Legislator Giurisprudenza & Legislazione
945/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees calculation, ruling arguments were vague and unsupported by facts.

Numero d'incarto 945/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a dispute over lawyer fees. The appellant argued that the court failed to account for specific payments made to opposing counsel, but the court found these arguments vague and contradicted the established facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on vague allegations regarding the calculation of lawyer fees and unaccounted payments is inadmissible if the facts are already established and the arguments lack substantive legal merit.

Parole chiave

Generato dall'IA
Code of Civil Procedure lawyer fees calculation appeal admissibility legal costs vague arguments second instance court dismissed appeal diritti e obblighi precontrattuali

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) and 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 92(3) and (4) of the Lawyers Code (Law 3026/1954)
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 192(2) of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 945 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 945/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. χήρας Α., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μόνικα Φρώυντε, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Α. του Γ. και 2)Ε. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν οι ίδιες για τον εαυτό τους με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/3/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 6-3-2018 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η 70/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν εφέσεως των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 90/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με την άνω (90/2015) απόφασή του, αφού απέρριψε την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής ως αόριστη και την επικουρική βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη, ακολούθως αφού έκρινε νόμω βάσιμη την αγωγή ως προς την κυρία βάση της, την απέρριψε στην συνέχεια ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγουσες και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 70/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια και στην συνέχεια έγινε εν μέρει κατ'ουσίαν δεκτή κατά την κυρία βάση της η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει κοινώς και κατ'ισομοιρία στις ενάγουσες το ποσό των 61.681,72 ευρώ νομιμότοκα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

2. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 4 του κώδικα περί δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης" (παρ. 3). "Προκειμένου περί συμφωνίας καθ' ην εξαρτάται η αμοιβή εκ της εκβάσεως της δίκης αφορώσης μισθούς, ημερομίσθια, προσθέτους αμοιβάς δι' υπερωρίας, εργασίαν κατά τας Κυριακάς ή εορτάς, δώρα, αντίτιμον μη ληφθείσης αδείας, αποζημίωσιν δια καταγγελίαν της συμβάσεως και εν γένει πάσαν απαίτησιν αναγομένην εις την εργασιακήν σύμβασιν υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών, η περί ταύτης σύμβασις δέον να καταρτίζηται εγγράφως και να γνωστοποιήται εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον ούτινος μέλος είναι ο Δικηγόρος.

Η γνωστοποίησις δέον να γίνεται διά προσαγωγής αντιγράφου εις διπλούν του περί της συμβάσεως εγγράφου εις τα γραφεία του οικείου Συλλόγου, όστις δια του αρμοδίου υπαλλήλου βεβαιοί την προσαγωγήν δια πράξεως συντασσόμενης κάτωθι του ενός των αντιγράφων, όπερ και παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το έτερον των αντιγράφων παραμένει εις τα Αρχεία του Συλλόγου, και καταχωρείται εις ειδικόν βιβλίον.

Η προσαγωγή δέον να γίνεται εντός προθεσμίας είκοσιν ημερών από της καταρτίσεως της συμβάσεως. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης η σύμβασις θεωρείται εξ υπαρχής άκυρος" (παρ. 4). Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η έγγραφη κατάρτιση της συμβάσεως εργολαβίας μεταξύ του εργαζομένου και του δικηγόρου του για τη διεκδίκηση εργασιακών απαιτήσεων αφενός και η εμπρόθεσμη αναγγελία της στον οικείο δικηγορικό σύλλογο αφετέρου είναι συστατικοί τύποι που καθιερώθηκαν για λόγους κοινωνικοοικονομικούς, δηλαδή χάριν του κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερου εργαζομένου, γι' αυτό και ορίστηκε από τις διατάξεις αυτές ως κύρωση ότι η μη τήρησή τους επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως (άρθρα 158, 159 και 180 Α.Κ.) και μάλιστα αναδρομικώς (ex tunc).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β του ν. 1093/1980 η διάταξη της παρ. 4 του προαναφερθέντος άρθρου 92 του κώδικα περί δικηγόρων εφαρμόζεται και επί συμβάσεων εργολαβίας δίκης που αφορούν αποζημιώσεις από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις. Επομένως και για τις συμφωνίες αυτές απαιτείται η τήρηση των ανωτέρω αναφερομένων διατυπώσεων, διαφορετικά είναι άκυρες (Ολ.

Α.Π. 27/2008, ΑΠ 479/2017).Τέλος, κατά το άρθρο 92 παρ.1 του ν.δ 3026/1954, "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού, εν ουδεμιά, όμως, περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων". Σύμφωνα δε με το εδ. β` της τελευταίας αυτής διατάξεως, που είχε προστεθεί με την παρ.3 του άρθρου 5 του ν.δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980, "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος, ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ` ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση.

Αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα Δικηγόρων. Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρή και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 παρ.3, 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων).

Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και της μορφής υπό την οποία συνάπτεται (αφέσεως χρέους του άρθρου 454 ΑΚ ή άλλης συμφωνίας) και θεωρείται, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, ως μη γενομένη (ΑΠ 1338/2018, ΑΠ 957/2014, ΑΠ 1213/2013.

ΑΠ 439/2013). Για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής, που συμφωνήθηκε με τον εντολέα για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα, μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί της εντολής και του ύψους της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής με διενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων.

Δεν απαιτείται να αναφέρονται αναλυτικώς οι επιμέρους πράξεις του δικηγόρου, η επιτυχής έκβαση της δίκης και ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού τα δύο τελευταία στοιχεία απαιτούνται μόνο επί συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 1338/2018, ΑΠ 556/2009, ΑΠ 374/2007, ΑΠ 57/2005).

Εξ άλλου, το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο δικηγόρο και να αφαιρέσει από αυτόν την υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται.

Η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή την περί τούτου βούλησή του στον εντολοδόχο. Στο δικαστήριο της ουσίας απόκειται κάθε φορά να κρίνει αν υπάρχει ή όχι ανάκληση της εντολής (ΑΠ 1309/2012, ΑΠ 1278/2010, ΑΠ 193/2008). Πάντως, από τη διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα Δικηγόρων συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτα προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι.

Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα, που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατ` άρθρο 57 ΑΚ ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 ΑΚ.

Εκτός εάν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 328/2003), όπως όταν η ανάκληση γίνεται χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον του δικαιούχου, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου δικηγόρου.

Περαιτέρω η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 492/2017, 192/2016, 59/2015, 171/2015, 119/2014).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1264/2005, ΑΠ 100/2017, 43/2016, 575/2015).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 119/2014, 765/2008).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτει ότι με την από 12-5-2014 (αριθμός κατάθεσης 65/13-5-2014) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εξέθεταν, ότι είναι νόμιμα διορισμένες δικηγόροι στο Πρωτοδικείο Βόλου και μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου.

Ότι το έτος 2002 ο σύζυγος της εναγομένης τις ανέθεσε την εντολή να καταθέσουν ένσταση κατά της ….Δ/2001 πράξης προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού ιδιοκτησιών που βρίσκονται στο …, όπως και έπραξαν η οποία και έγινε δεκτή. Ταυτόχρονα τις έδωσε εντολή να διεκπεραιώσουν στο μέλλον όλες τις δικαστικές υποθέσεις που αφορούσαν την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου του.

Ότι στα πλαίσια της εντολής αυτής παραστάθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά τη συζήτηση αίτησης περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης του Δήμου ….. και κατέθεσαν προτάσεις - ανταίτηση και προσθήκη - αντίκρουση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 123/2004 απόφαση του άνω Δικαστηρίου.

Ότι στις 15-4-2005 απεβίωσε ο εντολέας τους και, μετά από ιδιωτικό συμφωνητικό πληρεξούσιο εργολαβικό δίκης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και της εναγομένης, ανέλαβαν τη συνέχιση της υπόθεσης. Με το ως άνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε η δικηγορική αμοιβή τους σε ποσοστό 4% πέραν του ποσοστού 3% επί του ποσοστού της αποζημίωσης για τις προτάσεις τους σύμφωνα με την ως άνω δικαστική απόφαση.

Ότι μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης η εναγόμενη έλαβε από το Δήμο …. ως αποζημίωση το ποσό του 1.113.787 ευρώ και αυτές έλαβαν ως αμοιβή ποσοστό 4% επί του ως άνω ποσού. Ότι με εντολή της εναγομένης κατέθεσαν ενώπιον δικαστηρίων τις λεπτομερώς αναφερόμενες αιτήσεις και παρέστησαν νομότυπα κατά τις εκδικάσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκαν οι σχετικές αποφάσεις, όπως παρέστησαν νομότυπα και ενώπιον του Αρείου Πάγου επί αιτήσεων αναίρεσης του Δήμου ….

και του Δ. Σ.. Μετά δε την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης και αφού η εναγομένη αναγνωρίσθηκε δικαιούχος αποζημίωσης και θα ελάμβανε επιπλέον το συνολικό ποσό του 1.041.292,808 ευρώ από το Δήμο …., το Πανεπιστήμιο ….και τον Δ. Σ., συμφωνήθηκε μεταξύ τους προφορικά να λάβουν αυτές ως αμοιβή τους τόκους που θα προέκυπταν από το ως άνω χρηματικό ποσό μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, λόγω της επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης.

Ότι ακολούθως, λόγω άρνησης καταβολής της αποζημίωσης από τους ανωτέρω, προέβησαν σε νέες δικαστικές και εξώδικες πράξεις, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή, προκειμένου να εισπράξουν αναγκαστικά από τους υπόχρεους τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά. Η εναγομένη τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013, αναιτιολόγητα και χωρίς σπουδαίο λόγο, κατήγγειλε την μεταξύ τους συμφωνία και τους ζήτησε να παραδώσουν τους φακέλους σε άλλο δικηγόρο, χωρίς να καταβάλει σε αυτές την αμοιβή τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τους καταβάλει, κοινώς και κατ' ισομοιρία, το συνολικό ποσό των 133.650,37 ευρώ, ως υπόλοιπο αμοιβής που αντιστοιχεί σε τόκους βάσει της προφορικής συμφωνίας τους, άλλως το ποσό των 118.591,18 ευρώ, βάσει της έγγραφης συμφωνίας για ποσοστό αμοιβής 4% και βάσει των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων για ενέργειες και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης στις οποίες προέβησαν και δεν περιλαμβάνονται στην ως άνω συμφωνία, άλλως τα ως άνω ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. 4.

Η αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αιτήματα είναι κατά την κυρία βάση της πλήρως ορισμένη, γιατί περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 90 παρ.1, 92 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων, ΑΚ 341 παρ.1, 345 παρ.1, 361) και δικαιολογούν την άσκησή της από τις ενάγουσες κατά της εναγομένης (ΚΠολΔ 68), ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με αναλυτική αναφορά της κάθε επιμέρους εργασίας και ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα αναφέρεται τόσο α) η συμφωνία περί εντολής και το ύψος της συμφωνηθείσης αμοιβής των εναγουσών, όσο και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια εκ μέρους των εναγουσών όλων των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται ότι οι ενάγουσες δικηγόροι ανέλαβαν την υποχρέωση να διεξαγάγουν τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, καθώς και ότι σε περίπτωση ήττας δεν δικαιούνται να λάβουν αμοιβή, αφού η μνεία των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία μόνο στη συμφωνία περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 170/2016, 1388/2015, 374/2007, 57/2005), συμφωνία άλλωστε που ουδόλως επικαλούνται οι ενάγουσες.

Εξάλλου σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη για την ύπαρξη εργολαβίας δίκης απαιτείται έγγραφος τύπος συμφωνίας καθώς και οι διατυπώσεις που αναφέρθηκαν στην ίδια μείζονα σκέψη. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι παρά τον νόμο το εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτήν ο χρόνος σύναψης της συμφωνίας, ποια ποσά κατά καιρούς εισέπρατταν οι ενάγουσες, τα ποσά για τα οποία επέβαλαν τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων κατά του Δήμου ….

και του Πανεπιστημίου …. ο τρόπος υπολογισμού των τόκων για κάθε απαίτηση, πότε και τι ποσό έχει εισπράξει η εναγομένη, πότε και ποιος παρέδωσε τον φάκελο της δικογραφίας στον καινούργιο δικηγόρο της εναγομένης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006 ΑΠ 319/2017).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ` ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσίαν.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ` ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης(ΟλΑΠ 28/1998).

6.Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει και αναλύει τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων και του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. β του ν. 1093/1980, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί "ότι η ισχυριζομένη από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες δικηγόρους, νέα προφορική εργολαβική συμφωνία σε υπόθεση απαλλοτρίωσης είναι έγκυρη, επιδικάζοντας στις αντιδίκους επί τη βάση αυτής, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δικηγορικές αμοιβές συνολικού ύψους 176.347,53 ευρώ, ενώ όφειλε, εφαρμόζοντας ορθά τους άνω κανόνες δικαίου, και σε παραδοχή του σχετικού της ισχυρισμού, ότι η προφορική συμφωνία έπρεπε να έχει οπωσδήποτε τον έγγραφο τύπο να απορρίψει την αγωγή ως προς την κυρία της βάση", παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων και του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.

β του ν. 1093/1980 και πρέπει να αναιρεθεί κατ'άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. 7. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ` ουσία αποδοχή της αγωγής των εναγουσών ως βάσιμης σχετικά με την άνω επικαλούμενη προφορική συμφωνία), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ούτε εξάλλου, εφόσον η αναιρεσείουσα επικαλείται ακυρότητα της νέας αυτής προφορικής σύμβασης, γιατί δεν περιεβλήθη τον έγγραφο τύπο, αναφέρει για την πληρότητα του λόγου, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, την ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεστεί οι αναιρεσίβλητες-ενάγουσες στην αγωγή τους για τη θεμελίωση της σχετικής συμφωνίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η αποδοχή εκ μέρους της προσβαλλομένης απόφασης ως έγκυρης της εν λόγω προφορικής συμφωνίας, συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. 8.

Με τον δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι οι ενάγουσες στην αγωγή τους, με την οποία ζητούν από την εντολέα τους εναγομένη αμοιβή από σύμβαση εργολαβίας δίκης, (που αφορά αποζημίωση από απαλλοτρίωση), κατά την οποία(εργολαβία δίκης), εξαρτάται η αμοιβή από την έκβασή της, έπρεπε για το ορισμένο αυτής να αναφέρουν στην αγωγή ότι σε περίπτωση αποτυχίας τους, δεν θα λάβουν αμοιβή.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατ'άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αοριστία εκ του λόγου αυτού της αγωγής, δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά προτείνεται το πρώτο με τον σχετικό λόγο της αίτησης, ούτε άλλωστε η αναιρεσείουσα για το παραδεκτό του λόγου της αίτησης διατείνεται ότι τον ισχυρισμό της περί αοριστίας εξ αυτού του λόγου της αγωγής, ότι τον προέβαλε πρωτοδίκως, αλλά και με νόμιμη επαναφορά του κατ'άρθρο 240 ΚΠολΔ στο Εφετείο.

Εξ ετέρου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι ερείδεται και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον όπως αναφέρθηκε και στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, εάν ζητείται αμοιβή δικηγόρου που δεν στηρίζεται σε εργολαβία δίκης, όπως εν προκειμένω που οι ενάγουσες επικαλούνται προφορική συμφωνία και όχι έγγραφη που απαιτείται για την συμφωνία εργολαβίας δίκης, δεν απαιτείται να αναφέρονται αναλυτικώς οι επιμέρους πράξεις του δικηγόρου, η επιτυχής έκβαση της δίκης και ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού τα δύο τελευταία στοιχεία απαιτούνται μόνο επί έγγραφης συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης. 9.

Με τον τρίτο λόγο κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι κατά τον υπολογισμό των τόκων που οφείλονται ως δικηγορική αμοιβή στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, δυνάμει συμφωνίας με την εντολέα τους εναγομένη, επί του συνολικώς εισπρακτέου ποσού της αποζημίωσης εξ 1.041.292,808 ευρώ, από απαλλοτρίωση ακινήτου της τελευταίας, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του ποσού αυτού από τους υποχρέους προς αποζημίωση Δήμο …., Πανεπιστήμιο ….

και τρίτο υπόχρεο ιδιώτη Δ. Σ., υπολόγισε τους τόκους αυτούς, καίτοι τα δύο πρώτα πρόσωπα είναι ΝΠΔΔ και το επιτόκιο υπερημερίας γι' αυτά δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ 496/1974 είναι 6%, με επιτόκια μεγαλύτερα του νομίμου άνω επιτοκίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι το επιτόκιο κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης προς την εναγομένη-αναιρεσείουσα, ορίστηκε στο ποσοστό του 6%, ενώ από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της μετ' επικλήσεως από τις ενάγουσες με αριθμό 184/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε επί της αγωγής κατά των άνω προσώπων, προς καταβολή της ορισθείσας άνω αποζημίωσης, το καθορισθέν τελεσιδίκως επιτόκιο, όσον αφορά και τα ΝΠΔΔ είχε οριστεί με την άνω καταψηφιστική απόφαση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (και με βάση τον οποίο θα υπολογιστούν οι τόκοι, που οφείλονται ως αμοιβή στις ενάγουσες δικηγόρους) και όχι προς 6% που αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι καίτοι οι ενάγουσες δεν μνημόνευσαν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων για κάθε απαίτηση από κάθε υπόχρεο προς καταβολή αποζημίωσης απαλλοτρίωσης ξεχωριστά, ήτοι δεν ανέφεραν το ποσό επί του οποίου έγινε ο υπολογισμός του τόκου υπερημερίας, ούτε το εκάστοτε επιτόκιο με συνέπεια να πάσχει αοριστίας ο σχετικός αγωγικός ισχυρισμός τους, ισχυρισμό που πρόβαλε νομίμως τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και με τις προτάσεις της στο Εφετείο, η προσβαλλομένη αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' αυτά που προβλέπει ο νόμος κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και δεν κήρυξε την αγωγή αόριστη.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής σχετικά με τον επίμαχο θέμα προκύπτει ότι στην αγωγή και δη στην 11η σελίδα από το μέσο και κάτω και στην 12η σελίδα πάνω μέρος, αναφέρονται αναλυτικά τα ποσά επί των οποίων έγινε ο υπολογισμός των τόκων και τα χρονικά διαστήματα υπολογισμού του τόκου υπερημερίας και συνεπώς ο τρίτος άνω λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 10.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν οι ουσιαστικές παραδοχές αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).[ΑΠ 1225/2008]. 11.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, αυτή ανελέγκτως δέχθηκε τα εξής: " Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες Ε. Α. και Ε. Κ. είναι δικηγόροι, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου …. Το έτος 2002, ο σύζυγος της εναγομένης Α. Μ., ως κύριος μιας πενταώροφης οικοδομής, κειμένης στο …. η οποία είχε απαλλοτριωθεί αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας, έδωσε εντολή στις προαναφερόμενες δικηγόρους να καταθέσουν ένσταση κατά της πράξης προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού ιδιοκτησιών, καθώς και να αναλάβουν να διεκπεραιώσουν τις δικαστικές υποθέσεις τις σχετικές με την ως άνω απαλλοτρίωση.

Στις 15-4-2005 απεβίωσε ο προαναφερόμενος εντολέας των εναγουσών και η εναγομένη, ως κληρονόμος αυτού, το ίδιο έτος, με ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ τους και φέρει τον τίτλο "πληρεξούσιο εργολαβικό δίκης και εκχωρητήριο", αλλά και με προφορική συμφωνία και, αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου επί αίτησης του Δήμου ….

περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, έδωσε σε αυτές την εντολή και πληρεξουσιότητα να διεκπεραιώσουν την υπόθεση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου της σε κάθε αρμόδιο δικαστήριο για την είσπραξη της αποζημίωσης και να ασκήσουν αίτηση στο Εφετείο Λάρισας για τον οριστικό καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Ως αμοιβή συμφωνήθηκε ποσοστό 4% πέραν του ποσοστού 3% επί του ποσού της αποζημίωσης για τις προτάσεις (και ανταίτηση) που αυτές είχαν καταθέσει κατά την παράσταση τους για λογαριασμό του τότε εντολέα τους κατά την εκδίκαση της αίτησης του Δήμου …. επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Η ως άνω συμφωνία καταρτίστηκε μεν εγγράφως πλην όμως δεν γνωστοποιήθηκε στον Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου εντός είκοσι ημερών από την κατάρτιση, αφού κάτι τέτοιο δεν επικαλούνται οι ενάγουσες και δεν προέκυψε από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ως εκ τούτου θεωρείται εξ υπαρχής άκυρη, έγκυρη όμως είναι η προφορική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία.

Μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε να καταβάλει η εναγομένη στις ενάγουσες τα δικαστικά έξοδα για κάθε εκτέλεση εντολής. Μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 123/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου η εναγομένη έλαβε ως δικαιούχος αποζημίωσης το ποσό του 1.113.787,006 και οι ενάγουσες την αμοιβή τους ίση με ποσοστό 4% επί του ως άνω ποσού.

Ακολούθως αυτές, σύμφωνα με την ως άνω εντολή της εναγομένης, άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Λάρισας την από 20-01-2006 (αριθμός κατάθεσης 89/2006) αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, μεταξύ άλλων, κατά των Δήμου …. Δ. Σ., παρόδιου ωφελούμενου από την απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη και Πανεπιστημίου …., δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 22-9-2006.

Η αίτηση αυτή, μετά από αναβολές, συνεκδικάσθηκε με άλλες δέκα αιτήσεις στις 12-01-2007 και οι ενάγουσες παρέστησαν κατά την εκδίκαση νομότυπα, καταθέτοντας προτάσεις και σχετικά έγγραφα. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 382/12-6-2007 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση της εναγομένης είχε επιτυχή έκβαση, εφόσον αυτή θα λάμβανε επιπλέον χρηματικό ποσό ως αποζημίωση.

Κατ' αυτής της απόφασης ο Δήμος Βόλου άσκησε την από 11-10-2007 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 28-11-2008 και μετά από αναβολή η 30-01-2009. Οι ενάγουσες δικηγόροι παρέστησαν νομότυπα τόσο κατά την αρχική δικάσιμο όσο και κατά την μετ'αναβολή. Επί της αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 735/2009 απόφαση, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της.

Αφού ο Δήμος … επανέφερε με κλήση προς συζήτηση την αίτηση αναίρεσης και ορίσθηκε δικάσιμος αυτής η 23-4-2010, η πρώτη ενάγουσα δικηγόρος παραστάθηκε νομότυπα, ήτοι καταθέτοντας προτάσεις και σχετικά έγγραφα. Επί της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1366/13-7-2010 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα σε βάρος της νυν εναγομένης αναίρεση.

Εκτός του Δήμου … αίτηση αναίρεσης κατά της 382/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και της εναγομένης άσκησε και ο Δ. Σ. στις 13-12-2007. Κατά την εκδίκαση αυτής, στις 30-01-2009, η εναγομένη εκπροσωπήθηκε από την πρώτη ενάγουσα, η οποία παραστάθηκε νομότυπα. Επί της αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 889/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 382/2007 απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας.

Οι ενάγουσες, ενεργώντας πάντα κατ' εντολή της εναγομένης, επανέφεραν με την από 12-11-2009 κλήση προς συζήτηση την αίτηση οριστικού καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης. Κατά τη συζήτηση της τελευταίας στις 10-12-2010 η εναγόμενη εκπροσωπήθηκε νομότυπα από τη δεύτερη ενάγουσα. Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 174/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία καθορίσθηκε η τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο στο ποσό των 6.390,66€ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Οι ενάγουσες ήδη μετά τη συζήτηση της αίτησης οριστικού καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης (12-01-2007), ενεργώντας κατ' εντολή της εναγομένης, προέβησαν στις 19-01-2007 στην άσκηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου αίτησης αναγνώρισης δικαιούχου αποζημίωσης, η οποία συζητήθηκε παριστάμενης της δεύτερης ενάγουσας, στις 19-4-2007 και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 111/2007 απόφαση, με την οποία η εναγομένη αναγνωρίσθηκε δικαιούχος αποζημίωσης.

Μετά τις ανωτέρω δικαστικές ενέργειες από μέρους των εναγουσών δικηγόρων η ενάγουσα θα λάμβανε επιπλέον του ποσού που είχε λάβει το ποσό του 1.041.292,808 ευρώ. Μετά την επιτυχή έκβαση που είχε η αίτηση οριστικού καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης, το έτος 2007, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα προφορική συμφωνία, με την οποία συμφωνήθηκε να λάβουν οι ενάγουσες ως αμοιβή για τις περαιτέρω ενέργειες το ποσό των τόκων που θα προέκυπτε επί του ως άνω χρηματικού ποσού μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του.

Περί της ύπαρξης αυτής της συμφωνίας κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης, αλλά και ενόρκως βεβαίωσαν οι Α. Τ., δικηγόρος και συνεργάτης των εναγουσών, ο οποίος είχε γνωρίσει την εναγομένη κατά τις επισκέψεις της τελευταίας στο γραφείο αυτών και είχε συνομιλήσει με αυτή και η Χ. Μ.. Η εναγομένη αρνείται την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και η μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε "ότι δεν έγινε ποτέ προφορική συμφωνία, θα το ήξερα αν γινόταν.

Ίσχυε το 4% και για το Εφετείο από το σύνολο. Η αρχική συμφωνία ίσχυε, ούτε προφορικά συζήτησαν". Η τελευταία όμως δεν ήταν παρούσα και όσα κατέθεσε τα γνωρίζει από την ίδια την εναγομένη. Αυτή συνόδευε κάποιες φορές την τελευταία στο γραφείο των εναγουσών, αλλά δεν μπορεί να έχει ιδία γνώση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών.

Εξάλλου δεν θα μπορούσε η αμοιβή των εναγουσών να συνίσταται μόνο σε όσες ενέργειες προέβησαν αυτές μέχρι και την κατάθεση της αίτησης ενώπιον του Εφετείου Λάρισας και οι λοιπές να είναι άνευ αμοιβής. Η ύπαρξη αυτής της συμφωνίας ενισχύεται και από το υπ' αριθ. 16572/19-10-2012 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Β.

Μ., με το οποίο η εναγομένη διόρισε τις ενάγουσες πληρεξούσιες, αντιπροσώπους και αντίκλητους της και έδωσε σε αυτές την εντολή όπως από κοινού ή κάθε μια χωριστά προβούν σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για την είσπραξη του ποσού της αποζημίωσης που της όφειλε ο Δήμος Βόλου ή οποιοσδήποτε άλλος υπόχρεος από την απαλλοτρίωση του ακινήτου της, καθώς και να εισπράξουν κάθε χρηματικό ποσό, να παραλαμβάνουν, οπισθογραφούν και εξοφλούν επιταγές που αφορούν την πληρωμή του ποσού που δικαιούται αυτή.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι υπόχρεοι σε αποζημίωση Δήμος Βόλου, Πανεπιστήμιο ….και Δ. Σ. δεν κατέβαλαν τα ποσά αποζημίωσης που όφειλε καθένας στην εναγομένη, οπότε οι ενάγουσες, μετά από εντολή της τελευταίας, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 05-10-2010 και με αριθμό κατάθεσης 538/11-10-2010 αγωγή, κατά την εκδίκαση της οποίας στις 07-02-2012 παρέστησαν νομότυπα εκπροσωπώντας την προαναφερόμενη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η, 184/29-6-2012 οριστική απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην εναγομένη ο Δήμος ….το ποσό των 201.136,00€,το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας το ποσό των 481.979,1266 και ο Δ. Σ. το ποσό των 358.177,6826, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Η ως άνω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για ποσό 100.000,00 ευρώ, 200.000,00ευρώ και 100.000,00 ευρώ αντίστοιχα. Κατ' αυτής της απόφασης το Πανεπιστήμιο ….. άσκησε στις 21-9-2012 έφεση ενώπιον του Εφετείου Λάρισας. Ακολούθως, οι ενάγουσες συνέταξαν επιταγή προς πληρωμή κάτω από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ως άνω απόφασης το οποίο επιδόθηκε στο Πανεπιστήμιο …..

στις 25-9-2012, λόγω δε άρνησης αυτού να καταβάλει το ποσό για το οποίο κηρύχθηκε η ως άνω απόφαση προσωρινά εκτελεστή, οι ενάγουσες συνέταξαν το από 12-11-2012 κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο στις 14-11-2012 επιβλήθηκε σε βάρος του προαναφερόμενου οφειλέτη κατάσχεση εις χείρας της "2 Α.Ε." ως τρίτης μέχρι του ποσού των 204.600,00 ευρώ.

Στις 28-11-2012 οι ενάγουσες συνέταξαν νέο κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο αυθημερόν επέβαλαν κατάσχεση εις χείρας της ιδίας ως άνω τράπεζας ως τρίτης μόνο στον λογαριασμό όψεως που τηρούσε το Πανεπιστήμιο … με ποσό 29.074,62 ευρώ. Επειδή δε μετά από πιέσεις τους, υπεγράφη από τον Επίτροπο ένταλμα πληρωμής του ως άνω Πανεπιστημίου ποσού 200.000,00 ευρώ για την εναγομένη προέβησαν στην ανάκληση της επιβολής κατάσχεσης.

Περαιτέρω, οι ενάγουσες συνέταξαν επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο από απόγραφο πρώτο εκτελεστό της ιδίας άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, το οποίο επιδόθηκε στον υπόχρεο Δ. Σ. στις 31-7-2012. Ο τελευταίος δεν προέβη σε καταβολή του ποσού που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστό, καθώς και των λοιπών ποσών που επιτασσόταν να καταβάλει.

Οι ενάγουσες συνέταξαν εκ νέου επιταγή προς πληρωμή που επιδόθηκε σε αυτόν στις 25-10-2012 και ακολούθως αφού προέβησαν σε έρευνα στα Υποθηκοφυλακεία ….και …., μετά από εντολή της εναγομένης, την οποία ενημέρωναν για κάθε ενέργεια τους, επιβλήθηκε στις 28-01-2013 σε βάρος μιας διώροφης με δώμα οικοδομής, κειμένης στο …., ιδιοκτησίας του προαναφερόμενου, αναγκαστική κατάσχεση.

Αφού διενεργήθηκαν στις 20-3-2013 και 24-4-2013 δύο άκαρποι πλειστηριασμοί λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών, οι ενάγουσες, κατ' εντολή της εναγομένης, συνέταξαν και κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου για λογαριασμό της προαναφερόμενης την από 19-6-2013 και με αριθμό κατάθεσης 686/19-6-2013 αίτηση διενέργειας νέου πλειστηριασμού με μειωμένη τιμή πρώτης προσφοράς, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 24-10-2013 και μετ' αναβολή η 23-01-2014.

Οι ενάγουσες συνέταξαν και για τον έτερο των υπόχρεων αποζημίωσης Δήμο …. επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω απόφασης, η οποία επιδόθηκε στον προαναφερόμενο στις 19-02-2013. Ο ανωτέρω δεν κατέβαλε το επιτασσόμενο χρηματικό ποσό. Οι ενάγουσες συνέταξαν το από 12-3-2013 κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο στις 13-3-2013 επέβαλαν για λογαριασμό της εναγομένης σε βάρος του Δήμου …κατάσχεση εις χείρας της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", κατάστημα ..., ως τρίτης, μέχρι το ποσό των 214.665,81ευρώ και ακολούθως με εντολή της πρώτης εξ αυτών επιδόθηκε στις 14-3-2013 το ως άνω κατασχετήριο έγγραφο στον Δήμο …. από την δικαστική επιμελήτρια Φ. Κ.. Ο Δήμος …άσκησε αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με αίτημα προσωρινής διαταγής, κατά τη συζήτηση του οποίου οι ενάγουσες παραστάθηκαν νομότυπα, πέτυχαν την έγγραφη δέσμευση του ανωτέρω ως προς την εξόφληση της οφειλής του.

Ειδικότερα από το με αριθμό πρωτ. 34799/ΓΠ773 9/28-3-2013 έγγραφο του Δήμου Βόλου προς την Οικονομική Επιτροπή προκύπτει ότι αυτός, προκειμένου να αποδεσμευθεί ο τραπεζικός λογαριασμός του στην .... εισηγήθηκε την τμηματική καταβολή της οφειλής του προς την εναγομένη. Ακολούθως, και αφού ο Δήμος Βόλου δεσμεύθηκε δικαστικά να καταβάλει τμηματικά το ποσό της αποζημίωσης, οι ενάγουσες συνέταξαν και επιδόθηκε στις 26-9-2013 στην προαναφερόμενη Τράπεζα έγγραφο ανάκλησης επιβολής κατάσχεσης.

Βάσει χρηματικών ενταλμάτων που επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει η εναγομένη, για λογαριασμό της καταβλήθηκαν στις ενάγουσες από το Δήμο …. στις 30-4-2013 ποσό 14.665,816, στις 29-5-2013 ποσό 10.000,00 ευρώ, στις 18-6-2013 ποσό 10.000,00ευρώ, στις 04-7-2013 ποσό 10.000,00 ευρώ, στις 09-8-2013 ποσό 10.000,00 ευρώ, στις 29-8-2013 ποσό 10.000,00 ευρώ και στις 17-9-2013 ποσό 10.000,00ευρώ και συνολικά ποσό 74.665,81 ευρώ.

Ενώ οι ενάγουσες προέβαιναν σε διάφορες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες η εναγομένη με την υπ' αριθ. ….984/23-10-2013 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου του ιδίου άνω συμβολαιογράφου …. η οποία επιδόθηκε στις ανωτέρω στις 25-10-2013, προέβη σε ανάκληση κάθε εντολής που έδωσε στις προαναφερόμενες με το ….752/19-10-2012 πληρεξούσιο.

Στις 24-10-2013 υπεγράφη από τις ενάγουσες έγγραφο το οποίο φέρει τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό" σύμφωνα με το οποίο οι τελευταίες οφείλουν στην εναγομένη το ποσό των 55.000,006, το οποίο έλαβαν από τον Δήμο …. από την απαλλοτρίωση της πλατείας Πανεπιστημίου για λογαριασμό της μέχρι την 28-02-2014. Το έγγραφο αυτό δεν φέρει την υπογραφή της εναγομένης.

Τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 η εναγομένη δια τηλεφωνήματος προς τις ενάγουσες κατήγγειλε την μεταξύ τους συμφωνία, ζητώντας από αυτές να παραδώσουν το φάκελο της υπόθεσης σε άλλο δικηγόρο και συγκεκριμένα στον δικηγόρο … Σ. Κ., χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην αμοιβή τους για όλες τις ανωτέρω ενέργειες.

Οι ενάγουσες με την από 13-01-2014 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 14-01-2014, αφού ανέφεραν ότι δεν είναι δυνατή η εκκαθάριση των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων λόγω ότι δεν έχει καταβληθεί δε αυτή (εναγομένη) η αποζημίωση, της γνωστοποίησαν ότι το ποσό των 55.000,006 δεν συνιστά πραγματική οφειλή προς αυτή και δεν θα καταβληθεί εφόσον υπάρχουν από μέρους τους απαιτήσεις προς αυτή και της δήλωσαν ότι μέχρι την πλήρη και οριστική καταβολή της αποζημίωσης σε αυτή είναι ανέφικτη η εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού.

Η εναγομένη σε απάντηση του ανωτέρω εξωδίκου εγγράφου, κατέθεσε στις 24-01-2014 σε βάρος των εναγουσών μηνυτήρια αναφορά στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου και πειθαρχική αναφορά στον Δικηγορικό Σύλλογο Βόλο και στις ίδιες τις ενάγουσες απέστειλε την από 21-01-2014 εξώδικη απάντηση - δήλωση που επιδόθηκε σε εκάστη εξ αυτών στις 27-01-2014.

Οι τελευταίες με την από 23-4-2014 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 25-4-2014 κάλεσαν αυτή όπως προσέλθει στο γραφείο τους στις 28-4-2014 και ώρα 10:00 π.μ. προκειμένου να γίνει η εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού. Η εναγομένη δεν προσήλθε και με την από 05-5-2014 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση που επιδόθηκε στην προαναφερόμενη στις 06-5-2014 με θυροκόλληση και τις περαιτέρω νόμιμες διατυπώσεις, οι ενάγουσες γνωστοποίησαν λεπτομερώς το υπόλοιπο της αμοιβής τους.

Κατά των τελευταίων, μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, ασκήθηκε ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Με το υπ' αριθ. 285/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου οι ενάγουσες απαλλάχθηκαν της ανωτέρω κατηγορίας.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η με αριθμό κατάθεσης 538/11-10-2010 αγωγή προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου επιδόθηκε στο Πανεπιστήμιο ….στις 18-01-2011, ως προκύπτει από την υπ' αριθ. ….14/18-01-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Ι. Μ.. Ως αποδείχθηκε παραπάνω με την υπ' αριθ. 184/29-6-2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή αυτή για το ποσό των 200.000,00 ευρώ το οποίο καταβλήθηκε στις ενάγουσες για την εναγομένη στις 31-12-2012.

Οι τόκοι επί του ποσού των 200.000,00 ευρώ ανήλθαν το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (19-01-2011) έως την ημέρα καταβολής αυτού (31 -12-2012) στο συνολικό ποσό των 34.349,97ευρώ και ειδικότερα από 19-01-2011 έως 12-4-2011 στο ποσό των 3.979,45 ευρώ (ποσοστό τόκου 8,75%), από 13-4-2011 έως 12-7-2011 στο ποσό των 4.487,67 ευρώ (ποσοστό τόκου 9,00%), από 13-7-2011 έως 08-11-2011 στο ποσό των 6.031,51 ευρώ (ποσοστό τόκου 9,25%), από 09-11-2011 έως 13-12-2011 στο ποσό των 1.726,03 ευρώ (ποσοστό τόκου 9,00%), από 14-12-2011 έως 10-7-2012 στο ποσό των 10.043,34 ευρώ (ποσοστό τόκου 8,75%) και από 11-7-2012 έως 31-12-2012 στο ποσό των 8.081,97 ευρώ (ποσοστό τόκου 8,50%), ενώ όσον αφορά στο υπόλοιπο ποσό των 281.979,126 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 02-01-2013 έως 07-5-2013 οι τόκοι ανήλθαν στο ποσό των 8.273,96 ευρώ (ποσοστό τόκου 8,50%) και για το χρονικό διάστημα από 08-5-2013 έως 12-11-2013 ανήλθαν στο ποσό των 11.680,89 ευρώ (ποσοστό τόκου 8,00%) και συνολικά οι τόκοι ανήλθαν στο ποσό των 54.304,82 (34.349,97 ευρώ + 8.273,96 ευρώ + 11.680,89 ευρώ) ευρώ και όχι στο ποσό των 113.040,52€, όπως αβάσιμα οι ενάγουσες ισχυρίζονται.

Περαιτέρω, ως προαναφέρθηκε, ο μη διάδικος Δ. Σ. υποχρεώθηκε με την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου να καταβάλει ως αποζημίωση στην εναγομένη το ποσό των 358.177,68 ευρώ, αλλά δεν κατέβαλε αυτό μέχρι τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013, οι τόκοι από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (14-01-2011) μέχρι 12-4-2011 ανήλθαν στο ποσό των 7.556,08€, από 13-4-2011 έως 12-7-2011 στο ποσό των 8.036,92€, από 13-7-2011 έως 08-11-2011 στο ποσό των 10.801,76 ευρώ, από 09-11-2011 έως 13-12-2011 στο ποσό των 3.091,12€, από 14-12-2011 έως 10-7-2012 στο ποσό των 17.986,50€, από 11-7-2012 έως 07-5-2013 στο συνολικό ποσό των 25.067,13 ευρώ και από 08-5-2013 έως 12-11-2013 στο συνολικό ποσό των 14.837,39€ και συνολικά στο ποσό των 87.376,90 ευρώ.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι τόκοι από το ποσό των 180.000,00 ευρώ, βάσει του οποίου επιβλήθηκε στις 13-3-2013 κατάσχεση σε βάρος του Δήμου …. εις χείρας της .... ως τρίτης, ανήλθαν για το χρονικό διάστημα από 18-01-2011 έως 12-4-2011 στο ποσό των 3.624,66 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 13-4-2011 έως 12-7-2011 στο ποσό των 4.038,90 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 13-7-2011 έως 08-11-2011 στο ποσό των 5.428,36 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 09-11-2011 έως 13-12-2011 στο ποσό των 1.553,42 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 14-12-2011 έως 10-7-2012 στο ποσό των 9.039,01 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 11-7-2012 έως 07-5-2013 στο ποσό των 12.597,33 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 08-5-2013 έως 12-11-2013 στο ποσό των 7.456,44 ευρώ και συνολικά ανήλθαν στο ποσό των 43.738,12 ευρώ.

Οι ενάγουσες όμως για την αμέσως ως άνω αιτία αιτούνται ποσό μικρότερο και συγκεκριμένα ποσό 34.665,816 και αυτό δικαιούνται. Ενόψει των ανωτέρω και συγκεκριμένα της μεταξύ των διαδίκων προφορική συμφωνία οι ενάγουσες δικαιούνται την αμοιβή τους από τους τόκους της αποζημίωσης μέχρι 12-11-2013, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 176.347,53 (87.376,90 + 54.304,82+ 34.665,81) ευρώ και μετά από αφαίρεση από αυτό του ποσού των 114.665,816, που αυτές έχουν ήδη λάβει, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε αυτές το υπόλοιπο ποσό των 61.681,72 (176.347,53 -114.665,816) ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως ουσία αβάσιμη έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και η έφεση εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τη διάταξη της περί δικαστικών εξόδων και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η από 12-5-2014 αγωγή ως προς την κύρια βάση της, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στις ενάγουσες κοινώς και κατ' ισομοιρία το ποσό των 61.681,726, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση".

Σύμφωνα με τις άνω παραδοχές το Εφετείο και εφόσον δεχόμενο ότι 1)με την υπ'αριθ. ..84/23-10-2013 πράξη ανάκλησης του Σ/φου Β. Μ., η εναγομένη-αναιρεσείουσα προέβη σε ανάκληση πληρεξουσίου του ίδιου Σ/φου προς τις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες δικηγόρους, 2) τον Νοέμβριο του 2013 ανακάλεσε την δοθείσα στις άνω ενάγουσες δικηγόρους εντολή, 3)εν συνεχεία ότι οι τελευταίες δικαιούνται, βάσει της συμφωνίας που είχαν με την αναιρεσείουσα, το ποσό των επιδικασθέντων τόκων του κεφαλαίου των 1.041.292,808 ευρώ, οι οποίοι υπολογιζόμενοι από την επίδοση της από 14-1-2011 αγωγής στους υποχρέους, επί της οποίας εκδόθηκε 184/29-6-2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην εναγομένη (εκεί ενάγουσα), ο μεν Δήμος ….. 201.136 ευρώ, το Πανεπιστήμιο ….

το ποσό των 481.979,126 ευρώ και ο Δ. Σ. το ποσό των 358.177,682 ευρώ, μέχρι τον Νοέμβριο του 2013, οπότε και ανεκλήθη η εντολή προς τις ενάγουσες, ανήλθαν με το εκάστοτε νόμιμο επιτόκιο, συνολικά σε 176.347,53 ευρώ, με επαρκείς αιτιολογίες έκρινε επί των άνω ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της εκτίθενται πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, και έχει νόμιμη βάση καθόσον από το αιτιολογικό της προκύπτει ότι περιέχει τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση ότι συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις της διάταξης που εφαρμόστηκε.

Κατ'ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω ο λόγος αυτός κατά τις μερικότερες αιτιάσεις του, ότι 1) "ενώ η προσβαλλομένη δέχεται ως αποδεδειγμένο, ότι την 24-10-2013 οι ενάγουσες υπέγραψαν ένα έγγραφο "ιδιωτικό συμφωνητικό" με το οποίο συνομολογούν ότι της οφείλουν το ποσό των 55.000 ευρώ, το οποίο είχαν εισπράξει από τον Δήμο Βόλου για λογαριασμό της έως την 28-2-2014, χωρίς να της το έχουν αποδώσει, στην συνέχεια δεν αξιολογεί καθόλου το γεγονός αυτό της αναγνώρισης της οφειλής, αλλά προβαίνει σε συλλογιστικό άλμα, καθόσον δέχθηκε ότι αυτή απεναντίας οφείλει χρήματα στις ενάγουσες", 2)ότι "καίτοι η προσβαλλομένη δέχθηκε ως αποδεδειγμένο ότι την 23-10-2013 προέβη η αναιρεσείουσα με την ….984/23-10-2013 πράξη ανάκλησης του Σ/φου Β.

Μ., σε ανάκληση πληρεξουσίου του ίδιου Σ/φου, καθώς και ότι τον Νοέμβριο 2013 ανακάλεσε την δοθείσα στις αναιρεσίβλητες εντολή, χωρίς να αξιολογεί καθόλου την ενέργεια αυτή, και εάν η ανάκληση ήταν δικαιολογημένη ή μη, πράγμα απαραίτητο ωστόσο για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων περί αμοιβής, αφού προϋπόθεση για την επιδίκαση αμοιβής δικηγόρο επί τη βάσει εργολαβίας δίκης, είναι το αδικαιολόγητο της ανάκλησης εκ μέρους του εντολέα του,( κατ'άρθρο 77 του από 27-9-2013 Κώδικα περί δικηγόρων), ενώ εάν η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, ο εντολέας υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες του, με βάση τις διατάξεις του ίδιου άνω κώδικα" και 3) ότι το Εφετείο "δεν εξέτασε και δεν αξιολόγισε καθόλου εάν πληρώθηκε ή όχι η αίρεση υπό την οποία έγινε η σχετική συμφωνία, εάν δηλαδή οι τόκοι εισπράχθηκαν ή όχι από τους συγκεκριμένους υποχρέους, ώστε να αποκτήσουν οι ενάγουσες ενοχική αξίωση είσπραξής τους", πέραν της αοριστίας του ως προς τις αιτιάσεις αυτές, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι δεν δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 10 μείζονα σκέψη, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Εξ ετέρου η τρίτη μερικότερη άνω αιτίαση του λόγου αυτού, ερείδεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, καθόσον η αμοιβή των εναγουσών επί των τόκων της αποζημίωσης, δεν δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι τελούσε υπό την αίρεση είσπραξης της αποζημίωσης από τους υποχρέους, αλλά ότι η όποια είσπραξη οφειλόταν στην επιτυχή έκβαση των χειρισμών των εναγουσών προς τον σκοπό αυτό, δηλαδή της είσπραξης της, οι οποίοι τελικά είχαν αίσιο αποτέλεσμα, αφού όπως δέχθηκε το Εφετείο επί της 10-1-2011 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των υποχρέων, εκδόθηκε η 184/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία υποχρέωσε τους υποχρέους νομιμότοκα να καταβάλουν την αποζημίωση στην εναγομένη, (εκεί ενάγουσα).

Επίσης και η μερικότερη αιτίαση του λόγου αυτού ότι η προσβαλλομένη δεν αξιολογεί καθόλου τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης καθώς και τις προσκομισθείσες από τις ενάγουσες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων τους και ότι δεν αναφέρει ποιο είναι το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων αυτών αναφορικά με την ισχυριζομένη προφορική συμφωνία, από που αντλούν τις γνώσεις τους, πότε έλαβαν γνώση αυτών που καταθέτουν, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον το αποδεικτικό πόρισμα που ανωτέρω αναφέρθηκε διατυπώνεται σαφώς και οι άνω ελλείψεις, που περιέχονται στην αιτίαση αυτή αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του άνω λόγου αίτησης, πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. 12. Με το έκτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που παραδεκτά πρόβαλε τόσο πρωτοδίκως αλλά και με νόμιμη επαναφορά κατ'άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα την ένστασή της περί εξόφλησης της απαίτησης των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού έχει καταβάλει σ'αυτές την συμφωνημένη αμοιβή του 4 % επί όλων των εισπραχθέντων από αυτήν ποσών αποζημιώσεως έως την λύση της εντολής και επιπλέον όλα τα έξοδα, που της ζήτησαν να καταβάλει, χωρίς να της έχουν αποδώσει ποτέ λογαριασμό για τα ποσά αυτά.

Ο λόγος αυτός πέραν της αοριστίας του, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η εν λόγω από την αναιρεσείουσα προτεινόμενη καταβολή της συμφωνηθείσης αμοιβής των εναγουσών εκ ποσοστού 4% επί της καταβληθείσης εξ 1.113.787 ευρώ αποζημίωσης στην εναγομένη-αναιρεσείουσα δεν αμφισβητείται από τις ενάγουσες, αφού το γεγονός αυτό ρητά αναφέρεται στην αγωγή τους (στην τρίτη σελίδα αυτής πάνω μέρος), αλλά υπάρχει και παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση περί της πληρωμής του ποσοστού αυτού εκ 4% επί της άνω αποζημίωσης στις ενάγουσες(τέταρτο φύλλο πίσω σελίδα προς το τέλος αυτής).Ειδικότερα αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής δεν αποτέλεσε αυτή η αμοιβή των εναγουσών, αλλά η δυνάμει νέας προφορικής συμφωνίας αμοιβή τους, μετά την είσπραξη του άνω ποσού αποζημίωσης από την ενάγουσα και μετά την έκδοση της 382/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας που όρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, σε ποσό επιπλέον της προσωρινής τιμής κατά 1.041.292,808 ευρώ, ανερχομένη, δηλαδή η νέα αυτή αμοιβή τους, στους τόκους, τους οποίους θα απέφερε το επιπλέον αυτό επιδικασθέν ποσό στην αναιρεσείουσα, μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του.

Επομένως ο έκτος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, που αναφέρθηκαν εκτενώς στην με αριθμό 11 μείζονα σκέψη, προκύπτει, ότι από το συνολικό ποσό 176.347,53 ευρώ, που δέχθηκε ότι οφείλεται στις αναιρεσίβλητες- ενάγουσες ως αμοιβή τους από τους τόκους της αποζημίωσης, αφαιρούνται το ποσό των 114.665,81 ευρώ, που έχουν ήδη αυτές λάβει, και συνεπώς οι όποιες καταβολές της αναιρεσείουσας προς αυτές εις εξόφληση της οφειλής της, έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα.

Συνεπώς ο έκτος λόγος της αίτησης είναι απορριπτέος. 13. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-3-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 70/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ