Legislator Giurisprudenza & Legislazione
938/2013 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal regarding employer liability for worker death, remanding safety equipment issue.

Numero d'incarto 938/2013
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a wrongful death case involving a construction worker. The lower court had dismissed the appellant's claim that the deceased worker was partially at fault for not using safety gear, citing vague reasoning. The Supreme Court found this reasoning insufficient and remanded the case to determine the worker's liability regarding safety equipment usage.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; Article 330 paragraph 2 of the Civil Code; Article 300 of the Civil Code; Articles 114 paragraphs 4 and 5 of Presidential Decree 1073/1981: When a lower court rejects a defense of contributory negligence based on vague or unsubstantiated assumptions regarding the existence of safety measures or the feasibility of their use, the Supreme Court must accept the appeal and remand the case for further examination.

Parole chiave

Generato dall'IA
employer liability worker death contributory negligence safety equipment remand for retrial civil code construction accident incapacità di lavoro

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298 and 330 of the Civil Code
Article 330 paragraph 2 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Articles 114 paragraphs 4 and 5 of Presidential Decree 1073/1981
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 938 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 938/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Ι. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Χριστοδουλοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. χας Σ. Κ., ενεργούσης ατομικά και ως ασκούσης τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Τ. Κ. του Σ., 2) Τ. Μ. του Χ., 3) Ν. Κ. του Φ. και 4) Α. Κ. του Φ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λιαράκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-3-2006 και 10-4-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 8-7-2006 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του Α. Δ., καθώς και με την από 2-5-2007 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του Ε. Δ., οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 773/2009 και 1185/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5504/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 19-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό τις διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του Α.Κ. (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνον όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου, προς ενέργεια της παραλειφθείσης πράξεως, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλουμένου κινδύνου.

Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτά πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.ΑΠ 1117/1986).

Επομένως για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης.

Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου (άρθρ. 1), καθώς και από το ΠΔ 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητας Πολιτικού μηχανικού.

Μέτρα ασφαλείας". Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 1396/1983 με τον οποίο ορίζονται τα μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά έργα, "επιβλέπων" είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 111 εδ. α' του ΠΔ 1073/1981 "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν του παρόντος ως και του ΠΔ 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εν γένει οικοδομικών εργασιών", στις οικοδομικές και εν γένει εργοταξιακές εργασίες, παρίστανται ανελιπώς καθ' όλη την διάρκεια της ημερήσιας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδότες και οι εκπρόσωποι τούτων.

Κατά δε το άρθρο 102 εδ. ε' του ίδιου Π.Δ. οι εκτελούντες το έργο πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέτρα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 4 και 5 του εν λόγω ΠΔ, έκαστος εργαζόμενος, πρέπει να χρησιμοποιεί τα μέσα προστασίας και όλες τις διατάξεις ασφαλείας, ή τις άλλες εγκαταστάσεις οι οποίες προβλέπονται για την προστασία του και πρέπει να συμμορφώνονται προς το σύνολον των οδηγιών ασφαλείας, οι οποίες αναφέρονται στην εργασία του, να εφαρμόζει μεθόδους εργασίας ασφαλείας, να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προσωπική του ασφάλεια και διά την ασφάλεια οιουδήποτε άλλου ατόμου και να απέχει από οιανδήποτε πράξη η οποία ενδέχεται να θέση εις κίνδυνο τον ίδιο ή οιονδήποτε άλλο άτομο.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ο Σ. Κ. του Φ. και της Τ., Αλβανός υπήκοος, σύζυγος της πρώτης και πατέρας της ανήλικης θυγατέρας της Τ. Κ. για την οποία ασκεί τη γονική μέριμνα η ίδια, υιός της δεύτερης και αδελφός των τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, είχε εγκατασταθεί και εργαζόταν μόνιμα στην Αθήνα, ως οικονομικός μετανάστης, από το έτος 1990 - 1991.

Στις 23.10.2002 προσλήφθηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από τον Ε. Δ., προκειμένου να εργασθεί αρχικά ως εργάτης οικοδομής και από το έτος 2003 και εφεξής ως τεχνίτης οικοδομών (καλουπατζής), στις διάφορες οικοδομές που αναλάμβανε ο ως άνω εργοδότης του ως υπεργολάβος σκυροδέτησης - μπετόν. Κατά το έτος 2004 οι, Ε.

Δ. και ο αναιρεσείων Δ. Ι., κατόπιν συμφωνίας τους με τον Α. Δ., ιδιοκτήτη οικοπέδου κειμένου στο ... ανέλαβαν, ο μεν πρώτος, με την ιδιότητα του υπεργολάβου σκυροδέματος, να κατασκευάσει τον φέροντα από οπλισμένο σκυρόδεμα οργανισμό μιας τετραώροφης οικοδομής με υπόγειο και ισόγειο και ο δεύτερος, υπό την ιδιότητα του διπλωματούχου επιβλέποντος και υπεύθυνου μηχανικού του έργου, να εκδώσει την οικοδομική άδεια αυτής στο όνομα των Θ.

και Σ. Δ., τέκνων του ως άνω ιδιοκτήτη του οικοπέδου, όπως και πράγματι έγινε. Σημειώνεται, ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε τον Ε. Δ., αλλά του τον συνέστησε ο ως άνω αρχιτέκτονας, Δ. Ι., καθόσον είχε συνεργασθεί μαζί του και σε άλλες οικοδομές. Στις 21.2.2005 και "ενώ είχε σκυροδετηθεί προ εξαημέρου η πλάκα της ταράτσας του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της παραπάνω οικοδομής, ο Ε.

Δ. μετέβη σ' αυτήν περί ώρα 6.40' π.μ., μαζί με τον προαναφερόμενο Σ. Κ. και τον επίσης Αλβανό υπήκοο K. S., προκειμένου να ξεκαλουπώσουν το κλιμακοστάσιο, να καθαρίσουν την ξυλεία που υπήρχε στους ορόφους της εν λόγω οικοδομής και να αποσυναρμολογήσουν τους πύργους στήριξης του ξυλοτύπου της πλάκας της ταράτσας του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου αυτής.

Ο ίδιος (Ε. Δ.), ανέλαβε να αποξηλώσει τον ξυλότυπο των σκαλοπατιών στο χώρο του κλιμακοστασίου μεταξύ του τρίτου και του τέταρτου ορόφου της ως άνω οικοδομής και έδωσε εντολή, στον μεν εργάτη K. S., να καθαρίσει τον ισόγειο όροφο από τα χώματα και στη συνέχεια να καθαρίσει την ξυλεία του τρίτου ορόφου από τις πρόκες, στον δε συγγενή των αναιρεσιβλήτων, Σ.

Κ., να ανέβει μόνος του στον τέταρτο όροφο της ίδιας οικοδομής και να αποσυναρμολογήσει τους πύργους (ικριώματα) στήριξης του ξυλότυπου της ταράτσας και να στοιβάζει τα αποξηλωμένα στοιχεία της. Ενώ δε ο Σ. Κ. πραγματοποιούσε την ως άνω εργασία, που του είχε ανατεθεί, στον τέταρτο όροφο της οικοδομής ευρισκόμενος από την πλευρά του ακαλύπτου χώρου της οδού …, περί ώρα 9.00' π.μ.

της ίδιας ημέρας (21.2.2005) απώλεσε την ισορροπία του, με συνέπεια, εξαιτίας της ελλείψεως δαπέδου εργασίας και προστατευτικού κιγκλιδώματος πάνω από τον πύργο στήριξης του ξυλότυπου που εργαζόταν, ξηλώνοντας και στοιβάζοντας τα στοιχεία, να βρεθεί στο κενό και να πέσει με το κεφάλι από ύψος 16 μέτρων, στο έδαφος του ακάλυπτου χώρου της εν λόγω οικοδομής, συμπαρασύροντας ξεκαλουπωμένα λατάκια, δηλαδή επιμήκεις ξύλινες ράβδους τετραγωνικής διατομής, ως και καλώδιο της ΔΕΗ.

Από την πτώση του αυτή στο έδαφος ο Σ. Κ. τραυματίσθηκε θανάσιμα, εξέπνευσε δε εντός του ασθενοφόρου, που τον μετέφερε στο νοσοκομείο ΚΑΤ Κηφισιάς, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του από "βαριές εγκεφαλικές κακώσεις της κεφαλής, του αυχένος και του θώρακος, συμβατές με πτώση εξ ύψους 16 μέτρων". Ως προς την κατάσταση της παραπάνω οικοδομής διαπιστώθηκε, ότι πάνω από το σημείο πτώσης τούτου και επί του τέταρτου ορόφου, όπου εργαζόταν ο θανών, υπήρχε πύργος (ικρίωμα) υποστήριξης του δοκού της αρχιτεκτονικής διαμόρφωσης της οροφής του τέταρτου ορόφου, αποτελούμενης από δύο ανοίγματα, που σχημάτιζαν ένα είδος πέργκολας, καθώς και μία κολώνα έδρασης του ξυλότυπου της παραπάνω δοκού, που είχε προφανώς τοποθετηθεί σε αντικατάσταση του πύργου.

Ο πύργος στήριξης εδραζόταν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η εξωτερική πλευρά του να προεξέχει του πέρατος του δαπέδου του τέταρτου ορόφου όπως συνέβαινε και με τους λοιπούς πύργους στήριξης της πλάκας της ταράτσας στα πέρατα του δαπέδου. Ο εξωτερικός ορθοστάτης του ενός πλαισίου του πύργου βρισκόταν πάνω στο κενό, ενώ ο αντίστοιχος του άλλου πλαισίου εδραζόταν σε παρακείμενο μπαλκόνι.

Το προεξέχον της οικοδομής τμήμα του πύργου εκτεινόταν σε πλάτος 1.40 μέτρα μεταξύ γωνιακής κολώνας του κτιρίου και του στηθαίου του μπαλκονιού (που είχε ύψος 1,10 μέτρα). Από την αυτοψία, που διενήργησε αυθημερόν περί ώρα 14.40' μ.μ. ο τεχνικός επιθεωρητής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), διαπιστώθηκαν "ελλείψεις όσον αφορά στα προβλεπόμενα από τη Νομοθεσία μέτρα ασφαλείας για τις οικοδομικές εργασίες (π.δ. 778/1980, π.δ. 1073/1981) και συγκεκριμένα, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 1504/21.2.2005 δελτίο ελέγχου αυτού, διαπιστώθηκαν: 1) Ακάλυπτα οριζόντια και κατακόρυφα ανοίγματα πλακών (ασανσέρ κ.λπ.), 2) ακάλυπτα πέρατα πλακών σε σημεία διέλευσης εργαζομένων ή θέσεις εργασίας και 3) κλιμακοστάσιο χωρίς πλευρική προστασία έναντι πτώσης (...και τις δύο πλευρές ακάλυπτες).

Ενόψει των παραπάνω, έγινε διακοπή των εργασιών στην ως άνω οικοδομή, όταν δε επακολούθησε επανέλεγχος σ' αυτήν, προκειμένου να επιτραπεί η συνέχιση των εργασιών, διαπιστώθηκε, ότι είχαν πλέον ληφθεί μέτρα συμμόρφωσης στα σημεία που είχαν επισημανθεί οι ελλείψεις, από τα οποία, εκείνο που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, είναι η τοποθέτηση στον τέταρτο όροφο προστατευτικών κουπαστών, περιμετρικά, κοντά στα πέρατα του δαπέδου και επί των εξωτερικών πλευρών των ικριωμάτων (πύργων) στήριξης της πλάκας της ταράτσας, καθώς οι οποιεσδήποτε άλλες ελλείψεις προστατευτικών μέτρων δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επίδικο θανατηφόρο ατύχημα......

Οι ως άνω υπεύθυνοι εναγόμενοι ουδόλως αμφισβήτησαν την έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας, αντίθετα μάλιστα αποδέχονται το συγκεκριμένο γεγονός, αλλά άπαντες αρνούνται την ευθύνη τους για την παράλειψη αυτή, την οποία αποδίδει ο ένας στον άλλο....... οι όψιμοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Δ. Ι., ότι επιβλέπων μηχανικός στην οικοδομή αυτή θα ήταν άλλη συνάδελφος του, καθώς ο ίδιος απλώς θα παραλάμβανε το μπετόν καθαριότητας και θα ειδοποιούσε τον ιδιοκτήτη, που βρισκόταν στην εργασία του, να προσέλθει στην οικοδομή του, για να παραλάβει τα σχετικά τιμολόγια, αποδείχθηκαν αβάσιμοι.

Σε κάθε δε περίπτωση αλυσιτελώς πρoβάλλoνται, δεδομένου ότι το γεγονός, που αποδείχθηκε και έχει έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση, είναι, ότι στις 21.1.2005, δηλαδή την ημέρα του επίδικου ατυχήματος, ο Δ. Ι., ο οποίος, άλλωστε, είχε αναλάβει την έκδοση της οικοδομικής άδειας για την οικοδομή του Δ. Μ., βρισκόταν εκεί, όχι απλώς για να παραλάβει το μπετόν, αλλά και για να επιβλέπει τουλάχιστον τις εργασίες σκυροδέτησης, που θα εκτελούνταν από τον υπεργολάβο Ε.

Δ., ζήτημα που, άλλωστε, αποδέχθηκε και ο ίδιος ο Δ. Ι., στο απολογητικό του υπόμνημα. Ο τελευταίος, στην προσπάθειά του να αποδείξει ότι δεν φέρει ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, προβάλλει αλυσιτελώς και άλλους ισχυρισμούς, παραπονούμενος ακόμη και για το γεγονός, ότι η εκκαλουμένη οριστική απόφαση τον αναφέρει με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, ενώ ο ίδιος είναι αρχιτέκτονας, παραβλέποντας το ζήτημα, ότι για την ευθύνη του για το επίδικο θανατηφόρο ατύχημα, δεν έχει έννομη σημασία η ιδιότητα του ως πολιτικού μηχανικού ή αρχιτέκτονα μηχανικού, αλλά το γεγονός ότι αυτός, ο οποίος είχε συντάξει την αρχιτεκτονική μελέτη και τη μελέτη του φέροντα οργανισμού της οικοδομής στο ..., είχε ορισθεί και ως επιβλέπων μηχανικός για τη γενική επίβλεψη αυτής, καθώς και, μεταξύ άλλων, για την επίβλεψη του φέροντα οργανισμού της, του περιβάλλοντος χώρου της και για τον χρονικό προγραμματισμό των εργασιών, όπως όλα αυτά προκύπτουν από την 635/7.7.2004 οικοδομική άδεια της ως άνω οικοδομής.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, αποδείχθηκε κατ' αρχήν, ότι ο θάνατος του Σ. Κ. συνιστά εργατικό ατύχημα υπό την έννοια του νόμου 551/1915, αφού έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της εργασίας του, οφείλεται δε αποκλειστικά στη μη τήρηση των απαιτούμενων ειδικών μέτρων ασφαλείας, όπως αυτά αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 5, 15, 17, 19, 21 του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών", των άρθρων 34, 37, 102, 107 και 113 παρ. 1 του π.δ. "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού", των άρθρων 1 - 9 του Ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" και του άρθρου 12 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV ΜΕΡΟΣ Β - ΤΜΗΜΑ II παράγραφος 5. 1 και 2 του π.δ. 305/1996 περί "Ελαχίστων προδιαγραφών ασφαλείας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ".

Ειδικότερα, ....... ο Δ. Ι., υπό την ιδιότητά του ως επιβλέπων μηχανικός, παρότι γνώριζε, όπως αποδείχθηκε, ότι στην ως άνω οικοδομή θα γίνονταν οι συγκεκριμένες εργασίες, δεν έδωσε εντολή και οδηγίες στον υπεργολάβο για τη λήψη των συγκεκριμένων αυτών μέτρων για την ασφαλή εκτέλεση του έργου, όπως όφειλε. Ακόμη δε και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του επιβλέποντος μηχανικού, ότι η λήψη των μέτρων αυτών είχε προβλεφθεί στις έγγραφες οδηγίες, που είχαν δοθεί στον υπεργολάβο, και πάλι δεν απαλλάσσεται ο εν λόγω Δ.

Ι. από την ευθύνη του για το επίδικο ατύχημα, αφού αυτός με την ως άνω ιδιότητά του, όφειλε, παράλληλα με τις οδηγίες για την ασφαλή εκτέλεση του έργου, κατά το άρθρο 2 εδ. 7 του ως άνω ν. 1396/1983, να φροντίζει να διαπιστώνει ότι οι οδηγίες αυτές εκτελούνταν, με την παρουσία και εποπτεία του στο έργο, υποχρεώσεις που ανάγονταν στα καθήκοντά του, ως υπεύθυνου επιβλέποντος μηχανικού, τα οποία του είχαν ανατεθεί από τον κύριο της οικοδομής, Α.

Δ. Τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας έπρεπε ήδη να υφίστανται κατά τον επίδικο χρόνο, αφού η έλλειψή τους, σε κάθε περίπτωση εγκυμονούσε κινδύνους, όχι μόνο για την παροχή εργασίας στην οικοδομή, αλλά και για την απλή κίνηση των εργαζομένων στους ορόφους της, αφού η οικοδομή, λόγω έλλειψης πλευρικής προστασίας, παρέμενε εντελώς ακάλυπτη περιμετρικά.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι στην οικοδομή είχαν τοποθετηθεί απαγορευτικές πινακίδες, αφού, καταρχήν, η παρουσία των εν λόγω πινακίδων έχει σκοπό να εμποδίζει την είσοδο στο εργοτάξιο τρίτων μη εργαζομένων σ' αυτό, η προστασία των οποίων επιβάλλεται στον επιβλέποντα μηχανικό από άλλες νομικές διατάξεις, όπως π.χ.

είναι και εκείνη του άρθρου 36 του π.δ. 1073/1981, που απαγορεύει τη διέλευση κάτωθεν των ικριωμάτων και δεν αποτελεί ενδεδειγμένο προστατευτικό μέτρο για τους εργαζομένους στο εργοτάξιο, οι οποίοι εισέρχονται και εργάζονται σ' αυτό, παρά την ύπαρξη των συγκεκριμένων απαγορευτικών πινακίδων. Αλυσιτελώς, επομένως, προβάλλεται και αυτός ο ισχυρισμός του επιβλέποντος μηχανικού, περί της τοποθετήσεως απαγορευτικών πινακίδων, αφού η λήψη του μέτρου τούτου δεν ήταν η ενδεδειγμένη για την προστασία του θανόντος εργαζομένου και η ύπαρξή του ή η μη ύπαρξή του ουδεμία αιτιώδη συνάφεια είχε με το επελθόν θανατηφόρο γεγονός.......

Συνυπαιτιότητα του ίδιου του θανόντος στο επίδικο ατύχημα ουδόλως αποδείχθηκε, δεδομένου ότι αυτός εργαζόταν εκτελώντας τις εντολές του εργοδότη του και όχι καθ' υπέρβαση τούτων με δική του πρωτοβουλία, κατά τα προαναφερόμενα. Όσον αφορά δε τη μη χρήση από τον ίδιο προστατευτικών μέσων, όπως κράνους και ζώνης ασφαλείας, θα πρέπει να λεχθεί, ότι ακόμη κι αν γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός των Ε.

Δ. και Δ. Ι., ότι τα μέσα αυτά υπήρχαν στην οικοδομή, τον οποίο επιχειρούν να στηρίξουν κυρίως στο γεγονός, ότι στην έκθεση έρευνας τού επιθεωρητή του ΚΕ.Π.Ε.Κ., δεν γίνεται μνεία περί της ανυπαρξίας τούτων, ούτε περί παραβάσεως της σχετικής με το ζήτημα αυτό διατάξεως για τα μέτρα ασφαλείας, και πάλι δεν υφίσταται συνυπαιτιότητα του παθόντος στο επίδικο ατύχημα από τη μη χρήση τούτων.

Αντίθετα, επεκτείνονται οι λόγοι συνδρομής υπαιτιότητας των ως άνω στην επέλευση του ατυχήματος, καθώς η υποχρέωσή τους για την ασφαλή προστασία του θανόντος εργαζομένου, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης εργασίας, δεν εξαντλούνταν στην ύπαρξη ατομικών προστατευτικών μέσων στην οικοδομή, όπως είναι τα κράνη και οι ζώνες ασφαλείας, αλλά αυτοί όφειλαν επί πλέον, ο πρώτος, με την ιδιότητα του εργοδότη του θανόντος, να του επιβάλει τη χρήση των προστατευτικών αυτών μέτρων, επισημαίνοντάς του και τους κινδύνους που διέτρεχε και ο δεύτερος, με την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, να παρευρίσκεται κατά τις συγκεκριμένες εργασίες και να διαπιστώνει, αν ο εργαζόμενος αυτός έχει λάβει τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα για την εργασία που θα εκτελούσε.

Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι ο ως άνω ομοεθνής του θανόντος εργαζόμενος την ίδια ημέρα στην εν λόγω οικοδομή, κατέθεσε, ότι ο ίδιος δεν διαπίστωσε, ότι υπήρχαν σ' αυτήν τα προαναφερόμενα προστατευτικά μέτρα, ούτε αν έκανε χρήση τούτων ο θανών, αλλά ότι "πάντως" στον ίδιο ο εργοδότης - υπεργολάβος Ε. Δ. δεν χορήγησε τέτοια, γεγονός που επιβεβαιώνει τα παραπάνω.

Άλλωστε, ο θανών εργαζόταν ανεπιτρέπτως μόνος του στον τέταρτο όροφο της ως άνω οικοδομής, οπότε αναμφιβόλως δεν ήταν δυνατή η χρήση της ζώνης, η οποία θα δυσχέραινε τις κινήσεις του, καθώς θα έπρεπε να μετακινείται σε διάφορα σημεία για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, που του είχε ανατεθεί, οι ίδιοι δε οι εκκαλούντες ουδόλως εξηγούν τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε ο θανών να προσδεθεί μόνος του και σε ποια σημεία.

Η χρήση δε κράνους, σε κάθε περίπτωση, δεν θα είχε αποτρέψει το θανατηφόρο γεγονός λόγω του μεγάλου ύψους, από το οποίο έπεσε στο έδαφος ο θανών και της σφοδρότητας της σύγκρουσης με το έδαφος, αφού και ο θάνατος τούτου δεν οφείλονταν μόνο στις βαρείες κακώσεις της κεφαλής και του αυχένα, αλλά επίσης και βαρείες κακώσεις της θωρακικής χώρας στην οποία βεβαίως καμιά προστασία θα παρείχε η χρήση κράνους από τον θανόντα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει επίσης δεκτή η αγωγή για μεγαλύτερα όμως ποσά υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνυπευθύνους τα αναφερόμενα ποσά στους αναιρεσιβλήτους ως αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του ως άνω συγγενούς των.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος εργαζομένου κατά ποσοστό 30%, την οποία νομίμως προέβαλε ενώπιόν του ο αναιρεσείων με τον υπό στοιχεία 3γ' λόγο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, ισχυριζόμενος ότι ο θανών αν και ήταν έμπειρος τεχνίτης παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ως όφειλε τα υφιστάμενα στην οικοδομή μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα τη ζώνη ασφαλείας και το κράνος, περιέλαβε ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 300 Α.Κ.

και 114 παρ. 4 και 5 του ΠΔ 1073/1981, δεδομένου ότι από τις ως άνω παραδοχές, δεν προκύπτει με σαφήνεια αν όντως υπήρχαν στο εργοτάξιο της οικοδομής, όπου έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα, τα εν λόγω μέτρα ασφαλείας και ειδικότερα η ζώνη ασφαλείας και το κράνος, τα οποία όφειλε να λάβει κατά την ως άνω διάταξη ο παθών εργαζόμενος, ενώ δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο η χρήση της ζώνης ασφαλείας θα παρεμπόδιζε τον παθόντα στην εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5504/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ