Legislator Giurisprudenza & Legislazione
938/2018 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against eviction damages ruling due to inadmissible procedural grounds and lack of evidence.

Numero d'incarto 938/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Municipality of Athens's appeal against eviction damages awarded to tenants. The court found the appeal inadmissible because it cited specific articles without detailing the alleged procedural errors, and the first ground was rejected as unfounded due to the tenant's right to claim damages before taking possession. Consequently, the appeal was rejected, and the Municipality was ordered to pay the tenants' legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 566(1) and 118(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) and (20) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it merely cites statutory provisions without specifying the exact procedural error, and a claim for damages for property damage is admissible even if made before the tenant takes possession of the leased property.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal procedural error eviction damages tenant possession legal costs Code of Civil Procedure property damage

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 118(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 938 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 938/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανδρικόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ο., 2) Π. Γ., κατοίκων ... και 3) Ε. συζ. Α. Ρ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Ο. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Μ. Β., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2012 μη οριστική και 1322/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3387/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και οι 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της αναιρέσεως, το όνομα της τρίτης αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως Ε. σύζ. Α. Ρ., το γένος Ε. Β.. Όπως, όμως, προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου αυτού, σε συνδυασμό, τόσο προς τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ιδίως δε την ένδικη αγωγή, την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1322/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., την κατ' αυτής έφεση και την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., στα οποία το όνομα της ως άνω διαδίκου αναφέρεται ως Ε.

σύζ. Α. Ρ. (και όχι Ρ.), το γένος Ε. Β., σε συνδυασμό και με την παρακάτω αναφερόμενη υπ' αριθμ. 5010Ε'/4-4-2017 έκθεση επιδόσεως αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στην τρίτη αναιρεσίβλητη, το οποίο παρέλαβε η ίδια με την ιδιότητα της τρίτης αναιρεσίβλητης, υπογράφοντας στην ως άνω έκθεση επιδόσεως στη θέση αυτής που παρέλαβε με το σωστό επώνυμό της, δηλ.

ως Ε. Ρ., το ορθό όνομα της τρίτης αναιρεσίβλητης είναι Ε. σύζ. Α. Ρ. (και όχι Ρ.), το γένος Ε. Β.. Παρά την εσφαλμένη αυτή αναγραφή (λόγω προφανούς παραδρομής) στο δικόγραφο της αναιρέσεως του ονόματος της τρίτης αναιρεσίβλητης, εν τούτοις δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της διαδίκου αυτής, κατά τα εκτεθέντα και έτσι, συναφώς, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως από την εσφαλμένη αναγραφή σ' αυτό του ονόματος της εν λόγω διαδίκου, η οποία στο εξής θα προσδιορίζεται με την ορθή ονομασία της, δηλαδή ως Ε.

σύζ. Α. Ρ. (και όχι Ρ.), το γένος Ε. Β..

Από την υπ' αριθμ. 5010Ε'/4-4-2017 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ηλία Δ. Αρκουμάνη, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι στη συζήτηση δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πρώτου αναρεσίβλητου, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και ως πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28-9-2016 αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού ως δικασίμου της 6-10-2017 και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των ως άνω αναιρεσιβλήτων, στην τρίτη αναιρεσίβλητη Ε.

σύζ. Α. Ρ., το γένος Ε. Β.. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε την κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. δήλωση. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία αυτής, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθ. 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.

Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθ. 272 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ' αυτή. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία, και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 834/2006, ΑΠ 140/2005).

Στην κρινόμενη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται α) κατά της υπ' αριθ. 3387/2016 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1322/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., λόγω ερημοδικίας του και β) κατά της παραπάνω υπ' αριθμ. 1322/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου ....

Είναι συνεπώς η αίτηση παραδεκτή μόνο καθ' όσο στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 3387/2016 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Επομένως η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1322/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ.ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β' ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ.ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, αυτής μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.ΑΠ 17/2013, 9/1996 και 626/1980, ΑΠ 779/2017, ΑΠ 243/2017, ΑΠ 2066/2014 ΑΠ 180/2014, ΑΠ 1261/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα στις 28-9-2016, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 3387/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Eφετείο, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του.

Η αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο ... Αντώνιο Ανδρικόπουλο του Δημητρίου, ο οποίος προσκομίζει το μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης συνταχθέν 36229/21-9-2017 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου ... Π. Α. Αλεξανδρόπουλου. Από το πληρεξούσιο αυτό προκύπτει ότι ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων Γεώργιος Καμίνης διόρισε τον ως άνω δικηγόρο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του Δήμου Αθηναίων για να παραστεί και να τον αντιπροσωπεύσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και να υποστηρίξει την αναίρεσή του κατά της υπ' αριθμ. 3387/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (Τμήμα Εφέσεων) και της υπ' αριθμ. 1322/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., η οποία ασκήθηκε μετά τη με αριθμό 1.113/22-9-2016 πράξη/άδεια της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Αθηναίων, δήλωσε δε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από τότε όλες τις πράξεις του παραπάνω πληρεξουσίου, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παραπάνω εντολών ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και επομένως και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος Δήμου για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3387/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (Τμήμα Εφέσεων).

Η έγκριση αυτή, που ενεργεί αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 3387/2016 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594, 599 σε συνδυασμό προς το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μισθώσεως με επιμέλεια και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί. Έτσι, ο μισθωτής έχει υποχρέωση αφενός μεν να αποφεύγει κάθε αυθαίρετη, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση στο μίσθιο, εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου, αφετέρου δε να μην προκαλεί στο μίσθιο φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Διαφορετικά, ο μισθωτής υπέχει υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία, που υφίσταται ο εκμισθωτής από τις αυθαίρετες μεταβολές του μισθίου και τις ανεπίτρεπτες πέραν της συνήθους χρήσης φθορές του (ΑΠ 1413/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 602 εδ. α' του ΑΚ, που έχει εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 του π.δ. 34/1995), οι αξιώσεις του εκμισθωτή για αποζημίωση εξαιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου το ανέλαβε.

Κατά τη διάταξη αυτή η εξάμηνη παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως του εκμισθωτή για τις μεταβολές ή φθορές, που ο μισθωτής προκάλεσε στο μίσθιο, αρχίζει από την πραγματική ανάληψη του μισθίου, διότι μόνο μετά από αυτή ο εκμισθωτής έχει τη δυνατότητα να το ελέγξει και να διαπιστώσει την ύπαρξη και την ακριβή έκταση των μεταβολών ή φθορών του μισθίου.

Η παραγραφή αρχίζει από την ανάληψη του μισθίου και αν ακόμη ο εκμισθωτής είχε πληροφορηθεί ή λάβει γνώση των μεταβολών ή φθορών του μισθίου πριν από την ανάληψή του, η οποία δεν συμπίπτει με τη λήξη της μισθώσεως, δεδομένου ότι είναι δυνατό η ανάληψη να συντελεστεί και μετά τη λήξη. Εξάλλου, η υπερημερία του εκμισθωτή λόγω μη αποδοχής του προσφερομένου μισθίου δεν εξομοιώνεται με "ανάληψη" αυτού, από την οποία και μόνη αρχίζει η κατά τα άνω εξάμηνη παραγραφή (ΑΠ 1413/2008, ΑΠ 885/1995).

Για την έναρξη και τη συμπλήρωση της παραγραφής αυτής έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 240 επ. και 248 επ. του ΑΚ (ΑΠ 1413/2008, ΑΠ 885/1995). Περαιτέρω, η αγωγή που ασκείται μετά τη λύση της μίσθωσης, για αποζημίωση από φθορές του μισθίου, πρέπει ν' αναφέρει τις ζημίες κατά την απόδοση του μισθίου και το ποσό αποκατάστασης, όχι δε και την κατάσταση του μισθίου στην έναρξη της μίσθωσης.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η μεταβολή ή χειροτέρευση του μισθίου είναι συνέπεια της χρήσης του μισθίου που συμφωνήθηκε είναι ένσταση καταλυτική, ενώ η κρίση του δικαστηρίου για το αν οι φθορές οφείλονται ή όχι στη συνήθη χρήση είναι κρίση περί τα πράγματα και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέλος, ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3387/ 2016 απόφασή του, απέρριψε την από 2-11-2012 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, κατά της υπ' αριθμ. 1322/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., το οποίο, αφού απέρριψε την προβληθείσα από τον τελευταίο ένσταση εξάμηνης παραγραφής της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης των εναγόντων για φθορές του μισθίου κατά το άρθρο 602 Α.Κ, την οποία ο αναιρεσείων Δήμος επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, δέχτηκε εν μέρει την από 9-2-2011 αγωγή των εναγόντων εκμισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγόμενου -εκκαλούντος μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, ως προς τη βάση και αίτημά της με το οποίο οι ενάγοντες - εκμισθωτές ζήτησαν, μετά από παραδεκτό, κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος μισθωτής, οφείλει να τους καταβάλει ως αποζημίωση από την απομείωση της αξίας των αναφερόμενων σ' αυτή οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, τις οποίες εκμίσθωσαν στον εναγόμενο Δήμο Αθηναίων από κοινού, ως ενιαίο ακίνητο, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, λόγω φθορών αυτών πέραν της συνήθους χρήσεως και μη αποκαταστάσεως απ' αυτόν με δικά του έξοδα, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, των μεταβολών που είχε επιφέρει σ' αυτό, οι οποίες (φθορές και μεταβολές) επηρέασαν την εμπορική του αξία, με το νόμιμο τόκο, καθόσον μεν αφορά στους δύο πρώτους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους από την επίδοση της προηγούμενης της ένδικης, από 9-1-2008 όμοιας αγωγής αποζημίωσης, που είχαν ασκήσει κατά του εναγομένου Δήμου Αθηναίων ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...

για τις ίδιες φθορές και μεταβολές των ιδιοκτησιών τους που εκμίσθωσαν στον τελευταίο, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησής τους προς άσκηση αυτής με την υπ' αριθμ 746/30-5-2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής από τους πιο πάνω ενάγοντες, ως αόριστη, με την υπ' αριθμ 6775/2010 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ασκηθείσης της ένδικης αγωγής τους εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση της τελευταίας αυτής απόφασης, καθόσον δε αφορά στην τέταρτη ενάγουσα και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, από την άσκηση, στις 3-4-2008, της προηγούμενης της ένδικης όμοιας με αριθμό εκθ.

καταθ. 815/2008 αγωγής αποζημίωσής της κατά του εναγομένου Δήμου Αθηναίων, η οποία δεν είχε συζητηθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής και από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με το δικόγραφο της αγωγής αυτής. Συγκεκριμένα, το Ειρηνοδικείο ..., με την υπ' αριθμ. 1322/2012 απόφασή του, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 3387/2016 απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

δέχτηκε ανελέγκτως, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν σε αυτό, αναφορικά με την παραπάνω βάση και αίτημα της αγωγής που αφορά αξιώσεις αποζημίωσης των εναγόντων λόγω φθορών του μισθίου και την προβληθείσα κατ' αυτών από τον εναγόμενο ένσταση εξάμηνης παραγραφής τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 1-9-1997 ιδιωτικού μισθωτηρίου εγγράφου, έπειτα από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό οι ενάγοντες εκμίσθωσαν από κοινού στον εναγόμενο Δήμο, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους που βρίσκονται στην Αθήνα στο επί της οδού ..., Μέγαρο και ειδικότερα 1] ο πρώτος εξ αυτών α] την στο δεύτερο όροφο του Μεγάρου οριζόντια ιδιοκτησία με αριθμό Ε4,4, εμβαδού 72,70 τ.μ., β] την στον πέμπτο όροφο του Μεγάρου οριζόντια ιδιοκτησία με αριθμ.

Ε4,6, εμβαδού 35 τ.μ., γ] την στον όγδοο όροφο του Μεγάρου οριζόντια ιδιοκτησία με αριθμό Ε4,5, εμβαδού 72,70 τ.μ. και δ] την στον όγδοο όροφο του Μεγάρου οριζόντια ιδιοκτησία με αριθμό Ε4,6, εμβαδού 35,10 τ.μ., 2] ο δεύτερος εξ αυτών την στον έβδομο όροφο του Μεγάρου οριζόντια ιδιοκτησία με αριθμό Ε4,4, εμβαδού 72,70 τ.μ. και 3] η τρίτη εξ αυτών Ε.

Ρ., την στον πέμπτο όροφο του Μεγάρου οριζόντια ιδιοκτησία με αριθμό Ε4,4, εμβαδού 72,70 τ.μ., για χρονικό διάστημα τριών ετών, ήτοι μέχρι 31-8-2000, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.125 δρχ. ανά τ.μ. αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά 5% και καταβλητέο στο τέλος κάθε διμηνίας, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει ο Δήμος μαζί με τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες του Μεγάρου ως γραφεία...

Η επίδικη μίσθωση με κοινή συμφωνία των διαδίκων [βλ. το με αριθμ. πρωτ. 114035/20-9-2005 έγγραφο της δημαρχιακής επιτροπής, το οποίο αποδέχθηκαν οι ενάγοντες] και σύμφωνα με τον όρο 6 του συμφωνητικού παρατάθηκε μέχρι την 31-3-2006, ότε και έληξε οριστικά. Μετά τη λήξη της ως άνω μισθώσεως ο εναγόμενος Δήμος, λόγω δυσχερειών στη μετεγκατάσταση των υπηρεσιών του, παρέμεινε στη χρήση του μισθίου μέχρι 23-3-2007 καταβάλλοντας ως αποζημίωση χρήσης, για την παράνομη κατακράτηση ποσό ίσο με το τελευταίο μηνιαίο μίσθωμα [άρθρο 601 ΑΚ]....

Περαιτέρω προέκυψε ότι ο εναγόμενος Δήμος αποχώρησε από το μίσθιο και στις 21-3-2007 προσκάλεσε το διαχειριστή των εκμισθωτών Α. Ρ., να προσέλθει στην υπηρεσία του επί της οδού Λιοσίων αριθμ. 22 για να παραλάβει τα κλειδιά και το μίσθιο [βλ. το από 21-3-2007 έγγραφο του Δήμου Αθηναίων]. Ο προαναφερόμενος διαχειριστής, ο οποίος έλαβε γνώση του ως άνω εγγράφου την 23-3-2007, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο έγγραφο το οποίο φέρει την υπογραφή του, αρνήθηκε να παραλάβει τα κλειδιά και το μίσθιο.

Ο εναγόμενος Δήμος προσκάλεσε εκ νέου το διαχειριστή να προσέλθει μέχρι 30-5-2007 για να παραλάβει τα κλειδιά και τελικώς τα κλειδιά και το μίσθιο παραδόθηκαν μετά ένα έτος, ήτοι στις 26-3-2008 στη συνιδιοκτήτρια κ. Α., με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της από τις φθορές του μισθίου. Ο ισχυρισμός των εκμισθωτών πως η άρνηση του διαχειριστή να παραλάβει τα κλειδιά και το μίσθιο οφείλεται στο ότι θα έπρεπε να κληθούν προς τούτο όλοι οι εκμισθωτές, για να παραδοθούν τα κλειδιά σε ένα έκαστο εξ' αυτών, αφού στο κτίριο εμπεριέχονται 47 ιδιοκτησίες πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος και τούτο διότι οι αποτελούσες το συγκρότημα γραφείων οριζόντιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, μισθώθηκαν ως ενιαίο σύνολο, το σύνολο δε των ιδιοκτητών εκπροσωπούσε νομίμως ο διαχειριστής αυτών Α.

Ρ. [βλ. μισθωτήριο έγγραφο και την από 21-2-2008 εξώδικη πρόσκληση των συνιδιοκτητών]. Ως εκ τούτου η ως άνω αξίωση των εκμισθωτών (για παράδοση των κλειδιών σε ένα έκαστο εξ αυτών) εγείρεται καταχρηστικώς λαμβανομένων υπ' όψιν και των πρακτικών δυσχερειών υλοποιήσεώς της, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αυτοί εκπροσωπούντο νομίμως εκ του ως άνω διαχειριστού.

Επίσης και ο ισχυρισμός των εκμισθωτών ότι δεν παρέλαβαν τα κλειδιά, αφού το κτίριο έπρεπε να επισκευασθεί για να παραδοθεί στην κατάσταση που παρελήφθη πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Το γεγονός ότι το μίσθιο κατά το χρόνο λήξεως της μισθώσεως και αποδόσεώς του είχε φθορές μη οφειλόμενες στη συνήθη και συμφωνημένη χρήση δεν καθιστά την παροχή του εναγομένου μη προσήκουσα, και δεν δικαιολογεί την άρνηση των τελευταίων να παραλάβουν το μίσθιο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, εφόσον δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση για την αποκατάσταση των φθορών (ΑΠ 907/1996 Δ' τμήμα Δ/νη 38/117, Εφ.ΑΘ 7523/1990 Δ/νη 32/1655) και ούτω περιήλθαν σε υπερημερία δανειστή (ΑΚ 351)....

Περαιτέρω όπως αποδείχθηκε ο εναγόμενος Δήμος, ο οποίος σύμφωνα με τον όρο 3 του ιδιωτικού συμφωνητικού είχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε οποιαδήποτε διασκευή ή προσθήκη ή διαρρύθμιση του μισθίου υπό τον όρο ότι δεν θίγεται με αυτές η στατική του κτιρίου και η εξωτερική εμφάνισή του, εκμεταλλεύθηκε το μίσθιο, αφού διαμόρφωσε το χώρο σύμφωνα με τις ανάγκες του, κατά παράβαση των κανόνων της τακτικής διαχειρίσεως, χωρίς να λαμβάνεται πρόνοια για την τακτική συντήρηση των εγκαταστάσεων και του ανάλογου εξοπλισμού του.

Όταν δε το παρέδωσε, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιδιωτικού συμφωνητικού υποχρεούτο με δικά του έξοδα να αποκαταστήσει όλες τις μεταβολές ή διαρρυθμίσεις των εσωτερικών χώρων που τυχόν θα είχε επιφέρει ασφαλώς και εντέχνως, ώστε να μη μεταβάλλεται η μορφή και ο χαρακτήρας των πλήρων αυτοτελών ιδιοκτησιών, ουδέν έπραξε.

Παραλλήλως το μίσθιο έχρηζε ριζικών επισκευών, όπως προκύπτει και από τον κατάλογο επισκευών μηνός Μαρτίου 2007, του ιδίου του Δήμου και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι οι εν λόγω φθορές προέρχονται από τη συνήθη χρήση, η οποία εν προκειμένω και σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα είναι ευρύτερη αυτής των κοινών μισθώσεων πρέπει να απορριφθεί, ως νόμω αβάσιμος κατά το μέτρο που υπερβαίνει τα ούτως ή άλλως ακόμη και σ' αυτήν την περίπτωση υπαρκτά ακραία όρια πέραν των οποίων και αυτή ακόμη η ευρεία χρήση καθίσταται επιζήμια για τον εκμισθωτή χρήζουσα αποκαταστάσεως...

Για τις απαραίτητες επισκευές των οριζοντίων ιδιοκτησιών, του πρώτου των εναγόντων έπρεπε να δαπανηθούν τα εξής ποσά:. .. Ήτοι για τις ως άνω αιτίες έπρεπε να δαπανηθεί από τον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.116 [2.558 + 1.500 + 2.558 +1500] ευρώ. Επίσης για τις απαραίτητες επισκευές της οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου των εναγόντων που βρίσκεται στον έβδομο όροφο του Μεγάρου με αριθμό Ε4,4, εμβαδού 72,70 τ.μ.

έπρεπε να δαπανηθεί το ποσό των 2.558 ευρώ, το οποίο αφορά... Εξ άλλου για τις απαραίτητες επισκευές της οριζόντιας ιδιοκτησίας της τρίτης των καλούντων - εναγόντων που βρίσκεται στον πέμπτο όροφο του Μεγάρου με αριθμό Ε4,4, εμβαδού 72,70 τ.μ. έπρεπε να δαπανηθεί το ποσό των 2.558 ευρώ, το οποίο αφορά... Τα ως άνω ποσά δεν αρνείται ειδικώς ο εναγόμενος Δήμος.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι οι αξιώσεως για την αποζημίωση λόγω φθορών στο επίδικο μίσθιο, έχει υποπέσει στην ειδική εξάμηνη παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 602 ΑΚ, αφού από την παράδοση του μισθίου στις 23-3-2007, μέχρι την άσκηση της πρώτης αγωγής των δύο πρώτων εναγόντων, στις 20-2-2008 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 60/9-1-2008 αγωγή) και της τρίτης των καλούντων - εναγόντων στις 3-4-2008 (υπ' αριθμ. καταθ. 815/2008 αγωγή) είχε παρέλθει ο ως άνω χρόνος πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η εξάμηνη παραγραφή της αποζημιώσεως για φθορές ή μεταβολές της υλικής υποστάσεως του μισθίου, αρχίζει αφότου ο εκμισθωτής το "ανέλαβε", διότι έκτοτε αποκτά τη δυνατότητα να το ελέγξει και να διαπιστώσει τις υλικές φθορές που φέρει ή τις μεταβολές που έχει υποστεί.

Η παραγραφή αρχίζει από την ανάληψη του μισθίου πράγματος έστω και αν ο εκμισθωτής είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί ή να διαπιστώσει τις μεταβολές ή φθορές πριν από την ανάληψη αυτού, η οποία δεν συμπίπτει με τη λήξη της μισθώσεως, δεδομένου ότι είναι δυνατόν η ανάληψη να συντελέστηκε και μετά τη λήξη, ενώ, εξ' άλλου, η υπερημερία του εκμισθωτή λόγω μη αποδοχής του προσφερόμενου μισθίου πράγματος δεν εξομοιώνεται με ανάληψη αυτού από την οποία και μόνη αρχίζει η παραγραφή του άρθρου 602 του Α.Κ (ΑΠ 885/1995 Δημ.Νόμος, Χ.Π.

Αγωγές απόδοσης μισθίου, έκδοση γ' σελ. 366, παρ. 1195).

Εν προκειμένω η ανάληψη του μισθίου δεν συμπίπτει με το χρόνο προσήκουσας προσφοράς αυτού που είναι η 23-3-2007, αλλά αυτή έγινε στις 26-3-2008, όπως προαναφέρθηκε και από την επομένη άρχισε να μετράει ο χρόνος της παραγραφής, οπότε μέχρι την άσκηση των αγωγών δεν είχε παρέλθει ο σχετικός χρόνος απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του εν λόγω ισχυρισμού του εναγομένου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε την ως άνω ένσταση του εναγομένου, δέχτηκε εν μέρει την από 9-2-2011 αγωγή ως προς τη βάση και αίτημά της που αφορά επιδίκαση αποζημίωσης λόγω φθορών του μισθίου και επιδίκασε για την αιτία αυτή, στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.116 ευρώ, σε καθένα δε από τους δεύτερο και τρίτη ενάγοντες το ποσό των 2.558 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ασκηθείσας απ' αυτούς αρχικής αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα με το να απορρίψει την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εξάμηνης παραγραφής από το άρθρο 602 ΑΚ, δεχόμενο, ότι η παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων για φθορές του μισθίου άρχισε να τρέχει από την ανάληψη του μισθίου από τους εκμισθωτές, που έλαβε χώρα στις 26-3-2008 με την παράδοση του μισθίου και των κλειδιών του σε μία εκ των συνιδιοκτητών, η οποία τα παρέλαβε, και όχι από τις 23-3-2007, οπότε, ο διαχειριστής του μισθίου Α.

Ρ., έλαβε γνώση του από 21-3-2007 εγγράφου του εναγομένου - αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, με το οποίο ο τελευταίος προσκάλεσε τον ως άνω διαχειριστή να προσέλθει στην υπηρεσία του επί της οδού Λιοσίων αριθμ. 22 για να παραλάβει τα κλειδιά και το μίσθιο, πράγμα το οποίο αρνήθηκε να πράξει, δεχόμενο ότι η υπερημερία του εκμισθωτή λόγω μη αποδοχής του προσφερομένου μισθίου πράγματος δεν εξομοιώνεται με "ανάληψη" αυτού από την οποία και μόνη αρχίζει η παραγραφή του άρθρου 602 ΑΚ δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα σχετικά στη μείζονα σκέψη, με εσφαλμένη ερμηνεία την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 602 ΑΚ.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το ως άνω Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 602 ΑΚ, με το να απορρίψει τη νομίμως προταθείσα ένστασή του ότι η επίδικη απαίτηση είχε υποπέσει στην ειδική εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 602 ΑΚ, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι "...η υπερημερία του εκμισθωτή λόγω μη αποδοχής του προσφερόμενου μισθίου πράγματος δεν εξομοιώνεται με ανάληψη αυτού από την οποία και μόνη αρχίζει η παραγραφή του άρθρου 602 του ΑΚ" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, δεν πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, από το ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της οι ενάγοντες παρέλαβαν το επίδικο μίσθιο στις 26-3 2008, ενώ η αρχική αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε στις 20-2-2008 (πριν από την ανάληψη του μισθίου από τους εκμισθωτές) και η αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης την 3-4-2008, λίγες ημέρες μετά απ' αυτήν (ανάληψη), περιστατικά από τα οποία αποδεικνύεται, κατά τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής ότι εν προκειμένω οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι παρέλαβαν πράγματι το επίδικο μίσθιο σε χρόνο προγενέστερο της 20-2-2008 (ημερομηνία κατάθεσης της πρώτης αγωγής τους), και άρα πολύ ενωρίτερα από την ημερομηνία της 26-3-2008, που καταφανώς εσφαλμένα και αντιφατικά δέχεται η προσβαλλόμενη ως ημερομηνία "ανάληψης" του μισθίου από τους ενάγοντες, εφόσον η μία παραδοχή δεν αναιρεί την άλλη, αφού δεν αποκλείεται η δυνατότητα του μισθωτή να πληροφορηθεί ή να διαπιστώσει τις μεταβολές ή φθορές πριν από την ανάληψή του, (ούτε, άλλωστε απαγορεύεται η άσκηση της αγωγής αποζημιώσεως για φθορές του μισθίου, πριν από την ανάληψη αυτού, από την οποία, σε κάθε περίπτωση αρχίζει η παραγραφή, και αν ακόμη ο εκμισθωτής είχε πληροφορηθεί ή λάβει γνώση των μεταβολών ή φθορών τούτου πριν από την ανάληψή του, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, και ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων επιχειρεί να στηρίξει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με μόνη την αριθμητική επίκληση των εν λόγω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδεμία απολύτως συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί της παραπάνω διατάξεως.

Επίσης, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος, με την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην ίδια ως άνω απόφαση την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπόψη της και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επιδίκασε το ποσό των 8.116 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και το ποσό των 2.558 ευρώ για καθένα από τον δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, αποδεχθείσα εσφαλμένως ότι οι φθορές δεν οφείλονταν στην συμφωνημένη χρήση του μισθίου εκ μέρους του μισθωτή Δήμου, και επί πλέον σε κάθε περίπτωση, τα ποσά που επιδίκασε ως αποζημίωση για φθορές του μισθίου είναι υπερβολικά και αναντίστοιχα της ηλικίας και της κατάστασης του μισθίου αλλά και της απαιτούμενης δαπάνης, εν όψει της έλλειψης συγκεκριμένων αποδείξεων, καθόσον ουδέποτε αποκαταστάθηκαν οι φθορές αλλά έγινε εκτίμηση μόνον της απαιτούμενης δαπάνης εντελώς αόριστα και αυθαίρετα, εφόσον οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά απ' αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ), και οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις, τα οποία θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2016 αίτηση του Δήμου Αθηναίων, για αναίρεση α) της υπ' αριθμ. 3387/2016 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και β) της υπ' αριθμ. 1322/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου .... Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ