Supreme Court allows partial appeal against lower court ruling for exceeding plaintiff's claim scope in car accident damages case.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment in a car accident damages case. Plaintiffs originally limited their claim to recognition of damages for mental suffering, but the lower court ordered full monetary compensation. The court ruled that by granting the full amount, the appellate court exceeded the scope of the plaintiffs' limited request, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the decision was remanded for further examination of the specific portion where the court exceeded the claim.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(9) of the Code of Civil Procedure; A court ruling that grants more than the specific claim requested by the plaintiff constitutes a procedural error, requiring the appeal to be allowed on that ground and the case remanded for reconsideration of the excess portion.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 937 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 937/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά, που ανακάλεσε την από 16/3/2010 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πρατικάκη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ψ3, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Πρατικάκη και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πρατικάκη και κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ιλίρ Ψ6, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Πρατικάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, τις από 8/11/2005 και 14/11/2005 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και τις από 8/2/2006 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4616/2006 μη οριστική και 1398/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1077/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/5/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 5/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού, διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο.
Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό κρίνεται, εκτός άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της προσφόρου αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημιώσεως, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημιώσεως, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (αρθρ. 932 ΑΚ), τα θέματα των εξόδων κηδείας, της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλομένων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημιώσεως.
Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου.
Επομένως, στην περίπτωση θανατώσεως, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα, αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησεως, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων", τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανατώσεως, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ.
αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως που εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμμία ρύθμιση.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεως του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεως της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.
Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς, οι παππούδες, ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της. από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποιήσεως στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της υπάρξεως, κατ' εκτίμηση του δικαστού της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (Ολ.ΑΠ 21/2000).
Επομένως, ο προσδιορισμός, τελικώς από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίησή των, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται, αποκλειστικώς, από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διατάξεως που προαναφέρθηκε.
Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, εφ' οσον έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσεως εκείνης, από την οποία προέρχονται η ιδιότητα αυτή (π.χ η ύπαρξη ή όχι νομίμου γάμου ή συγγενικής σχέσεως γονέως και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει, τελικώς, την ιδιότητα του συζύγου ή τέκνου, ή του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος.
Εξ' άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογή του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.
Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ότι, σε περίπτωση θανατώσεως αλλοδαπού υπηκόου, συνεπεία αδικήματος, διαπραχθέντος στην Ελλάδα, για το ζήτημα αν κάποιος ανήκει στην οικογένεια του θύματος και εντεύθεν έχει αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ και, επομένως, το ζήτημα αυτό κρίνεται κατά το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, και ειδικότερα κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με βάση την οποία αδιαμφισβήτητα μέλη της οικογένειας του παθόντος είναι οι γονείς, οι ανιόντες (παππούς και γιαγιά), ο ή η σύζυγος αυτού, ανεξαρτήτως αν ζούσαν μαζί ή διέμεναν χωριστά, ενώ κατά το αλλοδαπό δίκαιο θα κριθεί η συγγενική ιδιότητα, που συναρτάται με την νομιμότητα του γάμου, από τον οποίο προέρχεται η επικαλουμένη συγγένεια.
Ακολούθως, με βάση την παραδοχή αυτή, εφαρμόζοντας το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, έκρινε νόμιμη την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, Αλβανών υπηκόων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και η εξ αυτών αναιρεσείουσα να τους καταβάλουν τα εις αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του υιού, αδελφού και εγγονού αυτών ΑΑ, ωσαύτως Αλβανού υπηκόου, που επήλθε από το αναφερόμενο σ' αυτή και επισυμβάν, την 20-7-2005, επί της ...
οδού, τροχαίο ατύχημα. Δικάζοντας δε κατ' ουσίαν την αγωγή, μετά εξαφάνιση, κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως, εδέχθη κατά ένα μέρος αυτή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, διότι, ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα του προσδιορισμού των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, ΑΑ, τα οποία έχουν αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, εφαρμοστέο ήταν το Ελληνικό δίκαιο και ειδικότερα η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και γινόμενος με αυτή προσδιορισμός της εννοίας "της οικογένειας" και όχι το Αλβανικό δίκαιο.
Παραλλήλως, δεν παραβίασε, με την μη εφαρμογή των, τις διατάξεις των άρθρων 17-18 του ΑΚ, που υποδεικνύουντην εφαρμογή του Αλβανικού δικαίου, εφ' όσον με το αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση, ότι στο Εφετείο αμφισβητήθηκε η ιδιότητα και η προαναφερόμενη συγγενική σχέση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων με τον θανόντα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως, με εσφαλμένη εφαρμογή, των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 927 ΑΚ, επειδή το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι ο θάνατος του προαναφερομένου ΑΑ οφείλεται στην ρήξη του δεξιού ελαστικού του ζημιογόνου αυτοκινήτου αλλά και στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, δεν επιμέρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας κατ' ίσα μέρη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, στα οποία περιέχονται και οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν εφαρμόσθηκε, ως προς τον παθόντα, η διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, αλλά αυτή του άρθρου 300 ΑΚ, με βάση την οποία κρίθηκε ότι τον βαρύνει συντρέχον πταίσμα, κατά ποσοστό 30%, "στην έκταση του τραυματισμού του και τον εξ αυτού θάνατό του".
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκα και όταν, παρά τον γενόμενο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτή, ως καταψηφιστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 8-11-2005 αγωγής των, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δικόγραφο της οποίας επιτρεπτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα εις αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίησή των, για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς των, ΑΑ, ο οποίος επήλθε από το αναφερόμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα, την 20-7-2005.
Κατά την συζήτηση της αγωγής, οι ενάγοντες, με δήλωσή τους (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους), η οποία καταχωρίσθηκε στα υπ' αριθ. 4616/7-6-2006 πρακτικά του ανωτέρω δικαστηρίου, περιόρισαν το αίτημα της αγωγής των, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Παρά τον περιορισμό αυτόν, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως καταψηφιστική, και υποχρέωσε τους εναγομένους και την αναιρεσείουσα "να καταβάλουν" στους ενάγοντες τα εις αυτή ποσά.
Έτσι, όμως, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκα και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο μέρος της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό μέρος της αποφάσεως, στο ίδιο δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Τέλος, εκτιμάται, ότι τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω της κατ' ίση έκταση εν μέρει νίκης και ήττας τούτων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 183, 178 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1077/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά των έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ