Legislator Giurisprudenza & Legislazione
946/2007 Generato dall'IA

Appeal dismissed for failure to specify legal error and evidence assessment flaws in appeal petition.

Numero d'incarto 946/2007
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the bankruptcy trustee's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a silent debt acknowledgment. The appellant argued the lower court erred in assessing evidence and applying civil code provisions on reciprocal accounts, but failed to pinpoint specific legal errors. The court ruled that the appeal petition lacked the required specificity regarding the violated legal rule and the nature of the error, rendering the grounds inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must clearly specify the factual findings, the violated substantive legal rule, and the exact nature of the legal error to be admissible.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility specific legal error evidence assessment silent debt acknowledgment reciprocal account bankruptcy trustee Code of Civil Procedure

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 173 of the Civil Code
Art. 200 of the Civil Code
Art. 361 of the Civil Code
Art. 873 of the Civil Code
Art. 874 of the Civil Code

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
AP 589/2005
AP 20/2005
AP 39/2005

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 946 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 946/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, υπό την ιδιότητά του ως οριστικού Συνδίκου της πτώχευσης της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΑΕ" που εδρεύει την Αθήνα, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρτοφύλακα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5112/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4421/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-1-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 5-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια: α) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, β) η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώσθηκε, γ) ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΑΠ 589/2005). Περαιτέρω, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται το συγκεκριμένο σφάλμα ως προς τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αν ο λόγος αφορά ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να αναφέρονται οι αιτιολογίες αυτές, το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο ανάγονται και η διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και γενικά σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών (ΑΠ Ολ. 20/2005 και ΑΠ 39/2005).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων παραθέτει στο αναιρετήριό του όλο το κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά το ιστορικό και τη νομική θεμελίωση της αγωγής, τις νομικές αιτιολογίες (μείζων πρόταση) και τις παραδοχές επί της ουσίας της υπόθεσης (ελάσσων πρόταση) προκειμένου να απορρίψει την έφεσή του κατά της εκκαλουμένης, που απέρριψε την αγωγή του, για να καταλήξει ως εξής: " Με βάση τις παραδοχές του αυτές και σύμφωνα με την εσφαλμένη μείζονα πρότασή του το Εφετείο ήχθη στην απόρριψη της έφεσης και της αγωγής μου ως αβάσιμης (νομικά και ουσιαστικά).

Με αυτά όμως που δέχτηκε και έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφήρμοσε, άρα παραβίασε, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 873 ΑΚ, καθώς και την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 874 και 112 ΕισΝΑΚ. Πρέπει για τους λόγους αυτούς να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ".

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου (λόγος από τον αριθ.1 της ΚΠολΔ 559) είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει, παντελώς, το νομικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται σε συγκεκριμένες από τις παρατιθέμενες συλλήβδην παραδοχές της προσβαλλομένης στη μείζονα ή ελάσσονα πρότασή του δικανικού συλλογισμού της η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα με επίδραση, βεβαίως στο διατακτικό της.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου559 ΚΠολΔ, είναι επίσης αόριστος, γιατί ο αναιρεσείων δεν εκθέτει αν μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας (αναφέρει, βέβαια, τις παραδοχές του Εφετείου), ή για αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα στο οποίο αφορούν και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφασή τους.

Δεν αίρεται δε η αοριστία αυτή του αναιρετηρίου και ως προς τους δύο αυτούς αναιρετικούς λόγους, εκ του ότι ο αναιρεσείων στην αρχή της αίτησής του αναφέρεται στα άρθρα 173, 200, 361, 873, 874 ΑΚ και 559 παρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τα σχετικά ερμηνευτικά σχόλια και στη συνέχεια (πριν την παράθεση του όλου κειμένου της αναιρεσιβαλλομένης) με την αναφορά αναιρετικής αιτίασης ως εξής: "Το Εφετείο απέρριψε την έφεση και την αγωγή μου (με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης) πρώτον μεν με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η έννομη σχέση μας δεν μπορούσε να λειτουργήσει με τη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεύτερον δε με την επίσης εσφαλμένη αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος δεν αναγνώρισε σιωπηρά το χρέος του και τρίτον ότι είχα υποχρέωση να παραθέσω στην αγωγή τα κονδύλια πιστοχρέωσης του αναγνωρισμένου σιωπηρά χρέος του".

Και τούτο γιατί, με το πρώτο και δεύτερο μέρος της αναιρετικής αυτής αιτίασης πλήττεται απαραδέκτως η αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), με αποτέλεσμα να δεχθεί εσφαλμένως κατά τον αναιρεσείοντα: 1) ότι ο τηρούμενος από την μετέπειτα πτωχεύσασα εταιρεία λογαριασμός, στον οποίο καταχωρίζονταν από αυτήν οι μεταξύ των μερών συναλλαγές στα πλαίσια λειτουργίας της σύμβασής τους από 30-12-1995, κατ' ερμηνευτική εκτίμηση από το Δικαστήριο εκείνο του περιεχομένου της, με τη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός αυτής κατά τις ΑΚ 173 και 200 (γιατί το Εφετείο δέχθηκε ασάφεια, εν προκειμένω, της σύμβασης αυτής), δεν φέρει τον χαρακτήρα αλληλόχρεου λογαριασμού (πάντοτε κατά συμφωνία των διαδίκων), παρά τον δοθέντα από τα μέρη σχετικό χαρακτηρισμό, διότι δεν υπήρχε η δυνατότητα δημιουργίας εκατέρωθεν απαιτήσεων, δηλαδή και υπέρ του εναγομένου, αλλά μόνον υπέρ της εν λόγω εταιρείας, αφού οι χρηματικές αποστολές ελάμβαναν χώρα μόνον από την πλευρά του εναγομένου προς εξόφληση των οφειλών του, κατά τη συμφωνία, και 2) ότι δεν αποδείχθηκε, από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ότι ο εναγόμενος αναγνώρισε, ρητά ή σιωπηρά, τις μεταγενέστερες του μηνός Φεβρουαρίου 1999 οφειλές του προς την άνω εταιρεία, όπως αυτές αναγράφονταν στις εκάστοτε μηνιαίες εκκαθαρίσεις που συντάσσονταν από την τελευταία και ειδικότερα εκείνη του μηνός Οκτωβρίου, όπου το ύψος του συσσωρευμένου χρεωστικού υπολοίπου ανερχόταν στο ποσό των 11.616.463 δραχμών, σύμφωνα με την με αρ. 005441 εκκαθάριση μηνός Νοεμβρίου 1999.

Με το τρίτο δε μέρος της ίδιας φράσης γίνεται αόριστη επίκληση ανύπαρκτης παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσίβλητος αναγνώρισε σιωπηρά χρέος του προς την εν λόγω εταιρεία, του οποίου, όμως, τα κονδύλια πιστοχρέωσης δεν είχαν παρατεθεί στην αγωγή, από τον έχοντα την σχετική υποχρέωση αναιρεσείοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2006 αίτηση του ...., ως οριστικού συνδίκου της πτώχευσης της Α.Ε. με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." για αναίρεση της 4421/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, υπό την άνω ιδιότητά του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ