Legislator Giurisprudenza & Legislazione
944/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for procedural defect and free evaluation of evidence violation.

Numero d'incarto 944/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's decision regarding a contract dispute. The appellants argued for procedural errors and violations of the free evaluation of evidence rule under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims, ruling that the appeal was inadmissible due to the absence of the second respondent and that the lower court's evidence assessment was within its discretionary power.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 576, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for specific legal errors, not re-evaluations of evidence, and must verify procedural compliance when a party is absent.

Parole chiave

Generato dall'IA
Code of Civil Procedure free evaluation of evidence procedural defect inadmissible appeal discretionary assessment

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 944 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 944/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα - Αγγελάτου Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. - Φ. Σ. του Μ., χας Δ. Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. - Π. Σ. του Δ., 3) Ν. Δ. Σ., συζ. Ε. - Π. Σ., το γένος Β., κατοίκων ... και 4) Ε. - Π. Σ. και Ν. Δ. Σ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους α) Ν. Σ. του Ε. - Π. και β) Ν. Σ. του Ε. - Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Κερμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΡΠΡΑΙΖ ΕΛΛΑΣ ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ΕΝΤΕΡΠΡΑΙΖ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αγ. Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΣΚΑΛ ΑΒΕΕ ΠΛΕΚΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12809/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 655/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα - Αγγελάτου Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση δεν προκύπτει κλήτευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφού από την προσκομιζόμενη με αριθμ.

Δ-3099/20-2-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, Ι. Γ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 3-5-2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1462/115/3-5-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-5-2020 κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, λόγω, προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων κατά την περίοδο από 16-3-2020 έως 31-5-2020 για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας εξ αιτίας πανδημίας covid-19, προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ' αρθ 74 παρ. 2 του ν.4690/2020 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους, επιδόθηκε με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, στον Θ.

Π. ως αντίκλητο της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Enterprise Insurance Comrany P.L.C. και όχι στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, στην οποία δεν προκύπτει ότι έχει επιδοθεί η κρινόμενη αίτηση. Κατά συνέπεια, αφού δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν και να προχωρήσει ως προς τον πρώτο παριστάμενο αναιρεσίβλητο κατ' άρθρο 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

λόγω της απλής ομοδικίας που συνδέει τους διαδίκους.

Η κρινόμενη από 3-5-2018 (αρ. κατ. 1462/115/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 655/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Τέλος με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 5-10-2015 και με αρ. κατάθεσης 19077/2015 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, στρεφόμενοι κατά των αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκαν, ότι την 19-7-2013 ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγώντας το με αρ.

…. ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΕΝΤΕΡΠΡΑΙΖ ΕΛΛΑΣ ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και τον διακριτικό τίτλο ΕΝΤΕΡΠΡΑΙΖ ΕΛΛΑΣ Α.Ε. (δεύτερη αναιρεσίβλητη), προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Δ.

Σ., συζύγου της πρώτης αναιρεσείουσας, πατέρα του δεύτερου αναιρεσείοντος, πεθερού της τρίτης αναιρεσείουσας και παππού των λοιπών αναιρεσειόντων, όπως νόμιμα εκπροσωπούνται, κατά την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με το με αρ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ. Σ. και ανήκε κατά κυριότητα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΠΑΣΚΑΛ ΑΒΕΕ ΠΛΕΚΤΟΒΙΟΜΗΝΧΑΝΙΑ, (η οποία επίσης υπήρξε ενάγουσα στην παραπάνω αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας νομίμως παραιτήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο κατόπιν τούτου ως προς αυτή αποφάνθηκε, ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα).

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας, σε κάθε έναν από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αφού επιφυλάχτηκαν η πρώτη και δεύτερος αυτών για το ποσό των 100 ευρώ ο κάθε ένας προκειμένου να αξιώσουν τούτο παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες στην σχετική ποινική δίκη, και επιπλέον ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο ο κάθε ένας να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το επίσης με την αγωγή αιτούμενο ποσό ως έξοδα κηδείας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.12809/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης όσον αφορά την δεύτερη εναγόμενη και ως αβάσιμη στην ουσία της, όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, διότι κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση είναι ο θανών.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 20-9-2017 και με αρ. κατάθεσης 3693/2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο θανών Δ. Σ. απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της όσον αφορά τον πρώτο εφεσίβλητο και λόγω ακυρότητας του δικογράφου ως μη περιέχουσα σαφείς και ορισμένους λόγους έφεσης όσον αφορά την δεύτερη εφεσίβλητη, δεχόμενο τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης: "Την 19-7-2013 και περί ώρα 11.40', ο εναγόμενος Κ.

Τ., ηλικίας 71 ετών (ως γεννηθείς την 5-6- 1942), οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 316ί, στο οποίο επέβαινε η οκτάχρονη εγγονή του Χ. Τ., καθήμενη στα πίσω καθίσματα, εκινείτο με ταχύτητα 90 περίπου χιλιομέτρων ωριαίως στο 3° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Λαγκαδά - Ρεντίνας, με κατεύθυνση προς τη Ρεντίνα, επιστρέφοντας από τη Θεσσαλονίκη στην οικία του, που βρίσκεται στο χωριό Ασκός Λαγκαδά.

Η προαναφερόμενη επαρχιακή οδός είναι διπλής κυκλοφοριακής κίνησης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ στο μέσον στο οδοστρώματος υπάρχει οριζόντια σήμανση και δη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Το οδόστρωμα είναι ασφάλτινο και το πλάτος του ανέρχεται σε 7,60 μέτρα, ήτοι το πλάτος καθεμίας λωρίδας κυκλοφορίας σε 3,80 μέτρα, εκατέρωθεν δε της οδού υπάρχει έρεισμα, πλάτους 1,90 μ.

στο ρεύμα κυκλοφορίας προς τη Ρεντίνα και 1 μ. στο ρεύμα κυκλοφορίας προς το Λαγκαδά. Κατά τον παραπάνω χρόνο, επικρατούσε καλοκαιρία και το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η δε κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική. Στο πιο πάνω χιλιομετρικό σημείο, η οδός, μετά από μια ελαφρά δεξιά καμπύλη που παρουσιάζει στο ρεύμα πορείας προς τη Ρεντίνα, είναι ευθεία, ενώ η ορατότητα δεν περιορίζεται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια.

Το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στο ρεύμα κυκλοφορίας προς τη Ρεντίνα σε 70 χλμ/ωρ., στο δε αντίθετο, ήτοι σε αυτό που οδηγεί προς τον Λαγκαδά, σε 50χλμ/ωρ. (περί πάντων τούτων βλ. την από 19-7-2013 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε ο αρμόδιος αστυνομικός του Τ.Τ. Λητής). Η ως άνω επαρχιακή οδός, στο συγκεκριμένο χιλιομετρικό σημείο, γειτνιάζει από τη δεξιά πλευρά της, κατά την κατεύθυνση των οχημάτων προς τη Ρεντίνα (όπου και έβαινε, όπως προελέχθη, ο εναγόμενος οδηγός), με εργοστάσιο παραγωγής πλεκτών (πλεκτοβιομηχανία), που εκμεταλλεύεται η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΣΚΑΛ ΑΒΕΕ", το οποίο διαθέτει έμπροσθεν αυτού προαύλιο χώρο, η είσοδος από τον οποίον στην επαρχιακή οδό γίνεται υποχρεωτικά και μόνον από τη δεξιά πλευρά υπάρχουσας έμπροσθεν του προαύλιου χώρου νησίδας, η οποία εφάπτεται του ερείσματος της λωρίδας κυκλοφορίας προς τη Ρεντίνα.

Κατά το χρόνο, που ο εναγόμενος προσέγγιζε το ως άνω εργοστάσιο και βρισκόταν σε απόσταση 40 περίπου μέτρων από την είσοδο αυτού, εξήλθε από τον προαύλιο χώρο, εντελώς ξαφνικά, ανέλεγκτα και απροειδοποίητα ο Δ. Σ. του Π., ηλικίας 76 ετών (ως γεννηθείς την 1-3- 1937), κάτοικος εν ζωή ..., οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής AUDI, τύπου Α5, που ανήκε στην κυριότητα της ως άνω ανώνυμης εταιρίας.

Αυτός επιβιβάσθηκε στο σταθμευμένο στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου, που χρησιμοποιείται για τη στάθμευση των οχημάτων, υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … επιβατικό αυτοκίνητο και εκκίνησε, προτιθέμενος να εισέλθει από τη δεξιά πλευρά της παρακείμενης νησίδας στην επαρχιακή οδό και, αφού διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας προς τη Ρεντίνα, στο οποίο εκινείτο ο εναγόμενος, να διαβεί τη διπλή διαχωριστική γραμμή και, στρίβοντας αριστερά, να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας που κατευθύνεται προς το Λαγκαδά και, κατόπιν, να μεταβεί στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, όπου βρισκόταν η οικία του.

Στην ενέργεια, όμως, αυτή προέβη, χωρίς να παραχωρήσει, όπως όφειλε, προτεραιότητα στον εναγόμενο, που εκινείτο στην οδό, με αποτέλεσμα να αποκόψει κάθετα την πορεία αυτού και ενώ ο τελευταίος βρισκόταν σε απόσταση περί τα 40 μέτρα, όπως προελέχθη. Ο εναγόμενος, μόλις αντιλήφθηκε την αντικανονική αυτή κίνηση του Δ.

Σ., προέβη αμέσως σε ακαριαία και παρατεταμένη πέδηση του αυτοκινήτου του (βλ. την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, στο οποίο αποτυπώνονται ίχνη τροχοπέδησης, μήκους 34 μέτρων, που προέρχονται από το αυτοκίνητο του εναγομένου), στην απέλπιδα προσπάθειά του να ακινητοποιήσει το όχημα, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποίησε ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, κινηθείς στην αριστερή πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου έβαινε και, αμέσως μετά, επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής (βλ.

τα ίχνη τροχοπέδησης στα πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τα οποία έχουν φορά διαγώνια προς τα αριστερά από το σημείο εκκίνησής τους, τέμνοντας μάλιστα στην απόληξή τους τη διπλή διαχωριστική γραμμή). Παρά την ανωτέρω προσπάθειά του, όμως, δεν κατέστη δυνατόν να αποφευχθεί η σύγκρουση των οχημάτων, καθώς ο εναγόμενος επέπεσε με το εμπρόσθιο μετωπιαίο μέρος του αυτοκινήτου του στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Δ.

Σ., στο ύψος της πόρτας του οδηγού. Μετά τη σύγκρουση, τα οχήματα ακινητοποιήθηκαν επιτόπου, ενώ θραύσματα κρυστάλλων διεσπάρησαν σε ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας προς το Λαγκαδά, ήτοι στο αντίθετο αυτού που εκινείτο ο εναγόμενος και όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση. Από τη σύγκρουση, αμφότερα τα οχήματα υπέστησαν σοβαρές υλικές ζημίες, ενώ τραυματίσθηκαν οι οδηγοί αυτών, ήτοι ο Κ.

Τ. και ο Δ. Σ.. Ο μεν Κ. Τ. υπέστη θλαστικό τραύμα αριστερού αγκώνα, έγκαυμα τριβής δεξιού αντίχειρα και ευθειασμό ΑΜΣΣ και νοσηλεύθηκε επί τριήμερο στη Β' Χειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης, ο δε Δ. Σ. υπέστη σοβαρότατες σωματικές κακώσεις και, συγκεκριμένα, υπαραχνοειδή αιμορραγία, κατάγματα πλευρών αριστερού ημιθωρακίου, αιμορραγικές θλάσεις εντερικού σωλήνα, γραμμοειδή ρήξη ήπατος και αιμοπεριτόναιο, συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε την ίδια ημέρα και περί ώρα 14.50' ο θάνατος του στο ίδιο ως άνω νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, υιοθετώντας την άποψη του διορισθέντος από αυτούς πραγματογνώμονα Γ. Τ. που εκφράζεται στην προσκομιζόμενη από αυτούς υπ' αριθμόν …/2016 ιδιωτική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να θεμελιώσουν την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου Κ. Τ., ότι η ταχύτητα, που είχε αναπτύξει ο τελευταίος, κατά τον αμέσως πριν από την επέλευση του ατυχήματος χρόνο, ανερχόταν σε 127,99 χλμ/ώρα και ότι, κατά το χρόνο που ο θανών επιχείρησε να εισέλθει στην επαρχιακή οδό, το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εναγόμενος, βρισκόταν σε απόσταση 88-90 μέτρων.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός και κατά δύο σκέλη του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφενός μεν διότι, εάν ο εναγόμενος είχε προσπέσει με την προαναφερόμενη ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο θανών, τούτο, λόγω της ιδιαίτερα σφοδρής πρόσκρουσης, θα ωθείτο βίαια προς τα πίσω σε σχέση με τη θέση του επί του οδοστρώματος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και, κατά πάσα πιθανότητα, θα εκτρεπόταν της οδού, όλως δεξιά της λωρίδας κυκλοφορίας προς το Λαγκαδά και ενδεχομένως θα ανατρεπόταν, αλλά πάντως δεν θα παρέμενε στη θέση όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση, όπως συνέβη εν προκειμένω (βλ τις φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται η τελική θέση τούτου μετά το ατύχημα, καθώς και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα), ενώ με βεβαιότητα θα τραυματιζόταν σοβαρότερα ο εναγόμενος οδηγός και, επίσης, θα τραυματιζόταν η επιβαίνουσα στο αυτοκίνητο οκτάχρονη εγγονή του, λόγω της βίαιης μετατόπισής τους προς τα εμπρός, αφετέρου δε αποκλείεται η απόσταση, που μεσολαβούσε μεταξύ των δύο οχημάτων, όταν το υπ1 αριθμόν … ΙΧΕ αυτοκίνητο εισήλθε στην οδό από την παρόδια ιδιοκτησία, να ανερχόταν σε 88-90 μέτρα, όπως υποστηρίζει μη πειστικά ο πραγματογνώμονας, αφού η τοιαύτη κρίση του δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί πώς συνήχθη και, επιπλέον, αντιτίθεται στο μήκος των ιχνών τροχοπέδησης, που κατέλειπε στο οδόστρωμα το υπ' αριθμόν ….

αυτοκίνητο, αμέσως μόλις ο οδηγός του αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και τα οποία ανέρχονται σε 34 μόνο μέτρα. Εξάλλου, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εναγόμενος, έβαινε με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα, όπως ισχυρίζεται αυτός και δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στηριζόμενο στο από 19-7-2013 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης (νομογράφημα), στο οποίο, με βάση το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης (34 μέτρα και όχι 42, όπως προφανώς από παραδρομή εσφαλμένα αναγράφεται στο ως άνω δελτίο) και τον παράγοντα τριβής, προσδιορίζεται η ταχύτητα του υπ' αριθμόν … αυτοκινήτου σε 80 χλμ/ώρα, χωρίς να συνυπολογίζεται, όμως, η απορροφηθείσα λόγω της σύγκρουσης, με την προσμέτρηση και της οποίας ήχθη το παρόν Δικαστήριο στην ανωτέρω κρίση ότι η ταχύτητα, με την οποία έβαινε το πιο πάνω όχημα, ανερχόταν σε 90 περίπου χλμ/ώρα.

Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι το προαναφερόμενο τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε με αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος Δ. Σ.. Η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι αυτός, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει, ως μέσος συνετός και επιμελής οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή λογική και πείρα και την οποία επιμέλεια και προσοχή, αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει, οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, προτιθέμενος να εξέλθει από την παρόδια ιδιοκτησία του εργοστασίου, στον προαύλιο χώρο του οποίου είχε σταθμευμένο το πιο πάνω αυτοκίνητο και να εισέλθει στην επαρχιακή οδό Λαγκαδά - Ρεντίνας, δεν παραχώρησε προτεραιότητα στον εναγόμενο, που εκινείτο με το αυτοκίνητο του στην οδό αυτή;

ακινητοποιώντας το όχημά του πριν εισέλθει στην οδό, ώστε να διέλθει το αυτοκίνητο του εναγομένου και παραβιάζοντας έτσι με την πιο πάνω οδηγική του συμπεριφορά, η οποία τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος, τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Αντίθετα, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό, οποίος εκινείτο με σύνεση και προσοχή και, μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο του υπ' αριθμόν … αυτοκινήτου στην οδό, επί της οποίας εκινείτο και την παρεμβολή αυτού στην κανονική πορεία του, επενέργησε αμέσως στο σύστημα πέδησης του αυτοκινήτου του και πραγματοποίησε ορθό και ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό προς αποτροπή της σύγκρουσης.

Η μικρή δε υπέρβαση από τον εναγόμενο του ορίου ταχύτητας, το οποίο στο συγκεκριμένο σημείο ανερχόταν σε 70 χλμ/ώρα, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (σύγκρουση) και δεν συνετέλεσε στο ατύχημα, το οποίο επισυνέβη, όπως προελέχθη, αποκλειστικά και μόνο λόγω της κάθετης εισόδου του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο θανών, στο ρεύμα πορείας του εναγομένου όλως αιφνίδια και ανέλεγκτα και της παραβίασης της προτεραιότητας του τελευταίου και δεν θα αποτρεπόταν, ακόμη και εάν έβαινε αυτός με μικρότερη ταχύτητα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και, αφού δέχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα πρέπει να καταλογισθεί στον εναγόμενο, απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του, ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και οι αντίθετες αιτιάσεις των εναγόντων, που περιλαμβάνονται στην έφεσή τους, πρέπει να απορριφθούν.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά τα δύο πρώτα σκέλη του οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να προσάψουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 Α.Κ. και αυθαίρετα κατά παράβαση των αποδεικτικών κανόνων των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 4 και 339 Κ.Πολ.Δ.

και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, σε αντίθεση με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν μεταξύ των οποίων και η έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης δέχτηκε α) ότι ο εναγόμενος βρισκόταν σε απόσταση μόνο 40 μέτρων, όταν εξήρχετο του προαυλίου χώρου ο Δ. Σ., β) ότι αυτός (εναγόμενος) αντέδρασε άμεσα και ακαριαία με παρατεταμένη πέδηση του οχήματος του και πραγματοποίησε ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του γ) ότι ο εναγόμενος εξάντλησε κάθε προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης και δ) ότι ο εναγόμενος δεν είχε τελικά την αυξημένη ταχύτητα (στο μέγεθος της οποίας υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες), αφού αν είχε προσπέσει με τέτοια αυξημένη ταχύτητα στο αυτοκίνητο του θανόντος, τούτο θα ωθείτο βίαια προς τα πίσω από την τελική του θέση επί του οδοστρώματος κατά την στιγμή της σύγκρουσης και ενδεχομένως θα ανατρεπόταν.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να προσάψουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι κατά παράβαση των αποδεικτικών κανόνων των διατάξεων του άρθρου 336 παρ. 4 και 339 Κ.Πολ.Δ. και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, σε αντίθεση με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν μεταξύ των οποίων η έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης αυθαίρετα κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι ο εναγόμενος θα τραυματιζόταν σοβαρότερα όπως και η συνεπιβαίνουσα εγγονή του εξαιτίας της βίαιης μετατόπισης των προς τα εμπρός έαν έτρεχε με ταχύτητα 127,99 χιλ/ωρα και πως η απόσταση των δύο οχημάτων αποκλείεται να ήταν αυτή των 88-90 μέτρων(όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες αναφορικά με το μέγεθος της ταχύτητας και την απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων).

Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά τα δύο πρώτα σκέλη του ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα και με τον δεύτερο λόγο ως πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως παραπάνω αναφέρονται, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, και ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού σε σχέση με την επικαλούμενη παράβαση από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, σε σχέση δε με την επικαλούμενη παράβαση από τον αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η τυχόν ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή δεν προσδιορίζεται αν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπείς ή αντιφατικές και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005),οι πλημμέλειες αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλομένων πλημμελειών της παραβάσεως ευθέως αλλά και εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα δύο πρώτα σκέλη του με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως και ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθούν ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι σύμφωνα με τα παραπάνω. Τέλος με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αναφέροντας σχετικώς ότι "περίπτωση που εμπίπτει στο άρθρο 559 αρ. 11 είναι η από το δικαστήριο μη λήψη υπόψη επικληθέντων και προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα". Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω σκέλος του είναι αόριστος και απορριπτέος αφού οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη του δικαστηρίου σε σχέση με αυτά.

Εξάλλου η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως μετά από αυτά, αφού απορρίπτονται ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Απορρίπτει την από 3-5-2018 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1462/115/2018) αίτηση για αναίρεση της 655/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του ΑΠ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ