη της) και Ε. Π., την κυριότητα ποσοστών εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία του οικοπέδου με τις αντιστοιχούσες σ' αυτά αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, όσο και στο .../1984 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου με το οποίο μεταβίβασε προς την 1η εναγομένη τις εναπομένουσες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες με τα αντιστοιχούντα σ' αυτές ποσοστά συγκυριότητας επί του όλου ακινήτου δηλώνει ως νότιο όριο της ιδιοκτησίας της ιδιοκτησία αγνώστου και όχι ιδιοκτησία δική της όπως θα αναμενόταν στην περίπτωση που είχε αποκτήσει το δικαίωμα που επικαλείται η πρώτη ενάγουσα και σε κάθε περίπτωση υποδηλώνει σαφώς την έλλειψη βουλήσεως της να εξουσιάζει το επίδικο ως κυρία.
Κατά μείζονα λόγο δεν αποδεικνύονται πράξεις διάνοια κυρίας νομής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε από την πρώτη ενάγουσα κατά το διάστημα από το έτος 1962 οπότε ανεγέρθηκε η οικογενειακή κατοικία και εγκαταστάθηκε σ' αυτή, σε ηλικία 11 μόλις ετών όπως αναφέρει στις πρωτόδικες προτάσεις της, μέχρι το έτος 1984, οπότε χώρισε η προς αυτή μεταβίβαση των επί του ακινήτου της μητέρας της οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Συνεπώς ο Θ. Κ. ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του κύριος των περιελθόντων σ' αυτόν 8/16 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου η κυριότητα δε αυτή περιήλθε παραγώγως στις ενάγουσες κατά τα 5/16 στην πρώτη και κατά 3/16 στη δεύτερη, ως κληρονόμους, δυνάμει νομίμως δημοσιευθείσας διαθήκης του, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκαν αμέσως με την .../1985 πράξη της συμβ/φου Αθηνών Σταυρούλας Σταματάκου που μεταγράφηκε νομίμως στα Βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαρουσίου (Τ.213.
αρ. ...). Μετά ταύτα ακόμα κι αν αποδεικνυόταν η άσκηση διάνοια κυρίας πράξεων νομής επί του επιδίκου από την πρώτη εναγομένη (η οποία δεν αποδεικνύεται από μόνη τη κατάθεση του μαρτυρά της που δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο (π.χ. έγγραφο αποδεικτικό συμμετοχής στη διαδικασία εντάξεως στο σχέδιο πόλης και στη διαδικασία για την κατάρτιση της πράξης εφαρμογής, δήλωση στην αρμόδια ΔΟΥ του επιδίκου δια του εντύπου Ε9, που δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει η πρώτη εναγομένη προς απόδειξη της βουλήσεως της να εξουσιάζει ως κυρία το ακίνητο) κατά την άσκηση της αγωγής δεν είχε σε κάθε περίπτωση συμπληρωθεί ο αναγκαίος χρόνος των 20 ετών και ως εκ τούτου δεν είχε καταστεί κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία όπως υποστηρίζει.
Επομένως η ένσταση ίδιας κυριότητας που πρότεινε η πρώτη εναγομένη είναι ουσία αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι κατ' ακολουθίαν και εφόσον: α) αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες κατέστησαν συγκυρίες του επιδίκου κατά 13/16 η πρώτη και κατά 3/16 η δεύτερη εξ αδιαιρέτου του επιδίκου κατά τον περιγραφόμενο ανωτέρω και επικαλούμενο στην αγωγή τους προς θεμελίωση της κυρίας βάσης της παράγωγο τρόπο, β) η ένσταση ίδιας κυριότητας είναι κατά τα προαναφερόμενα αβάσιμη κατ' ουσίαν, γ) αποδεικνύεται από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων ότι από το έτος 1994 οι εναγόμενες (συμπεριλαμβανομένων και της 2ης και 3ης οι οποίες όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους τόσο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού σαφώς αμφισβητούν την κυριότητα των εναγουσών επί του επιδίκου) με πράξεις διανοία κυριών νομής προσέβαλαν το δικαίωμα των εναγουσών, η αγωγή είναι βάσιμη κατ' ουσία".
Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτών, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας-εναγομένης, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, αναγνώρισε τις αναιρεσίβλητες συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου κατά τα ανήκοντα σ' αυτές εξ αδιαιρέτου ποσοστά και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να το αποδώσουν σ' αυτές κατά τα εν λόγω ποσοστά.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, για τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, ότι δηλαδή οι αναιρεσίβλητες κατέστησαν συγκυρίες του επιδίκου κατά παράγωγο τρόπο και ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρόβαλε παραδεκτά η πρώτη αναιρεσείουσα και στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στις παραπάνω κρίσεις του και, ιδιαίτερα, στην κρίση του, ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας είναι ουσιαστικά αβάσιμη και, επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία διάταξη έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου υπό στοιχείο Α, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθώς και από το άρθρο 560 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Άσκηση νομής αποτελούν οι υλικές, εμφανείς και συνεχείς πράξεις, που φανερώνουν τη βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο πράγμα. Τέτοιες πράξεις, μεταξύ άλλων, είναι η εκμίσθωση, πωλήσεις τμημάτων, καταμετρήσεις, αποτυπώσεις σε σχεδιαγράμματα, δήλωση του ακινήτου στο έντυπο Ε9 της Εφορίας και κάθε πράξη που προσιδιάζει στη φύση και τον προορισμό του πράγματος.
Με τον υπό στοιχείο Α, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας με βάση την, έκτακτη χρησικτησία, που παραδεκτά πρόβαλε η πρώτη αναιρεσείουσα, παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, ερμηνεύοντας αυτήν εσφαλμένα, με την παραδοχή ότι από τη μη δήλωση εκ μέρους της δικαιοπαρόχου μητέρας της στο έντυπο Ε9 της Εφορίας του επιδίκου ακινήτου συνάγεται έλλειψη βουλήσεως της ανωτέρω να εξουσιάζει το επίδικο ως κυρία, ενόψει του ότι η μη δήλωση αυτή δεν αποτελεί πράξη φυσικής εξουσίασης από την οποία να προκύπτει έλλειψη βουλήσεως εξουσιάσεως του επιδίκου.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας, επειδή δέχθηκε, κατά την κύρια αιτιολογία του, ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από την πρώτη εναγομένη και τη δικαιοπάροχο της. Η αναφορά δε του Εφετείου, ότι από τη μη δήλωση του επιδίκου στο έντυπο Ε9 συνάγεται έλλειψη βουλήσεως για εξουσίαση του επιδίκου, αποτελεί επιχείρημα για την ενίσχυση της παραπάνω κρίσης του, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προπαρατέθηκε, η δήλωση του ακινήτου στο έντυπο Ε9 αποτελεί άσκηση πράξης νομής.
Επομένως η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Με τον ίδιο λόγο η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητες έγιναν συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου παραγώγως (και με κληρονομική διαδοχή) παραβίασε τις σχετικές (άρθρα 1710 και 1724 ΑΚ) ουσιαστικές διατάξεις, επειδή αυτές δεν άσκησαν πράξεις νομής σ' αυτό.
Η αιτίαση όμως αυτή δεν είναι βάσιμη, επειδή για να αποκτήσει ο κληρονόμος κυριότητα στα ακίνητα της κληρονομιάς αρκεί να μεταγράψει τη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ή το κληρονομητήριο, δεν απαιτείται δε και η απόκτηση της νομής τους. Τέλος, με τον ίδιο λόγο και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, όλες οι περιεχόμενες στο λόγο αυτό λοιπές σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα ,που, με επίκληση, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης (υπό στοιχείο Β), από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία ενώπιον αυτού είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, ήτοι 1) τις προσκομισθείσες απ' αυτές φωτογραφίες, 2) τέσσερα αντίγραφα προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων και τέσσερα αντίγραφα αποσπασμάτων του Εθνικού Κτηματολογίου, 3) τρία φωτοτυπικά αντίγραφα του Εθνικού Κτηματολογίου και 4) πρόχειρο σχεδιάγραμμα.
Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τις αναιρεσίβλητες κατά παράγωγο τρόπο και ακόμη ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν έγινε κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και "από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία σε κάποια απ' αυτά. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος.
V. Έγγραφα δεκτικά παραμόρφωσης δημιουργικής λόγου αναίρεσης, είναι, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρθ. 20 Κ.Πολ.Δ., μόνον αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. Δεν αποτελούν έγγραφα, με την εν λόγω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων και συνεπώς, επ' αυτών, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος. Επομένως, η με τον τρίτο (υπό στοιχείο Γ), από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης προβαλλόμενη αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου της εισηγητικής έκθεσης που περιέχει τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, είναι προεχόντως, απαράδεκτη.
VI. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Την από το άρθρο 559 αρ. 9 γ Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια δεν συνιστά και η υποβολή αίτησης για αποδεικτικά μέσα, όπως για την εξέταση νέων μαρτύρων, για τη διεξαγωγή αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Εξάλλου, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά, ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Με τον τέταρτο υπό στοιχείο Δ, από τον αριθμό 9 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις αιτήσεις της για την εξέταση νέων μαρτύρων και για διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να προσδιοριστούν συγκεκριμένες πράξεις της φυσικής εξουσίασης επί του επιδίκου.
Δεδομένου όμως ότι τα πιο πάνω αιτήματα δεν αποτελούν "αιτήσεις" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον πέμπτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αρ. 8 (και όχι τον αριθμό 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και, έτσι, άφησε αδίκαστη, την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής των, που παραδεκτά προβλήθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο της έφεσής τους.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο περιεχόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά συνιστά άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής. Τέλος, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε "ότι δεν απεδείχθησαν, αλλά ούτε αναφέρονται ως ανελέγκτως αποδεχθέντα πραγματικά περιστατικά αντιποίησης του δικαιώματος κυριότητος των εναγουσών εκ μέρους μας ...".
Με το λόγο αυτό όμως πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), γι'αυτό και ο λόγος αυτός, κατά το πιο πάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2008 αίτηση των Θ. συζ. Ε. Β. κ.α. για αναίρεση της 6459/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ