Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of notarized witness certificates used for evidentiary purposes.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's decision to reject notarized witness certificates. The appellants argued the lower court erred by excluding these documents, which were admitted during the first instance trial for evidentiary purposes. The court ruled that since the certificates were used to prove facts where witness testimony was permitted, their exclusion constituted no legal error under the relevant procedural code.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576 paragraphs 1-3 and 226 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure; Notarized witness certificates obtained for evidentiary purposes are admissible for judicial fact-finding and do not constitute inadmissible evidence merely because they were not used in the subsequent appeal proceedings.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 941 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 941/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του,στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. χήρας Ε., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. χήρας Κ., κατοίκου ..., 3) Χ. Μ. συζ. Γ., κατοίκου ... και 4) Σ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Β. και 2) Α. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αργυρή Χαραλαμποπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/6/1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/664/77ΤΠ/1997 μη οριστική, 78/2005 μη οριστική, 100/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 84/2010 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/1/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 1/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17/1/2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 84/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου η αίτηση για αναίρεση της 84/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Σάμου) δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά τα άρθρα 242 παρ.2, 573 Κ.Πολ.Δ. οι αναιρεσείοντες. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είχε αρχικώς ορισθεί η 21/9/2011 κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε κατόπιν αποδοχής από το δικαστήριο σχετικού αιτήματος των τελευταίων, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, ως εάν ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 559/2009, ΑΠ 1334/2010).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται μεταξύ των άλλων οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική, κατά το κύριο αίτημά της, αγωγή κυριότητας ακινήτου τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διαλαμβάνοντας σ' αυτή ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και πιο συγκεκριμένα ότι "το μεν δέχεται "...
ότι οι ενάγοντες είχαν πλήρη άγνοια και σύγχυση ως προς την ακριβή θέση, τη μορφολογία, την έκταση και τα όρια του κληρονομιαίου και στη συνέχεια διανεμηθέντος ακινήτου του δικαιοπαρόχου πατέρα τους ...", το δε δέχεται ότι "... η διαφιλονικούμενη έκταση εμβαδού 18.698,50 τ.μ. ..." αποτελεί τμήμα του ακινήτου, που (κατά τους αντιδίκους) ανήκει σ' αυτούς, χωρίς μάλιστα να προσδιορίσει από που προέκυψε η παραδοχή αυτή".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου καθώς και οι αιτιολογίες που λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και δεν διαλαμβάνονται όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες απορρίφθηκε, μετά από επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, η ένδικη αγωγή, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος των εφαρμοστέων νομικών κανόνων, παρεκτός του ότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν ανάγονται σε ζητήματα υπό την προδιαληφθείσα έννοια.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ.2 και 270 παρ.2 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, επί της οποίας η απόδειξη διεξήχθη κατά το προϊσχύσαν άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ. και εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ή ελληνικής προξενικής αρχής). Τούτο ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.10 α και β του Ν.2207/1994 και για όσες αγωγές, όπως η ένδικη, είχαν ασκηθεί και συζητηθεί πριν από την ισχύ του Ν. 2918/2001. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις όμως λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων επί θεμάτων για τα οποία επετράπη η απόδειξη με μάρτυρες, εκτός αν οι βεβαιώσεις αυτές δόθηκαν επίτηδες για να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες στη δίκη για τα θέματα που πρέπει να αποδειχθούν κατ' αυτή.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις 14 και 15/6-3-2007 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη, οι οποίες ελήφθησαν μετά προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων τους και τις οποίες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, κατά την αμέσως ανωτέρω αναφερόμενη συζήτηση, οι τελευταίοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη των θεμάτων για τα οποία επετράπη το εμμάρτυρο μέσο και σε σχέση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους ότι αυτοί έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).
Εξάλλου από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν στην προκείμενη δίκη. Στη συνέχεια το Εφετείο, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις με την αιτιολογία ότι αυτές αποτελούν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αλλά ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, επειδή, όπως δέχθηκε, αυτές έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν στη δίκη αυτή.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να μη λάβει υπόψη τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ. Κ.Πολ.Δ., γι' αυτό και ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ :
Απορρίπτει την από 17/11/2011 αίτηση των Ε. Α., Ε. Μ., Χ. Μ. και Σ. Τ. περί αναιρέσεως της 84/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Σάμου).
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ