Legislator Giurisprudenza & Legislazione
945/2022 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal as appealable grounds concern unreviewable fact-finding and evidence evaluation.

Numero d'incarto 945/2022
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding the division of co-owned real estate. The appellant argued that the appellate court distorted the content of seven notarial deeds used to value the property, claiming this constituted a reviewable error. The court ruled that such arguments merely complain about the unreviewable exercise of judicial discretion in assessing evidence and do not meet the strict criteria for an appealable ground.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 571 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging that a court of first instance distorted the content of documents used for valuation is inadmissible if the appellate court did not base its finding solely on those documents but considered them alongside other evidence.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility fact-finding review evidence evaluation co-owned property division notarial deed distortion valore venale dell'immobile stima di immobili esteri deduzione delle spese di manutenzione di immobili

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 569, 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 229 §3 of the European Parliament and Council Regulation No 2013/65
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 §1, 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court 2/2008
Supreme Court 1025/2014
Supreme Court 495/2013
Supreme Court 567/2013
Supreme Court 272/2020
Supreme Court 142/2020
Supreme Court 1372/2014
Supreme Court 25/2011
Supreme Court 749/2018
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 945 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 945/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Χ. και της Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου μοναδικού κληρονόμου της Θ. Κ. του Χ. και της Α., που απεβίωσε στις 30-8-2016, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Σ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πελέκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2012 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Θ. Κ. και την από 4-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της ήδη αποβιωσάσης Θ. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2108/2014 μη οριστική, 1440/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1979/2019 μη οριστική, 6857/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 03/03/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αριθμ. 6857/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων ,κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία τις από 27/07/2018 και 24/09/2018 εφέσεις των ήδη διαδίκων, αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, κατά της αριθμ.1440/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δικάζοντας εκ νέου τις ένδικες με αριθμ. κατ. 559/2013 και 560/2013 αγωγές διανομής, δέχθηκε εν μέρει αυτές κατ'ουσίαν και διέταξε την αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων της καθε αγωγής, με το σχηματισμό δύο άνισων μερίδων, και την επιδίκαση αυτών στους διαδίκους κοινωνούς, ανάλογα προς τις ιδανικές τους μερίδες. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1,569, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α.1. Σύμφωνα με το άρθρο 229 παρ. 3, που έχει τίτλο <<Αρχές αποτίμησης για άλλες αποδεκτές εξασφαλίσεις δυνάμει της μεθόδου ΠΕΔ>>, του αριθμ. ... ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 <<Τα ιδρύματα αποτιμούν τις εμπράγματες εξασφαλίσεις εκτός της ακίνητης περιουσίας στην αγοραία αξία τους.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η αγοραια αξια ειναι το εκτιμωμενο ποσο εναντι του οποιου το ακινητο θα ανταλλασσοταν κατα την ημερομηνια της αποτιμησης μεταξυ ενος αγοραστη και ενος πωλητη που εκφραζουν ελευθερα τη δικαιοπρακτικη τους βουληση και συναλλασσονται υπο κανονικες συνθηκες ανταγωνισμου>>. 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε ,δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ6/2017).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς( ΑΠ 45/2019, ΑΠ2345/2009).

Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ609/2020, ΑΠ20/2019, ΑΠ1662/2012, 2195/2009).

Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ551/2020, ΑΠ 103/2013, ΑΠ1270/2008, ΑΠ 1675/2006).

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ894/2020, ΑΠ799/2020).

Επίσης, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).

Τέλος, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ1099/2020, ΑΠ1034/2020, ΑΠ284/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με τις ένδικες, περί διανομής, αγωγές τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, πραγματικά περιστατικά: <<Στις 23-8-2010 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο Σ.

Φ. του Γ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την αρχικώς ενάγουσα σύζυγό του Θ. Κ. κατά ποσοστό 25% και τον εναγόμενο υιό του από τον πρώτο γάμο του, κατά ποσοστό 75%. Το ποσοστό της αρχικώς ενάγουσας Θ. Κ. επί των κληρονομιαίων ακινήτων, περιήλθε μετά τον επισυμβάντα στις 30-8-2016 θάνατο αυτής, στον αδελφό της, Α.

Κ. ενάγοντα της δεύτερης αγωγής, ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο αυτής, ο οποίος προέβη νομότυπα σε αποδοχή της κληρονομιάς, ενώ ήδη σε αυτόν είχε μεταβιβαστεί από την αδελφή του λόγω δωρεάς, ένα ποσοστό κυριότητας επί των κληρονομιαίων ακινήτων που περιγράφονται στην δεύτερη αγωγή. ............Ο τρόπος κτήσης της συγκυριότητας των διαδίκων επί των επίκοινων ακινήτων, καθώς και τα ποσοστά συγκυριότητας καθενός εξ αυτών επί των ανωτέρω ακινήτων και των δύο αγωγών, όπως έγιναν δεκτά και με την εκκαλούμενη απόφαση, συνομολογούνται από τους διαδίκους και δεν προσβάλλονται με τις κρινόμενες εφέσεις.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η συνολική πραγματική εμπορική αξία των κοινών υπό διανομή ακινήτων κατά τον χρόνο άσκηση των αγωγών, ανέρχεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και των επικρατουσών οικονομικών συνθηκών και συναλλακτικών ηθών, σε συνδυασμό με τις εκτιμήσεις των πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, στα εξής ποσά:

Α) για την πρώτη αγωγή στο ποσό των τριών εκατομμυρίων εξακοσίων ογδόντα επτά χιλιάδων ευρώ και επτακοσίων πενήντα λεπτών (3.687.750), και συγκεκριμένα:1)...2)...3)...4)...5...6)..... 7) της ημιτελούς οικίας, που μόνο αυτή ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, στη θέση "..." στη Βούλα Αττικής επί της ... αρ. 8, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 500/1000 στο όλο οικόπεδο (κάθετη ιδιοκτησία), όπως περιγράφεται ανωτέρω, στο ποσό των 1.700.000 ευρώ και με βάση το ποσοστό συγκυριότητας κάθε διαδίκου σε αυτό, η αξία του ιδανικού μεριδίου κάθε διαδίκου στο συγκεκριμένο ακίνητο ανέρχεται στο ύψος των:

α) (1.700.000 ευρώ X 25%)= 425.000 ευρώ για την αποβιώσασα ενάγουσα και ήδη τον εκκαλούντα και β) (1.700.000 ευρώ X 75%)= 1.275.000 ευρώ για τον εναγόμενο και όχι στο ποσό των 2.500.000 ευρώ που προσδιορίσθηκε η αξία του ακινήτου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (αλλά και από τον πρώτο πραγματογνώμονα I. Γαβανόζη που εκτίμησε την αξία σε 2.934.392 ευρώ), λαμβανομένων υπόψιν των εξής:

α) αν και πολυτελής, πρόκειται για ημιτελή οικία στο στάδιο αποπεράτωσης των επιχρισμάτων και τοποθέτησης Η/Μ εγκαταστάσεων, με κόστος αποπεράτωσης τουλάχιστον 500.000 ευρώ, β) αν και πρόκειται για κάθετη ιδιοκτησία με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 500/1000, στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, όπως και στην εκκαλουμένη, αναφέρεται το όλο οικόπεδο επιφάνειας 1.566 τ.μ.

και δεν προκύπτει σαφώς ότι έχει ληφθεί υπόψιν το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητας σε αυτό, με αποτέλεσμα να αναβιβάζεται η αξία του ακινήτου στα προαναφερόμενα ποσά, όπως βασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών της δεύτερης έφεσης με τον δεύτερο λόγο αυτής γ) αν και ήδη κατά τον κρίσιμο χρόνο είχαν τακτοποιηθεί οι αυθαίρετοι χώροι της οικοδομής και είχε καταβληθεί το πρόστιμο τακτοποίησης, πλην ενός παράβολου ποσού 40,00 ευρώ (βλ.

την υπ'αριθμ. 553602/19-6-2012 βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στο Ν. 4014/2011, υπ'αριθμ. 3500335 βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής στο Ν. 4178/2013 και προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Φ. Γραμμάτη), και στις δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν έχουν συνυπολογιστεί οι χώροι αυτοί που έχουν τακτοποιηθεί, Ειδικότερα ο πραγματογνώμονας Απ.

Γεωργιάδης, προσδιορίζει την εμπορική αξία του ακινήτου στο ποσό των 1.340.000 ευρώ και τελικά στο ποσό των 1.290.000 ευρώ, αφαιρώντας ποσό 50.000 ευρώ που αφορά το κόστος τακτοποίησης αυθαιρέτων κατασκευών και μη λαμβάνοντας υπόψιν τους αυθαίρετους χώρους που κατά τα ανωτέρω είχαν ήδη πριν την άσκηση της αγωγής τακτοποιηθεί, όπως βασίμως ισχυρίζεται ο πρώτος εκκαλών, με αποτέλεσμα να αναφέρει την επιφάνεια των κύριων χώρων 659,44 τ.μ. (537,61 τ.μ.

ανωδομή και 121,83 τ.μ. υπόγεια κατοικία) και των βοηθητικών 266,78 τ.μ. και συνολικά 926,22 τ.μ., ήτοι μικρότερη από την πραγματική, όπως αναφέρεται ανωτέρω στην περιγραφή της οικοδομής και να υπολογίζει βάσει αυτών την αξία του ακινήτου τουλάχιστον κατά 300.000 ευρώ μικρότερη.

Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψιν των ανωτέρω και όλων των συγκριτικών στοιχείων (αγγελιών κλπ) που προσκομίζονται και αυτών που αναφέρονται στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του δευτέρου λόγου της δεύτερης έφεσης και κατά τα ανωτέρω του τέταρτου λόγου της πρώτης έφεσης, να προσδιοριστεί η αξία του ακινήτου στο προαναφερόμενο ποσό και όχι στο ποσό των 4.000.000 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο πρώτος εκκαλών( αναιρεσείων )με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του (αν και ο τεχνικός σύμβουλος αυτού την προσδιορίζει σε 3.360.000 ευρώ), ούτε στο ποσό των 970.000 ευρώ που προσδιορίζει την αξία (κατά τον κρίσιμο χρόνο)η τεχνική σύμβουλος του δεύτερου εκκαλούντος(αναιρεσιβλήτου), 8)...και 9).....

Ενόψει των ανωτέρω και του ότι οι διάδικοι δεν συμφωνούν σε εξώδικη διανομή των κοινών ακινήτων, ενώ είναι δυνατή η αυτούσια διανομή αυτών, πρέπει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να διανεμηθούν αυτά με τη δημιουργία δυο μερίδων, οι οποίες θα έχουν αυτοτέλεια και λειτουργικότητα για την κατά προορισμό χρήση τους και την περαιτέρω αξιοποίησή τους, κατά τον τρόπο που ορίσθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση, ο οποίος (τρόπος διανομής) δεν προσβάλλεται και με τις δύο εφέσεις.

Ειδικότερα, πρέπει να δημιουργηθούν: Α. Η πρώτη μερίδα, η οποία θα περιλαμβάνει: 1) την ημιτελή οικία στη θέση "..." στη Βούλα Αττικής επί της ... αρ. 8, αξίας 1.700.000 ευρώ, 2) τις οριζόντιες ιδιοκτησίες-καταστήματα με στοιχεία (I1) έως (Ι9), που βρίσκονται στο ισόγειο πολυκατοικίας, η οποία έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου στη Δάφνη Αττικής, στη θέση "Σωρός Ξάχωνες" ή "Άγιος Ιωάννης" στη διασταύρωση των οδών Ίμβρου 3 και Αρτέμωνος 100, αξίας 326.000, 3)τις οριζόντιες ιδιοκτησίες-γραφεία του πρώτου ορόφου, με στοιχεία Α1 και Α2 της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, αξίας 285.250 ευρώ, 4) την ισόγεια αποθήκη με υπόγειο στο οικόπεδο που βρίσκεται στην Αργυρούπολη Αττικής στη θέση "Τράχωνες Καλάμια - Ελαιώνας" επί των οδών Λαμίας 6 και Τεγέας, αξίας 500.000 ευρώ 5) τον υπό στοιχεία (Ρ1) στεγασμένο κλειστό χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, στην πυλωτή οικοδομής στη θέση "ΒΟΥΡΛΟΠΟΤΑΜΟΣ" και ήδη "Αμφιθέα" του Δήμου ...

επί της οδού Νίκαιας αρ. 78, αξίας 16.000 ευρώ και 6) το υπό στοιχεία Β-3 γραφείο του Β' ορόφου πολυκατοικίας κείμενης σε οικόπεδο στη Γλυφάδα Αττικής επί της οδού Γρηγορίου Λαμπράκη αρ. 19, αξίας 90.000 ευρώ και Β. Η δεύτερη μερίδα η οποία θα περιλαμβάνει: 1) την οικοδομή, η οποία έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο στη Δάφνη Αττικής, στη θέση "Σωρός Ξάχωνες" ή "Άγιος Ιωάννης" επί της Λ.

Ηλιουπόλεως αρ. 110, αξίας 435.500 ευρώ, 2) τις οριζόντιες ιδιοκτησίες- αποθήκες με στοιχεία 1 έως 4 στον ημιώροφο οικοδομής, η οποία έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο στην Αθήνα επί της οδού Χαλκοκονδύλη αρ. 30, αξίας 135.000ευρώ και 3) το τμήμα οικοπέδου, άρτιο και οικοδομήσιμο, το οποίο αποτελεί ανεξάρτητη διαιρεμένη ιδιοκτησία, στη θέση "Ασκητάριον ή Ασκητάρι Σκαλωσιάς" στη Ραφήνα Αττικής, αξίας 200.000 ευρώ.

Κατά τον λόγο της αξίας των μερίδων και του ποσοστού συγκυριότητας κάθε διαδίκου στα κοινά ακίνητα, θα πρέπει συνεπώς να επιδικαστεί η πρώτη μερίδα που έχει συνολική αξία 2.917.250 ευρώ στον δεύτερο εκκαλούντα-εναγόμενο και η δεύτερη μερίδα που έχει συνολική αξία 770.500 ευρώ στον πρώτο εκκαλούντα - ενάγοντα και εξ αδιαθέτου μοναδικό κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας Θ.

Κ.. Δεδομένου ότι η δεύτερη μερίδα που θα λάβει ο πρώτος εκκαλών-ενάγων έχει μεγαλύτερη αξία από το ιδανικό του μερίδιο κατά 13.739 ευρώ (770.500 - 756.761) και κατά το ίδιο ποσό είναι μικρότερο σε αξία το μέρος που λαμβάνει ο δεύτερος εκκαλών-εναγόμενος σε σχέση με το ιδανικό του μερίδιο, πρέπει για την εξίσωση των άνισων μεριδίων μεταξύ των κοινωνών, ο δεύτερος εκκαλών-ενάγων Αντώνιος Κολλάρος να καταβάλει στον εναγόμενο το ανωτέρω ποσό των 13.739 ευρώ.

Β. Για τη δεύτερη αγωγή στο ποσό του 1.306.000 ευρώ και συγκεκριμένα: 1) ......2)......και 3)... ....Ενόψει των ανωτέρω και του ότι οι διάδικοι δεν συμφωνούν σε εξώδικη διανομή των κοινών ακινήτων, ενώ είναι δυνατή η αυτούσια διανομή αυτών, πρέπει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να διανεμηθούν αυτά με τη δημιουργία δυο μερίδων, οι οποίες θα έχουν αυτοτέλεια και λειτουργικότητα για την κατά προορισμό χρήση τους και την περαιτέρω αξιοποίησή τους, κατά τον τρόπο που ορίσθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση, ο οποίος (τρόπος διανομής) δεν προσβάλλεται με τις δύο εφέσεις.

Ειδικότερα, πρέπει να δημιουργηθούν: Α. Η πρώτη μερίδα, η οποία θα περιλαμβάνει:1) ένα οικόπεδο στη Δάφνη Αττικής, στη θέση "Σωρός Ξάχωνες" ή "Άγιος Ιωάννης" στη διασταύρωση της Λ. Βουλιαγμένης 181 και της οδού Ίμβρου 1, όπου έχει ανεγερθεί οικοδομή, η οποία δεν έχει υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, αξίας 706.000 ευρώ, όπως περιγράφεται ανωτέρω και αποτελεί όμορο ακίνητο των υπό στοιχεία 1 και 2 ακινήτων της πρώτης αγωγής και συνεπώς αφού μπορεί να αξιοποιηθούν ενιαία, πρέπει να περιέλθουν στην ίδια μερίδα, ήτοι αυτή του εναγομένου και 2) το υπό στοιχεία Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από την πυλωτή ορόφου, η υπό στοιχεία Υ-3 αποθήκη και η υπό στοιχεία Θ-3 θέση στάθμευσης υπογείου της πολυκατοικίας στη Βούλα Αττικής στη διασταύρωση των οδών Λ.

Αλκυονιδών και Καρυωτάκη αρ. 2°, αξίας 285.000 ευρώ και Β. Η δεύτερη μερίδα η οποία θα περιλαμβάνει το υπό στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου (Π) ορόφου και την υπό στοιχεία Ρ- 4 θέση στάθμευσης του υπογείου της πολυκατοικίας στη Βούλα Αττικής στη διασταύρωση των οδών Οδυσσέως 47 και Περικλέους, αξίας 315.000 ευρώ.

Κατά τον λόγο της αξίας των μερίδων και του ποσοστού συγκυριότητας κάθε διαδίκου στα κοινά ακίνητα, θα πρέπει συνεπώς να επιδικαστεί η πρώτη μερίδα που έχει συνολική αξία 991.000 ευρώ στον δεύτερο εκκαλούντα- εναγόμενο και η δεύτερη μερίδα που έχει συνολική αξία 315.000 ευρώ στον πρώτο εκκαλούντα- ενάγοντα και εξ αδιαθέτου μοναδικό κληρονόμο της αρχικώς ενάγουσας Θ.

Κ.. Σημειώνεται ότι ενόψει του ότι όλο το ακίνητο της οδού Βουλιαγμένης 181 και Ίμβρου 1 επιδικάζεται στον εναγόμενο, δεν υπάρχει ανάγκη να προηγηθεί σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας σε αυτό, ώστε να γίνει διανομή μεταξύ των διαδίκων βάσει του άρθρου 480Α ΚΠολΔ, όπως ζήτησε ο δεύτερος ενάγων με την αγωγή του και τέθηκε και σχετικό ερώτημα στον πραγματογνώμονα.

Δεδομένου ότι η μερίδα που θα λάβει ο εναγόμενος έχει μεγαλύτερη αξία από το ιδανικό του μερίδιο κατά 11.500 (991.000-979.500) ευρώ και κατά το ίδιο ποσό είναι μικρότερο σε αξία το μέρος που λαμβάνει ο ενάγων σε σχέση με το ιδανικό του μερίδιο, πρέπει για την εξίσωση των άνισων μεριδίων μεταξύ των κοινωνών, ο εναγόμενος να καταβάλλει στον δεύτερο των εναγόντων της Β' αγωγής Α.

Κ., το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων (11.500) ευρώ>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι εφικτή και οικονομικά συμφέρουσα για τους διαδίκους κοινωνούς η αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων, αφού δε καθόρισε την αξία καθενός διανεμητέου, κατένειμε αυτά σε δύο απονεμητέες μερίδες, προσδιορίζοντας τα ακίνητα που αντιστοιχούν στην κάθε μερίδα, και διαλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, στη μερίδα του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Γεωργίου Φίλου, την επίκοινη ημιτελή οικία στη θέση "..." στη Βούλα Αττικής επί της ...

αρ. 8, η οποία, όπως προεκτέθηκε, ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη και τους, υπό έρευνα, αναιρετικούς λόγους, την αγοραία αξία της οποίας προσδιόρισε στο ποσό 1.700.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ούτε ερμήνευσε, ούτε εφάρμοσε την αναφερόμενη στην προεκτεθείσα νομική σκέψη ουσιαστική διάταξη του άρθρου 229 παρ. 3 του αριθ. ...

Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διότι, ενόψει του αντικειμένου της ενώπιόν του δίκης (διανομή ακινήτων μεταξύ ιδιωτών), η παραπάνω διάταξη, που αναφέρεται αποκλειστικά σε πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, δεν ήταν εφαρμοστέα. Επομένως, η διαλαμβανόμενη, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, στον πρώτο αναιρετικό λόγο αντίθετη αιτίαση της παράβασης της ανωτέρω διάταξης είναι αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της εφαρμογής της από το Εφετείο.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου ότι ο Προέδρος του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Αθηνών-Αττικής, Ιωάννης Ρεβύθης, ο πιστοποιημένος εκτιμητής ακινήτων, μέλος του ΔΣ της Ομοσπονδίας Μεσιτών Ελλάδος, Ελευθέριος Ποταμιάνος και ο Φώτιος Γραμμάτης, πολιτικός μηχανικός, ως εκ της ιδιότητάς τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι οι πλέον αρμόδιοι να εκτιμήσουν την αξία του ως άνω επικοίνου, είναι απαράδεκτες, διότι τα περιστατικά αυτά δεν συγκροτούν την έννοια του διδάγματος της κοινής πείρας, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ609/2020), οι δε διαλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τον υπολογισμό της αξίας του ως άνω επίκοινου ακινήτου είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ336/2019, ΑΠ121/2018, ΑΠ683/2016, ΑΠ1025/2014).

Επίσης, η διαλαμβανόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο, ειδικότερη, αιτίαση ότι η προσβαλλομένη δεν συμπεριέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό της αξίας του επίκοινου ως άνω ακινήτου, διότι δεν αιτιολόγησε τη διαφοροποίησή της σε σχέση με την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη από τον δικαστικό πραγματογνώμονα Ιωάννη Γαβανόζη είναι απαράδεκτη, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί είναι διάταξη δικονομικού δικαίου( άρθρο 387 ΚΠολΔ).

Επίσης οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται, στον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες, καθόσον, με το πρόσχημα των άνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ,με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, εν προκειμένω των εκθέσεων δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, των πραγματογνωμόνων Ιωάννη Γαβανόζη και Αποστόλου Γεωργιάδη, της έκθεσης εκτίμησης του τεχνικού συμβούλου Ελευθερίου Ποταμιάνου και των τεχνικών εκθέσεων των Ιωάννη Ρεβύθη, Προέδρου του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Αθηνών-Αττικής και Φωτίου Γραμμάτη, πολιτικού μηχανικού, που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση (ΑΠ 296/2014, ΑΠ179/2013, ΑΠ1077/2006).

Συνεπώς ο ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, στο σύνολό του. Β. Ο από το άρθρο 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ1025/2014, 495/2013, ΑΠ 567/2013).

Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠΟλ2/2008, ΑΠ272/2020, ΑΠ142/2020, ΑΠ1372/2014, ΑΠ25/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο επτά (7) αγγελιών διαφόρων μεσιτικών γραφείων, που αφορούν αποκλειστικά μονοκατοικίες στην περιοχή της Πολεοδομικής Ενότητας Βούλας, που ως συγκριτικά στοιχεία προσκόμισε, προκειμένου το Εφετείο να εκτιμήσει την αξία του επίκοινου ακινήτου, που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη.

Ο λόγος αυτός αφορά σε λανθασμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, εκτίμηση των εγγράφων αυτών, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, ως προς την αξία του επικοίνου ήτοι της ημιτελούς οικίας, που βρίσκεται στη θέση "..." στη Βούλα Αττικής επί της ... αρ. 8, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 500/1000 στο όλο οικόπεδο (κάθετη ιδιοκτησία), και δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" των εν λόγω εγγράφων, τα οποία ορθά αναγνώσθηκαν.

Δηλαδή, η επικαλουμένη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων και γι'αυτό ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, ως προς την αξία του επίκοινου ακινήτου, τη διανομή του οποίου είχε η αρχική ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ζητήσει με την ένδικη αγωγή, δεν στηρίχθηκε, κυρίως ή αποκλειστικά, στα έγγραφα αυτά, τα οποία απλώς και χωρίς να τα εξαίρει το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις (ΑΠ749/2018).

Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03/03/2021 αίτηση του Αντωνίου Κολλάρου για αναίρεση της 6857/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Α. Κ. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Γεωργίου Φίλου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ