Legislator Giurisprudenza & Legislazione
936/2025 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against bank contract termination, ruling no legal error in applying statutory interpretation rules.

Numero d'incarto 936/2025
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by debt collection companies against a bank's termination of a loan contract. The lower court had rejected the bank's claim, finding no ambiguity in its extrajudicial declaration of termination, and the Supreme Court upheld this decision. The court ruled that the appellate court correctly applied statutory interpretation rules without needing to identify any gaps or uncertainties in the bank's intent.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that an appellate decision is not erroneous if it finds no ambiguity in a party's declaration of will and correctly applies statutory interpretation rules without identifying gaps.

Parole chiave

Generato dall'IA
statutory interpretation rules bank contract termination extrajudicial declaration appellate review standard Civil Code provisions intent determination legal error finding spese bancarie

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 936 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 936/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π." (πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με διακριτικό τίτλο "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "PIRAEUS SNF FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Καναβέλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ Α.Ε.", που εδρεύει στα Γλυκά Νερά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2019 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 20/12/2019 πρόσθετη παρέμβαση της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3161/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5188/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31/1/2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 31-1-2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ 1119/91/8-2-2023) αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 5188/17-10-2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθ. 3161/2020 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των ανακοπτόντων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 7726/2019 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε ακυρωθεί αυτή.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 Β περ. δ' και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στο άρθρο 173 το οποίο αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες και στο άρθρο 200 του ΑΚ, που αναφέρεται μόνο στις συμβάσεις, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, είτε προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Προσφυγή στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Εφόσον στη μονομερή δήλωση βουλήσεως, υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του δηλούντος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη εχούσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 200 ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 1149/2023, ΑΠ 567/2023, ΑΠ 645/2023, ΑΠ 1887/2022, ΑΠ 1902/2022).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώμενοι ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) σε σχέση με την καταγγελία της δανειακής συμβάσεως, που είχε καταρτισθεί μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρεία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ"- δεύτερης αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως της Τράπεζας που περιέχεται στην από 2-10-2018 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στην πιστολήπτρια εταιρεία και τον εγγυητή στις 5-10-2018. Ότι ερμηνεύοντας την ως άνω επιδοθείσα εξώδικη δήλωση έκρινε εσφαλμένως ότι αυτή παραπέμπει σε προγενέστερη καταγγελία της ένδικης συμβάσεως δανείου και ότι με αυτή γίνεται απλώς γνωστοποίηση της δήθεν προγενέστερης καταγγελίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 5188/2022 αποφάσεώς του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιόν του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" προς ικανοποίηση της παρακάτω απαίτησής της, εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 7726/2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας οι ανακόπτοντες [καθ' ων η διαταγή πληρωμής] υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή [αιτούσα την διαταγή πληρωμής], εις ολόκληρον έκαστος, ποσό 453.712,75 ευρώ, εντόκως κατά τα σε αυτή οριζόμενα.

Κατά το περιεχόμενο της άνω διαταγής πληρωμής η ως άνω επιδικασθείσα απαίτηση προέρχεται από την υπ' αριθ. 3122/21.3.2012 αρχική σύμβαση χρεωλυτικού δανείου και της υπ' αριθ. 3122/2/21.3.2014, 3122/3/16.3.2015 και 3122/4/22.12.2017 τροποποιητικές πράξεις αυτής, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αρχικής σύμβασης, που καταρτίστηκαν όλες μεταξύ αφενός της ως άνω καθ' ης η ανακοπή ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ, ως δανείστριας και αφετέρου της α' ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ ΑΕ"), ως πιστούχου-οφειλέτιδας και του β' ανακόπτοντος Γ.

Γ., ως εγγυητή. Στον όρο 4.2 σε συνδυασμό με τον όρο 4.1 της άνω αρχικής σύμβασης δανείου, στην οποία ρητώς παραπέμπουν όλες οι τροποποιητικές πράξεις αυτής, ορίζεται ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης (ή μέρους αυτής) η Τράπεζα δικαιούται είτε (α) να επιδιώξει την είσπραξη της καθυστερημένης (ή των καθυστερημένων δόσεων, με τους οφειλομένους τόκους) είτε (β) να καταγγείλει τη σύμβαση, οπότε καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο μέρους του δανείου (άληκτο κεφάλαιο) και να επιδιώξει την είσπραξη του συνόλου της οφειλής (ληξιπρόθεσμου και άληκτου, το οποίο καθίσταται ληξιπρόθεσμο από και διά της καταγγελίας).

Στη συνέχεια, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ειδικώς προς απόδειξη της ως άνω καταγγελίας, από και διά της οποίας καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο της οφειλής από τη δανειακή σύμβαση [καθυστερημένες δόσεις και άληκτο κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων] σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρου 4.1 και 4.2 της (αρχικής) σύμβασης, η καθ' ης η ανακοπή ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ προσκόμισε (ακριβής αντιγραφή από το κείμενο της διαταγής πληρωμής) "τις υπ' αριθ. ...

και ...-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Α." προς τους ανακόπτοντες "με αντιγραφή σ' αυτή της από 2.10.2018 εξώδικης δήλωσης-καταγγελίας-πρόσκλησης" της καθ' ης η ανακοπή. Οι ως άνω προσκομισθείσες προς έκδοση της διαταγής πληρωμής εκθέσεις επίδοσης φέρουν, η καθεμία, συνημμένη την από 2.10.2018 "Εξώδικη Δήλωση-Καταγγελία-Πρόσκληση" της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας προς καθένα των ανακοπτόντων.

Με την τελευταία (από 2.10.2018 εξώδικη δήλωση) η τράπεζα, αναφερόμενη στην άνω σύμβαση δανείου και το εξ αυτής χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου (α' ανακόπτουσας), γνωστοποιεί στους ανακόπτοντες ότι είχε ήδη, από 6.9.2018, προβεί αφενός σε καταγγελία της σύμβασης δανείου δυνάμει του άνω όρου 4, λόγω μη πληρωμής των δόσεων που ήταν καταβλητέες α.

στις 29.3.2018 ποσού 42.216 ευρώ και β. στις 29.6.2018 ποσού 383.827,92 ευρώ και αφετέρου (ότι είχε προβεί) στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού που τηρούνταν σε εκτέλεση αυτής, ο οποίος στις 6.9.2018 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου-οφειλέτιδας ποσού 443.386,55 ευρώ, κατά τα ειδικότερα σε αυτή εκτιθέμενα. Πλην όμως, η ως άνω αναφερόμενη από 6.9.2018 καταγγελία της σύμβασης δανείου δεν αποδεικνύεται από τα ως άνω προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, δεδομένου ότι (α) δεν προσκομίστηκε έγγραφη καταγγελία με ημερομηνία 6.9.2018 και (β) στην ως άνω από 2.10.2018 προσκομισθείσα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής "Εξώδικη Δήλωση - Καταγγελία - Πρόσκληση" δεν αναγράφεται ότι με αυτή καταγγέλλεται η σύμβαση δανείου, αλλά ρητώς αναγράφεται ότι με αυτή γνωστοποιείται προς τους ανακόπτοντες η άνω επικαλούμενη με τον μόνο λόγο έφεσης προγενέστερη, αναφερόμενη ως ήδη συντελεσθείσα από 6.9.2018 καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας δεν αποδεικνύεται εγγράφως.

Ακολούθως, δεν αποδεικνύεται εγγράφως, δηλαδή από τα ως άνω προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, ότι έλαβε χώρα η καταγγελία, γεγονός παραγωγικό της επιδικασθείσας απαίτησης, κατά τους άνω συμβατικούς όρους 4.1 και 4.2 και συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται εγγράφως ούτε το ληξιπρόθεσμο της οφειλής, το οποίο δημιουργείται από και διά της καταγγελίας, κατά τα ανωτέρω.

Επομένως, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, συνισταμένου στην έλλειψη έγγραφης απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησης και του ληξιπροθέσμου αυτής (σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ και τα οριζόμενα στην με αριθμό 3 νομική σκέψη), ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία, με διαφορετική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, έκανε δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον 1ο λόγο ανακοπής, κατά το α' σκέλος του και συνολικά την ανακοπή, και εξ αυτού τελικώς ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεν προέβη κατ' αποτέλεσμα σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούσες με τον μόνο λόγο έφεσης. Κατά συνέπεια, ο μόνος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όπως και η υπό κρίση έφεση συνολικά".

Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο διατυπώνει το αποδεικτικό του πόρισμα με σαφήνεια χωρίς να διαπιστώνει, ούτε με έμμεσο τρόπο, κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως της Τράπεζας, ως προς κρίσιμο ζήτημα της από 2-10-2018 εξώδικης δηλώσεώς της και την πραγματική βούλησή της και χωρίς να προσφύγει ή να υπαινίσσεται σε κανένα σημείο προσφυγή στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, τον οποίο ουδόλως εφάρμοσε σε σχέση με τη μονομερή δικαιοπραξία της καταγγελίας της δανειακής συμβάσεως.

Επομένως, ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαπίστωσε κενά ή ασάφειες ως προς την αληθινή βούληση της καταγγέλουσας τη δανειακή σύμβαση Τράπεζας.

Επίσης, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (επικουρικός), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "στερείται παντελώς αιτιολογιών, που να δικαιολογούν την πλήρωση των όρων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ", ως προς την ερμηνεία της από 2-10-2018 εξώδικης δηλώσεως της δανείστριας Τράπεζας που επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 5-10-2018, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επίσης στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 31-1-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5188/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες ως ηττηθείσες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-1-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5188/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης