Supreme Court dismisses appeal against land ownership ruling, upholding burden of proof on public entity.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on land ownership. The State argued that disputed lands were public property exempt from prescription, but the lower court found no evidence supporting this claim. The Court ruled that the State failed to prove its historical title and incorrectly applied the burden of proof, thus rejecting the appeal.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(13) and 576(2)(e)(a) of the Code of Civil Procedure; The burden of proof regarding the inapplicability of prescription to public land rests with the public entity, and failure to substantiate such claims results in the rejection of the appeal.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 937 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 937/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1…..και 251. Α. Φ. του Σ., κατοίκου Ξάνθης. Οι υπό στοιχεία 1, 16, 34, 57, 134, 151, 155, 202, 236 και 249 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκάνια, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 306/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. εδ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής είναι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η αναγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για την τελευταία αυτή δικάσιμο (ΑΠ 860/2018). Περαιτέρω, το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 περί κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, το οποίο προστέθηκε με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 46 Ν. 4305/2014, ορίζει ότι: "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή στον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.
Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΝΠΔΔ τον διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.
Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής μετ' αναβολή δικάσιμο (7-2-2024), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου οι 1ος, 16ος, 34ος, 57ος, 134ος, 151ος, 155ος, 202ος, 236ος και 249ος αναιρεσίβλητοι εκροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ όλοι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Από την υπ' αριθ. 7442/1-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Ξάνθης Σ. Τ., που με επίκληση προσκομίζεται από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα α) της ένδικης από 27-7-2021 και με αριθμό κατάθεσης 43/27-7-2021 αίτησης αναίρεσης, β) της υπ' αριθ. 1166/4-7-2022 πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης το Γ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και γ) της πράξης του Προέδρου του Γ Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίζεται δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η 15-11-2023, με κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αντίκλητο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκάνια, ο οποίος και τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 143 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την ως άνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και η υπόθεση αναγράφηκε στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο και δεν απαιτείται νέα κλήτευση των προαναφερόμενων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο της 15-11-2023 και είναι απόντες κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης μετ' αναβολή δικάσιμο της 07-02-2024.
Επομένως, ως νομίμως κλητευθέντες, πρέπει να δικασθούν ως να ήταν παρόντες και να προχωρήσει, παρά την απουσία τους, η συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ, 568 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Η υπό κρίση από 27-07-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 306/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των 28ης, 64ου, 251ου και 255ης εκκαλούντων και απέρριψε την έφεση ως προς αυτούς και ως προς τους λοιπούς έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την έφεση κατά της υπ' αριθ. 107/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των 73ου, 78ου, 91ης, 121ης, 160ου, 161ου, 163ης, 165ου, 166ης, 167ου, 168ου, 178ου, 179ου, 180ης, 188ης, 189ου, 190ης, 191ης, 194ου, 195ης, 202ης 207ης, 208ης, 211ης, 219ης, 220ου, 221ης, 272ης, 274ου, 275ης εναγόντων και απέρριψε κατ' ουσία την από 5-12-2017 αγωγή αναγνώρισης κυριότητας ακινήτων και διόρθωσης ανακριβών αρχικών κτηματολογικών εγγραφών.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τους παραστάντες εκκαλούντες -ενάγοντες (οι ερήμην δικασθέντες διάδικοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ήταν διάδικοι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής, την έκανε δεκτή κατ' ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (δεν στρέφεται και κατά των ερήμην δικασθέντων διαδίκων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θράκης την 27-07-2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε την 02-11-2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων και διόρθωσης ανακριβών αρχικών κτηματολογικών εγγραφών αγωγή, όπως το δικόγραφό της παραδεκτά επισκοπείται, εκτίθεται ότι δυνάμει του αναφερόμενου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, συμβολαίου αποκτήθηκε κατά (συγ)κυριότητα, λόγω πωλήσεως, το έτος 1963, από τους αναφερόμενους 106 συνολικά αγοραστές, μεταξύ των οποίων και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, κατά ποσοστό 1/106 εξ αδιαιρέτου από έκαστο, ένα αγρόκτημα, έκτασης 3.784.717 τ.μ., κείμενο στην περιφέρεια της πρώην κοινότητας ...
του δήμου Τοπείρου Ξάνθης, ότι κατά το ίδιο έτος 1963 οι (συγ)κύριοι αγοραστές διένειμαν μεταξύ τους το μείζον αγρόκτημα, ότι από την άτυπη διανομή περιήλθαν σε έκαστο τα περιγραφόμενα αυτοτελή αγροτεμάχια, ότι οι αγοραστές διαδέχθηκαν τους πωλητές στη (συν)νομή και συνέχισαν την άσκησή της με όμοιο τρόπο (συν)νομής και έτσι έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους, ότι έκαστος από τους ενάγοντες απέκτησε, κατά κυριότητα, τα περιγραφόμενα επίδικα αγροτεμάχια κατά τον ειδικότερα αναφερόμενο τρόπο (παράγωγο, λόγω αγοράς, δωρεάς ή κληρονομικής διαδοχής, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή ή πρωτότυπο, με έκτακτη χρησικτησία), ότι το έτος 1995 κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση η περιοχή των επίδικων ακινήτων και ότι στις ανακριβείς αρχικές εγγραφές των κτηματολογικών φύλλων έχει αναγραφεί ως κύριος επ' αυτών το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Επιπροσθέτως, εκτίθεται ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν αποκτήσει δικαίωμα διαρκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) του αγροκτήματος με έκδοση από το Οθωμανικό Δημόσιο τίτλων - ταπίων, των οποίων ήταν δικαιούχοι τουλάχιστον από την 20-5-1917, επικουρικά δε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους κατείχαν και καλλιεργούσαν το αγρόκτημα με κριθάρι, καπνό και λαχανικά, καθώς επίσης έβοσκαν σε αυτό τα ποίμνιά τους συνεχώς από το έτος 1880 έως την 10-5-1917, ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας χωρίς αμφισβήτηση και έτσι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης, που μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας.
Με βάση αυτά, ζητείται να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας εκάστου των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, κατά περίπτωση, στα επίδικα ακίνητα και να διορθωθούν οι σχετικές ανακριβείς πρώτες εγγραφές, ώστε να αναγραφούν ως κύριοι αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους. Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα, κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αγωγή, εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Πρέπει, δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 273/2007).
Από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς και κατά ιδιότητα (ως οικοπέδου, αγρού κλπ), ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του επίδικου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο.
Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, όταν, και χωρίς τα στοιχεία αυτά, δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 369/2022, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 781/2016, ΑΠ 1246/2013).
Ειδικότερα, ο Κωδικός
Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) είναι ο 12ψήφιος μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, την θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 2664/1998). Πρόκειται για μια ειδική ενάριθμη ταυτότητα του ακινήτου, κωδικοποιημένη σε επίπεδο επικράτειας, η κτήση της οποίας γίνεται με κτηματολογική πράξη και επιτυγχάνεται η εύκολη, ασφαλής και γρήγορη αναζήτηση στη βάση δεδομένων του Εθνικού Κτηματολογίου.
Η σύνδεση του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρι ο αριθμός αυτός να καταργηθεί ή τροποποιηθεί (άρθρο 11 παρ. 3 Ν. 2664/1998). Περαιτέρω, επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, και σε δίκη μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντος) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου), ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο.
Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ. αγορά, δωρεά, κληρονομική διαδοχή), εάν το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα, θα είναι η έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 1192/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι είχε προβάλλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις του την ένσταση αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα επίδικα ακίνητα και τον ισχυρισμό αυτό, που έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε με λόγο έφεσης και ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, όμως, τον απέρριψε, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή και υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, επειδή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι, με δεδομένη την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, δεν συμπλήρωσαν αυτοί την αγωγή τους, όπως είχαν υποχρέωση, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον τρόπο κτήσης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους.
Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή και ως προς την κτήση κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, αντί να την απορρίψει και κατά τούτο ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, υποπίπτοντας επίσης, στην ίδια ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση, διότι δεν γίνεται ενάριθμη αναφορά της πλημμέλειας και στον λόγο αυτό της αναίρεσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι τα επίδικα περιγράφονται ως αυτοτελή ακίνητα, που φέρουν συγκεκριμένο ΚΑΕΚ, ο οποίος αποτελεί την κτηματολογική τους ταυτότητα και συνορεύουν με ακίνητα που επίσης φέρουν συγκεκριμένο ΚΑΕΚ. Ειδικότερα, στην υπό κρίση αγωγή τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της θέσης έκαστου ακινήτου σε σχέση προς το μείζον ακίνητο, από την κατάτμηση του οποίου αυτά προήλθαν, δεδομένου ότι, αναφέρεται ο αριθμός ΚΑΕΚ αυτών και επίσης των ομόρων ακινήτων.
Τα επίδικα, δηλαδή, αποτελούν αυτοτελή και σαφώς προσδιοριζόμενα ακίνητα, τα οποία έχουν καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με συγκεκριμένο ΚΑΕΚ και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται ως προς τη θέση και την ταυτότητα έκαστου ακινήτου, ως αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 53/2023). Έτσι, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, ως προς την περιγραφή των επίδικων ακινήτων, καθώς ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ως προς την ταυτότητα και τη θέση τους, χωρίς να απαιτούνται άλλα επιπλέον στοιχεία, όπως ο προσανατολισμός και η θέση αυτών μέσα στην ευρύτερη έκταση και ούτε είναι αναγκαία η επισύναψη στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος που να απεικονίζει τη θέση και τα όρια των επίδικων ακινήτων εντός αυτής, καθώς και τα όρια της έκτασης της σε σχέση με άλλα όμορα προς αυτή ακίνητα.
Το Εφετείο, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος για αοριστία της αγωγής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, της μη κήρυξης, παρά το νόμο, απαραδέκτου και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επίσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός από τον ισχυρισμό περί αοριστίας, ελλείψει αναλυτικής περιγραφής των επίδικων ακινήτων, που απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης, δεν πρότεινε πρόσθετες αοριστίες και μάλιστα την επικαλούμενη αοριστία με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και, επομένως, ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του ΑΚ.
Στο άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις, οι ρυθμίζουσες τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις διατελούσες προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους Νέες Χώρες, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 Ν. 262/1914 και οι διατάξεις του επεκτάθηκαν και στη Δυτική Θράκη με το ΝΔ της 26-10/11-11-1923, ορίζεται ότι οι ευρισκόμενες στο Οθωμανικό Κράτος γαίες ανάγονται σε πέντε κατηγορίες:
Α) γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ-μούλκια), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, Β) δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), Γ) γαίες αφιερωμένες (εραζίτ μεβκουφέ-βακουφικές), Δ) γαίες εγκαταλελειμένες (εραζίτ μετρουκέ) και Ε) γαίες νεκρές (εραζίτ μεβάτ). Πλην των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών αποτελούσαν, ουσιαστικά, την δημόσια κτήση του Οθωμανικού Κράτους, στο οποίο ανήκε ολόκληρη η ακίνητη περιουσία, πλην της ως άνω καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), η οποία ανήκε σε ιδιώτες.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω Οθωμανικού νόμου, τέτοιες δημόσιες γαίες, είναι, οι αγροί, οι λειμώνες, τα λιβάδια, τα θέρετρα, ήτοι οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και τα παρόμοια τούτων, των οποίων η κυριότητα (ρεκεπέ ή ρεκαμπέ) ανήκει στο Δημόσιο. Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζϊί-εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου ταπίο, με το οποίο παρέχεται σε αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 385/2012, ΑΠ 77/2007, ΑΠ 900/2002).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, επί των δημόσιων γαιών, συνακόλουθα δε, και επί των αγρών, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, μπορούσε να αποκτηθεί δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) με την χορήγηση από το Δημόσιο σε ιδιώτη τίτλου - ταπίου (άρθρο 3). Εάν, όμως, επρόκειτο για καλλιεργήσιμη δημόσια γαία, το εν λόγω δικαίωμα εξουσίασης μπορούσε, κατ' εξαίρεση, κατά το άρθρο 78, να αποκτηθεί και χωρίς την έκδοση τίτλου, με μόνη την πραγματική κατάσταση της από μέρους του ιδιώτη κατοχής και καλλιέργειας αυτής, επί συνεχή δεκαετία χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.
Ειδικότερα, από το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών περί ταπίων της 7ης Σαμπάν 1276, συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος της εξουσίασης αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής ή καλλιέργειας των αγρών, από τον εξουσιάζοντα για μια δεκαετία μέχρι την 20-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται η έκδοση τίτλου στο όνομά του, που είναι αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο της εξουσιάσεως.
Επομένως, οι δύο αυτοί τρόποι αποκτήσεως του δικαιώματος εξουσιάσεως, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας, διαφέρουν μεταξύ τους και δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, διότι η βάση της μίας αγωγής στηρίζεται στην απόκτηση του δικαιώματος εξουσιάσεως της δημόσιας γαίας με την χορήγηση τίτλου - ταπίου σε ιδιώτη από το Οθωμανικό Δημόσιο, ενώ η βάση της έτερης αγωγής στηρίζεται στην πραγματική κατάσταση της κατοχής και ταυτόχρονης καλλιέργειας της δημόσιας γαίας από ιδιώτη επί δέκα συνεχή έτη χωρίς δικαστική αμφισβήτηση.
Οι υπόλοιπες μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα δάση και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκήσιμες εκτάσεις εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου - ταπίου (ΑΠ 1340/2010, ΑΠ 77/2007). Μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος οι συγγενείς του έχουν το δικαίωμα μεταβιβάσεως (χακή ντικάλ) ή εγκαταστάσεως, που απονεμήθηκε από το νόμο, δηλαδή να εγκατασταθούν και αυτοί στη γη, την οποία κατείχε αυτός που πέθανε και μεταβιβάσθηκε σε αυτούς.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κλπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση ταπίου (ΑΠ 1122/2008, ΑΠ 1777/2007, ΑΠ 77/2007, ΑΠ 439/2005, ΑΠ 900/2002). Με την σύμβαση (Συνθήκη) περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας (Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) των Αθηνών της 1/14-11-1913, που κυρώθηκε με το Ν.
ΔΣΙΓ 4213 και έλαβε μεταγενέστερα τον αριθμό 79 της 14/14-11-1913, ιδιαίτερα με τα άρθρα 5 και 6 παρ. 2, 3 αυτής, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, 4 εδ. β, 8, 9, 12, 24, 30, 36, 49 εδ. β, 61, 68, 71, 78, 79 και 97 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ns Ραμαζάν 1274 (1856), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις προσαρτηθείσες Νέες Χώρες, στις οποίες ανήκει και η περιοχή της Θράκης,καθώς και τα άρθρα 1 και 13 του Ν.
περί ταπίων της 7ns Σαμπάν 1276 (1858), τις λοιπές περί δασών διατάξεις του νόμου της 11ns Σεβάλ 1286 (1868), τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 23ns Μουχαρέμ 1293 (1875) και της από 28 Σεφέρ 1304 (1886) εγκυκλίου του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε, ως διάδοχο δικαιώματι πολέμου, στην κυριότητα όλων των δημοσίων γαιών. (Γ.
Νάκος "Το νομικό καθεστώς των τέως δημοσίων Οθωμανικών γαιών 1821-1912" έκδ. 1984, σελ. 453-454, σημ. 153-154, Ε. Δωρής "Τα Δημόσια Κτήματα" τομ. Α έτ. 1980, σελ. 407-410). Συγκεκριμένα για τη Θράκη, το πιο πάνω νομικό καθεστώς που αναφέρεται στη ρύθμιση δικαιωμάτων επί Τουρκοκρατίας επί των τέως δημοσίων οθωμανικών γαιών των Νέων Χωρών, εξαιτίας της πρόσκαιρης βουλγαρικής κατοχής (1913-1920), εισήχθη με το ΝΔ 26/10-11-1923 περί επεκτάσεως στη Θράκη όλων ανεξαιρέτως των Ελληνικών αστικών νόμων (άρθρο μόνο).
Παρά το γεγονός δε, ότι η Θράκη την 20-5-1917 διατελούσε υπό βουλγαρική κατοχή και συνεπακόλουθα κατά το χρόνο εκείνο ίσχυε το βουλγαρικό δίκαιο, σκοπός του νομοθέτη ήταν η εξομοίωση των ρυθμίσεων των Νέων Χωρών του 1912-1913 με αυτές των Νέων Χωρών του 1923 και για τον λόγο αυτό, ανήγαγε τη νομιμότητα κτήσεως δικαιωμάτων ή της συμπλήρωσης των θετικών προϋποθέσεων αναγνώρισής τους, στο δημιουργικό ή γενεσιουργό τους δίκαιο που ήταν το Οθωμανικό.
Έτσι αρκεί και για τις τέως δημόσιες Οθωμανικές γαίες που βρίσκονται στη Θράκη, η κτήση των ιδιωτικών αυτών δικαιωμάτων (άρθρο 3 ΟθΝπΓαιών) ή η συμπλήρωση των, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο, θετικών προϋποθέσεων που οδηγούσε, επίσης, στην αναγνώριση της κτήσεως ιδιωτικών δικαιωμάτων (άρθρο 78 ΟθΝπΓαιών), να είχε επέλθει μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως του αρχικού υπ' αριθ. 2468/1917 διατάγματος (20-5-1917) της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, υπό την προϋπόθεση, μετά την επέκταση της Ελληνικής νομοθεσίας στη Θράκη, να συνεχιζόταν η διατήρηση των κεκτημένων, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο, δικαιωμάτων, είτε από τους αρχικούς δικαιούχους είτε από τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους.
Επομένως, από την διάταξη του άρθρου 78 του ιδίου νόμου περί γαιών αυτή, αλλά και από το σύνολο των διατάξεών του και ιδίως των άρθρων 9, 24, 30, 68 και 71, καθίσταται φανερό ότι η διάταξη αυτή του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί δασών και γενικότερα μη καλλιεργησίμων γαιών. Περαιτέρω από της ισχύος της διατάξεως του άρθρου 2 του υπ' αριθ. 2468/1917 διατάγματος της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, δηλαδή από την 20-5-2017, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ.
τις διατάξεις του εν λόγω υπ' αριθ. 2468/1917 διατάγματος. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί, που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρία κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.
Με την συνδρομή των άνω προϋποθέσεων το ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ της 29-4/6-5-1926, με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των, επί των κτημάτων του Δημοσίου, δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση, η οποία ισχύει από 11-9-1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε, δυνάμει του Ν.
ΔΞΘ/1912 δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, αφού κατά νόμο έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό (ΑΠ 504/2022, ΑΠ 141/2018, ΑΠ 474/2015, ΑΠ 455/2015, ΑΠ 2080/2014). Η κυριότητα όλων των λοιπών κατηγοριών δημοσίων γαιών με την απελευθέρωση των Νέων Χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου, βάσει διεθνών συνθηκών (ΑΠ 24/2020).
Εξάλλου όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες (δηλαδή αγρούς, λιβάδια, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση).
Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος, που διέδραμε υπό το κράτος της Οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το έτος 1914 και εφεξής, που ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του Ν. 147/1914). Στα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο Ν 2074/1920 "περί των εν Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ) ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της Συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το ΝΔ από 25-8-1923. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από άσκηση νομής πάνω στο πράγμα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας αυτού νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 249, 971, 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ προκύπτει, ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος και καλή πίστη, προκειμένου να συνυπολογισθεί η νομή των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει το πράγμα, κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται καθολική ή ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας πάνω στο πράγμα, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή (καθολική ή ειδική) στη νομή του πράγματος.
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται, ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή δικαιούται να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής αυτόν του δικαιοπαρόχου του και έτσι, εφόσον συμπληρωθεί, απ` αυτόν τον συνυπολογισμό, ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία, να γίνει κύριος του πράγματος. Ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι έτη, εφόσον όμως ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από 23-2-1946 και μετά (άρθρο 1045 ΑΚ), αν πρόκειται όμως για συνυπολογισμό χρόνου, που έχει διαρρεύσει, κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του Αστικού Κώδικα και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τότε, κατ` εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου, που έχει διαρρεύσει πριν από τον ισχύ του ΑΚ υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί ο ΑΚ και η εικοσαετία που καθορίζεται από αυτόν, θα αρχίσει από την ισχύ του (23-2-1946).
Η επίκληση της, πριν από τον Αστικό Κώδικα χρησικτησίας, θα πρέπει να γίνεται με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή ότι η νομή ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη (ΑΠ 551/2012, ΑΠ 473/2010). Κατά συνέπεια με βάση την προαναφερόμενη γενική διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημόσιων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας δικαιώματι πολέμου, θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των πιο πάνω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημόσιων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους.
Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (ΑΠ 639/2016, ΑΠ 368/2015).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχει τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή (ένσταση κ.λ.π.) ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ), όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, στοιχεία του σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 109/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ευθεία παραβίαση των επικαλούμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ως προς το δικαίωμα κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, με την αιτίαση ότι αποτελούσαν κατά την Τουρκοκρατία χορτολιβαδική έκταση, που δεν μπορούσε να εξουσιαστεί από ιδιώτες, αλλά περιήλθε στην κυριότητά του, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών ως προς το δικαίωμα κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της για τα ζητήματα της διηνεκούς υπρεδεκαετούς εξουσιάσεως με καλλιέργεια της έκτασης των επίδικων ακινήτων κατά την Τουρκοκρατία από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και της απόκτησης κυριότητας αρχικά από αυτούς και στη συνέχεια από τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "..... Με την υπ' αριθ. 8019/29-1-1962 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας εγκρίθηκε το καταστατικό του συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, που συστάθηκε την 3-11-1961, με σκοπό την αγορά και καλλιέργεια του αγροκτήματος ''...'', κειμένου στην κτηματική περιοχή ...
νομού Ξάνθης, ήτοι παλαιού Οθωμανικού τσιφλικιού, αρχικά συνολικής έκτασης 8.000 στρεμμάτων. Προς ευόδωση του σκοπού του συνεταιρισμού, δυνάμει του υπ' αριθ. 15663/25-9-1963 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ξάνθης Ελευθερίου Καραλέτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι αγοραστές-μέλη του συνεταιρισμού, συνολικά εκατόν έξι φυσικά πρόσωπα, αγόρασαν κατά ποσοστό 1/106 εξ αδιαιρέτου έκαστος έκταση 3.784.717 τετραγωνικών μέτρων στην περιοχή του ...
του νομού Ξάνθης, η οποία ήταν μέρος του ως άνω μείζονος αγροκτήματος '' ...''. Πωλητές της επίδικης έκτασης ήταν είκοσι εννέα φυσικά πρόσωπα), ήτοι οι ....., στους οποίους η συγκυριότητα της έκτασης είχε περιέλθει δυνάμει διαδοχικών κληρονομικών διαδοχών, όπως αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, αλλά και αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες - ενάγοντες δημόσια έγγραφα .....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το αγρόκτημα ''...'' και επί των χρόνων της Τουρκοκρατίας στην περιοχή, εξουσιαζόταν από ιδιώτες, οι οποίοι έβοσκαν τα ποίμνιά τους και το καλλιεργούσαν, Η εξουσίαση της επίδικης έκτασης επί Τουρκοκρατίας από τους ιδιώτες αποδεικνύεται και από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες, σε νόμιμη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, απόφαση του έτους 1876 του Ιερονομικού Συμβουλίου της Υποδιοικήσεως ..., που επέλυσε εμπράγματη διαφορά μεταξύ ιδιωτών σε τμήμα της επίδικης έκτασης ''...'', σημειουμένου ότι στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως των εναγόντων, βοσκή από παλαιοτάτων χρόνων (από πάππου προς πατέρα), δυνάμει του σχετικού τίτλου εξουσιάσεως (ταπίου).
Επομένως, ..... το εν λόγω ακίνητο, εφόσον εξουσιαζόταν από ιδιώτες κατά την Τουρκοκρατία, και σε κάθε περίπτωση για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας αυτοί έβοσκαν τα ποίμνιά τους και το καλλιεργούσαν ταυτόχρονα, απέκτησαν δια της συνεχούς υπερδεκαετούς κατοχής (εξουσίασης), που συνοδευόταν και από ταυτόχρονη καλλιέργεια της έκτασης, δικαίωμα εξουσίασης, μετατραπέν σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί της επίδικης εκτάσεως, εφόσον, η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου δεν έθιξε τα δικαιώματα εξουσίασης ''τεσσαρούφ'', τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. .....
Άλλωστε, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αμέσως μετά την προσάρτηση της Θράκης στον Ελληνικό κορμό, αναγνώρισε ότι το αγρόκτημα ''...'' δεν καταλήφθηκε δικαιώματι πολέμου από το ίδιο και ότι επ' αυτού υφίστανται δικαιώματα ιδιωτών. Ειδικότερα, με το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Γ.
Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το εναγόμενο, εκπροσωπούμενο νομίμως δια του Οικονομικού Εφόρου Ξάνθης, αγόρασε διάφορα ακίνητα ..... μεταξύ των οποίων και τμήμα 5.500 στρεμμάτων του μείζονος αγροκτήματος ''...''..... Επίσης δυνάμει της υπ' αριθ. 9318/23-9-1929 απόφασης του προϊσταμένου της Διεύθυνσης ... στην Ξάνθη κατελήφθη η νομή και κυριότητα 3.000 στρεμμάτων από το αγρόκτημα ''...'', το οποίο αναγράφεται ως έχον έκταση 8.000 στρεμμάτων .....
Σκοπός της κατάληψης ήταν η διανομή των 3.000 στεμμάτων στα μέλη του γεωργικού συνεταιρισμού του .... Ακόμη με το από 11-10-1954 υπηρεσιακό έγγραφό του ο Σ. Χ., γεγονότος του τομέα ... της Διεύθυνσης Γεωργίας του νομού Ξάνθης, πρότεινε προς το Υπουργείο Γεωργίας να απαλλοτριωθεί έκταση 5.000 στρεμμάτων από το αγρόκτημα ''...''.
Η έκταση κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα ..... αλλά τελικά η απαλλοτρίωση δεν συντελέστηκε ..... Περαιτέρω, με το υπ' αριθ. 350/11-10-1954 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας νομού Ξάνθης - ... επαναβεβαιούται ότι μέρος της έκτασης του αγροκτήματος ''...'' δεν έχει απαλλοτριωθεί και τα υπόλοιπα μερίδια 1110/1750 εκτάσεως 5.000 περίπου στρεμμάτων παραμένουν στους νυν ιδιοκτήτες, μη απαλλοτριωθέντα εισέτι.
Ομοίως με το υπ' αριθ. 9077/17-10-1958 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας Ξάνθης-Τμήμα ... επαναβεβαιούται ότι μέρος της έκτασης του αγροκτήματος ''...'' ανήκει κατά κυριότητα στους ..... και λοιπούς ιδιώτες. Άλλωστε το εναγόμενο, δια των νομίμων εκπροσώπων του, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε επί σειρά ετών τον ιδιωτικό χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως, αλλά τουναντίον ενθάρρυνε τη μεταβίβαση της έκτασης που αγόρασαν τα μέλη του συνεταιρισμού δυνάμει του υπ' αριθ. 15663/1963 πωλητηρίου συμβολαίου, δεδομένου ότι ο τότε Νομάρχης Ξάνθης με το υπ' αριθ. 17693/5-7-1961 έγγραφό του προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας ζήτησε από την Τράπεζα να προβεί στις δέουσες ενέργειες, .....
προκειμένου να πραγματοποιηθεί το ταχύτερο δυνατό η πώληση. Η άποψη αυτή της διοικητικής υπηρεσίας του εναγομένου (Νομαρχίας Ξάνθης) υπέρ του ιδιωτικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ήταν διαχρονική και δεν μεταβλήθηκε ούτε μετά από την απόκτησή της από τα μέλη του συνεταιρισμού, ως τούτο προκύπτει από τα υπ' αριθ. 24591/22-11-1958, 18040/10-7-1963 και 17916/3-8-1965 έγγραφα των εκάστοτε Νομαρχών Ξάνθης, με τα οποία επιχείρησαν να αποτρέψουν την κοινότητα ...
από τη νομική διεκδίκηση της έκτασης. ..... Το Δασαρχείο Ξάνθης, η αρμόδια δηλαδή υπηρεσία του εναγομένου για την προστασία δασικών εκτάσεων, στα πιο πρόσφατα έτη, δηλαδή μέχρι και το έτος 2002, αναγνώριζε τον ιδιωτικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και επέτρεπε την ανάπτυξη δενδροκαλλιεργειών στην περιοχή, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 3487/27-8-1997 και 899/7-3-2002 έγγραφα του Δασάρχη Ξάνθης.
Εξάλλου, ο ιδιωτικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης και η μη δασική της μορφή παρεμπιπτόντως κρίθηκε και με δικαστικές αποφάσεις. Με την υπ' αριθ. 57/3-12-1958 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ξάνθης συνεκδικάστηκαν και έγιναν δεκτές οι αγωγές δύο εκ των ανωτέρω αναφερθέντων πωλητών ..... και διατάχθηκε η βίαιη αποβολή από τη βοσκή, επειδή κρίθηκε ότι δεν κατέβαλαν στους κυρίους της έκτασης το οφειλόμενο μίσθωμα, ενώ με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η προσθέτως υπέρ των εναγομένων παρεμβαίνουσα κοινότητα ...
δεν απέκτησε την κυριότητα της έκτασης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης με την υπ' αριθ. 154/30-6-1964 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση που άσκησε η κοινότητα ... κατά της υπ' αριθ. 46/1964 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, με την οποία απερρίφθη η αίτηση που κατέθεσε η κοινότητα αυτή κατά διαφόρων προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο προαναφερθείς συνεταιρισμός με αντικείμενο τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής της επί της επίδικης έκτασης.
Ομοίως ..... με την υπ' αριθ. 180/9-11-1948 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ξάνθης καθορίστηκε το θεμιτό μίσθωμα για την περίοδο από 1946-1948, με την υπ' αριθ. 175/23-12-1947 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ξάνθης διατάχθηκε η αποβολή των μισθωτών, που εκμίσθωναν την έκταση από το 1945, λόγω μη καταβολής του μισθώματος και με την υπ' αριθ. 290/30-11-1953 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ξάνθης επελύθη διαφορά ως προς τη χρήση εκμισθωθέντος τμήματος της επίδικης εκτάσεως.
Άλλωστε και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, σε υπόθεσηπου αφορούσε τμήματα του ιδίου αγροκτήματος ''...'', και περιέχεται στα υπ' αριθ. 79/20-10-2010 πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου μάρτυρας Θ. Σ., έχων, ως αγροφύλακας της περιοχής κατά το χρονικό διάστημα 1959-1987, ιδία αντίληψη του χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως, σαφώς καταθέτει περί του ιδιωτικού χαρακτήρα της έκτασης.
Το εναγόμενο επί επτά και πλέον δεκαετίες δια των εκπροσωπούντων αυτό οργάνων και υπηρεσιών ουδέποτε πρόβαλε δικαιώματα επί της επίδικης εκτάσεως. ..... Τα ως άνω κρίθηκαν και με την υπ' αριθ. 76/2017 απόφαση αυτού του δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Θράκης), η οποία απέρριψεέφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 70/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που είχε αναγνωρίσει την κυριότητα ιδιωτών τρίτων προσώπων σε άλλα αυτοτελή τεμάχια του ιδίου ως άνω αγροκτήματος .....Από την προσκομιζόμενη από το εναγόμενο υπ' αριθ. 58728/7-11-1978 απόφαση του Νομάρχη Ξάνθης .....
μέρος της επίδικης έκτασης, τεμάχια υπ' αριθ. 654 και 658, φέρονται ..... ως ανήκουσες στο Ελληνικό Δημόσιο. Η απόφαση αυτή του Νομάρχη Ξάνθης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις προπαρατεθείσες ενέργειες της Διοίκησης και των προηγούμενων Νομαρχών Ξάνθης για την απόκτηση της κυριότητας της έκτασης από τα μέλη του συνεταιρισμού .....
Επομένως, κατόπιν όλων των ανωτέρω, ..... αποδείχθηκε ότι μετά την αγορά του αγροκτήματος ''...'' από τον συνεταιρισμό από τα 106 φυσικά πρόσωπα, οι συνεταίροι το χώρισαν σε τρεις ζώνες, αναλόγως της γονιμότητας του εδάφους και το διένειμαν ατύπως μεταξύ τους, ώστε έκαστος να λάβει τεμάχια από κάθε ζώνη. Μετά την γενόμενη αυτή άτυπη διανομή του μείζονος αγροκτήματος, το έτος 1963, περιήλθαν στην αποκλειστική νομή και κατοχή εκάστου αυτών τα αυτοτελή τεμάχια - ακίνητα που έλαβε έκαστος, σύμφωνα με την κατάταξη που συνέταξαν μεταξύ τους, όπου κατέγραψαν .....
το κάθε αυτοτελές τεμάχιο ....., που έλαβε με την άτυπη διανομή ..... Έκτοτε έκαστος εξ αυτών ασκούσε στα ακίνητα που έλαβε, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων πράξεις νομής και ειδικότερα καλλιεργούσαν αυτά, επέβλεπαν και προστάτευαν τα όριά τους και με τον τρόπο αυτό, νεμόμενοι τα επίδικα ακίνητα με διάνοια κυρίου για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, κατέστησαν είτε οι ίδιοι είτε οι διάδοχοί τους, προσμετρώντας και το χρόνο της δικής τους νομής, κύριοι των αγρών που έλαβαν κατά την άτυπη διανομή, με έκτακτη χρησικτησία και συνακόλουθα κατέστησαν κύριοι αυτών και οι ενάγοντες ......".
Μετά από αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ότι επί Οθωμανικής κυριαρχίας και μετά την ισχύ της Ελληνικής νομοθεσίας εξουσίαζαν ιδιώτες συνεχώς τα επίδικα ακίνητα, ως καλλιεργήσιμη αγροτική έκταση, στην οποία απέκτησαν αυτοί δικαίωμα κυριότητας και έτσι έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημόσιας γαίας και έγινε ιδιωτική και δεκτική χρησικτησίας, ώστε δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.
Ακολούθως, έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε το δικαίωμα κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, επίσης διέταξε την διόρθωση των ανακριβών αρχικών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ξάνθης, στα οποία εσφαλμένα αναγράφεται ως κύριος το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να αναγραφούν ως κύριοι οι ενάγοντες ή οι δικαιοπάροχοί τους, κατά περίπτωση.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν μέρος ευρύτερης αγροτικής έκτασης 8.000 στρεμμάτων με το τοπωνύμιο ''...'' στην περιοχή ... νομού Ξάνθης, ότι η έκταση αυτή συγκαταλέγεται μεταξύ των δημοσίων γαιών με αγροτικό χαρακτήρα, η οποία επί των χρόνων της Τουρκοκρατίας στην περιοχή εξουσιαζόταν από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, που την χρησιμοποιούσαν για γεωργική καλλιέργεια και βόσκηση ποιμνίων συνεχώς μέχρι το έτος 1917, που ίσχυσε στις Νέες Χώρες η Ελληνική Νομοθεσία, ότι με την συνεχή υπερδεκαετή κατοχή (εξουσίαση), που συνοδευόταν και από ταυτόχρονη καλλιέργεια, απέκτησαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, που μετατράπηκε σε δικαίωμα (συγ)κυριότητάς τους επί της έκτασης αυτής και στη συνέχεια περιήλθε στους κληρονόμους τους, οι οποίοι ασκούσαν όμοιες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επί διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, χωρίς ουδέποτε, καθ' όλο αυτό το μακρύ διάστημα, να αμφισβητηθεί από το αναιρεσείον ο αγροτικός χαρακτήρας του μείζονος ακινήτου ή το δικαίωμα κυριότητάς τους.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι οι αναφερόμενοι εκατόν είκοσι εννέα (συγ)κύριοι πώλησαν το έτος 1963 μέρος της έκτασης αυτής, ήτοι 3.784.717 τ.μ, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, σε εκατό έξι αγοραστές, κατά (συγ)κυριότητα και κατά ποσοστό 1/106 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, ότι προηγουμένως, το έτος 1961, είχε συσταθεί από τους αγοραστές συνεταιρισμός, με σκοπό την αγορά και καλλιέργεια του εν λόγω αγορασθέντος αγροκτήματος, ότι ακολούθως, διένειμαν ατύπως αυτό και από τη διανομή προέκυψαν τα επίδικα αυτοτελή αγροκτήματα, ότι έκαστος ασκούσε στα ακίνητά του μετά την διανομή όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση αυτών πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και ειδικότερα τα καλλιεργούσαν, τα επέβλεπαν και προστάτευαν τα όριά τους επί διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ότι με τον τρόπο αυτό έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία οι αγοραστές, προσμετρώντας τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους και συνακόλουθα έγιναν κύριοι και οι ενάγοντες, που απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Με αυτά που δέχθηκε έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων έγιναν (συγ)κύριοι της επίδικης γεωργικής έκτασης, μετά από αδιαμφισβήτητη δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια αυτής, που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή των κληρονόμων τους μέχρι την 20-5-1917, καθώς και τις λοιπές αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, ενώ δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις, διότι η εφαρμογή τους προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, κρίση την οποία όμως το Εφετείο δεν εξέφερε Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο για να στηρίξει το διατακτικό της, με αποτέλεσμα να μπορεί να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν οι όροι των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, χωρίς να απαιτούνται και άλλα επιπλέον περιστατικά και δη τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον, ως ελλείποντα, από την αιτιολογία της, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της διέλαβε πλήρεις και σαφείς παραδοχές, ως προς το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, που μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους (συγ)κυριότητάς τους, ως προς το δικαίωμα (συγ)κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία και ακολούθως ως προς το δικαίωμα κυριότητας των άμεσων δικαιοπαρόχων τους και των ίδιων στα επίδικα ακίνητα.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες το αντίθετο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα πράγματα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος πράγματα στον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου, ήτοι πράγματα αποτελούν οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, οι οποίοι θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/2017, ΑΠ677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 76/2013, ΑΠ 961/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση της απόκτησης δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης της επίδικης έκτασης με δεκαετή καλλιέργεια από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, που μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, δεν στηρίζεται σε έγγραφο τίτλο (ταπί) με συγκεκριμένα στοιχεία, ήτοι αριθμό, ημερομηνία εκδόσεως, όνομα δικαιούχου, έκταση που αφορά, αιτία που παραχωρήθηκε, αλλά στηρίζεται στην απόφαση του τότε Ιερονομικού Συμβουλίου της Υποδιοικήσεως ...
του έτους 1976, η οποία όμως δεν αποτελεί τέτοιο τίτλο. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραδοχής, χωρίς απόδειξη, του ισχυρισμού απόκτησης κυριότητας των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του,όπως βεβαιώνει, ".....
από τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα .....", ως εκ τούτου δεν κατέληξε στην παραδοχή του ανωτέρω ισχυρισμού χωρίς απόδειξη. Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 ΑΚ συνάγεται ότι ο ισχυρισμός περί ανεπίδεκτου χρησικτησίας ορισμένου πράγματος συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 977/2007), που είναι ένσταση διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Το ίδιο συμβαίνει και όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επίσης πρέπει να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας, διότι περιήλθε σε αυτό με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένστασή του (ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 712/2015).
Όταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το κτήμα είναι δημόσιο, στην πραγματικότητα ισχυρίζεται ότι το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του διότι ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος τα έτη 1833-1834, για την επικαρπία του οποίου κανένας δεν παρουσίασε έγγραφο - ταπί. το οποίο είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία, ή με κάποιο άλλο νόμιμο τρόπο, δηλαδή ότι είναι δημόσιο κτήμα και άρα ανεπίδεκτο χρησικτησίας (ΑΠ 712/2015).
Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο ενάγων (ΑΠ 1118/2023 ΑΠ 419/2020, ΑΠ 847/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τον προταθέντα από το αναιρεσείον ισχυρισμό, ότι το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, γιατί ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο ως δημόσια γαία, τον οποίο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν προσκόμισε στοιχεία προς απόδειξή του, ενώ το βάρος απόδειξης έφεραν οι αναιρεσίβλητοι.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα, τα οποία καλλιεργούσαν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ευρύτερη έκταση, που περιλαμβάνει τα επίδικα ακίνητα, ως δημόσια Οθωμανική γαία περιήλθε στο αναιρεσείον ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί ανεπίδεκτου χρησικτησίας των επίδικων ακινήτων, που αποτελεί ένσταση προς αντίκρουση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν αντέστρεψε με την προσβαλλόμενη απόφαση το βάρος αποδείξεως της ένστασης του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο λόγος της αναίρεσης που υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στους απόντες αναιρεσιβλήτους, ελλείψει σχετικού αιτήματος, αφού δεν παραστάθηκαν στη δίκη και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-07-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 306/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ