Supreme Court allows appeal against labor court ruling on musician's higher pay for playing superior instrument category.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving a musician. The musician claimed additional pay for playing a higher instrument category, while the State argued it was not legally liable for this cost. The Court ruled that the State is not the liable party but rather the Special Fund for Orchestra Arrangements, correcting the lower court's error in applying the relevant statutes.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 69 para. 16 of Law 2065/1992; Art. 5 of Law 2557/1997; Art. 1 of Decree 315/1992: The State is not passively liable for additional musician pay when playing a superior instrument category; liability falls to the Special Fund for Orchestra Arrangements.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 945 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 945/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της Ε. Π., πληρεξουσίας Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αγγελικής Κουκούτση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1809/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1603/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-3-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 2.3.2023 και με αριθ. κατ. 1917/184/2-3-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1603/24.3.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 5.12.2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκδοθείσας υπ' αριθ. 1809/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 12.2.2018 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την ως άνω αγωγή της η ενάγουσα, ισχυρίσθηκε ότι την 31.12.2007 κατατάχθηκε σε οργανική θέση, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (Κ.Ο.Α.) στην 4η Κατηγορία και ότι έκτοτε παρέχει τις υπηρεσίες της ως κορυφαία Β στη δεύτερη άρπα.
Ότι, αν και παρείχε από το έτος 2011 και εντεύθεν υπηρεσίες στη θέση της πρώτης άρπα, ως κορυφαία Α, ήτοι για κάλυψη θέσης της 3ης κατηγορίας, ανώτερης απ' αυτήν που κατείχε (4η Κατηγορία), το εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από το έτος 2012 έως και το έτος 2017 αρνείται να της καταβάλλει για κάθε υπηρεσία αντικατάστασης τη νόμιμη πρόσθετη αμοιβή (επιμίσθιο), όπως ορίζεται στο άρθρο 69 του ν. 2065/1992.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 6.010,83 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1809/2019 απόφασή του, αφού απέρριψε ως αόριστη την αγωγή κατά τη νομική της βάση που ερείδεται στην παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ίσης μεταχείρισης και κατά το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.010,83 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1603/2021 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.697,89 ευρώ με τον νόμιμο τόκο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 1, 566 παρ. 3, 144 ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με ν.δ. 2010 της 11/12 Δεκεμβρίου 1942 (Α` 318) ορίζεται στο άρθρο 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 176/1943, ότι "Η παρά τω Μουσικώ και Δραματικώ Συλλόγω "Ωδείον Αθηνών" λειτουργούσα συμφωνική ορχήστρα καθίσταται από της δημοσιεύσεως του παρόντος Ν.Δ/τος Κρατική υπηρεσία ονομαζομένη "Κρατική Ορχήστρα Αθηνών" (Κ.Ο.Α.).
Η Κ.Ο.Α. σκοπόν έχει την δια συναυλιών ορχήστρας, μουσικής δωματίου, ρεσιτάλ τέχνης εν γένει και την προαγωγήν της ελληνικής μουσικής δημιουργίας και τέχνης και υπάγεται εις την αρμοδιότητα, τον έλεγχον και την εποπτείαν του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθν. Παιδείας (Υ.Θ.Ε.Π.) ασκουμένην δια της παρ` αυτώ αρμοδίας υπηρεσίας", στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι "Το προσωπικόν της Κ.Ο.Α.
εξομοιούμενον κατά πάντα προς τους δημοσίους υπαλλήλους είναι καλλιτεχνικόν και διοικητικόν", στο άρθρο 12 παρ. 1 ότι "Η μισθοδοσία του δια του παρόντος Νόμου προβλεπομένου μονίμου καλλιτεχνικού προσωπικού, των δοκίμων και των εκτάκτων προσλαμβανομένων προς πλήρωσιν κενής θέσεως μη υπάρχοντος μονίμου και του μονίμου διοικητικού και υπηρετικού προσωπικού της Κ.Ο.Α.
καταβάλλεται εκ του δημοσίου ταμείου...." και στο άρθρο 19 παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν.Δ. 3050/1954 (Α 237), ότι "Προς τον σκοπόν της διαχειρίσεως των πάσης φύσεως εσόδων και της περιουσίας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και της διαθέσεως αυτών διά την οργάνωσιν συναυλιών και τας εν γένει ανάγκας της εσωτερικής αυτής λειτουργίας συνιστάται παρά τη Κρατική Ορχήστρα Αθηνών Ειδικόν Ταμείον υπό την επωνυμίαν Ειδικόν Ταμείον Οργανώσεως Συναυλιών (Ε.Τ.Ο.Σ.), όπερ αποτελεί Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου ....".
Ακολούθως, με το άρθρο 5 του ν. 2557/1997 (Α 271) ορίζεται ότι "1. α. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα την Αθήνα και με επωνυμία "Ειδικό Ταμείο Οργάνωσης Συναυλιών Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών" και νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και με επωνυμία "Ειδικό Ταμείο Οργάνωσης Συναυλιών Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης", που εποπτεύονται από τον Υπουργό Πολιτισμού και στη συνέχεια αναφέρονται ως "Ταμεία".
Τα Ταμεία δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα ούτε στις διατάξεις του δημόσιου λογιστικού ούτε στις διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα και λειτουργούν κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και τις διατάξεις του παρόντος νόμου. β. Σκοπός των Ταμείων είναι η διαχείριση των κάθε είδους πιστώσεων, πόρων, εσόδων και περιουσίας των Κρατικών Ορχηστρών Αθηνών και Θεσσαλονίκης αντίστοιχα και η διάθεση αυτών για την οργάνωση συναυλιών, την ίδρυση και λειτουργία μουσικών συνόλων, τη συνεργασία και σύμπραξη με άλλους καλλιτεχνικούς φορείς του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων και καλλιτεχνικών φορέων του εξωτερικού, στην παραγωγή καλλιτεχνικών εκδηλώσεων με όρους και συμφωνίες που καταρτίζονται κατά περίπτωση, τη διοργάνωση περιοδειών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, την εγγραφή και αναπαραγωγή σε υλικούς φορείς ήχου ή ήχου και εικόνας των εκδηλώσεων των ορχηστρών και την ανάπτυξη κάθε άλλης συναφούς δραστηριότητας......, ια) Τα μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος λειτουργούντα στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ειδικό Ταμείο Οργάνωσης Συναυλιών" καταργούνται.
Όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία των καταργούμενων νομικών προσώπων περιέρχονται στα νομικά πρόσωπα που συνιστώνται με τον παρόντα νόμο ως καθολικοί διάδοχοι, χωρίς καμιά ειδικότερη διαδικασία ή διατύπωση και φορολογική ή άλλη επιβάρυνση....".. Περαιτέρω με το άρθρο 69 κεφ.Α παρ. 1 του ν. 2065/1992 (Α 113) ορίζεται ότι "Οι οργανικές θέσεις του καλλιτεχνικού προσωπικού των Κρατικών Ορχηστρών Αθηνών και Θεσσαλονίκης αυξάνονται στις εκατόν είκοσι έξι (126) για καθεμία ορχήστρα. 2.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται εφάπαξ με πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Πολιτισμού καθορίζονται: α) Η αναδιάρθρωση των υφισταμένων κλάδων και κατηγοριών ΤΕ και ΠΕ διευθυντών ορχήστρας, εξαρχόντων βιολιστών, κορυφαίων και μουσικών σε πέντε κατηγορίες (1η κατηγορία 2 αρχιμουσικοί, 2η κατηγορία 2 εξάρχοντες, 3η κατηγορία 28 κορυφαίοι Α`, 4η κατηγορία 26 κορυφαίοι Β`, 5η κατηγορία 68 μουσικοί) και η κατανομή σ` αυτές των υφιστάμενων οργανικών θέσεων......".
Με την παρ. 16 του κεφ. Γ ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Πρόσθετη αμοιβή λαμβάνει από το Ε.Τ.Ο.Σ. και ο μουσικός, ο οποίος προκειμένου να αντιμετωπισθούν έκτακτες ανάγκες της ορχήστρας και εφόσον έχει τη σχετική δυνατότητα, δέχεται να εκτελεί καθήκοντα ανώτερα της θέσης που κατέχει. Η αμοιβή αυτή ορίζεται σε ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) επί του ενός 25ου του μηνιαίου μισθού του για κάθε υπηρεσία αντικαταστάσεως".
Εξάλλου με το άρθρο 1 του π.δ. 315/1992 (Α 160), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 69 του ν. 2065/1992, αναδιαρθρώθηκαν οι υφιστάμενοι κλάδοι κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ, δηλαδή ΠΕ και ΤΕ Διευθυντών Ορχήστρας ΠΕ και ΤΕ Εξαρχόντων Βιολιστών, ΠΕ και ΤΕ Κορυφαίων και ΠΕ και ΤΕ Μουσικών στις Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης σε πέντε (5) κατηγορίες, ειδικά δε για την άρπα προβλέφθηκε στην 3η κατηγορία ένας (1) πρώτος στην άρπα και στην 4η κατηγορία ένας (1) στη δεύτερη άρπα, με υποχρέωση στην πρώτη άρπα.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών είναι κρατική υπηρεσία, που έχει σκοπό την προαγωγή της ελληνικής μουσικής δημιουργίας και τέχνης και ότι το προσωπικό της υπαγόμενο στο Υπουργείο Πολιτισμού μισθοδοτείται από το Δημόσιο (ΣτΕ 2360/2006). Για τη διαχείριση και διάθεση των πάσης φύσεων εσόδων της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών είχε συσταθεί με το άρθρο 19 του ν. 2010/1942 το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ειδικόν Ταμείον Οργανώσεως Συναυλιών" (Ε.Τ.Ο.Σ.), το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2557/1997 και στη θέση του υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτού το Ν.Π.Ι.Δ. με επωνυμία "Ειδικό Ταμείο Οργάνωσης Συναυλιών Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών" (Ε.Τ.Ο.Σ.Κ.Ο.Α.) και το οποίο σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 16 του Κεφ.
Γ του άρθρου 69 του ν. 2065/1992 είναι υπόχρεο για την καταβολή της πρόσθετης αμοιβής σε μουσικό της Κ.Ο.Α. που εκτελεί καθήκοντα ανώτερα της θέσης που κατέχει. Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.
Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.
Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποίησής του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποίησης (ΑΠ 640/2023, 405/2023, 55/2022, 915/2021, 46/2020).
Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της νομιμοποίησης των διαδίκων, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο εκ του αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 28/2021, 630/2019, 1157/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Η ενάγουσα, δυνάμει διαδοχικών ανανεούμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκε από το εναγόμενο, το έτος 1997, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της στην Κ.Ο.Α., στη θέση της κορυφαίας Β' στην άρπα.
Δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου ΥΠΟΟ/ΔΙΟΙΚ/ΤΔΠΕΦ/99889 από 31.1 2.2007 απόφασης του Υπουργείου Πολιτισμού, με θέμα "κατάταξη προσωπικού σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην Κ.Ο.Α. σε εφαρμογή του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2002 σε συνδυασμό με τα διατάξεις του άρθρου 1 του Νόμου 3320/2005" η ενάγουσα κατατάχθηκε σε κενή οργανική θέση, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και συγκεκριμένα στην 4η Κατηγορία κορυφαίων Β' στην άρπα και έκτοτε παρέχει τις υπηρεσίες της με την πιο πάνω ειδικότητά της.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΝΔ 2010/1942, 69 κεφ. A παρ. 1 του Νόμου 2065/1992 και του ΠΔ 315/1992, προκύπτει ότι η Κ.Ο.Α., τυγχάνει κρατική-δημόσια υπηρεσία, που εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και έχει σκοπό την προαγωγή της ελληνικής μουσικής δημιουργίας και τέχνης με τη διοργάνωση συναυλιών ορχήστρας και μουσική δωματίου και με διάφορες άλλες μουσικές εκδηλώσεις.
Σ' αυτήν υπηρετεί μόνο το καλλιτεχνικό προσωπικό, υπαγόμενο στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο και κατέχει οργανικές θέσεις. Οι θέσεις αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 2065/1992 και του ΠΔ 315/1992 αναδιαρθρώθηκαν και διακρίνονται ήδη σε πέντε Κατηγορίες, ήτοι στην 1η Κατηγορία αρχιμουσικών, στην 2η Κατηγορία εξαρχόντων και στις λοιπές τρεις Κατηγορίες [3η, 4η και 5η], που περιλαμβάνουν θέσεις αντίστοιχες με τη διάρθρωση μίας ορχήστρας συμφωνικής μουσικής.
Ειδικά, για την άρπα, προβλέπεται στην 3η Κατηγορία ένας [1] πρώτος στην άρπα [κορυφαίος Α'] και στην 4η κατηγορία ένας [1] στη δεύτερη άρπα [κορυφαίος Β'] με υποχρέωση στην πρώτη άρπα. Εξάλλου, υφίσταται και το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΙΔΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ ΣΥΝΑΥΛΙΩΝ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΩΝ" (Ε.Τ.Ο.Σ. Κ.Ο.Α), σκοπός, του οποίου, είναι σύμφωνα, με το άρθρο 5 του Νόμου 2557/1997, η διαχείριση των κάθε είδους πιστώσεων, πόρων, εσόδων, και περιουσίας της Κ.Ο.Α.
και η διάθεση αυτών, για την οργάνωση συναυλιών, την ίδρυση και λειτουργία μουσικών συνόλων, τη συνεργασία και σύμπραξη με άλλους καλλιτεχνικούς φορείς του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων και καλλιτεχνικών φορέων του εξωτερικού, την παραγωγή καλλιτεχνικών εκδηλώσεων με όρους και συμφωνίες, που καταρτίζονται κατά περίπτωση, τη διοργάνωση περιοδειών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, την εγγραφή και αναπαραγωγή σε υλικούς φορείς ήχου ή και ήχου και εικόνας των εκδηλώσεων των ορχηστρών και την ανάπτυξη κάθε άλλης συναφούς δραστηριότητας.
Στους σκοπούς, επομένως, του Ε.Τ.Ο.Σ.Κ.Ο.Α., δεν υπάγεται η μισθοδοσία των υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην Κ.Ο.Α, οι οποίοι αμείβονται από το Υπουργείο Πολιτισμού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το μόνιμο καλλιτεχνικό προσωπικό, της Κ.Ο.Α., υπάγεται σ' αυτό. Συνακόλουθα, εργοδότης των υπαλλήλων που εργάζονται στην Κ.Ο.Α.
και κατέχουν οργανικές θέσεις, επομένως και της ενάγουσας, τυγχάνει το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο είναι και το μόνο υπόχρεο για την καταβολή των μισθών τους και επομένως και των επιμισθίων, που ζητεί η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ως τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο προσάπτει σφάλμα στην εκκαλούμενη, που δεν απέρριψε την αγωγή, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, από την παράγραφο 16 του άρθρου 69 Κεφ Γ' του Νόμου 2062/1992....., σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ΝΔ 315/1992, προκύπτει ότι η αποζημίωση [επιμίσθιο] οφείλεται από το εναγόμενο σε κάθε μουσικό, τόσο στην περίπτωση κατά την οποία, προκειμένου να καλυφθούν έκτακτες ανάγκες της ορχήστρας δέχεται να εκτελεί καθήκοντα ανώτερα της θέσης, που κατέχει, όσο και στην περίπτωση, που προβλέπεται η υποχρεωτική αναπλήρωσή του, κατά το άρθρο 1 του ΝΔ 315/1992.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος......".
Ακολούθως το Εφετείο, κατά μερική παραδοχή του δευτέρου λόγου έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αξίωση καταβολής πρόσθετης αμοιβής (επιμίσθιο) για το χρονικό διάστημα από το έτος 2012 έως 29.12.2015, δεχόμενο ότι η αξίωση αυτή για το ως άνω χρονικό διάστημα είχε υποπέσει στη διετή παραγραφή και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για την ως άνω αιτία και για τα έτη 2016 και 2017 το συνολικό ποσό των 2.697,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά μεν έκρινε ότι η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (Κ.Ο.Α.) αποτελεί Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και ότι η ενάγουσα, που είχε καταταγεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην Κ.Ο.Α ως κορυφαία Β στη δεύτερη άρπα (4η κατηγορία), με υποχρέωση στην πρώτη άρπα (3η κατηγορία) αμείβεται από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πλην, όμως, με το να κρίνει, ότι, ως προς την αγωγική αξίωση πρόσθετης αμοιβής (επιμίσθιο) για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της ενάγουσας στην Κ.Ο.Α.
το επίδικο χρονικό διάστημα ως κορυφαία Α στην πρώτη άρπα, σε κατηγορία, δηλαδή ανώτερη (3η κατηγορία) από αυτή που κατείχε (4η κατηγορία), νομιμοποιείται παθητικά το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον (Δημόσιο) με την παραδοχή ότι η ως άνω αποζημίωση (επιμίσθιο) οφείλεται από αυτό και στην περίπτωση που προβλέπεται η υποχρεωτική αναπλήρωση μουσικού κατά το άρθρο 1 του π.δ. 315/1992, όπως στην ένδικη περίπτωση, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο προέβαλε τον ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής του νομιμοποίησης και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 16 του άρθρου 69 Κεφ.
Γ του ν. 2065/1992, του άρθρου 5 του ν. 2557/1997 και του άρθρου 1 του π.δ. 315/1992. Και τούτο διότι από το συνδυασμό των ων άνω διατάξεων προκύπτει ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον (Δημόσιο) δεν νομιμοποιείται παθητικά ως υπόχρεο για την καταβολή της πρόσθετης αμοιβής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, λόγω της παροχής των υπηρεσιών της το επίδικο χρονικό διάστημα ως μουσικού στην άρπα σε κατηγορία ανώτερη (Κατηγορία Γ) από αυτή που κατείχε (κατηγορία Δ) αλλά ότι υπόχρεο για την καταβολή της αμοιβής αυτής είναι το Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΕΙΔΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ ΣΥΝΑΥΛΙΩΝ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΩΝ" (Ε.Τ.Ο.Σ. Κ.Ο.Α), σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλειες, αληθώς, όμως, μόνο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως εκ του αποδιδόμενου σ' αυτή νομικού σφάλματος, της ευθείας παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων (της παρ. 16 του άρθρου 69 Κεφ.
Γ του ν. 2065/1992, του άρθρου 5 του ν. 2557/1997 και του άρθρου 1 του π.δ. 315/1992) είναι βάσιμος. Λόγω, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης. Συνακόλουθα κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1603/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ