Legislator Giurisprudenza & Legislazione
945/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on evidence omission, ruling lower court considered all submitted proof despite specific focus on some items.

Numero d'incarto 945/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court of Chalkidiki's judgment in a labor dispute. The appellant argued the Court of Appeal failed to consider specific evidence regarding the employee's monthly salary payments from 2000 to 2012. The court rejected this claim, holding that the lower court's explicit statement to consider all documents submitted by the parties was sufficient proof that all evidence was evaluated, even if some received less detailed attention.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The omission of evidence in an appeal is established only if the lower court failed to consider specific documents, but a general declaration to consider all submitted evidence satisfies the requirement of evaluating all proof.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility evidence evaluation omission of proof lower court review labor dispute salary evidence judicial reasoning

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 22, 3, 7, 8, 9, 10, 11 of the Constitution
Law 1876/1990
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 945 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 945/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΡΕΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΑΥΤΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ" με το διακριτικό τίτλο ΛΑ.ΚΡΕ.Α.Ε., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Βατώντα Ευβοίας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Στρίμπερη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Τάρτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 61/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 233/2017 μη οριστική και 56/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17.6.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 56/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 23.5.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 154/4.6.2014) εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΡΕΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΑΥΤΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ" και το διακριτικό τίτλο "ΛΑ.ΚΡΕ ΑΕ" και ήδη αναιρεσείουσας και κατά της εκδοθείσας υπ' αριθμ. 61/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 2.10.2012 και με αριθμό κατάθεσης 118/4.10.2012 αγωγή και αφού έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, μετά την εξαφάνιση της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη η αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 § 2 του Συντάγματος και 3 § 1, 7, 8 § 2, 9 § 1, 10 § 2 και 11 § 2 ν. 1876/1990 συνάγεται ότι (α) κατά την σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, άρθ. 16 ν. 1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 446/2015, ΑΠ 127/2012) και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 56/2012), ενώ για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζομένη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από τον χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 §§ 4 και 5 ν.1876/1990, που ορίζουν αντίστοιχα ότι "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας" συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ, η εν λόγω όμως εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών ως κανονιστικών ή ενοχικών δεν επεκτείνεται επί συμβάσεων εργασίας στις οποίες ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 493/2019).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι η καθιερουμένη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 § 3 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθ. 9 § 4 του ως άνω νόμου.

Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής ΠΥΣ), η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012 και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 § 6 του ν. 4046/2012 ''Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας'' και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (Ολ ΣΤΕ 2307/2014) ορίσθηκε ότι ''Οι διατάξεις των παραγράφων 1,4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν''.

Στις εν λόγω καταργηθείσες διατάξεις ορίζονταν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 ότι ''Οι ΣΣΕ συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε ΣΣΕ που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος''. Στην παρ. 4 ότι ''Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8''.

Και στην παρ. 5 ότι ''Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας''. Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28.02.2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη".

Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν [την] 14.2.2013". Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/ 1990".

Και στην παρ. 4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία [της]. Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28.02.2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα κατά τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 1066/2019, ΑΠ 1335/2018, ΑΠ 876/2018).

Εξάλλου (1) με την ΥΑ 13257/2006 (ΦΕΚ Β' 1785) κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25.9.2006 η από 7.9.2006 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΚΣΣΕ) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας ετών 2006-2007", (2) με την ΥΑ 69041/3230/2008 (ΦΕΚ Β' 2137) κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5.8.2008 η από 30.7.2008 παρόμοια ΕΚΣΣΕ, η οποία άρχισε την 1.1.2008 και έχουσα διετή διάρκεια ίσχυε μέχρι 31.12.2009 (άρθρο 13 αυτής)και (3) η από 4.3.2011 αντίστοιχη ΕΚΣΣΕ άρχισε να ισχύει από 1.1.2010 (άρθρο 6 αυτής), δεν κηρύχθηκε, όμως, υποχρεωτική.

Οι ως άνω ΕΚΣΣΕ ορίζουν ταυτόσημα στο άρθρο 1 αυτών ότι αφορούν εργαζομένους που απασχολούνται στις ακόλουθες εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας και ειδικότερα σε (α) εμπορικά καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης, (β) σούπερ μάρκετς και καταστήματα τροφίμων, (γ) καταστήματα ζαχαροπλαστείων και συναφών με τα ζαχαροπλαστεία εμπορικών δραστηριοτήτων κλπ.

και έχουν τις ιδιότητες των πωλητών κλπ. (ΑΠ 43/2017). Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας, δηλαδή απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανώτατης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, νόμιμης ή παράνομης, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια απασχόληση του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.

Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970, αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (ΑΠ 732/2018, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 534/2014).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1.10.2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15.7.2010), ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και πέραν των 48 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε εξαήμερη βάση. Ο νόμιμος χρόνος ημερήσιας απασχόλησης και μετά τη νέα ρύθμιση, παραμένει η κύρια βάση του υπολογισμού των υπερωριών, αφού στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο (8ωρο για εξαήμερη και 9ωρο για πενθήμερη απασχόληση) διατηρούνται σε ισχύ.

Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου. Το ύψος της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση προσδιορίσθηκε αρχικά, με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2874/2000, στο 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου και, στη συνέχεια, καθορίσθηκε η αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρο 1 ν. 3385/2005).

Με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.7.2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως: α) για τις ώρες της υπερεργασίας (από την 41η έως και την 45η ώρα κάθε εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1582/2018, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 1109/2017).

Για τον προσδιορισμό της αμοιβής του εργαζομένου, σε περίπτωση παροχής από αυτόν υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας, θα πρέπει να εξευρεθεί το ωρομίσθιο. Για την εξεύρεση του ωρομισθίου ακολουθείται η μέθοδος που καθορίζει η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., της 26.2.1975 (άρθρο 5). Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, το ωρομίσθιο, μετά την καθιέρωση, με τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., των 40 ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης, υπολογίζεται ως εξής:

α) Για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό διαιρούμε τις εβδομαδιαίες αποδοχές, δηλαδή τα 6/25 του μηνιαίου μισθού, συμφωνημένου ή νομίμου με το 40, που είναι ο αριθμός των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας. Απλούστερα, το ωρομίσθιο μπορεί να βρεθεί πολλαπλασιάζοντας το μηνιαίο μισθό με το συντελεστή 0,006. Ο συντελεστής αυτός είναι το πηλίκο της διαίρεσης του 6/25 με το 40.

Για όσους εργαζόμενους ισχύει και εφαρμόζεται εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των 40 ωρών, ο διαιρέτης ορίζεται ίσος προς τον αριθμό των λιγότερων αυτών ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, β) Για τους εργαζόμενους που αμείβονται με ημερομίσθιο, πολλαπλασιάζουμε το ημερομίσθιο με τον αριθμό των εργασίμων ημερών της εβδομάδας που είναι 6, και στη συνέχεια το διαιρούμε με το 40.

Μπορεί δε, να βρεθεί απλούστερα, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο με τον αριθμό 0,15, που είναι ο συντελεστής αναγωγής του ημερομισθίου σε ωρομίσθιο για 40 ώρες απασχόλησης. Εάν η εβδομαδιαία απασχόληση είναι μικρότερη των 40 ωρών, ισχύει ότι και για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό. Ο τρόπος αυτός υπολογισμού του ωρομισθίου ισχύει τόσο για τους μισθωτούς με απασχόληση 6 ημερών των εβδομάδα όσο και για εκείνους για τους οποίους εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας.

Περαιτέρω, η συμβατική παραίτηση του μισθωτού από τις πέραν των ελαχίστων νόμιμων αποδοχών συμβατικές αποδοχές ή από αξίωση αποζημίωσης λόγω υπερημερίας ή αδυναμίας του εργοδότη ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, υπό την επιφύλαξη πάντοτε ότι δεν θίγονται οι ελάχιστες νόμιμες αποδοχές και ότι η παραίτηση δεν αντίκειται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, είναι σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 454 του ΑΚ έγκυρη και δεν προσκρούει, καθ' εαυτή, στις διατάξεις των άρθρων 679, 174, 178, 179 και 150 του ίδιου Κώδικα. (Α.Π. 1569/2017, ΑΠ 1159/1999 ).

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 3, 174 και 679 Α.Κ., 8 του ν. 2112/20, 11 παρ. 1 του ν. 547/37, 4 του α.ν. 1843/39, 5 παρ. 1 του ν. 4 539/45, 14 του ν. 551/14 και 8 του ν. 4020/59, η συμφωνία περί παραιτήσεως του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του, είναι άκυρη είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας είτε μετά από αυτή.

Αντίθετα, η απαγόρευση και η ακυρότητα δεν αφορούν στον υπέρ τα νόμιμα όρια συμβατικό μισθό και στις απαιτήσεις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Μορφή παραιτήσεως από το μισθό αποτελεί και ο κατά το άρθρο 871 του ΑΚ συμβιβασμός του μισθωτού με τον εργοδότη ως προς μισθολογικές αξιώσεις, ο οποίος είναι μεν άκυρος όσον αφορά τις παραπάνω αξιώσεις, ως προς τις οποίες απαγορεύεται η παραίτηση, είναι όμως έγκυρος, όταν ως προς τις πραγματικές ή νομικές προϋποθέσεις των εν λόγω αξιώσεων του μισθωτού επικρατεί σοβαρή αμφιβολία και σε κάθε περίπτωση, ως προς αυτές, για τις οποίες επιτρέπεται η παραίτηση (ΑΠ.876/2020, ΑΠ 942/2020, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 234/2018, ΑΠ 493/2016).

Κατά γενική δε αρχή του εργατικού δικαίου, που συνάγεται από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και άρα είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, η παραίτηση του εργαζομένου, έστω και με τη μορφή της άφεσης χρέους κατ' άρθρο 454 του Α.Κ., από το δικαίωμα λήψης των κατά νόμο ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημοσίας τάξης (ΑΠ 1569/2017, ΑΠ 1035/2012, ΑΠ 1554/2011, ΑΠ 495/2006).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:

Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία είναι ανώνυμη εμπορική εταιρεία, που έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της την εμπορία, εισαγωγή και εξαγωγή κρέατος και παραγώγων αυτού και την εμπορία τροφίμων και ειδών σούπερ μάρκετ, την 1.6.1999, κατάρτισε με τον ενάγοντα έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ, κατά τους όρους της οποίας ο ενάγων θα εργαζόταν ως οδηγός στην επιχείρησή της, που εδρεύει στο Βατώντα Εύβοιας.

Ότι στη συνέχεια, την 1.10.2001, η εναγομένη κατήρτισε δια του νομίμου εκπροσώπου της με τον ενάγοντα έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία ανήγγειλε εμπρόθεσμα στον ΟΑΕΔ, κατά τους όρους της οποίας ο ενάγων θα εργαζόταν ως υπάλληλος και δη υπεύθυνος γραμμής παραγωγής στην ως άνω επιχείρησή της με πενθήμερη εργασία και σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαία.

ήτοι από ώρα 07.30 έως ώρα 15.30 ημερησίως. Εξάλλου, ο μισθός του συμφωνήθηκε για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 30.4.2007 στο ποσό των 1.200 ευρώ μικτά, για το χρονικό διάστημα από 1.5.2007 έως και 31.5.2008 στο ποσό των 1.350 ευρώ μικτά και για το χρονικό διάστημα από 1.6.2008 και εφεξής στο ποσό των 1.480 ευρώ μικτά. Ότι οι ανωτέρω συμφωνηθείσες αποδοχές του ήταν υπέρτερες των νομίμων μηνιαίων αποδοχών που, ως υπάλληλος της εναγομένης εμπορικής επιχείρησης, η οποία έχει το προεκτεθέν πολύπλευρο αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας και πραγματοποιεί πωλήσεις χονδρικής και λιανικής, δικαιούνταν για πενθήμερη εργασία επί οκτάωρο ημερησίως και οι οποίες, για υπάλληλο γραφείου όπως ο ενάγων με καθήκοντα υπεύθυνου γραμμής παραγωγής που εξειδικεύονται παρακάτω, διαμορφώνονται κατά το επίδικο χρονικό διάστημα με βάση τα έτη προϋπηρεσίας του στην εναγομένη (κύμανση από 8 έως 13 έτη), για το διάστημα από 1.1.2007 έως 31.8.2007 σε 870,77 ευρώ, από 1.9.2007 έως 31.12.2007 σε 896,89 ευρώ, από 1.1.2008 έως 4.8.2008 σε 896,89 ευρώ σύμφωνα με την από 7.9.2006 ΣΣΕ (Π.Κ.

Υπ. Απασχ. 117/25.9.2006) που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25.9.2006 με την ΥΑ 13257/13.11.2006 (ΦΕΚ Β' 1785/7.12.2006), από 5.8.2008 έως 31.8.2008 σε 928,28 ευρώ, από 1.9.2008 έως 31.12.2008 σε 960,77 ευρώ, από 1.1.2009 έως 31.8.2009 σε 979,99 ευρώ, από 1.9.2009 έως 1.6.2011 σε 1.036,79 ευρώ και από 2.6.2011 έως 25.2.2012 σε 1.041,13 ευρώ, σύμφωνα με την από 30.7.2008 ΣΣΕ (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 103/5.8.2008), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5.8.2008 με την ΥΑ 69041/3230/6.10.2008 (ΦΕΚ Β' 2137/15.10.2008), η οποία, κατ' εφαρμογή του Ν. 4046/2012 και της υπ' αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ., έως τις 25.2.2012 (χρονικό σημείο μέχρι το οποίο αφορούν οι ένδικες αξιώσεις), συνέχισε να μετενεργεί στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, ως προς τους κανονιστικούς όρους της που αφορούν το βασικό μισθό και όσα από τα συγκεκριμένα τέσσερα επιδόματα, που αναφέρονται στα προαναφερόμενα νομοθετήματα (ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας), προβλέπονταν στη συλλογική ρύθμιση, η δε από 4.3.2011 ΣΣΕ (Π.Κ.

Υπ. Εργασίας 14/17.3.2011), η οποία ισχύει από 1.1.2010, δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική και δεν δεσμεύει τους διαδίκους, καθόσον ούτε ο ενάγων, ούτε η εναγομένη αποδείχθηκε ότι είναι μέλη των συμβαλλομένων σε αυτές συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών, αντίστοιχα, ούτε άλλωστε επικαλείται κάτι τέτοιο ο ενάγων, ενώ επίσης ο ενάγων δεν επικαλείται, αλλά ούτε και αποδεικνύεται ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να έχουν συμβατική ισχύ και εφαρμογή στην επίμαχη σύμβαση εργασίας του οι κάθε φορά ισχύουσες ΣΣΕ των εμπορικών επιχειρήσεων.

Σημειωτέον ότι στο νόμιμο μισθό του ενάγοντος δεν συνυπολογίζονται επίδομα γάμου και επίδομα τέκνου διότι ούτε ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι γνωστοποίησε στην εναγομένη το γάμο του και τη γέννηση του τέκνου του ή ότι η εναγομένη γνώριζε περί αυτών ούτε αποδεικνύεται τούτο και μάλιστα, όσον αφορά το επίδομα τέκνου, ο ενάγων στην αγωγή του δεν το συνυπολογίζει κατά τον προσδιορισμό των νόμιμων αποδοχών του.

Ότι δεν συνυπολογίζονται στο νόμιμο μισθό του αφενός επίδομα διαχειριστικών λαθών, διότι ούτε ο ενάγων ισχυρίζεται ούτε προκύπτει ότι ενεργούσε πληρωμές και εισπράξεις, αφετέρου επίδομα για την επικαλούμενη με την αγωγή του τριετή προϋπηρεσία του σε άλλον εργοδότη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα γνωστοποίηση τέτοιας προϋπηρεσίας του προς την εναγομένη, με την προσκόμιση βεβαίωσης του προηγούμενου εργοδότη του ή ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ΙΚΑ ή και με οποιονδήποτε άλλον τρόπο Ότι κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα ο ενάγων είχε λάβει άδεια και δεν εργάσθηκε στην εναγομένη και ειδικότερα:

Α) το έτος 2007 α) από 20-2-2007 έως 23-2-2007, β) από 20-8-2007 έως 31-8-2007, γ) από 10-12-2007 έως 19-12-2007, Β) το έτος 2008 α) από 5-9-2008 έως 19-9-2008, β) στις 27-10-2008, γ) στις 13-11-2008, δ)από15-12-2008 έως 29-12-2008, Γ) το έτος 2009 α) στις 14-4-2009, β) από 13-9-2009 έως 25-9-2009, γ) από 21-12-2009 έως 31-12-2009, Δ) το έτος 2010 α) από 4-3-2010 έως 5-3-2010, β)στις 28-7-2010, γ) από 27-9-2010 έως 30-9-2010, δ) από 1-10-2010 έως 8-10-2010 και ε) από 9-12-2010 έως 24-12-2010, Ε) κατά το έτος 2011 α) από 14-2-2011 έως 18-2-2011, β) από 6-6-2011 έως 10-6-2011, γ) από 5-9-2011 έως 15-9-2011, δ) από 6-11-2011 έως 8-11-2011 και ε) από 28-11-2011 έως 30-11-2011 και ΣΤ) το έτος 2012 από 23-1-2012 έως 27-1-2012.

Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων πραγματοποίησε υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρίες, δεδομένου ότι για την τελευταία αυτή απασχόλησή του δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία και δη δεν είχε λάβει χώρα εκ μέρους της εναγομένης έγγραφη αναγγελία των υπερωριών αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας και δεν είχε τηρηθεί το προβλεπόμενο από το νόμο ειδικό βιβλίο υπερωριών υπό τύπον ημερολογίου, θεωρημένο από την Επιθεώρηση Εργασίας πριν από κάθε χρησιμοποίησή του (άρθ. 3 παρ.1 ΝΔ 515/1070) και νυκτερινή απασχόληση και ειδικότερα, εκτός από τα διαστήματα αδειών και τις ημέρες επίσημων αργιών που αναφέρονται παρακάτω.

Α) όσον αφορά την περίοδο από 1 Ιουνίου έως 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, εργάσθηκε από Δευτέρα έως και Παρασκευή, επί πενήντα οκτώ ώρες εβδομαδιαία συνολικά, δηλαδή δεκαοκτώ (18) ώρες εβδομαδιαία πλέον του συμβατικού και του νομίμου ωραρίου του, πραγματοποιώντας με τον τρόπο αυτό πέντε (5) ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης ανά εβδομάδα (από 41η έως και 45η ώρα), τρεις (3) ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριών κάθε μία από τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη και Παρασκευή και δύο (2) ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριών κάθε μία από τις ημέρες Τετάρτη και Πέμπτη και συνολικά δεκατρείς (13) ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριών εβδομαδιαία, καθώς και νυκτερινή απασχόληση εννέα (9) ωρών εβδομαδιαία, Β) όσον αφορά την περίοδο από 1 Οκτωβρίου έως 31 Μαΐου κάθε έτους, εργάσθηκε από Δευτέρα έως και Παρασκευή, επί πενήντα (50) ώρες εβδομαδιαία συνολικά, δηλαδή δέκα (10) ώρες εβδομαδιαία πλέον του συμβατικού και του νομίμου ωραρίου του, πραγματοποιώντας με τον τρόπο αυτό πέντε (5) ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης ανά εβδομάδα (από 41η έως και 45η ώρα), μία (1) ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας κάθε μία από τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή και συνολικά πέντε (5) ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριών εβδομαδιαία καθώς και νυκτερινή απασχόληση έξι (6) ωρών εβδομαδιαία.

Ότι με βάση τα ανωτέρω, οι εντός των πέντε εργασίμων ημερών ώρες απασχόλησής του, που υπερβαίνουν το εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών, θα αμειφθούν με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο για μεν το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 14.7.2010 κατά ποσοστό 25% σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3385/2005, για δε το χρονικό διάστημα από 15.7.2010 έως 25.2.2012 κατά ποσοστό 20%, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3385/2005 και στη συνέχεια με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010 (έναρξη ισχύος από 15.7.2010), ενώ οι υπόλοιπες πέραν των 45 ωρών, που συνιστούν κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, αφού πραγματοποιήθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις θα αμειφθούν, για μεν το διάστημα από 1.1.2007 έως 14.7.2010 με αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3385/2005, για δε το διάστημα από 15.7.2010 έως 25.2.2012 με αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80%, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3385/2005 και στη συνέχεια με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010.

Ότι κατά συνέπεια ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 25.2.2012, αφαιρουμένων των πιο κάτω διαστημάτων αδείας και επίσημων αργιών, έχει αξιώσεις για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, νυκτερινή εργασία και εργασία 6 Σαββάτων για καθένα από τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011, για τις οποίες η εναγομένη του οφείλει τα αναλογούντα ποσά, που δεν του έχει καταβάλει και ειδικότερα:

Α) Για υπερεργασία: α) το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 30.4.2007, ο ενάγων πραγματοποίησε 75 ώρες υπερεργασίας, ήτοι 3 μήνες x 20 ώρες μηνιαία + 15 ώρες το Φεβρουάριο (άδεια από Τρίτη 20.2.2007 έως Παρασκευή 23.2.2007) = 75 ώρες και δικαιούται το ποσό των 675 ευρώ (1.200 ευρώ: 25 x 6/40 = 7,2 ευρώ ωρομίσθιο + 1,8 προσαύξηση ωρομισθίου 25% = 9 ευρώ x 75 ώρες), β) το χρονικό διάστημα από 1.5.2007 έως 31.5.2008, ο ενάγων πραγματοποίησε 240 ώρες υπερεργασίας, ήτοι 11 μήνες x 20 ώρες μηνιαία + 10 ώρες τον Αύγουστο 2007 (άδεια από Δευτέρα 20.8.2007 έως Παρασκευή 31.8.2007) + 10 ώρες τον Δεκέμβριο 2007 (άδεια από Δευτέρα 10.12.2007 έως Τετάρτη 19.12.2007) = 240 ώρες και δικαιούται το ποσό των 2.430 ευρώ (1.350 ευρώ: 25 x 6/40 = 8, 1 ευρώ ωρομίσθιο + 2,025 προσαύξηση ωρομισθίου 25% = 10,125 ευρώ x 240 ώρες), γ) το χρονικό διάστημα από 1.6.2008 έως 30.6.2010, ο ενάγων πραγματοποίησε 460 ώρες υπερεργασίας, ήτοι 21 μήνες x 20 ώρες μηνιαία + 10 ώρες το Σεπτέμβριο 2008 (άδεια από Παρασκευή 5.9.2008 έως Παρασκευή 19.9.2008) + 10 ώρες τον Δεκέμβριο 2008 (άδεια από Δευτέρα 15.12.2008 έως Δευτέρα 29.12.2008) + 10 ώρες το Σεπτέμβριο 2009 (άδεια από Κυριακή 13.9.2009 έως Παρασκευή 25.9.2009) + 10 ώρες τον Δεκέμβριο 2009 (άδεια από Δευτέρα 21.12.2009 έως Πέμπτη 31.12.2009) και δικαιούται το ποσό των 5.106 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 2,22 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 25% = 11, 10 ευρώ x 460 ώρες), πλην όμως ο ενάγων με την αγωγή του, όσον αφορά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 1.6.2008 έως 30.6.2010, ζητεί ως αμοιβή για υπερεργασία μόνο το ποσό των 2.886 ευρώ (13 μήνες x 20 ώρες μηνιαία x 11, 1 ευρώ ανά ώρα) και ως εκ τούτου, για το εν λόγω διάστημα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό από το ως άνω αιτούμενο (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και δ) το χρονικό διάστημα από 1.7.2010 έως 25.2.2012 ο ενάγων πραγματοποίησε 355 ώρες υπερεργασία, ήτοι 13 μήνες x 20 ώρες μηνιαία + 15 ώρες το Σεπτέμβριο 2010 (άδεια από Δευτέρα 27.9.2010 έως Πέμπτη 30.9.2010) + 15 ώρες τον Οκτώβριο 2010 (άδεια από Παρασκευή 1.10.2010 έως Παρασκευή 8.10.2010) + 10 ώρες τον Δεκέμβριο 2010 (άδεια από Πέμπτη 9.12.2010 έως Παρασκευή 24.12.2010) + 15 ώρες το Φεβρουάριο 2011 (άδεια από Δευτέρα 14.2.2011 έως Παρασκευή 18.2.2011) + 15 ώρες τον Ιούνιο 2011 (άδεια από Δευτέρα 6.6.2011 έως Παρασκευή 10.6.2011) + 10 ώρες το Σεπτέμβριο 2011 (άδεια Δευτέρα 5.9.2011 έως Πέμπτη 15.9.2011) + 15 ώρες τον Ιανουάριο 2012 (άδεια από Δευτέρα 23.1.2012 έως Παρασκευή 27.1.2012) και δικαιούται το ποσό των 3.784,3 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 1,78 προσαύξηση ωρομισθίου 20% = 10,66 ευρώ x 355 ώρες), συνολικά δε για υπερεργασιακή απασχόληση του επίδικου χρονικού διαστήματος δικαιούται το ποσό των 9.775,3 ευρώ (675 ευρώ + 2.430 ευρώ + 2.886 ευρώ + 3.784,3 ευρώ).

Ότι, περαιτέρω, για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή του ο ενάγων δικαιούται : α) το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 30.4.2007, ο ενάγων εργάσθηκε 74 ώρες υπερωριακά, ήτοι 19 ώρες τον Ιανουάριο (αργία Δευτέρα 1/1) + 16 ώρες το Φεβρουάριο (άδεια από Τρίτη 20.2.2007 έως Παρασκευή 23.2.2007) + 20 ώρες το Μάρτιο + 19 ώρες τον Απρίλιο (αργία 9.4.2007- Δεύτερη ημέρα Πάσχα) και δικαιούται το ποσό των 1.065,6 ευρώ (1.200 ευρώ: 25 x 6/40 = 7,2 ευρώ ωρομίσθιο + 7,2 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 100% = 14,4 ευρώ x 74 ώρες), β) το χρονικό διάστημα από 1.5.2007 έως 30.9.2007, εργάσθηκε 232 ώρες υπερωριακά, ήτοι 52 ώρες μηνιαία x 3 μήνες (Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο) + 24 ώρες τον Αύγουστο (άδεια από Δευτέρα 20.8.2007 έως Παρασκευή 24.8.2007 και από Δευτέρα 27.8.2007 έως Παρασκευή 31.8.2007 και αργία 15ης Αυγούστου ημέρα Τετάρτη) + 52 ώρες το Σεπτέμβριο, και δικαιούται το ποσό των 3.758,4 ευρώ (1.350 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,1 ευρώ ωρομίσθιο + 8,1 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 100% = 16,2 ευρώ x 232 ώρες), γ) το χρονικό διάστημα από 1.10.2007 έως 31.5.2008 κατ' εξαίρεση εργάσθηκε 148 ώρες υπερωριακά, ήτοι 20 ώρες μηνιαία x 2 μήνες (Οκτώβριο Νοέμβριο 2007) + 11 ώρες τον Δεκέμβριο 2007 (άδεια από Δευτέρα 10.12.2007 έως Παρασκευή 14.12.2007 και από Δευτέρα 17.12.2007 έως Τετάρτη 19.12.2007 και αργία 25η Δεκεμβρίου ημέρα Τρίτη) + 19 ώρες τον Ιανουάριο 2008 (αργία 1/1 ημέρα Τρίτη) + 20 ώρες το Φεβρουάριο 2008 + 19 ώρες το Μάρτιο (αργία 25/3 ημέρα Τρίτη) + 19 ώρες τον Απρίλιο 2008 (αργία 28/4 Δεύτερη ημέρα του Πάσχα) + 20 ώρες το Μάιο 2008 και δικαιούται το ποσό των 2.397,6 ευρώ (1.350 ευρώ : 25 x 6/40 = 8,1 ευρώ ωρομίσθιο + 8,1 προσαύξηση ωρομισθίου 100% = 16,2 ευρώ x 148 ώρες), δ) το χρονικό διάστημα από 1.6.2008 έως 30.9.2008 εργάσθηκε 176 ώρες υπερωριακά, ήτοι 52 ώρες μηνιαία x 2 μήνες (Ιούνιο, Ιούλιο) + 49 ώρες τον Αύγουστο (αργία 15η Αυγούστου, ημέρα Παρασκευή) + 23 ώρες το Σεπτέμβριο 2008 (άδεια την Παρασκευή 5.9.2008 και επίσης από Δευτέρα 8.9.2008 έως Παρασκευή 12.9.2008 καθώς και από Δευτέρα 15.9.2008 έως Παρασκευή 19.9.2008) και δικαιούται το ποσό των 3.125,76 ευρώ (1.480 ευρώ : 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 8,88 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 100% = 17,76 ευρώ x 176 ώρες), ε) το χρονικό διάστημα από 1.10.2008 έως 31.5.2009 εργάσθηκε 144 ώρες υπερωριακά, ήτοι 19 ώρες τον Οκτώβριο 2008 (άδεια στις 27.10.2008 ημέρα Δευτέρα) + 19 ώρες το Νοέμβριο 2008 (άδεια στις 13.11.2008 ημέρα Πέμπτη) + 10 ώρες τον Δεκέμβριο 2008 (άδεια από Δευτέρα 15.12.2008 έως Παρασκευή 19.12.2008, από Δευτέρα 22.12.2008 έως Τετάρτη 24.12.2008, αργία 25ης Δεκεμβρίου 2008 ημέρα Πέμπτη και άδεια 26.12.2008 ημέρα Παρασκευή) + 19 ώρες τον Ιανουάριο 2009 (αργία 1/1 ημέρα Πέμπτη) + 20 ώρες το Φεβρουάριο 2009 + 19 ώρες το Μάρτιο (αργία 25ης Μαρτίου 2009, ημέρα Τετάρτη) + 18 ώρες τον Απρίλιο 2009 (άδεια στις 14.4.2009 ημέρα Τρίτη και αργία 20η Απριλίου 2009, που ήταν η Δεύτερη ημέρα του Πάσχα) + 20 ώρες το Μάιο 2009 και δικαιούται το ποσό των 2.557,44 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 8,88 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 100% = 17,76 ευρώ x 144 ώρες), στ) το χρονικό διάστημα από 1.6.2009 έως 30.9.2009 εργάσθηκε 182 ώρες υπερωριακά, ήτοι 52 ώρες μηνιαία x 3 μήνες (Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο) + 26 ώρες το Σεπτέμβριο (άδεια από Δευτέρα 14.9.2009 έως Παρασκευή 18.9.2009 και από Δευτέρα 21.9.2009 έως Παρασκευή 25.9.2009) και δικαιούται το ποσό των 3.232,32 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 8,88 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 100% = 17,76 ευρώ x 182 ώρες), ζ) το χρονικό διάστημα από 1.10.2009 έως 31.5.2010 εργάσθηκε 147 ώρες υπερωριακά, ήτοι 20 ώρες μηνιαία x 2 μήνες (Οκτώβριο, Νοέμβριο 2009) + 11 ώρες τον Δεκέμβριο 2009 (άδεια από Δευτέρα 21.12.2009 έως Πέμπτη 24.12.2009, αργία 25η Δεκεμβρίου ημέρα Παρασκευή και άδεια από Δευτέρα 28.12.2009 έως Πέμπτη 31.12.2009) + 19 ώρες τον Ιανουάριο 2010 (αργία 1/1 ημέρα Παρασκευή) + 20 ώρες το Φεβρουάριο 2010 + 18 ώρες το Μάρτιο 2010 (άδεια από Πέμπτη 4.3.2010 έως Παρασκευή 5.3.2010) + 19 ώρες τον Απρίλιο 2010 (αργία 5 Απριλίου, Δεύτερη ημέρα Πάσχα) + 20 ώρες το Μάιο 2010, και δικαιούται το ποσό των 2.610,72 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 8,88 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 100% = 17,76 ευρώ x 147 ώρες), η) το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως 30.9.2010 εργάσθηκε 196 ώρες υπερωριακά, ήτοι 52 ώρες τον Ιούνιο 2010 + 50 ώρες τον Ιούλιο (άδεια στις 28.7.2010 ημέρα Τετάρτη) + 52 ώρες τον Αύγουστο + 42 ώρες το Σεπτέμβριο (άδεια από Δευτέρα 27.9.2010 έως Πέμπτη 30.9.2010) και δικαιούται το ποσό των 3.132,08 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 7,1 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 80% = 15,98 ευρώ x 196 ώρες), σημειουμένου ότι ο ενάγων για όλο το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως 30:9.2010 υπολογίζει με την αγωγή την προσαύξηση του ωρομισθίου υπερωρίας σε ποσοστό 80%, θ) το χρονικό διάστημα από 1.10.2010 έως 31.5.2011 εργάσθηκε 136 ώρες υπερωριακά, ήτοι 15 ώρες τον Οκτώβριο 2010 (άδεια από Δευτέρα 4.10.2010 έως Παρασκευή 8.10.2010) + 20 ώρες το Νοέμβριο 2010 + 8 ώρες το Δεκέμβριο 2010 (άδεια Πέμπτη 9.12.2010, Παρασκευή 10.12.2010, από Δευτέρα 13.12.2010 έως Παρασκευή 17.12.2010 και από Δευτέρα 20.12.2010 έως Παρασκευή 24.12.2010) + 20 ώρες τον Ιανουάριο 2011 + 15 ώρες το Φεβρουάριο 2011 (άδεια από Δευτέρα 14.2.2011 έως Παρασκευή 18.2.2011) + 19 ώρες το Μάρτιο 2011 (αργία 25/3 ημέρα Παρασκευή) + 19 ώρες τον Απρίλιο 2011 (αργία 25 Απριλίου, Δεύτερη ημέρα Πάσχα) + 20 ώρες το Μάιο 2011 και δικαιούται το ποσό των 2.173,28 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 7,1 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 80% = 15,98 ευρώ x 136 ώρες), ι) το χρονικό διάστημα από 1.6.2011 έως 30.9.2011, εργάσθηκε 169 ώρες υπερωριακά, ήτοι 39 ώρες τον Ιούνιο 2011 (άδεια από Δευτέρα 6.6.2011 έως Παρασκευή 10.6.2011) + 52 ώρες τον Ιούλιο 2011 + 49 ώρες τον Αύγουστο 2011 (αργία 15ης Αυγούστου, ημέρα Δευτέρα) + 29 ώρες το Σεπτέμβριο 2011 (άδεια από Δευτέρα 5.9.2011 έως Παρασκευή 9.9.2011 και από Δευτέρα 12.9.2011 έως Πέμπτη 15.9.2011) και δικαιούται το ποσό των 2.700,62 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 x 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο+ 7,1 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 80% = 15,98 ευρώ x 169 ώρες), ια) το χρονικό διάστημα από 1.10.2011 έως 25.2.2012, εργάσθηκε 88 ώρες υπερωριακά, ήτοι 20 ώρες τον Οκτώβριο 2011 + 15 ώρες το Νοέμβριο 2011 (άδεια στις 7.11.2011, ημέρα Δευτέρα, στις 8.11.2011, ημέρα Τρίτη, και από Δευτέρα 28.11.2011 έως Τετάρτη 30.11.2011) + 20 ώρες το Δεκέμβριο 2011 + 15 ώρες τον Ιανουάριο 2012 (άδεια από Δευτέρα 23.1.2012 έως Παρασκευή 27.1.2012) + 18 ώρες το Φεβρουάριο 2012) και δικαιούται το ποσό των 1.406,24 ευρώ (1.480 ευρώ: 25 Χ 6/40 = 8,88 ευρώ ωρομίσθιο + 7, 1 ευρώ προσαύξηση ωρομισθίου 80% = 15,98 ευρώ x 88 ώρες), και συνολικά δικαιούται για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση το ποσό των 28.160,06 ευρώ (1.065,6 + 3.758,4 + 2.397,6 + 3.125,76 + 2.557,44 + 3.232,32 + 2.610,72 + 3.132,08 + 2.173,28 + 2.700,62 + 1.406,24).

Ότι εξάλλου, όσον αφορά την εργασία του Σαββάτου, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη 6 μόνο Σάββατα κατ' έτος, για καθένα από τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011, επί οκτώ ώρες κάθε Σάββατο, από ώρα 07.30 έως ώρα 15.30 και για την εργασία αυτή κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας μέχρι και τις 10.5.2010, του οφείλεται το 1/25 του κατώτατου νομίμου μισθού του για κάθε ημέρα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεδομένου ότι κατά το αντίστοιχο ποσό η εργοδότριά του κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε υπό τις ίδιες συνθήκες στη θέση του ενάγοντος, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ειδικές περιστάσεις (προϋπηρεσία κλπ), ενώ από 11.5.2010 και εφεξής του οφείλεται εκ του νόμου πλέον το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% και ειδικότερα ο ενάγων δικαιούται, για την αιτία αυτή, α) για το έτος 2007, το ποσό των 211,06 ευρώ, ήτοι (870,77 ευρώ/25 = 34,83 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 4 Σάββατα = 139,32 ευρώ) + (896,89 ευρώ/25 = 35,87 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 2 Σάββατα = 71,74), β) για το έτος 2008 το ποσό των 220,34 ευρώ, ήτοι (896,89 ευρώ/25 = 35,87 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 4 Σάββατα = 143,48 ευρώ) + (960,77 ευρώ/25 = 38,43 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 2 Σάββατα = 76,86 ευρώ), γ) για το έτος 2009 το ποσό των 239,74 ευρώ, ήτοι (979,99 ευρώ/25 = 39,20 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 4 Σάββατα = 156,8 ευρώ) + (1.036,79 ευρώ/25 = 41,47 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 2 Σάββατα= 82,94 ευρώ, δ) για το έτος 2010 το ποσό των 390,78 ευρώ ,, ήτοι (1.036,79.

ευρώ/25 = 41,47 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 2 Σάββατα = 82,94 ευρώ) + (1.480 ευρώ/25 = 59,2 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 30% = 76,96 ευρώ x 4 Σάββατα = 307,84 ευρώ), και ε) για το έτος 2011 το ποσό των ευρώ 461,76, ήτοι (1.480 ευρώ/25 = 59,2 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 30% = 76,96 ευρώ x 6 Σάββατα = 461,76 ευρώ) και συνολικά για εργασία σε ημέρες Σαββάτου του επίδικου χρονικού διαστήματος δικαιούται το ποσό των 1.523,68 ευρώ (211,06 + 220,34 + 239,74 + 390,78 + 461,76).

Ότι ο ενάγων για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας, μη συνυπολογιζομένων των ημερών αδείας και των επίσημων αργιών που συμπίπτουν με ημέρες Δευτέρα, Τρίτη και Παρασκευή, δικαιούται τα παρακάτω ποσά και ειδικότερα: α) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 30.4.2007, το ποσό των 114,4 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 870,77 ευρώ νόμιμος μισθός: 25 = 34,83 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5,22 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,3 ευρώ x 88 ώρες νυκτερινής εργασίας = 114,4 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1.5.2007 έως 31.8.2007, το ποσό των 148,2 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 870,77 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 34,83 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5,22 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,3 ευρώ x 114 ώρες νυκτερινής εργασίας = 148,2 ευρώ, γ) για το χρονικό διάστημα από 1.9.2007 έως 30.9.2007, το ποσό των 48,24 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 896,89 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 35,87 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5,38 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,34 ευρώ x 36 ώρες νυκτερινής εργασίας = 48,24 ευρώ, δ) για το χρονικό διάστημα από 1.10.2007 έως 31.12.2007, το ποσό των 80,4 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 896,89 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 35,87 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6: 40 = 5,38 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,34 ευρώ x 60 ώρες νυκτερινής εργασίας = 80,4 ευρώ, ε) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.5.2008, το ποσό των 152,76 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 896,89 ευρώ νόμιμος μισθός: 25 = 35,87 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5,38 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,34 ευρώ x 114 ώρες νυκτερινής εργασίας = 152,76 ευρώ, στ) για το χρονικό διάστημα από 1.6.2008 έως 4.8.2008, το ποσό των 100,5 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 896,89 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 35,87 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5,38 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,34 ευρώ x 75 ώρες νυκτερινής εργασίας = 100,5 ευρώ, ζ) για το χρονικό διάστημα από 5.8.2008 έως 31.8.2008, το ποσό των 45,87 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 928,28 ευρώ νόμιμος μισθός: 25 = 37,13 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5,57 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,39 ευρώ x 33 ώρες νυκτερινής εργασίας= 45,87 ευρώ, η) για το χρονικό διάστημα από 1.9.2008 έως 31.12.2008 το ποσό των 105,12 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 960,77 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 38,43 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5, 76 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,44 ευρώ x 73 ώρες νυκτερινής εργασίας = 105, 12 ευρώ, θ) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.5.2009 το ποσό των 170,52 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 979,99 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 39,20 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5,88 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,47 ευρώ Χ 116 ώρες νυκτερινής εργασίας = 170,52 ευρώ, ι) για το χρονικό διάστημα από 1.6.2009 έως 31.8.2009 το ποσό των 158,76 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 979,99 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 39,20 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 5,88 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση= 1,47 ευρώ x 108 ώρες νυκτερινής εργασίας= 158,76 ευρώ, ια) για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως 31.12.2009, το ποσό των 124 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 36,7 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 41,47 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 6,22 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,55 ευρώ x 80 ώρες νυκτερινής εργασίας = 124 ευρώ, ιβ) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.5.2010, το ποσό των 176,7 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 1.036,79 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 41,47 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 6,22 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,55 ευρώ x 114 ώρες νυκτερινής εργασίας = 176, 7 ευρώ, ιγ) για το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως 30.9.2010, το ποσό των 213,9 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 1.036,79 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 41,47 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 6,22 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση= 1,55 ευρώ x 138 ώρες νυκτερινής εργασίας= 213,9 ευρώ, ιδ) για το χρονικό διάστημα από 1.10.2010 έως 31.12.2010, το ποσό των 80,6 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 1.036,79 ευρώ νόμιμος μισθός: 25 = 41,47 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 6,22 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,55 ευρώ x 52 ώρες νυκτερινής εργασίας= 80,6 ευρώ, ιε) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.5.2011, το ποσό των 170,5 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 1.036,79 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 41,47 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 6,22 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,55 ευρώ x 110 ώρες νυκτερινής εργασίας = 170,5 ευρώ, ιστ) για το χρονικό διάστημα από 1.6.2011 έως 30.9.2011, το ποσό των 177,84 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 1.041,13 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 41,64 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 6,25 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,56 ευρώ x 114 ώρες νυκτερινής εργασίας = 177, 84 ευρώ, ιζ) για το χρονικό διάστημα από 1.10.2011 έως 25.2.2012, το ποσό των 159,12 ευρώ, ήτοι αναλυτικά 1.041, 13 ευρώ νόμιμος μισθός : 25 = 41,64 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο x 6 : 40 = 6,25 ευρώ ωρομίσθιο x 25% προσαύξηση = 1,56 ευρώ x 102 ώρες νυκτερινής εργασίας = 159,12 ευρώ.

Συνολικά λοιπόν για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 2.227,43 ευρώ (114,4 + 148,2 + 48,24 + 80,4 + 152,76 + 100,5 + 45,87 + 105,12 + 170,52 + 158,76 + 124 + 176,7 + 213,9 + 80,6 + 170,5 + 177,84 + 159,12).

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι, ως προς τις αποδείξεις πληρωμής, που αφορούν μισθοδοσία του ενάγοντος και προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από την εναγομένη, λεκτέα τα ακόλουθα. Ότι ο ενάγων, με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παραδεκτά αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του επί των ως άνω αποδείξεων πληρωμής και επίσης την αμφισβητεί και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Πλην όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι ανωτέρω αποδείξεις πληρωμής φέρουν τη γνήσια υπογραφή του ενάγοντος και η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι υπογραφές που έχουν τεθεί στις εν λόγω αποδείξεις υπό την ένδειξη "υπογραφή εργαζόμενου", διαφέρουν μεταξύ τους, καθόσον και στα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την εναγομένη αντίγραφα φύλλων από το βιβλίο αδειών που τηρεί, οι υπογραφές του ενάγοντος, οι οποίες έχουν τεθεί πλησίον των ενδείξεων που αφορούν άδειές του, και η γνησιότητά τους δεν αμφισβητείται από αυτόν, είναι διαφορετικές μεταξύ τους.

Ότι όμως η ανεπιφύλακτη εκ μέρους του ενάγοντος υπογραφή των ως άνω αποδείξεων πληρωμής με την επ' αυτών μνεία ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί εκτός του καταβληθέντος, ακόμη και αν θεωρηθεί παραίτηση από τα νόμιμα δικαιώματά του, είναι χωρίς έννομη επιρροή, διότι, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα να λάβει τα κατά νόμο, τις Σ.Σ.Ε.

και άλλες κανονιστικές διατάξεις, ελάχιστα όρια των αποδοχών του, έστω και υπό τη μορφή της άφεσης χρέους (άρθρο 454 ΑΚ) καθώς και η παραίτηση, από άλλα δικαιώματά του, που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης. Επίσης, μόνη η ανεπιφύλακτη υπογραφή από τον ενάγοντα των πιο πάνω αποδείξεων πληρωμής με την πιο πάνω μνεία, δεν μπορούσε, ενόψει και της προαναφερόμενης ακυρότητας, να δημιουργήσει στην εναγομένη εδραία πεποίθηση ότι αυτός δεν θα κινηθεί δικαστικά σε βάρος της για διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων του, ώστε η ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης να συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς επιπτώσεις για την εναγομένη, στοιχεία τα οποία, άλλωστε, η εναγομένη δεν επικαλείται.

Ότι συνεπώς, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλε πρωτόδικα η εναγομένη και επαναφέρει με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς απόκρουση της έφεσης, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη. Ότι, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε, μεταξύ άλλων ότι η εναγομένη ανήκει στις εταιρίες επεξεργασίας και τυποποιήσεως κρέατος και όχι στις εμπορικές επιχειρήσεις ότι ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εργαζόταν στην εναγομένη επί πενθήμερο και για οκτώ ώρες ημερησίως από ώρα 07.30 έως ώρα 15.30 ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις παρέμενε οικειοθελώς λίγες ώρες πέραν του ωραρίου για να ολοκληρώσει παραγγελίες ή τύχαινε να βρίσκεται νωρίτερα στην εργασία του από τις 06.00 το πρωί, όχι με πρωτοβουλία της ενανομένης αλλά διότι η ώρα αυτή εξυπηρετούσε κάποιους μεταφορείς, οι οποίοι με φορτηγά αυτοκίνητα μετέφεραν κρέας στην εταιρία ότι μπορούσε αρκετές φορές να αποχωρεί νωρίτερα από την εργασία του όταν ολοκλήρωνε τις παραγγελίες ότι δεν εργάσθηκε ημέρα Σαββάτου, ότι κατείχε κλειδιά της επιχειρήσεως, αφενός για λόγους ασφάλειας αφετέρου για να αντιμετωπισθούν έκτακτες και εξαιρετικές καταστάσεις, με κάποιους μεταφορείς οι οποίοι κατέφθαναν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης νωρίτερα από την έναρξη του ωραρίου των εργαζομένων της, γεγονός που συνέβαινε σπάνια, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του, οι οποίοι πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκρινε ότι πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και Α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.227,43 ευρώ για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας, νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, Β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 9.775,3 ευρώ για υπερεργασία, β) το ποσό των 28.160,06 ευρώ για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και γ) το ποσό των 1.523,68 ευρώ για αμοιβή εργασίας σε ημέρες Σαββάτου, νομιμότοκα όλα τα ανωτέρω κονδύλια από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Mε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3, 174 και 679 ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945 και 8 παρ. 4 Ν. 4020/1959, ήτοι ότι το Εφετείο υπολόγισε τις αξιώσεις του ενάγοντος με βάση το καταβαλλόμενο συμβατικό ωρομίσθιο που ήταν ανώτερο του νομίμου.

Ειδικότερα, επικαλείται ότι ενώ οι προβλεπόμενες από τις Σ.Σ.Ε. νόμιμες αποδοχές του ανέρχονταν σε 870 ευρώ από 1.1.2007 έως 31.8.2007, σε 896,89 ευρώ από 1.9.2007 έως 4.8.2008, σε 928,28 ευρώ από 5.8.2008 έως 31.8.2008, σε 960,77 ευρώ από 1.9.2009 έως 1.6.2011 και σε 1041,13 ευρώ από 2.6.2011 έως 25.2.2012, το Εφετείο υπολόγισε τις αξιώσεις του ενάγοντος με βάση το καταβαλλόμενο συμβατικό ωρομίσθιο, το οποίο ήταν ανώτερο του νομίμου, καθόσον οι καταβαλλόμενες αποδοχές του ανήρχοντο:

από 1.1.2007 έως 30.4.2007 στο ποσό των 1200 ευρώ, από 1.5.2007 έως 31.5.2008 στο ποσό των 1350 ευρώ και από 1.6.2008 και εφεξής στο ποσό των 1480 ευρώ και έκρινε ότι η παραίτηση του ενάγοντος από το ποσό, κατά το οποίο το συμβατικό ωρομίσθιο υπερβαίνει το νόμιμο, είναι άκυρη με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις. Ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον οι αξιώσεις του ενάγοντος από την υπερεργασία και την κατ' εξαίρεση υπερωρία υπολογίστηκαν ορθά από το Εφετείο με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, οι δε λοιπές αξιώσεις του (νυχτερινή εργασία και εργασία έξι Σαββάτων) ορθά επίσης υπολογίστηκαν με το νόμιμο και προβλεπόμενο από τις άνω Σ.Σ.Ε.

ημερομίσθιο, η δε παραίτηση του αναιρεσιβλήτου, όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, να λάβει τα κατά νόμο, τις Σ.Σ.Ε. και άλλες κανονιστικές διατάξεις, ελάχιστα όρια των αποδοχών του, είναι άκυρη.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των ΕΚΣΣΕ που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις και εσφαλμένη μη εφαρμογή αυτών που αφορούν τους εργαζομένους στα καταστήματα πωλήσεως προϊόντων κρέατος κάθε είδους όλης της χώρας.

Ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον οι άνω ΕΚΣΣΕ και συγκεκριμένα: Η από 7.9.2006 ΕΚΣΣΕ κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25.9.2006 με την ΥΑ 13257/2006 (ΦΕΚ Β' 1785), η από 30.7.2008 ΕΚΣΣΕ, η οποία άρχισε την 1.1.2008, κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5.8.2008, με την ΥΑ 69041/3230/2008 (ΦΕΚ Β' 1785), και η από 4.3.2011 ΕΚΣΣΕ άρχισε να ισχύει από 1.1.2010, δεν κηρύχθηκε όμως υποχρεωτική, ορίζουν ταυτόσημα στο άρθρο 1 αυτών ότι αφορούν εργαζομένους που απασχολούνται στις ακόλουθες εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας και ειδικότερα σε α) εμπορικά καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης, β) σούπερ μάρκετς και καταστήματα τροφίμων γ) καταστήματα ζαχαροπλαστείων και συναφών με τα ζαχαροπλαστεία εμπορικών δραστηριοτήτων κλπ και έχουν τις ιδιότητες των πωλητών, γραμματέων, οδηγών Φορτηγών αυτοκινήτων κλπ., τις οποίες δραστηριότητες, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, είχε και η αναιρεσείουσα επιχείρηση και όχι της υπ' αριθμ. 113/22.8.2006 Σ.Σ.Ε.

Π.Σ., που διέπει τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα καταστήματα πωλήσεως προϊόντων κρέατος κάθε είδους, όλης της χώρας, στην οποία υπάγονται όλοι οι εργαζόμενοι, οι οποίοι είναι μέλη Πρωτοβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων που ανήκουν στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατοϋπαλλήλων Κρέατος Π.Ο.Ε.Κ. "Η ΕΝΩΣΙΣ" και απασχολούνται στα καταστήματα χονδρικής και λιανικής πωλήσεως κρέατος κάθε είδους, καθώς και σφαγμένων πουλερικών και κουνελιών όλης της Χώρας, που είναι μέλη της συμβαλλόμενης εργοδοτικής οργάνωσης.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο υπολόγισε το ωρομίσθιο του ενάγοντος για την προσαύξηση λόγω νυχτερινής εργασίας και την αποζημίωση για εργασία κατά τα Σάββατα με βάση τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο ΕΚΣΣΕ ''Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας''.

Όμως, για το χρονικό διάστημα από 31-12-2009 και εντεύθεν, που έληξε η διετής διάρκεια της από 30.7.2008 ΕΚΣΣΕ, η οποία είχε κηρυχθεί υποχρεωτική, ο υπολογισμός του ωρομισθίου για την εργασία κατά τα Σάββατα και για την προσαύξηση της νυχτερινής εργασίας δεν έπρεπε να γίνει βάσει της εν λόγω ΕΚΣΣΕ, εν όψει του ότι η επόμενη, από 4-3-2011, ΕΚΣΣΕ, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2010, δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική και δεν δέσμευε τους διαδίκους, αφού αυτοί δεν ήταν μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ της από 30-7-2008 ΕΚΣ.Σ.Ε., η οποία είχε λήξει πριν την ισχύ της υπ' αριθμ. 6/2012 ΠΥΣ, δεν παρατάθηκε η ισχύς της, διότι η εφαρμογή της ΠΥΣ αυτής προϋπέθετε τη μη παρεμβολή άλλης ΕΚΣΣΕ μεταξύ της προηγούμενης και της έναρξης ισχύος του ν. 4046/2012, του οποίου η ισχύς άρχισε την 14.2.2012, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, που παρεμβλήθηκε η μη κηρυχθείσα υποχρεωτική από 4-3-2011 αντίστοιχη ΕΚΣΣΕ.

Συνεπώς το Εφετείο, κατά την αναιρεσείουσα, παραβίασε με την εφαρμογή της τους κανονιστικούς όρους της από 30-7-2008 ΕΚΣΣΕ, αν και αυτοί δεν είχαν εφαρμογή και επιπλέον παραβίασε τους ίδιους κανονιστικούς όρους με την εσφαλμένη εφαρμογή τους για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008, που ορίστηκε ως χρόνος έναρξης της ισχύος της, μέχρι τις 5-8-2008, που άρχισε η υποχρεωτική εφαρμογή της, γιατί κατά το ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα η από 30-7-2008 ΕΚΣΣΕ δεν δέσμευε τους διαδίκους, που δεν ήταν μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων και δεν είχε ακόμη κηρυχθεί υποχρεωτική.

Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι εφόσον η από 4-3-2011 ΕΚΣΣΕ δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική και δεν δέσμευε τους διαδίκους, ορθώς το Εφετείο έκρινε ότι οι κανονιστικοί όροι της από 30-7-2008 ΕΚΣΣΕ καταλαμβάνουν την ένδικη σύμβαση εργασίας από τις 5-8-2008 μέχρι και τις 25-2-2012 . Μάλιστα αυτή ετύγχανε εφαρμογής και για το διάστημα από 14-2-2012 έως 25-2-2012, διότι κατ' εφαρμογή του ν. 4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012, ΣΣΕ που βρισκόταν σε ισχύ 24 μήνες πριν από τις 14-2-2012 συνέχιζε να μετενεργει στις σχέσεις των διαδίκων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση.

Ως προς το δεύτερο σκέλος, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1.8.2008 έως 4.8.2008, ορθά εφαρμόσθηκε η από 7.9.2006 ΕΚΣΣΕ, καθόσον οι κανονιστικοί όροι αυτής είχαν μεν λήξει, εξακολουθούσαν όμως να ισχύουν επί ένα εξάμηνο από τη λήξη της. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα όλες τις αποδείξεις πληρωμής των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος με ανάλυση αυτών για τα έτη 2000 έως και 2012, ήτοι μέχρι της οικειοθελούς αποχωρήσεώς του από την εργασία, δηλαδή και για τα έτη 2007-2012, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενες με την αγωγή του αξιώσεις.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όλα τα φερόμενα αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.6.2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ''ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΡΕΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΑΥΤΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΙΔΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ'' και το διακριτικό τίτλο "ΛΑ.ΚΡΕ ΑΕ" για αναίρεση της 56/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία καθώς και της αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, Αρετής Παπαδιά, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ