Supreme Court dismisses appeal regarding municipal lawyer salary offsetting under specific civil service laws.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Municipality of Elliniko's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The court held that specific allowances for lawyers in local self-governments are distinct from general salary increases and cannot be offset against each other. Consequently, the municipality was ordered to pay the lawyer's legal costs, reduced by half.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 245 and 246 of Law 1188/1981; Specific allowances for municipal lawyers are legally distinct from general salary increases and cannot be offset against one another.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 946 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 946/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ελληνικού Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του ..., που κατοικοεδρεύει στο Ελληνικό. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καρούζο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κοκκινίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1029/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 171/2007 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5045/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, νόμος 1188/1981 περί κυρώσεως του Κώδικα περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως στο μέρος Γ' (με τον τίτλο : "Προσωπικό ειδικών θέσεων και επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού Δικαίου" περιλαμβάνει το κεφάλαιο Α' (με τον τίτλο: Ειδικαί κατηγορίαι προσωπικού), στο οποίο περιέχονται, εκτός άλλων:
α) το άρθρο 245 (με τον υπότιτλο: Δικηγόροι δήμων και ιδρυμάτων) κατά το οποίο, 1. Αι θέσεις των επί μηνιαία αντιμισθία δικηγόρων των δήμων και των ιδρυμάτων αυτών συνιστώνται δια του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας. Η πρόσληψις ενεργείται δι αποφάσεως του αρμοδίου προς διορισμόν οργάνου του οικείου ΟΤΑ, οι δε προσλαμβανόμενοι συνδέονται μετά του οικείου οργανισμού δια σχέσεως εντολής, και β) το άρθρο 246 (με τον υπότιτλο :
Αντιμισθία, κατά το οποίο: Αι διατάξεις του Νόμου 1093/1980 περί τροποποιήσεως διατάξεων του Κωδικός περί Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1054) και άλλων τινών διατάξεων εφαρμόζονται και επί των επί μηνιαία αντιμισθία δικηγόρων των ΟΤΑ. Με το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου 1093/1980 είχε προστεθεί το άρθρο 92Α στο Ν.Δ. 3026/1954 (Κώδικα περί Δικηγόρων), το οποίο τελικώς αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 1816/1988 και στο οποίο (άρθρο 92Α) ορίζεται: 1.
Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως : α)., β)., γ)...Για δικηγόρο στον Αρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις. 3 .
Δικηγόροι οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 10% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν. Κατά την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 1093/1980, διατηρούνται εν ισχύι διατάξεις νόμων, καταστατικών ή εσωτερικών κανονισμών ή ειδικαί συμφωνίαι καθορίζουσαι άλλως τα της περιοδικής αμοιβής "δικηγόρων, εφ' όσον δι αυτών καθορίζεται αμοιβή ευνοϊκωτέρα της, εκάστοτε καθοριζομένης υπό της παρ. 1 του άρθρου 2. (Εις τας περιπτώσεις ταύτας, εφ' όσον υπό των εν λόγω διατάξεων ή υπό των μερών δεν ωρίσθη άλλως, αι αμοιβαί προσαυξάνονται βάσει των υπό των παρ. 2 και 3 του άρθρου 2 οριζομένων.
Ως βάσις υπολογισμού των προσαυξήσεων λαμβάνονται αι καταβαλλόμεναι αποδοχαί, υπό την έννοια των βασικών αποδοχών, όπως το άρθρο αυτό αυθεντικά ερμηνεύτηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 1183/1981. Περαιτέρω στο άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" ορίζεται ότι:
με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ που δεν υπάγεται στις διατάξεις του και έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ που υπάγονται στο νόμο αυτόν.
Σε εκτέλεση της τελευταίας διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αρ.85724/8615 της 27-8/5.9.1986 (ΦΕΚ Β565) κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Δικαιοσύνης και Οικονομικών με την οποία ορίζονται τα ακόλουθα : 1. Οι δικηγόροι των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1093/1980 διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1505/1984 και κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια χωρίς περαιτέρω εξέλιξη ως ακολούθως:
α) οι δικηγόροι παρά πρωτοδίκαις στο 16ο μισθολογικό κλιμάκιο, β) οι δικηγόροι παρ' εφέταις στο 10ο μισθολογικό κλιμάκιο, γ) οι δικηγόροι παρ' Αρείω Πάγω στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Οι διατάξεις του ν. 1093/1980 εξακολουθούν να ισχύουν κατά τα λοιπά. Επακολούθησε ο ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", με το άρθρο 24 του οποίου παρασχέθηκε στους Υπουργούς Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και τον κατά περίπτωση αρμόδιο (υπουργό) παρόμοια προς την άνω εξουσιοδότηση για επέκταση, εν όλω ή εν μέρει, των διατάξεων του νόμου αυτού, εκτός άλλων και στο προσωπικό των Ο.Τ.Α.
που έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία προς τους μόνιμους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Σε εκτέλεση αυτής της διατάξεως εκδόθηκε η ΥΑ 2022210/2776/002 (Εσωτερικών-Οικονομικών-Δικαιοσύνης) της 3/21.4.1997 (ΦΕΚ Β 319) με την οποία ορίστηκαν τα εξής: 1.
Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 12 του ν.1816/1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια χωρίς -περαιτέρω εξέλιξη : α)., β)., γ)... Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. 2.... 3....
Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1816/1988. 4. Η απόφαση αυτή ισχύει από 1.1.1997. Τέλος κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 1405/1983 "Για μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, χορηγίες ή άλλες αμοιβές, αξίωση κατά του δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης χωρεί μόνο όταν οι απολαβές αυτές παρέχονται ρητά με οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι προσλαμβανόμενοι, με σχέση έμμισθης εντολής από τους Δήμους αντί παγίας περιοδικής αμοιβής, δικηγόροι, δικαιούνται μηνιαίας αντιμισθίας, η οποία είναι ίση με τα καθοριζόμενα κατώτατα όρια αμοιβής, τα οποία προσδιορίζονται κατ' αντιστοιχία προς τα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων (Ολ.ΑΠ. 11/2002).
Περαιτέρω, η διάταξη του αρθρ. 4 §1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93 §4 και 120 §2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δε δεν αντίκειται στο αρθρ. 80 §1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (ολ) 28/1992). Εξάλλου, κατά το αρθρ. 13 §1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρθρ. 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του αρθρ. 14 §2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του αρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις".
Ειδικότερα, εκδόθηκαν πενήντα πέντε (55) συνολικά κοινές Υπουργικές Αποφάσεις και επί πλέον, 1) με τη 2/44212/0022/ΦΕΚ Β' 1266/27-9-2002 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του αρμόδιου Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και με τη 2/35486/0022/ΦΕΚ Β' 1081/4-8-2003 ΚΥΑ των προαναφερθέντων, η οποία συμπληρώθηκε με τη 2/55350/1022/ΦΕΚ Β 173/24-11-2003 όμοια, χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή σε όλους τους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τον Ν. 2470/1997, δηλαδή στους υπαλλήλους του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου, του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, της Ελληνικής Οδοντιατρικής Εταιρείας, της Μέσης Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Αθηνών "Α.
ΦΛΕΜΙΝΓΚ" και όλων των Πε-Συ Υγείας της Χώρας. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των ανωτέρω Υπουργείων, Οργανισμών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν.2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.
Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων συνεντελλομένης αυτής με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ώς δικαιούμενους της αρχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγηση της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.
Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.
Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΜΙΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.
Εξάλλου, με το αρθρ. 24 §2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του αρθρ. 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ.
και αρθρ. 28 §4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρ. 14 του Ν, 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.
Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού το την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι δικηγόρος Αθηνών, με σύμβαση έμμισθης εντολής που συνήψε με τον αναιρεσείοντα Δήμο Ελληνικού στις 5-12-1983, προσελήφθη με πάγια αντιμισθία προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτόν ως δικηγόρος.
Από την κατάρτιση της πιο πάνω συμβάσεως ο αναιρεσίβλητος έχει ενταχθεί σε οργανική θέση προβλεπόμενη από τον Οργανισμό Εσωτερικής υπηρεσίας του αναιρεσείοντος και η μηνιαία αντιμισθία του καθορίζεται ακολουθώντας το εκάστοτε ισχύον ενιαίο δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο. Ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζομένων και ως εκ τούτου η μη χορήγηση της συνιστά παράβαση της Συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 14 και 22 του Συντάγματος) και ακόμη ότι μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών αποφάσεων με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003, η ένδικη μισθολογική παροχή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις προβλεπόμενες από την ίδια διάταξη.
Ότι το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 10 του ν. 2470/1997, 30 παρ. 2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ.1 του ν.3146/2003, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας Συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002.
Εξίσου μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη στους ίδιους υπαλλήλους χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης η οποία καταβάλλεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται δε σε φόρο εισοδήματος αφού αντιμετωπίζεται από τον νομοθέτη ως δαπάνη για την απόκτηση εισοδήματος και αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των ΟΤΑ λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και όχι τακτική εισοδηματική παροχή όπως η επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι ο αναιρεσίβλητος, ως αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία κατά το ενιαίο δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο, δικαιούται την παροχή των 176 ευρώ η οποία έχει χορηγηθεί ως προσαύξηση των προβλεπομένων από τις διατάξεις των ν. 2470/1977 και 3205/2003 τακτικών αποδοχών πολλών κατηγοριών δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, εφόσον αυτός διαθέτει τη μοναδική προϋπόθεση απολήψεως της, ήτοι την υπαγωγή του στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα τόσο του ν 2470/1997, όσο και εκείνο του ν. 3205/2003.
Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων Δήμος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και ο πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς την ένσταση του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρονταν σ' αυτήν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου, ώστε να καθίσταται δυνατή η σύγκριση του και η κρίση περί της τυχόν άνισης μεταχείρισης σε σχέση με τα πρόσωπα που λαμβάνουν την ένδικη παροχή, αφού η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα κατά τις διατάξεις των άρθρων 216, 118 και 117 του Κ.Πολ.Δ.
στοιχεία, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα παραπάνω. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθεί εις βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου, ως ηττηθέντος, πλην όμως μειωμένη κατά το ήμισυ, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 του ΠΔ 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1-6-2009 αίτηση του Δήμου Ελληνικού Αττικής για αναίρεση της 5045/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου μειωμένη κατά το ήμισυ, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ