Supreme Court dismisses insurance company's appeal on traffic accident damages, rejecting fraud claims as inadmissible.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a first-instance judgment awarding damages for a traffic accident. The appellant argued that the driver committed perjury by submitting an incorrect map, but the court found this claim unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, the appeal costs were returned to the state, and the insurance company was ordered to pay the appellant's legal fees.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be substantiated by valid legal grounds, and mere allegations of perjury without corroborating evidence do not justify overturning a final judgment.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 943 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 943/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" (πρώην "ERGO ΑΕΕΖ") και ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Κουγιουμτζοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 19-1-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 21-1-2021 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαντώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4567/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7336/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-10-2019 (αρ. κατ. 89663/130/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 7336/2018 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 18-11-2011 και με αρ. κατάθεσης 13925/2011 αγωγή, την οποία άσκησε o ενάγων -αναιρεσίβλητος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στρεφόμενος κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με τη επωνυμία ERGO ήδη αναιρεσείουσας ισχυρίστηκε, ότι την 21-7-2011(όπως παραδεκτά διορθώθηκε η αγωγή ως προς την ημερομηνία του ατυχήματος) η οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην εναγόμενη, προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική της υπαιτιότητα και συγκεκριμένα συγκρούστηκε από υπαιτιότητα της και κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή με το με αρ.
κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που οδηγούσε ο ίδιος, με αποτέλεσμα τις υλικές ζημιές που επήλθαν συνεπεία της σύγκρουσης στο αυτοκίνητο του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 6.498,67 ευρώ ως αποζημίωση για την ζημιά που του προκάλεσε το ατύχημα και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.4567/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε μερικά δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της. Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη - εκκαλούσα άσκησε την από 30-10-2013 και με αρ. κατάθεσης 148829/2442/2013 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος είναι η οδηγός του ασφαλισμένου στην εκκαλούσα αυτοκινήτου και ότι προκύπτουν ενδείξεις για την εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων αυτής (εκκαλούσας), του μάρτυρα και του πραγματογνώμονα του αδικήματος της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, απέρριψε την έφεση στην ουσία της και διέταξε την με επιμέλεια της γραμματέα διαβίβαση αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και των σε αυτή αναφερομένων εγγράφων στον αρμόδιο εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τις δικές του ενέργειες, ενώ επέβαλε στην εκκαλούσα κατ' άρθρο 205 Κ.Πολ.Δ.
χρηματική ποινή 1.000 ευρώ, διότι αυτή διεξήγαγε, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση, τη δίκη παρελκυστικά και δεν τήρησε το καθήκον αληθείας .
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Με τα παρακάτω άρθρα του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζονται τα ακόλουθα. Άρθρο 2 "Οδός ταχείας κυκλοφορίας": οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες παρά μόνο με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους και η οποία:
α) συνδέεται μόνο με ειδικής διάταξης ισόπεδους ή ανισόπεδους κόμβους με το υπόλοιπο κύριο οδικό δίκτυο, β) δεν διασταυρώνεται ισόπεδα με άλλη οδό, μονοπάτι, σιδηροδρομική ή τροχιοδρομική γραμμή και γ) έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως οδός ταχείας κυκλοφορίας.
Άρθρο 12 παρ.1 Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών.
Αρθ 16 παρ 2. ο οδηγός, με εξαίρεση την περίπτωση απολύτου ανάγκης, υποχρεούται να κινείται αποκλειστικά στις καθοριζόμενες για την κατηγορία του οχήματός του ειδικές οδούς, οδοστρώματα και λωρίδες κυκλοφορίας όπου υφίστανται τέτοιες. Παρ..4. ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν.
Άρθρο 19 παρ. 1. ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων.....ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας.
Αρθρο 21 παρ. 1. ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους.
Αρθ. 26 παρ. 1. Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. 4.
Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση. 5. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ` εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα...... Αρθ 29 παρ. 1 Στους αυτοκινητόδρομους και στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, οι οποίες διακρίνονται από τις ειδικές πινακίδες σήμανσης και στις οδούς εισόδου και εξόδου εξ αυτών, απαγορεύεται η κυκλοφορία πεζών, εφίππων, ζώων, ποδηλάτων, ζωηλότων οχημάτων και γενικά οχημάτων τα οποία δεν κινούνται με κινητήρα, ως και μηχανοκίνητων οχημάτων τα οποία εξ υπολογισμού ή εκ κατασκευής ή εξ άλλης αιτίας δεν μπορούν να αναπτύξουν σε οριζόντια οδό ταχύτητα μεγαλύτερη των "70 χιλιομέτρων την ώρα, (όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 30 Ν. 4530/2018 με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων." 5.
Οι Οδηγοί που εισέρχονται σε αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας υποχρεούνται: α) Αν η οδός εισόδου δεν συνεχίζεται με λωρίδα επιτάχυνσης, να παραχωρούν προτεραιότητα στα κινούμενα οχήματα επί του αυτοκινητόδρομου ή της οδού ταχείας κυκλοφορίας. β) Αν υπάρχει λωρίδα επιτάχυνσης, να χρησιμοποιούν αυτήν και εισερχόμενοι στον αυτοκινητόδρομο ή την οδό ταχείας κυκλοφορίας να συμμορφώνονται με αυτό που ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα 6.
Ο οδηγός που εξέρχεται από αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας υποχρεούται να καταλάβει έγκαιρα τη λωρίδα κυκλοφορίας που αντιστοιχεί στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου ή της οδού ταχείας κυκλοφορίας και να εισέλθει το ταχύτερο στη λωρίδα επιβράδυνσης, αν υπάρχει τέτοια.
Με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο", και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται, στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007), όπως, μεταξύ άλλων, είναι και ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο κήρυξης ή μη κήρυξης απαραδέκτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, προς την οποία είναι αντίστοιχη η διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.
Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017).
Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. προς την οποία είναι αντίστοιχη η διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1β ΚΠολΔ. "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".
Η από την διάταξη αυτή προβλεπόμενη παράβαση ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τέλος, λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς την οποία είναι αντίστοιχη η διάταξη από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις. (Α.Π. 1530/2008 Α.Π. 98/2004).
Επομένως δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, εάν ληφθούν υπόψη προς αιτιολόγηση της βάσεως της αγωγής περιστατικά, που προέκυψαν μεν κατά την αποδεικτική διαδικασία, αλλά δεν είχαν περιληφθεί στην αγωγή. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, προς την οποία είναι αντίστοιχη η διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο: α) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με το να δεχθεί ότι το σημείο της σύγκρουσης είναι αυτό ακριβώς που αναφέρει ο εφεσίβλητος στην αγωγή του και αποδέχτηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ήτοι το τελευταίο άνοιγμα της νησίδας που διαχωρίζει την οδό Κηφισίας με την παράλληλη βοηθητική οδό και ότι το άνοιγμα αυτό βρίσκεται στον αρ.23 της Λεωφόρου Κηφισίας, αφού τέτοιοι ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στην κρινόμενη αγωγή και δεν έχουν προβληθεί νόμιμα από τον αναιρεσίβλητο και β) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νομίμως από αυτήν (αναιρεσείουσα) και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και κυρίως τους νομίμους προταθέντες ισχυρισμούς της, ότι η τροχαία ή τυχόν άλλη αρμόδια αρχή δεν επελήφθη του ατυχήματος, δεν συντάχτηκε δελτίο ατυχήματος και δεν κλήθηκε η φροντίδα ατυχήματος, δεν λήφθηκαν φωτογραφίες του αυτοκινήτου του ενάγοντος και δεν διαπιστώθηκε η προ του ενδίκου ατυχήματος κατάσταση αυτού και η εμπορική του αξία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολο του ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου, αλλά όσον αφορά την υπό α αιτίαση συνιστούν διευκρινιστικά περιστατικά και συμπεράσματα του δικαστηρίου, χωρίς αυτοτελή ύπαρξη, που προκύπτουν από τις αποδείξεις ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό του τόπου του ατυχήματος και όσον αφορά την υπό β αιτίαση συνιστούν αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη A) ότι το δικαστήριο με το να δεχθεί 1) ότι το σήμα STOP, το οποίο υπάρχει επί της νησίδας, που διαχωρίζει την κυρίως οδό Κηφισίας με την παράλληλη βοηθητική οδό και αφορά τα κινούμενα επί της δεύτερης οδού οχήματα, δεν επιτρέπει στα οχήματα που κινούνται επί της οδού Κηφισίας να εισέλθουν στην παράλληλη αυτής βοηθητική οδό από το άνοιγμα της διαχωριστικής νησίδας, στο σημείο που συνέβη το ένδικο ατύχημα, και παρά το γεγονός, ότι δεν υφίσταται σχετική σήμανση στην πορεία των οχημάτων, που κινούνται επί της Λεωφόρου Κηφισίας, η οποία να απαγορεύει την δια δεξιάς στροφής έξοδο τους προς την βοηθητική οδό 2) ότι η θέση του σήματος υποχρεωτικής διακοπής πορείας STOP,το οποίο υπήρχε επί της διαχωριστικής νησίδας μετά το άνοιγμα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντος, έχει την έννοια της υποχρεωτικής διακοπής πορείας του κινουμένου επί της βοηθητικής οδού οχήματος μόνο στην περίπτωση που αυτό εξέρχεται από αυτήν (βοηθητική οδό) προς την Λεωφόρο Κηφισίας με σκοπό να κινηθεί επ' αυτής, ενώ δεν έχει την έννοια υποχρεωτικής διακοπής πορείας, αν η πορεία του είναι ευθεία εντός της βοηθητικής οδού, ώστε στην περίπτωση αυτή να διακόψει την κίνηση του και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα επί της Λεωφόρου Κηφισίας κινούμενα και προτιθέμενα να εισέλθουν και να κινηθούν στην βοηθητική οδό αυτοκίνητα, και 3)ότι η μορφή του ανοίγματος δεν επιτρέπει στα οχήματα που κινούνται στην οδό Κηφισίας να εισέλθουν στην βοηθητική οδό και ότι το μήκος του ανοίγματος δεν επιτρέπει σε δύο οχήματα να πραγματοποιήσουν συγχρόνως είσοδο και έξοδο από το κυρίως ρεύμα της Λεωφόρου Κηφισίας και το αντίθετο και ότι συνεπώς, εφόσον το σήμα STOP απευθύνεται στον οδηγό, που κινείται στην βοηθητική οδό, τότε δεν υπάρχει χώρος για να εισέλθει στην οδό αυτή το όχημα που κινείται στην Λεωφόρο Κηφισίας, αλλά αν το επιχειρήσει θα διακοπεί η κίνηση επί της Λεωφόρου Κηφισίας, ερμήνευσε με τις παραπάνω παραδοχές του εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 4 ν.2696/1999 και υπήγαγε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχτηκαν στις διατάξεις των άρθρων 12 πρ.1,16 παρ. 2 και 4 ,19 παρ. 1 και 3 και 21 παρ. 1 ν. 2696/1999, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα στην κρινόμενη περίπτωση, αν και δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ αντίθετα δεν εφάρμοσε το άρθρο 26 με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 29 του ν.2696/1999 αν και συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής τους, εν όψει του ότι το ασφαλισμένο σε αυτή αυτοκίνητο κινούμενο επί της Λεωφόρου Κηφισίας, η οποία είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας, δεν πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά αλλά έξοδο από την παραπάνω οδό στην οποία κινείτο με ταυτόχρονη είσοδο στην παράλληλη βοηθητική οδό αυτής έχοντας και σύμφωνα με τα άρθρα 26 και 29 του ν.2696/1999 προτεραιότητα ως κινούμενο σε οδό ταχείας κυκλοφορίας έναντι του ενάγοντος, ο οποίος όφειλε ανεξαρτήτως ύπαρξης σήματος STOP στην πορεία του να διακόψει την κίνηση του προ του ανοίγματος της νησίδας, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που εισέρχονταν από την Λεωφόρο Κηφισίας στην βοηθητική οδό.
Β) Ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και στην συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 26 παρ. 5 ν. 2696/1999 και να υπαγάγει σε αυτόν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία σε οδούς όπως η Λεωφόρος Κηφισίας, που προσφέρουν απρόσκοπτη και συνεχή κίνηση των οχημάτων, ο κινούμενος επί της παράλληλης βοηθητικής οδού της Λεωφόρου Κηφισίας, είτε έχει είτε δεν έχει στην πορεία του πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας υποχρεωτικής διακοπής πορείας STOP, υποχρεούται προηγουμένως να ακινητοποιήσει το όχημα του και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα εισερχόμενα από την Λεωφόρο Κηφισίας στην βοηθητική αυτής οδό οχήματα και αντιστρόφως ο κινούμενος επί της βοηθητικής οδού της Λεωφόρου Κηφισίας που σκοπεύει να εξέλθει από αυτήν και να κινηθεί επί της Λεωφόρου Κηφισίας ακόμη και αν δεν έχει STOP στην πορεία του υποχρεούται να ελέγξει και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της Λεωφόρου Κηφισίας οχήματα, με αποτέλεσμα εσφαλμένα και παρά τα αντιθέτως αποδειχθέντα και ενώ αποδέχτηκε τον χαρακτήρα της Λεωφόρου Κηφισίας ως Λεωφόρου να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι δεν αποδείχτηκε, ότι η Λεωφόρος Κηφισίας είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
ισχυριζόμενη, ότι χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της ισχύουσας προτεραιότητας του ασφαλισμένου στην εκκαλούσα αυτοκινήτου έναντι του αυτοκινήτου του αναιρεσίβλητου δέχτηκε ότι α) στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε επαρκής χώρος για τον προς τα δεξιά ελιγμό της ασφαλισμένης στην εκκαλούσα οδηγού και για τον λόγο αυτό παρανόμως εισήλθε στην παράλληλη βοηθητική οδό, αν και δεν υπήρξε τέτοιος ισχυρισμός και παρά το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η προβλεπόμενη από το άρθρο 26 του ν.2696/1999 εξαίρεση όσον αφορά την προτεραιότητα της παραπάνω οδηγού έναντι του κινουμένου επί της βοηθητικής οδού αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου και β) ότι η αναφορά ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στον αρ. 23 της Λεωφόρου Κηφισίας, όπου βρίσκεται το κτίριο της υπηρεσίας εσωτερικών υποθέσεων της ΕΛΑΣ έρχεται σε αντίφαση με την προηγούμενη παραδοχή ότι συμπίπτει ο τόπος του ατυχήματος που δήλωσε η ασφαλισμένη με τον τόπο που αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή του.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 7336/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον δεύτερο και τρίτο λόγο της αναίρεσης: "Την 21-7-2011 και περί ώρα 18.00 ο εφεσίβλητος, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο του, εκινείτο επί της παράλληλης βοηθητικής οδού ("παραδρόμου"), μονής κατευθύνσεως, του ρεύματος πορείας της οδού Κηφισίας, με κατεύθυνση προς Αθήνα.
Συγχρόνως το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην εκκαλούσα και οδηγούσε η Κ. - Ε. Μ., εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του κυρίως ρεύματος της λεωφόρου Κηφισίας, κατευθυνόμενο και αυτό προς Αθήνα. Όταν η οδηγός Κ. - Ε. Μ. έφθασε προ του σημείου που η διαχωριστική νησίδα - διάζωμα που χωρίζει την οδό Κηφισίας με την ως άνω παράλληλη βοηθητική οδό ("παράδρομο"), διακόπτεται, δηλαδή υπάρχει "άνοιγμα" ούτως ώστε να δύνανται τα οχήματα που κινούνται σε αυτήν να εξέλθουν στη οδό Κηφισίας, επιχείρησε αιφνίδια και αντικανονικά με δεξιό ελιγμό να εισέλθει από την κυρίως οδό στη βοηθητική οδό χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο ασφαλώς για το κινούμενο επί της βοηθητικής οδού οχήματος του εφεσιβλήτου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 2 και 4, 19 παρ. 1 και 3 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ.
Η ενέργεια αυτή της οδηγού Κ. - Ε. Μ. είχε σαν αποτέλεσμα να επιπέσει με την εμπρόσθια πλάγια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της επί της εμπρόσθιας και αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου του εφεσιβλήτου, προκαλώντας υλικές ζημίες στο αυτοκίνητο αυτό. Απ' όλα τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι το σημείο της συγκρούσεως είναι αυτό ακριβώς που αναφέρει ο εφεσίβλητος στην αγωγή του και αποδέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ήτοι το τελευταίο "άνοιγμα", δηλαδή διακοπή της νησίδας που διαχωρίζει την οδό Κηφισίας με την παράλληλη βοηθητική οδό.
Ειδικότερα, ο μεν εφεσίβλητος στην αγωγή του αναφέρει ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο "λίγο πριν από το θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ"", η δε οδηγός του ασφαλισμένου από την εκκαλούσα οχήματος, Κ.-Ε. Μ., στην υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος που υπέγραψε, αναφέρει "επί της οδού Κηφισίας 23 λίγο πριν το φανάρι του Υγεία". Το σημείο αυτό της οδού βρίσκεται έμπροσθεν του κτηρίου της υπηρεσίας εσωτερικών υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως ειδικότερα προκύπτει ότι το σχετικό έγγραφο που προσκομίζει ο εφεσίβλητος (σχετικά 9-13).
Συνεπώς, μεταξύ της αγωγής του εφεσιβλήτου και της δηλώσεως της οδηγού Κ.-Ε. Μ., δεν υπάρχει αντίφαση εφόσον το σημείο έμπροσθεν του αριθμού 23 της οδού Κηφισίας, είναι ακριβώς το τελευταίο "άνοιγμα" - διακοπή της νησίδας προ του θεραπευτηρίου "ΥΓΕΙΑ" και έμπροσθεν του κτηρίου της υπηρεσίας εσωτερικών υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας.
Στο σημείο αυτό της οδού, υπάρχει σήμα STOP επί της νησίδας που διαχωρίζει την κυρίως οδό Κηφισίας με την παράλληλη βοηθητική οδό, ώστε να υποχρεούται ο οδηγός που βαίνει στην βοηθητική παράλληλη οδό να ακινητοποιεί το όχημά του πριν εισέλθει στο κυρίως ρεύμα της οδού Κηφισίας. Από τη διάταξη της οδού, το μικρό μήκος του ανοίγματος της διαχωριστικής νησίδας, τη μορφή της νησίδας στα δύο άκρα της, δηλαδή εκεί που αρχίζει το άνοιγμα και εκεί που τελειώνει το άνοιγμα και τη θέση του σήματος STOP προκύπτει ότι στο σημείο εκείνο δεν επιτρέπεται στα οχήματα που κινούνται επί της οδού Κηφισίας να εισέλθουν στην παράλληλη βοηθητική οδό, αλλά αντίθετα προβλέπεται στα οχήματα που κινούνται επί της παράλληλης βοηθητικής οδού να βγουν στην οδό Κηφισίας και αυτό για τους ακόλουθους λόγους:
Πρώτον, η θέση του STOP, επί της διαχωριστικής νησίδας, μετά το "άνοιγμα" - διακοπή της, δεικνύει ότι ο οδηγός του οχήματος που κινείται επί της παράλληλης βοηθητικής οδού πρέπει να ακινητοποιήσει την πορεία του μόνο όταν επιθυμεί να εισέλθει στην κυρίως οδό Κηφισίας, διότι το STOP βρίσκεται αριστερά του, ως προς την πορεία του.
Συνεπώς, δεν οφείλει να ακινητοποιήσει το όχημά του αν η πορεία του είναι ευθεία εντός της παράλληλης βοηθητικής οδού. Δεύτερον, η τομή της νησίδας στο σημείο του ανοίγματος, δηλαδή το τελείωμα της νησίδας που οριοθετεί το άνοιγμα, δεν είναι κάθετη ως προς την κίνηση των οχημάτων, αλλά εγκάρσια, δηλαδή, δημιουργεί οξεία γωνία - "μύτη" από τη πλευρά της Κηφισίας, και αμβλεία γωνία από την πλευρά της βοηθητικής οδού, ώστε να μην δύναται το όχημα που κινείται επί της οδού Κηφισίας να εισέλθει στον "παράδρομο", αλλά αντίθετα να διευκολύνεται το όχημα που κινείται στην βοηθητική παράλληλη οδό ("παράδρομο") να πάρει θέση και να βγει στην Κηφισίας. Τρίτον, το μήκος του ανοίγματος δεν επιτρέπει σε δύο οχήματα να πραγματοποιήσουν συγχρόνως είσοδο και έξοδο από το κυρίως ρεύμα της Κηφισίας και το αντίθετο.
Συνεπώς, εφόσον το σήμα STOP απευθύνεται στον οδηγό που κινείται επί της παράλληλης οδού, όταν αυτός επιθυμεί να εισέλθει στο κυρίως ρεύμα της Κηφισίας, τότε, δεν υπάρχει χώρος για να εισέλθει στην παράλληλη οδό το όχημα που κινείται επί της Κηφισίας, αλλά αν το επιχειρήσει αυτό, αναγκαστικά θα διακοπεί η κίνηση επί της Κηφισίας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πράγματι η ασφαλισμένη στην εκκαλούσα οδηγός, αντικανονικά και παρανόμως εισήλθε εντός της παράλληλης βοηθητικής οδού με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του οχήματος που οδηγούσε ο εφεσίβλητος ο οποίος έβαινε κανονικά επί της παράλληλης βοηθητικής οδού με ευθεία πορεία. Η εκκαλούσα ακριβώς επειδή γνωρίζει αφενός την ανωτέρω διάταξη της οδού στο σημείο που έγινε το ατύχημα και αφετέρου ότι η ασφαλισμένη σε αυτήν οδηγός, Κ.-Ε.
Μ., δήλωσε ότι το ατύχημα έγινε στο σημείο με αριθμό 23, εσφαλμένα και παρελκυστικά ισχυρίζεται ότι ο αριθμός 23 της οδού είναι σε άλλο σημείο, ήτοι σε προγενέστερο "άνοιγμα" της διαχωριστικής νησίδας. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα, επειδή δεν δύναται να αμφισβητήσει τις ανωτέρω παραδοχές, ρητώς συνομολογεί δια του δευτέρου λόγου της εφέσεώς της ότι το ατύχημα έγινε μεν επί του αριθμού 23 της οδού Κηφισίας, αλλά προσκομίζει την από 3-9-2011 τεχνική έκθεση που συνέταξε πρόσωπο με το όνομα Γ.
Π. και φέρει τον τίτλο "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" με σχεδιάγραμμα σε χαρτί μιλιμετρέ και φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν το σημείο της οδού όπου βρίσκεται ο αριθμός 29 επί της οδού Κηφισίας, ήτοι το προηγούμενο "άνοιγμα" - διακοπή της διαχωριστικής νησίδας, αλλά το αναφέρουν εσφαλμένα ως αριθμό 23. Έτσι, η ανωτέρω τεχνική έκθεση.
στο συνημμένο σχεδιάγραμμα σε χαρτί "μιλιμετρέ" αναγράφει τον αριθμό 23 σε προγενέστερο "άνοιγμα" - διακοπή της διαχωριστικής νησίδας. Επίσης, οι συνημμένες στην τεχνική έκθεση φωτογραφίες απεικονίζουν το σημείο της οδού έναντι του αριθμού 29 της οδού, όπου βρίσκεται η αντιπροσωπεία της εταιρείας "SUZUKI Σφακιανάκης".
Η εκκαλούσα προέβη στην πράξη αυτή, ήτοι προσεκόμισε φωτογραφίες του αριθμού 29 το οποίο ονομάζει ως σημείο έναντι αριθμού 23, προκειμένου να παραπλανήσει το δικαστήριο ως προς τη διάταξη της οδού και της σημάνσεως STOP, ως προς τη δυνατότητα της ασφαλισμένης της οδηγού να εισέλθει εντός της παράλληλης βοηθητικής οδού και ως προς την υποχρέωση του εφεσίβλητου να ακινητοποιήσει το όχημά του.
Δηλαδή, οι φωτογραφίες που προσκομίζονται από την εκκαλούσα και είναι προσαρτημένες στην τεχνική έκθεση, απεικονίζουν τη διακοπή της διαχωριστικής νησίδας σε άλλο σημείο από αυτό που έγινε η σύγκρουση. Συγκεκριμένα το σημείο που απεικονίζεται πλησίον την πεζογέφυρας της οδού Κηφισίας, η οποία απεικονίζεται στην πρώτη φωτογραφία και στο σημείο που βρίσκεται η αντιπροσωπία αυτοκινήτων SUZUKI.
Όμως, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα που προσκομίζει ο εφεσίβλητος, η αντιπροσωπεία SUZUKI βρίσκεται στο σημείο όπου η οδός Κηφισίας έχει τον αριθμό 29. Επίσης, από το σχεδιάγραμμα του χάρτου "μιλιμετρέ" προκύπτει ότι το "άνοιγμα" αυτό της νησίδας είναι το δεύτερο πριν από το νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" και όχι το τελευταίο.
Εντούτοις, το πρόσωπο που συνέταξε το σχεδιάγραμμα στο χαρτί "μιλιμετρέ" ανέγραψε τον αριθμό 23 σε αυτό το σημείο, ενώ όφειλε να αναγράψει τον αριθμό 29. Αυτό το γεγονός, δεν οφείλεται σε εκ παραδρομής σφάλμα της εκκαλούσης, αλλά σε ηθελημένη απόπειρα να παραπλανήσει το δικαστήριο, καθόσον, αν το δικαστήριο επείθετο ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε στο σημείο αυτό (αριθμός 29), τότε η υπαιτιότητα βάρυνε τον εφεσίβλητο, διότι η διάταξη της οδού ήταν εντελώς αντίθετη από αυτή που έγινε πράγματι η σύγκρουση.
Συγκεκριμένα, στο σημείο αυτό η διαχωριστική νησίδα είναι διακεκομμένη κατά τρόπο ώστε να διευκολύνει τα οχήματα που βαίνουν επί του κυρίως ρεύματος της Κηφισίας να εισέλθουν στην βοηθητική παράλληλο οδό ("παράδρομο"), τα δε οχήματα που βαίνουν επί της βοηθητικής οδού πρέπει να ακινητοποιήσουν υποχρεωτικά την πορεία τους, διότι το σήμα STOP δεν βρίσκεται επί της διαχωριστικής νησίδας, ώστε να είναι στο αριστερό μέρος της πορείας του οδηγού που οδηγεί στην παράλληλη οδό, αλλά αντίθετα βρίσκεται επί του δεξιού πεζοδρομίου, ώστε σε κάθε περίπτωση ο οδηγός να πρέπει να ακινητοποιήσει το όχημα του.....
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο της εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί διότι αφενός, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η οδός Κηφισίας είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας και αφετέρου, από το άρθρο 16 του ΚΟΚ, προκύπτει ότι ο οδηγός, με εξαίρεση την περίπτωση απολύτου ανάγκης, υποχρεούται να κινείται αποκλειστικά στις καθορισμένες για την κατηγορία του οχήματος του ειδικές οδούς, οδοστρώματα και λωρίδες κυκλοφορίας όπου υφίστανται τέτοιες.
Αν δεν έχει οριστεί λωρίδα κυκλοφορίας ή ειδική οδός γι' αυτούς, οι μεν οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων και βραδυκίνητων και βραδυπορούντων γενικά οδικών οχημάτων υποχρεούνται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 6 του Κώδικα αυτού, να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις οδούς οι οποίες έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κατά κατεύθυνση, οι δε οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκίνητων οχημάτων, καθώς και οι οδηγοί ζώων, υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφόσον υπάρχει, και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε επαρκής χώρος για τον προς δεξιά ελιγμό της ασφαλισμένης στην εκκαλούσα οδηγού και για το λόγο αυτό παρανόμως εισήλθε στην παράλληλη βοηθητική οδό. Γνωρίζοντας άλλωστε την αδυναμία της οδηγού να εισέλθει από το σημείο του αριθμού 23 η εκκαλούσα παρουσιάζει το σημείο του αριθμού 29, ως αριθμό 23.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα οδηγού στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των δύο οχημάτων πριν το ατύχημα, το ακριβές σημείο κίνησης των οχημάτων επί της οδού, η οδηγική συμπεριφορά των δύο οδηγών κατά τον πριν τη σύγκρουση χρόνο, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου.
Ειδικότερα αφού δέχτηκε ότι η Λεωφόρος Κηφισίας δεν είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας και επομένως τα επ' αυτής κινούμενα οχήματα δεν έχουν προτεραιότητα έναντι της βοηθητικής οδού κατ' άρθρο 26 ν.2696/1999 και ότι από την διάταξη της οδού, το μικρό μήκος του ανοίγματος της διαχωριστικής νησίδας, την μορφή της νησίδας στα δύο άκρα της και την θέση του σήματος STOP προκύπτει ότι στο σημείο εκείνο δεν επιτρέπεται στα οχήματα που κινούνται επί της οδού Κηφισίας να εισέλθουν στην παράλληλη βοηθητική οδό ,αλλά αντίθετα προβλέπεται στα οχήματα που κινούνται επί της παράλληλης βοηθητικής οδού να βγουν στην οδό Κηφισίας για τους λόγους που εκτίθενται στην απόφαση,(ενώ δεν δέχτηκε ότι το σήμα STOP δεν επιτρέπει στα κινούμενα επί της Λ.
Κηφισίας οχήματα την είσοδο στην βοηθητική αυτής οδό όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα), στην συνέχεια δέχτηκε ότι η ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας STOP που υπήρχε αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του αναιρεσίβλητου στην πορεία του, μετά το άνοιγμα - διακοπή της διαχωριστικής νησίδας ρυθμίζει την πορεία των οχήματων που κινούνται στην βοηθητική οδό και δηλώνει ότι αυτά, πρέπει να ακινητοποιήσουν το όχημα τους, μόνο όταν επιθυμούν να εισέλθουν στην κυρίως οδό Κηφισίας, παραχωρώντας προτεραιότητα στα επ' αυτής κινούμενα οχήματα, και όχι όταν η πορεία τους είναι ευθεία εντός της παράλληλης βοηθητικής οδού, όπως ήταν στην προκειμένη περίπτωση η πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντος, ο οποίος δεν όφειλε να διακόψει την κίνηση του, ενώ το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα αυτοκίνητο επιχείρησε αιφνίδια και αντικανονικά με δεξιό ελιγμό να εισέλθει από την κυρίως οδό στην βοηθητική χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει με ασφάλεια με αποτέλεσμα την σύγκρουση των δύο οχημάτων.
Οι ως άνω φερόμενες από την αναιρεσείουσα, ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται σύμφωνα με τα παραπάνω .Με βάση όλα τα παραπάνω το δικαστήριο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στις προαναφερθείσες διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 και 29 του ν.2696/1999 οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά την ειδικότερη υπό στοιχείο Α αιτίαση είναι απορριπτέος .Ο ίδιος λόγος κατά την ειδικότερη υπό στοιχείο Β αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προτεινόμενος διότι υπό την επίκληση της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (A.Π. 367/2020 ΑΠ 192/2016).Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου.
Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, όσα παρέλειψε, από το νόμο, τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 838/2011).Mε τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρθρ. 560 αρ.1 ΚΠολΔ διότι το δικαστήριο έκρινε αυτήν (αγωγή) ορισμένη ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών του ενδίκου ατυχήματος, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, αφού δεν προσδιορίζεται σε αυτή ο ακριβής τόπος του ατυχήματος, η τυχόν υφιστάμενη σήμανση στην πορεία αμφοτέρων των οχημάτων και η ισχύουσα προτεραιότητα ούτε ο χρόνος πρώτης άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου και η προ του ατυχήματος κατάσταση και εμπορική του αξία.
Με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, αφού απέρριψε την νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση αοριστίας της αγωγής, έκρινε αυτήν (αγωγή) ορισμένη, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη, λόγω έλλειψης εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προυπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του δηλαδή κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωση πλημμέλειας από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. απαραδέκτως προτείνεται διότι αφορά κήρυξη ακυρότητας που εμπίπτει στην ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμός 14 και δεν συμπεριλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
Οσον αφορά τον ίδιο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του στο δικόγραφο της αγωγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα περί ώρα 17.45 ...."οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας Peugeot τύπου 206 ,2000 κυβικών εκατοστών.... έβαινον κανονικά επί του παραδρόμου του προς Αθήνα ρεύματος πορείας της Λεωφόρου Κηφισίας στο ύψος αυτού λίγο πριν το θεραπευτήριο Υγεία περιοχής Δήμου Αμαρουσίου με κατεύθυνση προς Αθήνα.
Ο παράδρομος αυτός είναι στο σημείο εκείνο μονής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας πλέον αυτής που προορίζεται για την στάθμευση οχημάτων και καταλαμβάνεται από αυτά, χωρίζεται δε ο παράδρομος αυτός με το προς Αθήνα ρεύμα πορείας της Λεωφόρου Κηφισίας από έρεισμα (πεζοδρόμιο) το οποίο στο σημείο εκείνο διακόπτεται με άνοιγμα το οποίο έχει σχήμα από τον παράδρομο και προς τα έξω δίνοντας δηλαδή την δυνατότητα στα οχήματα που κινούνται στον ανωτέρω παράδρομο να εισέλθουν στην Λεωφόρο Κηφισίας.
Την παραπάνω ημέρα και ώρα, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από την Μ. Κ., ασφαλισμένο δε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία κατά το χρόνο της ενδίκου συγκρούσεως, λόγω της καταφανούς ελλείψεως της προσοχής της οδηγού του οχήματος αυτού, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, και γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματος της, (ώστε να δύναται σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, κινούμενο επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Λ.
Κηφισίας υε κατεύθυνση προς Αθήνα, και θέλοντας να εισέλθει στον ανωτέρω παράδρομο της Λ. Κηφισίας και κινηθεί επ' αυτού, επεχείρησε ξαφνικά, αντικανονικά, επικίνδυνα, ανέλεγκτα, απροειδοποίητα και παράνομα δεξιό ελιγμό για να εισέλθει από την δεξιά λωρίδα της Λ. Κηφισίας στην οποία αρχικά εκινείτο στον παράδρομο αυτής όπου εκινούμην εγώ, χωρίς όμως αφενός μεν να επιτρέπεται κάτι τέτοιο, αφού το άνοιγμα που δημιουργείται στο ανωτέρω έρεισμα - πεζοδρόμιο έχει σχήμα "από τον παράδρομο και προς τα έξω" και όχι "από τον παράδρομο και προς τα μέσα", αφετέρου δε επιχείρησε τον ως άνω ελιγμό, εντελώς ανέλεγκτα, ξαφνικά, απροειδοποίητα και επικίνδυνα, με την αυτή αυξημένη ταχύτητά της, χωρίς πρότερον να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο ευχερώς και με ασφάλεια χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών οχημάτων που χρησιμοποιούσαν το οδόστρωμα της οδού, και τα οποία κινούνταν πίσω, εμπρός ή πλάι της, και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στο κανονικά κινούμενο όχημά μου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 3 και 21 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., με αποτέλεσμα να επιπέσει με την εμπρόσθια και πλάγια δεξιά πλευρά του στην εμπρόσθια και αριστερή πλευρά του κανονικά κινούμενου αυτοκινήτου μου.
Αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνει η οδηγός του ζημιογόνου και ασφαλισμένου στην εναγομένη οχήματος, η οποία επεχείρησε να εισέλθει στον παράδρομο αφενός μεν ανέλεγκτα, επικίνδυνα, ξαφνικά, απροειδοποίητα και παράνομα, αφετέρου δε χωρίς να βεβαιωθεί πρότερον ότι μπορούσε να πράξει τούτο ευχερώς και με ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών οχημάτων που χρησιμοποιούσαν το οδόστρωμα της οδού, και τα οποία κινούνταν πίσω, εμπρός ή πλάι της, και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στο κανονικά κινούμενο όχημά μου, ενώ εγώ δεν μπορούσα να πράξω απολύτως τίποτα προς αποφυγή της σύγκρουσης, επειδή η κίνηση της υπαιτίου οδηγού ήταν εντελώς απότομη, ξαφνική και απροειδοποίητη, ενώ η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα, τη στιγμή που το ζημιογόνο όχημα επεχείρησε τον επικίνδυνο ελιγμό, ήταν ελάχιστη. Στην συνέχεια ο ενάγων εκθέτει ότι από την σύγκρουση αυτή το όχημα του υπέστη σημαντικές φθορές και βλάβες, για την αποκατάσταση των οποίων δαπανήσει για αγορά ανταλλακτικών και εργασίες επισκευής τα επιμέρους ποσά που αναφέρει στην αγωγή και συνολικά το ποσό των 5.498,67 ευρώ, το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει πλέον το ποσού 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής περιέχει με πληρότητα όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτού και επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος αφού οι φερόμενες παραλείψεις δεν συνιστούν αναγκαία στοιχεία της κρινόμενης αγωγής που αφορά αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας.
Mε τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά μεν το πρώτο σκέλος του ότι εσφαλμένα το δικαστήριο δέχτηκε ότι υφίστανται ενδείξεις τέλεσης από τους νομίμους εκπροσώπους της του αδικήματος της απάτης στο δικαστήριο και διατάχτηκε η διαβίβαση των στη απόφαση αναφερομένων εγγράφων στον αρμόδιο εισαγγελέα, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ότι εσφαλμένα της επιβλήθηκε ποινή κατ' άρθρο 205 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής αφού ακόμη και αν γίνει δεκτός, δεν έχει οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης όσον αφορά το μεταξύ των διαδίκων ζήτημα που ήχθη προς συζήτηση και κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , καθόσον , ενόψει των προαναφερόμενων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα προέβη στην περιγραφόμενη στην απόφαση πράξη, "ήτοι προσεκόμισε φωτογραφίες του αριθμού 29 το οποίο ονομάζει ως σημείο έναντι αριθμού 23, προκειμένου να παραπλανήσει το δικαστήριο ως προς τη διάταξη της οδού και της σημάνσεως STOP, ως προς τη δυνατότητα της ασφαλισμένης της οδηγού να εισέλθει εντός της παράλληλης βοηθητικής οδού και ως προς την υποχρέωση του εφεσιβλήτου να ακινητοποιήσει το όχημά του.
Δηλαδή, οι φωτογραφίες που προσκομίζονται από την εκκαλούσα και είναι προσαρτημένες στην τεχνική έκθεση, απεικονίζουν τη διακοπή της διαχωριστικής νησίδας σε άλλο σημείο από αυτό που έγινε η σύγκρουση. Συγκεκριμένα το σημείο που απεικονίζεται πλησίον την πεζογέφυρας της οδού Κηφισίας, η οποία απεικονίζεται στην πρώτη φωτογραφία και στο σημείο που βρίσκεται η αντιπροσωπία αυτοκινήτων SUZUKI.
Όμως, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα που προσκομίζει ο εφεσίβλητος, η αντιπροσωπεία SUZUKI βρίσκεται στο σημείο όπου η οδός Κηφισίας έχει τον αριθμό 29. Επίσης, από το σχεδιάγραμμα του, χάρτου "μιλιμετρέ" προκύπτει ότι το "άνοιγμα" αυτό της νησίδας είναι το δεύτερο πριν από το νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" και όχι το τελευταίο.
Εντούτοις, το πρόσωπο που συνέταξε το σχεδιάγραμμα στο χαρτί "μιλιμετρέ" ανέγραψε τον αριθμό 23 σε αυτό το σημείο, ενώ όφειλε να αναγράψει τον αριθμό 29. Αυτό το γεγονός, δεν οφείλεται σε εκ παραδρομής σφάλμα της εκκαλούσης, αλλά σε ηθελημένη απόπειρα να παραπλανήσει το δικαστήριο, καθόσον, αν το δικαστήριο επείθετο ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε στο σημείο αυτό (αριθμός 29), τότε η υπαιτιότητα βάρυνε τον εφεσίβλητο, διότι η διάταξη της οδού ήταν εντελώς αντίθετη από αυτή που έγινε πράγματι η σύγκρουση.
Συγκεκριμένα, στο σημείο αυτό η διαχωριστική νησίδα είναι διακεκομμένη κατά τρόπο ώστε να διευκολύνει τα οχήματα που βαίνουν επί του κυρίως ρεύματος της Κηφισίας να εισέλθουν στην βοηθητική παράλληλο οδό ("παράδρομο"), τα δε οχήματα που βαίνουν επί της βοηθητικής οδού πρέπει να ακινητοποιήσουν υποχρεωτικά την πορεία τους, διότι το σήμα STOP δεν βρίσκεται επί της διαχωριστικής νησίδας, ώστε να είναι στο αριστερό μέρος της πορείας του οδηγού που οδηγεί στην παράλληλη οδό, αλλά αντίθετα βρίσκεται επί του δεξιού πεζοδρομίου, ώστε σε κάθε περίπτωση ο οδηγός να πρέπει να ακινητοποιήσει το όχημά του", η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι "πρέπει να επιβληθεί στην εκκαλούσα η χρηματική ποινή του άρθρου 205 ΚΓΙολΔ, ποσού 1.000 ευρώ, διότι διεξήγαγε τη δίκη παρελκυστικά και δεν τήρησε το καθήκον αλήθειας" δεν ενέχει παραβίαση του κανόνα που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ.).
Επομένως μετά από αυτά, αφού απορρίπτονται ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2019 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 89663/130/17-10-2019) αίτηση για αναίρεση της 7336/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του ΑΠ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ