Supreme Court allows appeal against bank liquidation compensation limits, ruling private banks exempt from public sector caps.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding bank liquidation compensation limits. The heirs argued that the lower court incorrectly applied statutory caps intended only for public sector banks to a private entity. The Court agreed, finding the lower court violated specific laws by failing to recognize the private bank's exemption from these restrictions.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 2 para. 2 of Law 173/1967 and 1 para. 1 of Law 618/1970; The statutory cap on compensation applies exclusively to public sector banks and does not bind private banking entities undergoing special liquidation.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 93 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Γ. Λ. του Π., 2) Χ. Λ. του Π., κατοίκων …, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά ανακόπτοντος Π. Λ. του Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ειδικού Εκκαθαριστή με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ" του υπό ειδική εκκαθάριση τεθέντος πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-01-2015 ανακοπή του αποβιώσαντος Π. Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3730/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-01-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη από 25-01-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας εκδοθείσα υπ' αριθ. 3730/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 290/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την από 21-07-2015 ανακοπή κατ' άρθρ. 92 ΠτΚ (ν. 3588/2007) και 68 του ν. 3601/2007 για το ποσό των 69.133,82 ευρώ, έκανε δεκτή αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, διακρατώντας την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή για το ποσόν των 15.000 ευρώ. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 «Οι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο, το 65° έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 01-01-2013, το 67ο έτος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ4 περ.2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.
αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση υπολογίζεται όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την εφαρμογή της απαιτείται: α) η σχέση εργασίας να είναι αορίστου χρόνου, β) ο εργαζόμενος να αποχωρεί ύστερα από τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας ή ορίου ηλικίας και γ) η αποχώρηση να γίνεται με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Ως εκ τούτου, την αποζημίωση δεν δικαιούνται εκείνοι, των οποίων η εργασιακή σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση σύμβασης κατά την οποία οι εργαζόμενοι έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, που προβλέπει την αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση προκαθορισμένου ορίου ηλικίας.
Εν τούτοις, γίνεται δεκτό ότι και στην περίπτωση μιας τέτοιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν με τον κανονισμό έχει προβλεφθεί η δυνατότητα πρόωρης λύσης αυτής, ενυπάρχει σχετική διαλυτική αίρεση. Οπότε, εφόσον πληρωθεί η αίρεση αυτή, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/1986, ΑΠ 1137/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955, μισθωτοί εν γένει, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, δύνανται, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.
Για τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, πάντα τα οριζόμενα στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955 καθώς και στις διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει, πλην εκείνων που αφορούν στην προειδοποίηση. Αν και για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 προϋποτίθεται ρητά μόνο η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, εξυπακούεται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ότι αυτή αφορά και πάλι σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, με την επιφύλαξη της μετάπτωσης μιας σύμβασης ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου για την περίπτωση της πλήρωσης αίρεσης, που αναφέρεται ανωτέρω (Ολ ΑΠ 1110/1986).
Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παροχή μιας εξαιρετικής δυνατότητας λύσης της σύμβασης εργασίας εξισορροπεί τα συμφέροντα εργοδότη και εργαζόμενου, διότι παρέχει υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα σε μειωμένη αποζημίωση (αντί της πλήρους, εάν την πρωτοβουλία της λύσης είχε ο εργοδότης ή της απώλειας του σχετικού δικαιώματος, εάν την πρωτοβουλία είχε ο εργαζόμενος) και αποβλέπει, ταυτόχρονα, στην ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και στη δημιουργία κενών θέσεων εργασίας.
Άλλωστε, δικαίωμα για τη λήψη αποζημίωσης δεν παρέχεται στον εργαζόμενο, του οποίου η σύμβαση εργασίας διαρκεί μέχρι τη λήξη του χρόνου, που έχει προκαθορισθεί από τους συμβαλλόμενους ή από το νόμο ή τον κανονισμό που διέπει τις σχέσεις του προσωπικού μιας επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η λύση της σύμβασης επέρχεται αυτοδικαίως κατά το άρθρο 669 ΑΚ και ο μισθωτός ούτε "απομακρύνεται" από τον εργοδότη ούτε "αποχωρεί οικειοθελώς" από την υπηρεσία του.
Επίσης, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των εδαφίων α' και β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η πρώτη είναι συμπληρωματική της δεύτερης και έχει εφαρμογή, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής εκείνης, οπότε με συνδρομή των διαφορετικών προϋποθέσεων του εδ. α' χορηγείται και πάλι η μειωμένη αποζημίωση (ΑΠ 686/2017). Επιπλέον, ως προς το ανώτατο όριο αποζημίωσης, με το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ, ή από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δραχμών. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημίωσης στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, Τραπεζών κλπ.
Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων καταλείπεται εκ πρώτης όψεως η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημίωσης, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των Τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ Τραπεζών του αμιγούς ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.
δ' του ν. 1892/1990, των οποίων το σύνολο των μετοχών ή τουλάχιστον η πλειοψηφία ανήκει στο Δημόσιο. Όμως, η πιο πάνω εντύπωση δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό που επιδιώχθηκε με τη θέσπισή τους, ούτε στο αληθές νόημα των διατάξεων αυτών. Ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημίωσης με το πρόσωπο του εργοδότη αποβλέποντας προδήλως στην οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ.
και των ως άνω επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφέλειας και τούτο για λόγους γενικότερου συμφέροντος, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τον φορολογούμενο και στην περίπτωση των κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχομένων από αυτές υπηρεσιών (ΟλΑΠ 33-34/1997, ΟλΑΠ 16-18/1992). Ο σκοπός αυτός της ρύθμισης δικαιολογεί τη θέσπιση ανώτατου ορίου στην προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση μόνο για τους μισθωτούς των Τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες ιδρύθηκαν και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής οικονομίας αλλά και του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, με την παροχή στο κοινό δυνατοτήτων αποταμίευσης και πίστης και άλλων υπηρεσιών με χαμηλό κόστος και διευκολύνσεις.
Αντιθέτως δεν δικαιολογείται ο περιορισμός της αποζημίωσης για τους μισθωτούς των Τραπεζών του αμιγούς ιδιωτικού τομέα, αφού αυτές έχουν ιδρυθεί με ιδιωτικά κεφάλαια και λειτουργούν στη χώρα με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων των κεφαλαιούχων-μετόχων τους, ημεδαπών και αλλοδαπών, ήταν δε, άλλωστε, οι περισσότερες άγνωστες στο νομοθέτη κατά το χρόνο της θέσπισης των ανωτέρω διατάξεων.
Τέτοιες τράπεζες θα ήταν παράλογο να επωφελούνται, εις βάρος των εργαζομένων, από ευνοϊκές ρυθμίσεις που είχαν σκοπό να διαφυλάξουν το δημόσιο συμφέρον (Ολ ΑΠ 39/1998). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο.
Επιπλέον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982, 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990, σε συνδυασμό με το π.δ. 307/1996, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 1914/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 1947/1991, και με το οποίο τέθηκε εκτός δημοσίου τομέα και η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, η τελευταία δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 2010/2014).
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. α' και β' του Ν. 3198/1955, όπως το εδάφ. β' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ ΑΠ 1/2006, ΑΠ 228, 229/2019, ΑΠ 130/2015).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: «| Ο αρχικός ανακόπτων-εφεσίβλητος (Π. Λ.) προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στις 29-09-1978, ως υπάλληλος από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", προσχωρώντας στον Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίστηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Α.Ν. 430/1968, εγκρίθηκε με την με αριθμό 226698/1980/1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 236/1973), κυρώθηκε με το Ν.Δ. 213/ 1973.
Ο εν λόγω Οργανισμός είχε ισχύ νόμου και καταργήθηκε μεταγενέστερα, στο σύνολο του, με το άρθρο 29 παρ. 3 του Ν. 4141/2013, όταν δηλαδή το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα τέθηκε στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 68 του Ν. 3601/2007. Ειδικότερα με την 46/27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακλήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος η άδεια λειτουργίας της εργοδότριας του αρχικού ανακόπτοντος "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση.
Με την ίδια απόφαση ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής της ο καθ’ ού η ανακοπή, Ν. Μ. και με την υπ' αριθμ. 182/1/4-4-2016 μεταγενέστερη απόφαση της ίδιας επιτροπής ορίστηκε νέος ειδικός εκκαθαριστής της ο ήδη εκκαλών. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που κατήρτισε με την άνω τράπεζα ο αρχικός ανακόπτων ορίστηκε ως ορισμένου χρόνου, λόγω του ότι, κατά το άρθρο 127 παρ. 2 του Οργανισμού της ΑΤΕ, με τη συμπλήρωση του προκαθορισμένου ορίου ηλικίας και κατά τις αναφερόμενες σε αυτό διακρίσεις, η σύμβαση εργασίας των υπαλλήλων της ανωτέρω τράπεζας λυόταν αυτοδικαίως και αυτοί αποχωρούσαν από την υπηρεσία.
Όμως, στο προηγούμενο άρθρο 126 παρ.1 του ίδιου Οργανισμού, προβλέπεται επίσης η δυνατότητα πρόωρης λύσης από την εργοδότρια τράπεζα ή από τον υπάλληλο της, πριν την πάροδο του χρόνου που ορίζεται με το επόμενο άρθρο του. Η πρόβλεψη στον ίδιο Οργανισμό περιπτώσεων πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας, είτε εκ μέρους του εργοδότη, είτε εκ μέρους του εργαζόμενου, έχει την έννοια της ύπαρξης στη σύμβαση διαλυτικής αίρεσης, με την πλήρωση της οποίας (την επέλευση της λύσης της πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου της), η σύμβαση αυτή μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου [...].
Ο ανακόπτων στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Τράπεζα επί σειρά ετών, λαμβάνοντας προαγωγές σε ανώτερους βαθμούς. Στις 25-07-2011, ενώ κατείχε τον βαθμό και ασκούσε τα καθήκοντα του Υποδιευθυντή στου κλάδου Οικονομικών στο κατάστημα …, υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού (Τμήμα Αξιολόγησης και Ανάπτυξης) έγγραφη δήλωση, με την οποία δήλωνε ότι παραιτείται από την υπηρεσία του.
Η ανωτέρω Διεύθυνση σε απάντηση του απέστειλε το από 26-08-2011 έγγραφό της, στο οποίο αναφέρει ότι: "Σχετικά με την αίτηση παραίτησης από την Τράπεζα που υποβάλατε στις 25-07-2011 και δεδομένου ότι συμπληρώθηκε ένας μήνας από την υποβολή της, διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη λύση της υπαλληλικής σας σχέσης και η αποχώρησή σας από την Τράπεζα στις 26 Αυγούστου 2011 (επόμενη ημέρα από τη συμπλήρωση μηνός από την υποβολή της αίτησης παραίτησής σας), σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 126 του Οργανισμού της ΑΓΕΤ και την εγκύκλιο 152/1999.
Από την ίδια ημερομηνία (26-08-2011) διαγράφεστε από τα Μητρώα των υπαλλήλων της τράπεζας και διακόπτεται η μισθοδοσία σας". Κατά την παραπάνω ημερομηνία, πράγματι ο ανακόπτων αποχώρησε από την υπηρεσία του και έκτοτε λύθηκε η εργασιακή του σχέση με την εργοδότρια Τράπεζα. Με την πλήρωση της διαλυτικής αυτής αίρεσης, της πρόωρης λύσης της εν λόγω σύμβασης εργασίας αυτή, πριν τον οριζόμενο στο άρθρο 127 του Οργανισμού, μεταπίπτει εξ αρχής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, όπως προαναφέρθηκε, λόγω της προβλεπόμενης σχετικής δυνατότητας, με βάση το άρθρο 126 του Οργανισμού της εργοδότριας τράπεζας, που ήταν τότε σε ισχύ, αφού καταργήθηκε μεταγενέστερα (στις 14-02-2012).
Μέχρι τη λύση της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του, ο αρχικός ανακόπτων είχε συμπληρώσει στην ίδια εργοδότρια τράπεζα άνω των 15 ετών συνεχούς υπηρεσίας. Το προαναφερόμενο από 26-08-2011 έγγραφο του Διευθυντή του Τμήματος Αξιολόγησης και Ανάπτυξης έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, έχει το χαρακτήρα συγκατάθεσης της εργοδότριας για την παραίτησή του και αυτή δόθηκε εγγράφως, τηρούμενης έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο 126 του Οργανισμού διαδικασίας.
Σε κάθε περίπτωση από την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι "η παραίτηση λογίζεται ως αυτοδικαίως γενόμενη δεκτή μετά πάροδο μηνός από της υποβολής της". Με τον όρο αυτό η εργοδότρια τράπεζα, κατά την κατάρτιση του Οργανισμού, αυτοδεσμεύτηκε συμβατικά, έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεση της στην παραίτηση του αρχικού ανακόπτοντος, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.
Άλλωστε, κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την υποβολή της αίτησης του ανακόπτοντος, με την οποία αυτός της γνωστοποιούσε ότι αποχωρεί από την υπηρεσία του, λόγω παραίτησης, ήτοι από τις 25-07-2011, μέχρι την ημέρα που τελικά αποχώρησε, δηλαδή μέχρι τις 26-08-2011, ουδεμία αντίρρηση προέβαλε, γραπτή ή προφορική ούτε εκδήλωσε κάποια συμπεριφορά της, που να υποδηλώνει, και μάλιστα σαφώς, εναντίωση στην απόφαση του υπαλλήλου της να αποχωρήσει, ούτε κάτι τέτοιο ανέφερε στο ανωτέρω έγγραφό της.
Η έλλειψη δε, οποιασδήποτε αντίδρασης της εργοδότριας τράπεζας, κατά το χρόνο που μεσολάβησε από την υποβολή της παραίτησης του υπαλλήλου της μέχρι την αποχώρηση αυτού, ενόψει και του ότι αυτή διέθετε οργανωμένη νομική υπηρεσία και γνώριζε οπωσδήποτε τις συνέπειες της παραπάνω δήλωσης του υπαλλήλου της, υποδηλώνει σαφώς προηγούμενη συγκατάθεσή της στην εν λόγω αποχώρηση.
Τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του άνω εγγράφου της ανωτέρω Διεύθυνσής της και με την ταυτόχρονη, με την αποχώρηση του αρχικού ανακόπτοντος, ειδοποίηση του αρμοδίου τμήματος για διαγραφή του από τα μητρώα των υπαλλήλων της και τη διακοπή της μισθοδοσίας του, όπως τον είχε ενημερώσει εγγράφως.
Κατόπιν τούτων, σαφώς αποδείχθηκε ότι στις 26-08-2011, ο αρχικός ανακόπτων αποχώρησε από την υπηρεσία του οικειοθελώς, λόγω παραίτησής του με συγκατάθεση της εργοδότριας Τράπεζας έχοντας συμπληρώσει περισσότερα από δεκαπέντε συνεχή έτη απασχόλησης στην ίδια εργοδότρια Τράπεζα. Επομένως, αυτός πληροί όλες τις προϋποθέσεις για χορήγηση αποζημίωσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955 [...].
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, τα ίδια ως άνω έκρινε, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις [...]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω αποζημίωση συνίσταται σε ποσοστό 50% της, από το Ν. 2112/1920, προβλεπόμενης αποζημίωσης, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Ο ανακόπτων-εφεσίβλητος, κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία, έχοντας συμπληρώσει 33 έτη συνεχούς εργασίας στην εργοδότρια Τράπεζα, η αποζημίωση του ανέρχεται στο ήμισυ των τακτικών αποδοχών 24 μηνών (άρθρ. 1 περ. ζ' του Ν. 2112/ 1920). Οι τακτικές του αποδοχές κατά το τελευταίο μήνα πριν την αποχώρηση του (Ιούλιος 2011), οι οποίες αποτελούν τη βάση του υπολογισμού της αποζημίωσης (άρθρ. 8 εδ.
α' και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955) ανέρχονταν σε 4.938,13 ευρώ. Στις μηνιαίες αυτές αποδοχές πρέπει να προστεθεί η αναλογία των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Άρα οι τακτικές αποδοχές του ανακόπτοντος για τον Ιούλιο του 2011 ανέχονταν στο ποσό των (4.938,13 ευρώ Χ 24=118.515,12+1/6 (19,742,52=) 138.267,64) και το 50% αυτής ανέρχεται στο ποσό των (138.265,64X50%=) 69.133,82 ευρώ.
Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ανακόπτων ήταν υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Tράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", η οποία, κατά το χρόνο της λειτουργίας της, ενέπιπτε στις Τράπεζες που υπάγονταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 εδ.
δ' του Ν. 1892/1990, δεδομένου ότι οι μετοχές της ανήκαν οπωσδήποτε, τουλάχιστον κατά απόλυτη πλειοψηφία (51%), στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο και μόνο μπορούσε να έχει την κυριότητα αυτών. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, με τις οποίες τίθεται περιορισμός στο ύψος της αποζημίωσης, που ο αρχικός ανακόπτων εδικαιούτο να λάβει για την παραπάνω αιτία, για λόγους γενικότερου συμφέροντος και προκειμένου να επιδιωχθεί ο σκοπός της οικονομικής ανακούφισης της υπαγόμενης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ΑΤΕ.
Επομένως, η απαίτησή του για αποζημίωση, κατ' άρθρον 8 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μειωμένη, στο ποσό, που ορίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ (ατόκως καθόσον δεν υπεβλήθη αίτημα τοκοδοσίας της).
Ο προαναφερόμενος πρώτος ειδικός εκκαθαριστής της ΑΤΕ κάλεσε τους πιστωτές της να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων με την από 03-08-2010 πρόσκλησή του που δημοσιεύθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου (υπ' αριθμ. 212 4-11-2011 ΦΕΚ Β' 2498/4-11-2011 απόφαση της ΕΠΑΘ Της Τράπεζας της Ελλάδος). Ο ανακόπτων δεν ανήγγειλε την παραπάνω απαίτησή του εντός της ταχθείσης προθεσμίας, ώστε να συμμετάσχει στην επαλήθευση. Γι' αυτήν είχε ασκήσει μόνο την από 18-01-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 72/2012) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 370/2014 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της. Κατόπιν τούτων, δεδομένου ότι δεν έχει λάβει χώρα η τελευταία διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης της περιουσίας της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας πρέπει να επαληθευτεί η, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3198/1955, απαίτησή του, ύψους 15.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οι υπεισελθούσες στη θέση του αρχικού ανακόπτοντος, ως μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι του, είναι πιστώτριες της ειδικής εκκαθάρισης του άνω πιστωτικού ιδρύματος, ως προς την απαίτηση αυτή του δικαιοπαρόχου τους-αρχικού ανακόπτοντος, κατά ίσα μέρη, δηλαδή κατά το ποσό των 7.500 ευρώ η κάθε μία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, κρίνοντας ότι ο αρχικός ανακόπτων δικαιούται αποζημίωση για την παραπάνω αιτία, ύψους 69.133,82 ευρώ, δέχθηκε την παραπάνω ανακοπή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, και τον αναγνώρισε ως πιστωτή στην ειδική εκκαθάριση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", για απαίτησή του, ύψους 69.133,82 ευρώ, έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όσον αφορά το ύψος της απαίτησης που επαληθεύθηκε.
Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών-καθ' ου η ανακοπή παραπονείται διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε τον αρχικό ανακόπτοντα-εφεσίβλητο, ως πιστωτή στην ειδική εκκαθάριση για το ανωτέρω ποσό, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατόπιν τούτου πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η από 21-07-2015 (αριθ. εκθ. καταθ. 77490/821/2015) ανακοπή, που είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 92 ΠτΚ, σε συνδ.
με το αρθρ. 3 παρ. 3 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων, 8 παρ.1 εδ. α' του 3198/1955, πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι υπεισελθούσες στη θέση του αρχικού ανακόπτοντος, ως μοναδικές, εκ διαθήκης κληρονόμοι του, είναι πιστώτριες στην ειδική εκκαθάριση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", για απαίτηση του δικαιοπαρόχου τους αρχικού ανακόπτοντος, ύψους 15.000 ευρώ, κατά ίσα μέρη, δηλαδή για ποσό 7.500 ευρώ η κάθε μία, με δικαίωμα συμμετοχής στις διανομές που θα διενεργηθούν από τον εκκαθαριστή|».
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, τις οποίες παραβίασε δια της εφαρμογής τους, ενώ δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις προς τούτο. Ειδικότερα, κατά τα προαναφερόμενα ο περιορισμός της αποζημίωσης στο όριο, που οι ανωτέρω διατάξεις προβλέπουν, ισχύει μόνο για τις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο δεν περιλαμβάνεται κατά τα ως άνω εκτιθέμενα η αναιρεσείουσα ήδη υπό ειδική εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ενόψει της εξαίρεσής της από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα με το π.δ. 307/1996.
Κατά συνέπεια τούτων είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου αυτής από τον αριθ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αυτό αναιρεσείουσες.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3730/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ