Supreme Court allows appeal against lower court verdict for insufficient reasoning in traffic accident case.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic accident. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for its finding that the pedestrian jumped onto the moving car. The court found the lower court's reasoning insufficient because it did not logically explain how the pedestrian could jump over a 1.3-meter gap to land in front of the car before being pulled over. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticle 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure; Article 93, paragraph 3 of the Constitution: An appeal is admissible when a judgment lacks sufficient reasoning regarding facts crucial to the case outcome, as such reasoning must logically connect the proven facts to the legal conclusion without contradictions.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 939 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 939/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Σπανού και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε."που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τσεριώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3412/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6456/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/12/2008 αίτησή του .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 9/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 10-12-2008 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6456/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6456/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 4-11-2004 και ώρα 06.05 π.μ. η δεύτερη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα Ψ2, οδηγώντας, το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα της ..., (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), το οποίο ήταν Ασφαλισμένο για τους κινδύνους που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του στην πρώτη εφεσίβλητη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕ" εκινείτο επί της παράλληλης με την ΝΕΟ ..., βοηθητική της τελευταίας οδού με κατεύθυνση από ...
προς.... Η βοηθητική - παράπλευρη της ΝΕΟ ... οδός επί της οποίας εκινείτο το αυτοκίνητο αυτός είναι διπλής κατευθύνσεως οδός, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων, και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της χωρίζονται από την υπάρχουσα στο μέσον του οδοστρώματος διπλή συνεχή διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή έτσι ώστε το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας της οδού αυτής να έχει πλάτος οδοστρώματος 3,50 μέτρων.
Η διπλή διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή διακόπτεται στο σημείο που η υπάρχουσα από αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου της πρώτης εφεσίβλητης οδός συμβάλλεται με την οδό αυτή. Η βοηθητική οδός και παράπλευρη της ΝΕΟ ..., χωρίζεται από την τελευταία με μεταλλικά στηθαία ασφαλείας τα οποία είχαν τοποθετηθεί καθόλο το μήκος της οδού σε τακτά διαστήματα μετά το έρεισμα της οδού (πλάτους 1,30 μέτρων) από δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου.
Στο διάκενο που υπήρχε μεταξύ των μεταλλικών στηθαίων υπήρχε περίφραξη από συρματόπλεγμα με το οποίο στηριζόταν πάνω στα μεταλλικά στηθαία και μαζί μ' αυτά αποτελούσε την διαχωριστική περίφραξη ασφαλείας που χώριζε την Ν.Ε.Ο. ... με την παράπλευρη και βοηθητική της οδό επί της οποίας εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε η διάδικος Ψ2.
Το συρματόπλεγμα της περίφραξης αυτής, κατά τον επίδικο χρόνο είχε χαλάσει στο ύψος της 28ης χιλιομετρικής θέσης της παραπάνω παράπλευρης οδού και στο τμήμα της εκείνο που βρίσκεται απέναντι από την υπάρχουσα μετά την οριογραμμή του οδοστρώματος της παράπλευρης βοηθητικής οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας της που οδηγεί προς ..., καφετέρια, της οποίας η είσοδος απέχει 3,70 μέτρα από την οριογραμμή του οδοστρώματος του προς ...
οδηγούντος ρεύματος κυκλοφορίας της οδού αυτής. Τον ίδιο χρόνο επί της Ν.Ε.Ο. ... με κατεύθυνση προς Λαμία και στην λωρίδα ασφαλείας πλάτους 2,80 μέτρων που υπάρχει στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού αυτής που οδηγεί προς ..., ο εκκαλών Χ είχε σταθμεύσει το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγό αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε, κατευθυνόμενος προς ..., και το οποίο παρουσίασε πρόβλημα στα φρένα, γι' αυτό και αναγκάσθηκε ο εκκαλών να σταθμεύσει στη λωρίδα ασφαλείας της Ν.Ε.Ο.
επί της οποίας εκινείτο. Το σημείο της Ν.Ε.Ο. στη λωρίδα ασφαλείας της οποίας στάθμευσε το φορτηγό που οδηγούσε ο εκκαλών, βρίσκεται λίγο πριν το σημείο στο οποίο, κατά τα προαναφερόμενα ήταν χαλασμένη η περίφραξη που χώριζε τη Ν.Ε.Ο. με την παράπλευρη βοηθητική της και απέναντι από την υπάρχουσα μετά την οριογραμμή του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας της τελευταίας που οδηγεί προς ..., καφετέρια.
Όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ψ2 έφθασε στη χιλιομετρική θέση 28 της βοηθητικής οδού επί της οποίας εκινείτο, όπου η υπάρχουσα από δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου της περίφραξη ήταν χαλασμένη ο εκκαλών πήδηξε από το χαλασμένο στη θέση εκείνη συρματόπλεγμα στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος της παράπλευρης οδού, στο οποίο εκινείτο κατ' εκείνη τη στιγμή το αυτοκίνητο, στο καπώ και το παμπρίζ του οποίου προσέκρουσε με την εμπρόσθια πλευρά το σώμα του εκκαλούντος, το οποίο εξακολούθησε να βρίσκεται πάνω στο καπώ του αυτοκινήτου που οδηγούσε η αντεκκαλούσα μέχρι τη στιγμή που το τελευταίο αφού διήνυσε 28,5 μέτρα ακινητοποιήθηκε, οπότε το σώμα του εκκαλούντος εκτινάχθηκε σε απόσταση 8,30 μέτρων από το σημείο που ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο, και προσέκρουσε στο οδόστρωμα σε θέση τέτοια ώστε το σώμα του να βρίσκεται σε θέση κάθετη προς το οδόστρωμα και πολύ κοντά στη διπλή διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή.
Το σημείο που ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο, το σημείο που βρέθηκε το σώμα του εκκαλούντος, η απόσταση μεταξύ τους από τη Χ.Θ. 28 της οδού που ήταν χαλασμένη η περίφραξη μέχρι την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου που ήταν 28,5 μ., καθώς και τα ίχνη πέδησης του δεξιού τροχού του αυτοκινήτου μήκους 60 εκατοστών από το έρεισμα-οριογραμμή της οδού, διαπιστώθηκαν από τα επιληφθέντα του ατυχήματος αρμόδια όργανα του Τμήματος Τροχαίας ..., τα οποία, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν, έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος 10 λεπτά μετά το ατύχημα.
Κατά το χρόνο άφιξης των οργάνων της Τροχαίας, σύμφωνα με την έκθεση που τα τελευταία συνέταξαν, ήταν νύχτα, δεν είχε ξημερώσει ακόμα, δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, παρά μόνο στο σημείο του ατυχήματος αμυδρός φωτισμός από την απέναντι από το σημείο υπάρχουσα καφετέρια (§8 εδ. η έκθεσης αυτοψίας). Επίσης δεν υπήρχε διάβαση πεζών (§10 εδ.
δ της ίδιας έκθεσης). Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος ήταν 90 χλμ/ω (βλ. §11 της έκθεσης αυτοψίας). Η ταχύτητα του αυτοκινήτου δεν διαπιστώθηκε, αφού δεν ανευρέθηκαν ίχνη πεδήσεως στο οδόστρωμα πλην εκείνα μήκους 60 εκατοστών από το δεξιό του τροχό, λίγο πριν την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου μετά την εκτίναξη (από το καπώ) του σώματος του εκκαλούντος στο οδόστρωμα προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, λόγω του ενστικτώδους προς τα δεξιά ελιγμού που προφανώς όπως προκύπτει από την τελική θέση του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, ενήργησε η οδηγός του.
Όμως με δεδομένη την απόσταση των 28,5 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος μέχρι του σημείου ακινητοποίησης του αυτοκινήτου και τον χρόνο αντίδρασης ενός μέσου οδηγού που είναι αυτός του ενός δευτερολέπτου προκύπτει ότι η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο ήταν περίπου 50 χλμ/ω, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με την αντέφεσή της η αντεκκαλούσα αφού ένα αυτοκίνητο κινούμενο με την παραπάνω ταχύτητα στο χρόνο αντίδρασης του οδηγού του, έχει διανύσει περίπου 14 μέτρα και η απόσταση που διήνυσε μέχρι την ακινητοποίηση του δηλαδή εκείνη των 14,5 περίπου μέτρων είναι εκείνη που αντιστοιχεί στην απόσταση που διανύει ένα αυτοκίνητο κινούμενο με αυτήν την ταχύτητα, μετά το χρόνο αντίδρασης του οδηγού του.
Αποτέλεσμα του ενδίκου ατυχήματος ήταν αφ'ενός ο τραυματισμός του εκκαλούντος, ο οποίος διακομίσθηκε αμέσως μετά το ατύχημα στο ΚΑΤ όπου όπως διαπιστώθηκε από τους γιατρούς που τον εξέτασαν είχε υποστεί ανοικτό κάταγμα διάφυσης αρ. βραχιονίου με πάρεση κερκιδικού νεύρου και αποσπασματικό κάταγμα μεγάλης περόνης με πάρεση περονιαίου νεύρου (βλ.
την από 1-2-2007 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του ΚΑΤ που υπογράφεται από τον γιατρό ...αναπληρωτή Δντη Γ' ορθοπ. Τμήματος), και αφ' ετέρου η πρόκληση υλικών ζημιών στο καπώ και τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου (βλ. §13 έκθεσης αυτοψίας). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα το ένδικο ατύχημα και ο κατ'αυτό τραυματισμός του εκκαλούντος προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του λόγω της αμελούς συμπεριφοράς που επέδειξε, η οποία συνίσταται στο ότι επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της παράπλευρης βοηθητικής της Ν.Ε.Ο. ..., οδού από δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του επ' αυτής της οδού κινουμένου αυτοκινήτου που οδηγούσε η αντεκκαλούσα, ενώ αυτό απαγορευόταν αφού δεν επιτρέπεται η διέλευση πεζών στην οδό αυτή, δεν υπάρχουν διαβάσει πεζών και για το λόγο αυτό υπάρχει η ενωμένη με τα υπάρχοντα καθόλο το μήκος της οδού μεταλλικά στηθαία περίφραξη με συρματόπλεγμα η οποία το μεν απαγόρευε, το δε προειδοποιούσε για την μη διέλευση πεζών από το οδόστρωμα.
Ειδικότερα, πήδηξε από την χαλασμένη στην προαναφερόμενη Χ.Θ. 28 της οδού περίφραξη ανέλεγκτα στο οδόστρωμα κατά τη στιγμή που το αυτοκίνητο της αντεκκαλούσας διήρχετο από το σημείο αυτό της οδού πάνω στο καπώ και το παρμπρίζ του οποίου προσέκρουσε το σώμα του. Με τη συμπεριφορά του αυτή παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρου 38 §4 του ΚΟΚ προκαλώντας έτσι το ένδικο ατύχημα και τον κατ' αυτό τραυματισμό του, αποτέλεσμα με το οποίο συνδέεται αιτιωδώς η εκ μέρους του παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του ΚΟΚ.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και των απ' αυτό συνεπειών συνετέλεσε αμελής συμπεριφορά της αντεκκαλούσας, αφού όπως αποδείχθηκε η τελευταία εκινείτο κανονικά στη λωρίδα της και λόγω της αιφνίδιας και απρόσμενης κίνησης του εκκαλούντος, εντός του προς την πορεία της οδοστρώματος, δεν είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα ούτε να τον αντιληφθεί, ούτε να εκτελέσει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ι μόλις πέρασε τη χαλασμένη περίφραξη και βρισκόταν στο δεξιό έρεισμα της βοηθητικής οδού, πριν προλάβει να ελέγξει το αυτοκίνητο της αντεκκαλούσας, κινήθηκε στο έρεισμα και τον παρέσυρε, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντίθετα αναιρείται από το όλο αποδεικτικό υλικό, τις διαπιστώσεις των οργάνων της Τροχαίας τα βλαβέντα μέρη του αυτοκινήτου όπως αυτά προκύπτουν και από την έκθεση αυτοψίας και από τις προσκομιζόμενες από την αντεκκαλούσα φωτογραφίες του αυτοκινήτου που δεν αμφισβητήθηκαν.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε ότι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ευθύνεται η οδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου Ψ2, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της εφέσεως της πρώτης εναγομένης και της αντεφέσεως της δεύτερης εναγομένης και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση του ενάγοντος, πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα".
Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και την αντέφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης οδηγού κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια δικάζονται επί της ίδιας αγωγής την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία, κρίνοντας τον αναιρεσείοντα ενάγοντα αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τραυματισμού του παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ.
με αιτιολογίες ελλιπείς και ανεπαρκείς, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ο αναιρεσείων αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τραυματισμού του, γιατί εισήλθε κάθετα αιφνίδια και ανέλεγκτα στο οδόστρωμα της εθνικής οδού ...
με κατεύθυνση προς ...κατά τη στιγμή που το αυτοκίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης διήρχετο από το σημείο αυτό της οδού πηδώντας πάνω στο καπώ και το παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου, κρίθηκε δε αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι παρασύρθηκε από το ίδιο αυτοκίνητο ενώ βρισκόταν επί του ερείσματος της βοηθητικής οδού.
Ενώ, όμως, δέχεται ότι το Εφετείο, ότι δεξιά κατά την πορεία του αυτοκινήτου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και κατά μήκος της οδού υπήρχαν μεταλλικά στηθαία, που δεν δέχεται ότι αποτελούσαν συνεχόμενη και ενιαία χωρίς κενά περίφραξη, η οποία είχε ενωθεί με συρματόπλεγμα, που διαχώριζαν το οδόστρωμα της ίδιας εθνικής οδού από την παράπλευρη βοηθητική οδό και ότι τα συρματοπλέγματα στο 28ο χιλιόμετρο της ίδιας οδού είχαν καταστραφεί με αποτέλεσμα να υπάρχει δίοδος εισόδου από την βοηθητική παράπλευρη οδό στο οδόστρωμα της εθνικής οδού μέσω του μη συνεχούς μεταλλικού στηθαίου, το Εφετείο για να δικαιολογήσει το αιφνίδιο της εισόδου του αναιρεσείοντος επί του οδοστρώματος της εθνικής οδού δέχεται, ότι αυτός εισήλθε στο οδόστρωμα "πηδώντας" πάνω από το χαλασμένο συρματόπλεγμα επάνω στο καπώ και στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Η αιτιολογία, όμως, αυτή είναι αντιφατική σε σχέση με τη παραδοχή, ότι το συρματόπλεγμα στο σημείο εκείνο ήταν χαλασμένο και είχε δημιουργηθεί δίοδος γιατί στην περίπτωση αυτή δεν ήταν αναγκαίο για τον αναιρεσείοντα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να πραγματοποιήσει το "πήδημα" του συρματοπλέγματος που ήταν χαλασμένο για να εισέλθει στο οδόστρωμα τη εθνικής οδού.
Εξ άλλου, στις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης περιλαμβάνονται και ότι μεταξύ του άκρου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη και του προαναφερθέντος μεταλλικού στηθαίου και της συρμάτινης περίφραξης μεσολαβεί έρεισμα πλάτους 1,30 μ. από δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου.
Κατά την συνηθισμένη όμως πορεία των πραγμάτων και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής για την κρίση επί της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς που δέχεται η προσβαλλόμενη από της πλευράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος τραυματισμού του, ο αναιρεσείων για να έλθει σε επαφή με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη κινούμενος κάθετα προς την πορεία του θα έπρεπε εισερχόμενος στο οδόστρωμα να διασχίσει προηγουμένως κάθετα το πιο πάνω Εφετείο, πλάτους 1,30 μέτρων, εάν πράγματι το αυτοκίνητο εκινείτο πάνω στο οδόστρωμα όπως δέχεται το Εφετείο.
Όμως, το Εφετείο, κρίνοντας επί της πορείας του πεζού αναιρεσείοντος και δεχόμενο ότι η παράσυρσή του έγινε πάνω στο οδόστρωμα δεν αιτιολογεί επαρκώς και με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο ο αναιρεσείων βρέθηκε ξαφνικά "πηδώντας" πάνω από το μεταλλικό περίφραγμα επάνω στο καπώ του αυτοκινήτου, χωρίς να υπολογίσει το πλάτος του 1,30 μ.
του ερείσματος, το οποίο θα είχε οπωσδήποτε, διανύσει κάθετα ο πεζός εάν με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, το ατύχημα έγινε επάνω στο οδόστρωμα. Μόνο δε στην περίπτωση που η παράσυρση του αναιρεσείοντος θα είχε λάβει χώρα πάνω στο έρεισμα, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του, θα εδικαιολογείτο κατ' αιτιώδη συνάφεια το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν είχε διασχίσει προηγουμένως κάθετα το πλάτος του ερείσματος.
Τέτοια όμως παραδοχή δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη. Περαιτέρω, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι το αυτοκίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης μετά την παράσυρση του αναιρεσείοντος διήνυσε απόσταση 28,5 μ. με το σώμα του αναιρεσείοντος επάνω στο καπώ του και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής την πρώτη στιγμή κατά την οποία το αυτοκίνητο και ο πεζός ήλθαν σ' επαφή ο τελευταίος βρισκόταν μπροστά από το αυτοκίνητο γιατί διαφορετικά δεν δικαιολογείται αιτιωδώς το ανέβασμα μετά την παράσυρση του σώματος του αναιρεσείοντος επάνω στο καπώ του αυτοκινήτου.
Με τα δεδομένα, όμως, αυτά είναι ανεπαρκής η κρίση του Εφετείου, ότι η παράσυρση έγινε κατά τη στιγμή που ο αναιρεσείων "πήδηξε" από το χαλασμένο συρματόπλεγμα πάνω στο καπώ του αυτοκινήτου, και κατά τη στιγμή που το τελευταίο εκινείτο πάνω στο οδόστρωμα διότι εάν πράγματι έτσι έγινε δεν αιτιολογείται στην απόφαση με ποιο τρόπο και με την ίδια κίνηση του "πηδήματος" πάνω από το συρματόπλεγμα βρέθηκε ο αναιρεσείων μπροστά από το αυτοκίνητο και στη συνέχεια με την παράσυρση πάνω στο καπώ του αυτοκινήτου που εκινείτο πάνω στο οδόστρωμα, όταν μεταξύ του χαλασμένου συρματοπλέγματος και του οδοστρώματος μεσολαβούσε το έρεισμα πλάτους 1,3 μ.
το οποίο δεν ήταν δυνατό κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά την έρευνα της αιτιώδους συνάφειας να υπερβεί ο αναιρεσείων με το "πήδημα" που δέχεται η προσβαλλόμενη. Εν όψει όλων αυτών, η κρίση του Εφετείου ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής ως πρόσφορη αιτία του ένδικου ατυχήματος αποκλειστικά "η αιφνίδια ενέργεια της εισόδου του αναιρεσείοντος κάθετα στο οδόστρωμα με το πήδημα του χαλασμένου συρματοπλέγματος και μόνον, με το οποίο ο αναιρεσείων βρέθηκε πάνω στο καπώ του αυτοκινήτου", κρίνεται ασαφής, ανεπαρκής και αντιφατική.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. όπως παραδεκτά συμπληρώνεται κατ' άρθρ. 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. με την παρούσα εισήγηση, κρίνονται βάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα εις το διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6456/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ