Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of debt restructuring under Law 3869/2010.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's rejection of a debt restructuring request under Law 3869/2010. The appellant argued that the First Instance Court incorrectly denied the benefit of the law by failing to recognize the permanent inability to pay, despite the existence of a mortgage contract with the Deposit and Loan Fund. The Court found that the First Instance Court violated the substantive rule of Article 1 of Law 3869/2010 by not examining the appellant's actual financial capacity to meet living expenses alongside debt obligations, and thus annulled the decision to remand the case for further examination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 1, 8, 9 of Law 3869/2010; Article 577 of the Code of Civil Procedure: The court must examine the substantive rule of Law 3869/2010 regarding permanent inability to pay, which requires a specific assessment of the debtor's income against living expenses and debt obligations, rather than relying solely on the existence of a mortgage contract.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 939 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 939/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 593/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-4-2019 (αρ. κατ. 185/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 128/2019 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδος την από 29-12-2015 (αρ. κατ. 574/2015) αίτηση εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής της μοναδικής οφειλής της προς αυτό, ύψους 150000 ευρώ, που προερχόταν από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ζήτησε τη ρύθμιση του χρέους της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτή πρότεινε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτού, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση, καθώς επίσης την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας της, προκειμένου να απαλλαγεί από την οφειλή της προς το αναιρεσίβλητο ΤΠΔ.
Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αρ. 593/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδος, η οποία δέχτηκε, ότι η τότε αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα διάγει το 60ο έτος της ηλικίας της, τελεί σε διάσταση με τον σύζυγό της, έχει δύο ενήλικα τέκνα, ότι ήταν υπάλληλος της ΔΕΗ και ήδη έχει συνταξιοδοτηθεί, ότι στις 29-4-2004 το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητο χορήγησε σ' αυτήν, με σύμβαση στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου, το ποσό των 114,458,25 ευρώ, ότι η απαίτηση αυτή εξασφαλίστηκε με υποθήκη για το ποσό των 150000 ευρώ και ότι, με βάση ειδικό όρο εκχώρησης της σύμβασης αυτής, το ΤΠΔ παρακρατούσε μηνιαίως αρχικά από το μισθό της το ποσό των 827,36 ευρώ και αργότερα το ίδιο ποσό από τη σύνταξή της, ότι η μηνιαία σύνταξη μειώθηκε λόγω της εισοδηματικής πολιτικής της χώρας μας και ανέρχεται σε 1217,10 ευρώ, ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της αιτούσας ανέρχονται σε 700 ευρώ μηνιαία, ότι αυτή αδυνατεί πλέον να εξυπηρετήσει το ανωτέρω χρέος της προς το ΤΠΔ και ότι με βάση τις οικονομικές της δυνατότητες μπορεί να πληρώνει μηνιαία προς το ΤΠΔ το ποσό των 500 ευρώ.
Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 Ν.3869/2010, το χρέος της ήδη αναιρεσείουσας υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα δύο ετών το ποσό των 500 ευρώ και στη συνέχεια επί ένα έτος 1200 ευρώ μηνιαία.
Επίσης, εξαίρεσε από την ρευστοποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, δηλαδή μια μονοκατοικία, επιφάνειας 113,66 Μ2, πλέον βοηθητικών χώρων και συνολικής επιφάνειας 154,93 Μ2, που βρίσκεται επί της οδού ..., στην ..., με την υποχρέωση αυτής, για τη διάσωση της κύριας ως άνω κατοικίας της, να καταβάλει μηνιαίως, μετά την περίοδο χάριτος (δύο έτη από τη δημοσίευση της απόφασης) το ποσό των 451,98 ευρώ για χρονικό διάστημα 15 ετών, δηλαδή συνολικά 81357,37 ευρώ.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση την λοιπή ακίνητη περιουσία της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δηλαδή ένα οικόπεδο 1260 Μ2 εμπορικής αξίας 5040 ευρώ, στο Δήμο ... και τρία αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην κοινότητα ..., τα οποία έκρινε ότι είναι απρόσφορα προς εκποίηση λόγω της μικρής αγοραστικής τους αξίας.
Ακολούθως, το ηττηθέν αναιρεσίβλητο ΤΠΔ άσκησε κατά της εκκαλουμένης ως άνω απόφασης την από 15-11-2017 (αρ.κατ. 97/2017) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση της αναιρεσείουσας οφειλέτιδος. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε, ότι επειδή, κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση, η μοναδική οφειλή της εφεσίβλητης- αιτούσας προς το ΤΠΔ εξυπηρετείται κανονικά, σε εκτέλεση του συμβατικού όρου εκχώρησης προς αυτό από τη σύνταξη της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας της μηνιαίας τοκοχρωλυτικής δόσης του στεγαστικού δανείου, δεν συντρέχει η περίπτωση τουλάχιστον μιας ληξιπρόθεσμης οφειλής ως στοιχείο για τη συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και κατόπιν τούτου το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου ΤΠΔ και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση, απέρριψε την αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2020, ως μη νόμιμη.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3995/2011, ορίζεται ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α` 151). 3.
Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά". Εξάλλου ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις", ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων, που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία, γ) από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ` αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).
Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 25 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 3453/2006 και 3867/2010. Κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υποχρέου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων, που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζομένου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα, θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ` περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 17 του Ν. 3588/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του .. και .. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ...
και .. από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι` αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, καθότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010.
Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).
Συνακόλουθα, η εξόφληση των πιστωτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 897/2020, ΑΠ 257/2020).
Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015,).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 560 αρ.5 του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αίτησή της για την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, επειδή το μοναδικό χρέος αυτής προς το αναιρεσίβλητο είναι ενήμερο λόγω της απευθείας παρακράτησης της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης από τη σύνταξή της με βάση τη σύμβαση εκχώρησης, που είχε καταρτιστεί κατά τη σύναψη της σύμβασης δανείου με το αναιρεσίβλητο ΤΠΔ και ότι επομένως δεν έχει καμιά ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα, που είναι προϋπόθεση, ως στοιχείο δήθεν μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, για να υπαχθεί στο Ν. 3869/2010, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος 3869/2010, αν και τα περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αίτησής της, σύμφωνα με τα οποία η εξόφληση της συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας προς το αναιρεσίβλητο ΤΠΔ με τη μηνιαία παρακράτηση, ποσού 478 ευρώ από τη σύνταξή της, ύψους 827,36 ευρώ, περιήγαγε αυτήν σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, εφόσον το εναπομένον εισόδημά της δεν εξασφαλίζει σ' αυτήν ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή της, αναφορικά με την αόριστη νομική έννοια της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτής.
Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 περ. β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που αυτή είχε προτείνει ως εφεσίβλητη, παραδεκτά κατ' αρ. 527 ΚΠολΔ ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ΤΠΔ, οι οποίοι ισχυρισμοί ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης αναφορικά με τη νομιμότητα της αίτησής της για την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, σύμφωνα με τους οποίους η απαγόρευση του υπερχρεωμένου δανειολήπτη να αξιώσει τη ρύθμιση της οφειλής του με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, ακόμη και εάν η οφειλή εξυπηρετείται μέσω της εκχώρησης του μισθού ή της σύνταξης αυτού με βάση το άρθρο 62 παρ. 1 Ν. 2214/1994, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ακρόασης των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα :... "...Στην προκειμένη περίπτωση το εκκαλούν, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσης ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως υπήγαγε την αιτούσα στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, λόγω μη ύπαρξης ληξιπρόθεσμης οφειλής της τελευταίας.
Ο σχετικός λόγος είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προμνησθείσες διατάξεις του ν. 3869/2010 και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά την ουσιαστική του βασιμότητα. Σύμφωνα με τα διισχυριζόμενα στην αίτηση, η αιτούσα εκθέτει ότι τελεί σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής της γεγενημένης οφειλής προς το καθ' ου η αίτηση και ήδη εκκαλούν, ωστόσο διευκρινίζει ότι η επίμαχη οφειλή εξυπηρετείται κανονικά με απευθείας παρακράτηση της μηνιαίας οφειλομένης τοκοχρεωλυτικής δόσης από τη σύνταξη της, ενώ ουδένα άλλο χρέος έχει βέβαιο και εκκαθαρισμένο.
Με τέτοιο περιεχόμενο, όμως, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, απαιτείται και αρκεί η ύπαρξη μίας τουλάχιστον ληξιπρόθεσμης οφειλής ως στοιχείο για τη συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας, ώστε να νομιμοποιείται ο αιτών για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου, προϋπόθεση που δεν πληρούται εν προκειμένω.
Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την αίτηση νόμιμη, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και βασίμως παραπονείται προς τούτο το εκκαλούν. Μετά ταύτα, η κρινομένη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του μοναδικού της λόγου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, αφού δε κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο η ένδικη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί".
Κρίνοντας, όμως, έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, με το να κρίνει, ότι το μοναδικό δάνειο της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι ενήμερο και ότι, εφόσον η αιτούσα δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα, δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του.
Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού ή της σύνταξης του τελευταίου, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του δανειολήπτη στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν.
Επομένως κρίνοντας αντιθέτως η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας για να υπαχθεί στον Ν.3869/2010, διότι η οφειλή της προς το αναιρεσίβλητο ΤΠΔ ήταν ενήμερη κατά τα ανωτέρω, παραβίασε ευθέως με μη εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 1 Ν.3869/2010,όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον 1ο αναιρετικό λόγο, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του οποίου η συγκρότηση είναι εφικτή από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί η υπόθεση περαιτέρω (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού 1ου αναιρετικού λόγου οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης κατά του αναιρεσιβλήτου ΤΠΔ, παρέλκει η έρευνα του 2ου συναφούς αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, που επίσης αποβλέπει στην παραδοχή της αναίρεσης και πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Βδ ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010),διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία ... "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017,ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 128/2019 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).
Παραπέμπει την υπόθεση για να δικασθεί περαιτέρω στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο του οποίου η συγκρότηση είναι εφικτή από άλλον Δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ