Legislator Giurisprudenza & Legislazione
936/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against lower court's property ownership ruling due to vague grounds and factual assessment.

Numero d'incarto 936/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's decision recognizing the plaintiff's property ownership. The State argued the lower court lacked sufficient reasoning for accepting the property as part of the grandmother's estate and failing to verify boundary discrepancies. The court rejected this appeal because the grounds were too vague, citing no specific legal provisions, and improperly challenged the trial court's assessment of factual evidence regarding inheritance and possession.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague, fail to cite violated substantive law, or improperly challenge the trial court's assessment of factual evidence.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal vague grounds factual assessment property ownership inheritance law substantive law violation judicial discretion

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52, No. 18 of the Law on the Integration of the Code of Civil Procedure
Article 5, No. 12 of Law 1738/1987
Circular 134423/28.12.1992 of the Ministers of Finance and Justice

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 936 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 936/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. Κ. του Ι., συζ. Ν. Μ., κατοίκου Αριζόνας Η.Π.Α. και προσωρινής κατοίκου ... Χανίων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βολάνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 9-1-2017 ανταγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 124/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 277/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, ώστε από την εσφαλμένη αναγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" να αναγραφεί το ορθό, δηλαδή τo σχετικό δικαίωμα κυριότητάς της επί των συγκεκριμένου ακινήτου, ενώ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανταγωγή του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης της κυριότητάς του επί τμήματος του ίδιου ακινήτου και της καταχώρησής του ως αυτοτελούς ακινήτου με νέο ΚΑΕΚ στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, στα οποία να αναγραφεί αυτό ως αποκλειστικά κύριο. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.(ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της τελεσίδικης 124/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά ανελέγκτως, ως προς το ενδιαφέρον αναιρετικό μέρος τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο που έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευθερίου Βενιζέλου με ..., φερόμενο στις αρχικές εγγραφές ως κυριότητας αγνώστου ιδιοκτήτη, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής Κοινότητας και Δημοτικής Ενότητας ...

του Δήμου και Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, εκτός σχεδίου οικισμού, στη θέση "..." και στην ειδικότερη τοποθεσία "...", το οποίο αποτυπώνεται μεταξύ των στοιχείων Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Ε1-Η1-Θ1-Ι1-Κ1-Λ1-Μ1-Ν1-Ξ1-Ο1-Π1-Ρ1-Τ1-Υ1-Φ1-Χ1-Ψ1-Ω1-Α2-Β2-Γ2-Η2-Θ2-Ι2-Κ2-Α2-Μ2-Ν2-Α στο από Απριλίου 2008 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν.

Π. και συνορεύει γύρωθεν, βόρεια με ακίνητο με ..., συνιδιοκτησίας "...." και "... Α.Ε.", με ακίνητο με ..., συνιδιοκτησίας "... Α.Ε." και "...-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", με ακίνητο με ΚΑΕΚ 50 134 11 01 116, συνιδιοκτησίας "... Α.Ε.", "...- ΞΕΝΟΔΟΧΕIΑΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", και Ε. Κ., με ακίνητο με ..., συνιδιοκτησίας "...." και "... Α.Ε." και με ακίνητο με ..., ιδιοκτησίας Ν.

Ο., πρώην ιδιοκτησίας Δ., ανατολικά με ... και ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας, του δεύτερου εξ αυτών πρώην ιδιοκτησίας κληρονόμων ..., νότια με ακίνητα με ..., συνιδιοκτησίας Α. και Ι. Κ. του Σ., πρώην ιδιοκτησίας Μ., με ακίνητο με ..., ιδιοκτησίας αγνώστου και δυτικά με ακίνητο με ..., συνιδιοκτησίας Ν. Ο., Ά. Λ. και Γ. Κ.

και με ακίνητο με ..., ιδιοκτησίας αγνώστου, πρώην ιδιοκτησίας Κ.. Το ανωτέρω ακίνητο είναι ημιορεινό, με κλίση εδάφους από 15% έως 50% στο βόρειο τμήμα του, το οποίο καλυπτόταν ανέκαθεν κυρίως από φρυγανώδη βλάστηση και τα δέντρα επ αυτού (δύο αγριαχλαδιές και μία χαρουπιά) ουδέποτε υπερέβαιναν ποσοστό 10%, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό εμφανίζεται διαχρονικά άγονο και βραχώδες.

Ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Μ. Χ. του Ι., κτηματίας και κτηνοτρόφος είχε εγκατασταθεί στη νομή του επιδίκου από το έτος 1890, κατέχοντας αυτό διάνοια κυρίου και χρησιμοποιώντας το - ως συνηθιζόταν μεταξύ των κτηνοτρόφων - για την βοσκή των αμνοεριφίων του, κατά τους χειμερινούς μήνες ως χειμαδιό, λόγω των σπηλιών που υπήρχαν και προσφέρονταν για την προστασία του ποιμνίου του από καιρικές συνθήκες, το οποίο μετέφερε στο επίδικο από την Ίμβρο Σφακίων, όπου διέμενε κατά τους θερινούς μήνες.

Πλέον τούτων, επέβλεπε και επόπτευε το επίδικο ακίνητο, συνέλεγε τους καρπούς της υπάρχουσας ευμεγέθους χαρουπιάς, καθώς και των δύο αγριαχλαδιών (βλ. την από 28-8-2015 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Σ. Δ.) δηλαδή προέβαινε και σε άλλες πράξεις νομής - πλην της βοσκής των ζώων, όπως σαφώς κατέθεσε περί τούτων ο μάρτυς της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και ο Ιωάννης Κουτρουμπάς, εξετασθείς στα πλαίσια άλλης δίκης, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, περιληφθείσης της κατάθεσής του στα υπ' αρ. 572 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Επιπλέον, η χρήση του επίδικου ως βοσκότοπου προκύπτει σαφώς και από το υπ' αρ. 3341/8-1-1901 συμβόλαιο της τέως συμβολαιογράφου Χανίων, Ι. Κ., νομίμως μεταγραφέντος, σύμφωνα με το οποίο ο Νικόλαιος Μ. Κ.ς, πρώην όμορος ιδιοκτήτης του επίδικου, πώλησε στην Α. Κ. ένα κτήμα στην ευρύτερη περιοχή του επίδικου στη θέση "..." που συνόρευε εκ δύο μερών με το χειμαδιό της Αγίας Παρασκευής.

Στο δε νότιο τμήμα του επιδίκου, που ήταν όμορο, καλλιεργούσε σιτάρι και κριθάρι, τα οποία θέριζε και άλεθε σε παρακείμενο αλώνι. Στις άνω πράξεις δε νομής, προέβαινε ως την 20-10-1940, οπότε αποβίωσε, καταστάς κατόπιν τούτων, κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ήδη από το έτος 1910, συμπληρώσας εικοσαετή νομή επ' αυτού, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα του επίδικου ως χορτολιβαδικού (δηλαδή δημοσίου κτήματος), ως ισχυρίζεται το εναγόμενο, καθόσον ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας, υπό την ισχύ του Κρητικού ΑΚ συμπληρωθείσης ως 11-9-1915...

Επί πλέον δε, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η άσκηση βοσκής δεν θεωρείται πράξη νομής, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, πέραν των αποδειχθεισών, πλέον της άσκησης βοσκής, πράξεων νομής, επί συμπληρωθείσης μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν επιρροή επί της δι' αυτής, ήδη, κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 215 του Ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του Ν. 1539/1938 και του άρθρου 16 του αν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του νδ 86/1969, δια των οποίων ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτών, πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής...

Περαιτέρω, ο Μ. Χ. Κ. περιέλαβε το επίδικο στην δημόσια διαθήκη του, συνταχθείσης της υπ' αρ. 17223/20-4-1917 πράξης του άλλοτε συμβολαιογράφου Χανίων, Ι. Β., νομίμως δημοσιευθείσης, εγκαθιστώντας συγκληρονόμους κατ' ισομοιρίαν τα τέκνα του Ι., Μ., Γ., Σ., Ι. και Μ. Κ.. Εξάλλου, μετά τον θάνατο του ανωτέρω κυρίου του ακινήτου, ο Ιωάννης Κουτρουμπάς (πατέρας της ενάγουσας), εγκαταστάθηκε στην νομή του, με συναίνεση των λοιπών ως ανω συγκληρονόμων του Μ.

Χ. Κ., ενεργώντας τις ίδιες πράξεις νομής με τον προκάτοχο του, μέχρι την 28-1-1979, οπότε αποβίωσε, προκύπτοντας τούτου και από το γεγονός ότι συνυπέγραψε με τους άνω συγκληρονόμους του, το υπ' αρ. 11395/19-9-1957 συμβολαιογραφικό έγγραφο ενώπιον του τέως συμβολαιογράφου Χανίων, Ξ. Μ., νομίμως μεταγραφέντος, για την διανομή όλης της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους, σύμφωνα με το οποίο έλαβε στην αποκλειστική νομή, κατοχή και κυριότητά του, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ακίνητο, περιγραφόμενο ως "το μέσα μερίδιο των κεφαλιών, δηλαδή κεφαλιών συνόρευόμενον κτήματος κληρονόμων Μ.

Κ. και Κατίνας Κ.", καταστάς έτσι κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν δε του θανάτου του ανωτέρω, και αποποίησης εκ μέρους της συζύγου του της επαχθείσης σ' αυτήν κληρονομιάς, η ενάγουσα προέβη σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος, συνταχθείσης της υπ' αρ. ...

πράξης της συμβολαιογράφου Χανίων, Μ. Μ. - Κ., νομίμως μεταγραφείσης, όπου περιλήφθηκε και το επίδικο ακίνητο, περιγραφόμενο ως κείμενο "στην τοποθεσία ..., ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως οκτώ στρεμμάτων περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι περισσότερο ή λιγότερο, που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Αντωνίου Δαλεζάκη, νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία ...

και δυτικά με ιδιοκτησία Κατίνας Κ.. Στην συνέχεια, η ενάγουσα προέβη σε δήλωση διόρθωσης και συμπλήρωσης της ως άνω αποδοχής, συνταχθείσης της υπ' αρ. ... πράξης της συμβολαιογράφου Χανίων Χ. Γ. - Π., καθόσον λόγω τοπογράφησης του επίδικου, διαπιστώθηκε ότι είναι έκτασης, 50.147 τμ, περιγραφόμενου πλέον ορθά, του κληρονομούμενου ακινήτου, το οποίο ταυτίζεται με τα ως άνω εκτεθέντα όριά του, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων έφεσης..." Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις παραδοχές: 1) ότι την κυριότητα του επίδικου ακινήτου (αγροτεμαχίου) που έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευθερίου Βενιζέλου με ..., φερόμενο στις αρχικές εγγραφές ως κυριότητας αγνώστου ιδιοκτήτη, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής Κοινότητας και Δημοτικής Ενότητας ...

του Δήμου και Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, εκτός σχεδίου οικισμού, στη θέση "..." και στην ειδικότερη τοποθεσία "...", όπως αποτυπώνεται στο από Απριλίου 2008 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Π., απέκτησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη,με παράγωγο τρόπο ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αληθούς κυρίου αυτού πατέρα της Ι.

Κ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με την νόμιμα μεταγραμμένη ... πράξη της συμβολαιογράφου Χανίων, Μ. Μ. - Κ. στην οποία περιλήφθηκε και το επίδικο ακίνητο, περιγραφόμενο ως αγροτεμάχιο εκτάσεως οκτώ στρεμμάτων περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι περισσότερο ή λιγότερο, με σαφή θέση και όρια, 2) ότι όταν έγινε μεταγενέστερα η τοπογράφηση του επίδικου ακινήτου και διαπιστώθηκε ότι είναι έκτασης 50.147 τμ, η ενάγουσα προέβη σε δήλωση διόρθωσης και συμπλήρωσης της ως άνω αποδοχής, συνταχθείσας της νόμιμα μεταγραμμένης ...

πράξης της συμβολαιογράφου Χανίων Χ. Γ. - Π., όπου περιγράφηκε πλέον ορθά το επίδικο κληρονομούμενο ακίνητο, χωρίς να μεταβάλλονται τα ως άνω εκτεθέντα όριά του, με τα οποία αυτό ταυτίζεται. 3) ότι στον ως άνω άμεσο δικαιοπάροχο της το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει με παράγωγο τρόπο, ήτοι ως εκ διαθήκης κληρονόμο, με βάση την δημόσια διαθήκη του αληθούς κυρίου αυτού, πατέρα του, Μ.

Χ. Κ. συνταχθείσας της 17223/20-4-1917 πράξης του άλλοτε συμβολαιογράφου Χανίων, Ι. Β., νομίμως δημοσιευθείσας, με την οποία ο διαθέτης εγκατέστησε (συγ)κληρονόμους κατ' ισομοιρίαν τα τέκνα του Ι., Μ., Γ., Σ., Ι. και Μ. Κ.. 4) ότι μετά τον θάνατο του ως άνω αληθούς κυρίου του επίδικου ακινήτου στις 20.10.1940, ο άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, εγκαταστάθηκε στην νομή του, με συναίνεση των λοιπών ως άνω (συγ)κληρονόμων αυτού, ενεργώντας επί αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, ενώ μετά την διανομή όλης της κληρονομιαίας περιουσίας του δικαιοπαρόχου του, που έγινε μεταξύ των (συγ)κληρονόμων αυτού, με το νόμιμα μεταγραμμένο 11395/19-9-1957 συμβολαιογραφικό έγγραφο του τέως συμβολαιογράφου Χανίων, Ξ.

Μ., ο ίδιος έλαβε στην αποκλειστική νομή, κατοχή και κυριότητά του, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ακίνητο, στο οποίο συνέχισε να ενεργεί τις ίδιες πράξεις νομής μέχρι την 28-1-1979, οπότε αποβίωσε, καθιστάμενος έτσι κύριος αυτού και με έκτακτη χρησικτησία. 4) ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης (παππούς) της Μ.

Χ. Κ. του Ιωάννη, κτηματίας και κτηνοτρόφος, είχε εγκατασταθεί στη νομή του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1890 ο οποίος κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου και το χρησιμοποιούσε για τη βοσκή των αμνοεριφίων του κατά τους χειμερινούς μήνες, ενεργώντας επί αυτού και άλλες πράξεις νομής (επίβλεψη, εποπτεία, συλλογή καρπών των υπαρχουσών σε αυτό δέντρων (ευμεγέθους χαρουπιάς και δύο αγριαχλαδιών, καλλιέργεια με σιτάρι και κριθάρι στο νότιο τμήμα αυτού), μέχρι την 20.10.1940, οπότε αποβίωσε, καθιστάμενος με τον τρόπο αυτό, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κύριος του επιδίκου ήδη από το έτος 1910 με τη συμπλήρωση εικοσαετούς νομής επ' αυτού, και τούτο ανεξαρτήτως του χαρακτήρα του επίδικου ως χορτολιβαδικού (δηλαδή δημοσίου κτήματος),όπως ισχυρίσθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας, συμπληρωθείσας μέχρι 11.9.1915 υπό την ισχύ του Κρητικού ΑΚ.

Με βάση τα παραπάνω το Μονομελές Εφετείο Κρήτης δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αναγνωρίσει την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου με ..., και είχε διατάξει την διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής του, ως κυριότητας αγνώστου ιδιοκτήτη στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευθερίου Βενιζέλου και της αναγραφής της ίδιας ως κυρίας αυτού.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι το Μονομελές Εφετείο Κρήτης που την εξέδωσε, στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, καθόσον με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα αιτιάται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο δέχθηκε: α) ότι το επίδικο ακίνητο, εντάσσεται στην ευρύτερη περιουσία του παππού της αναιρεσίβλητης, χωρίς να παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κανένα συγκεκριμένο στοιχείο προς στήριξη αυτής της παραδοχής, πέραν της απαρίθμησης των 11935/1953 διανεμητηρίου συμβολαίου και της ... δημόσιας διαθήκης και της γενικής αναφοράς ότι αυτά περιλαμβάνουν το επίδικο ακίνητο και β) ότι η έκταση που αφορά η 542/7.9.1990 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χανίων, Μ. Μ. ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο κατά τα εκτεθέντα όριά του, χωρίς να παρατίθενται σε αυτήν τα όρια των μεταβιβαζομένων ακινήτων με τα προαναφερόμενα συμβόλαια και χωρίς να αιτιολογείται η μεγάλη διαφοροποίηση της έκτασης, η οποία στην ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς αναφέρεται ανερχόμενη σε οκτώ (8) στρέμματα και στην διορθωτική πράξη αποδοχής σε 50.147 τ.μ. και το πώς ταυτίζεται με την επίδικη έκταση.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως, λόγω της αοριστίας του, διότι στο οικείο δικόγραφο, περιλαμβάνονται μεν έστω οι πληττόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και προσδιορίζονται οι, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αποδιδόμενες σε αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ωστόσο δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και διότι με αυτόν πλήττεται το σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο από τους (απώτερο και άμεσο) δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και της ίδιας καθώς και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 01.09.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 124/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01.09.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 124/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ