Legislator Giurisprudenza & Legislazione
936/2019 Generato dall'IA

Supreme Court partially allows appeal against costs award, remands case for further trial on expenses.

Numero d'incarto 936/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a final judgment regarding legal costs. The appellant argued the lower court incorrectly awarded ten times the standard lawyer fees, violating the Code of Civil Procedure and the Code of Lawyers. The court agreed that the costs award was erroneous but remanded the case for further proceedings to determine the correct amount.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 176, 178, 183, 189, 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; Articles 107, 110 of the Code of Lawyers: When a final judgment awards legal costs exceeding the statutory limits, the appeal is partially allowed to annul the excess portion, and the case is remanded for recalculation of the correct expenses.

Parole chiave

Generato dall'IA
legal costs award Code of Civil Procedure Code of Lawyers partial annulment remand for retrial lawyer fees calculation court expenses spese di trasporto professionale

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 107 of the Code of Lawyers
Article 110 of the Code of Lawyers
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 936 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 936/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιχαήλ Πουλίτσα και Παναγιώτη Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φ. Τ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, οι πληρεξούσιοι της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσαν, ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 29/12/2017 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 443/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς την δεύτερη των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2010 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 25/2/2013 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 443/2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-12-2017 αίτηση αναίρεσης,προσβάλλεται η 443/2015 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Με την ανωτέρω απόφαση, απορρίφθηκαν: 1) η από 20- 12-2010 προσφυγή της αναιρεσείουσας - αναδόχου δημόσιου έργου, κατά της αναιρεσίβλητης- κυρίας του έργου, με την οποία η πρώτη επικαλούμενη υπερημερία της δεύτερης ως προς την παράδοση ελεύθερων των χώρων εκτέλεσης του έργου;

εξαιτίας της οποίας υπέστη θετική ζημία ύψους 9.168.070 ευρώ,καθώς και τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας διοικητικής επίλυσης της ίδιας διαφοράς, ζήτησε α) να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη παράλειψη του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων να αποφανθεί επί της υπό στοιχεία Δ4/Ε134/1058/51908/9-8-2010 αίτησης θεραπείας που άσκησε για την ίδια διαφορά, β) να ακυρωθεί άλλως μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη 184170/12-5-2010 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της καθ ης, με την οποία απερρίφθη η Δ4/Ε134/948/50929/11-3-2010 ένστασή της, γ) να αναγνωριστεί ότι η καθ'ης έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της συμβατικής της υποχρέωσης για παράδοση ελεύθερων των χώρων του έργου και ως εκ τούτου;

για το χρονικό διάστημα από 1-4-2009 έως 30-9-2009 της οφείλει ως αποζημίωση το ποσό των 9.168.070 ευρώ και δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της καθ ης να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως, και 2) η από 25-2-2013 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων υπέρ της αναιρεσείουσας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 § 1, 97, 98, 188 § 1, 190, 191 § 2, 192, 294, 295 § 1, 297, 299, 573 § 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, ή με δήλωση στις προτάσεις,να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την πιο πάνω δικάσιμο, μετά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από το πινάκιο και πριν από την προφορική συζήτηση της ουσίας αυτής, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αναιρεσείουσας Μ.

Π. και Π. Γ., διατύπωσαν τη δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι η τελευταία παραιτείται από το δικόγραφο της από 29- 12-2017 ένδικης αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 443/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων . Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η νομότυπη ως άνω παραίτηση, έχει ως συνέπεια ότι η αίτηση αυτή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, και επιφέρει κατάργηση της δίκης ως προς αυτήν.

Δεν επιβάλλονται δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, διότι η παρασταθείσα στο ακροατήριο πληρεξούσια δικηγόρος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Φ. Τ. δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

Η αίτηση αναίρεσης κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ (ολ. ΑΠ 10/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ.9 τελ . εδάφιο ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Αν από το διατακτικό προκύπτει, ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας, απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος ( ΑΠ 1741/2012,ΑΠ 788/2006). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι τα Εφετείο άφησε αδίκαστατα υπό στοιχεία α, β, και γ ανωτέρω αναφερόμενα αιτήματα της ένδικης προσφυγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι γίνεται αναφορά και στα τρία αυτά αιτήματα τόσο στο αιτιολογικό της, κατά την έκθεση του περιεχομένου της προσφυγής και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αναλυτικά κατωτέρω αναφέρεται, όσο και στο διατακτικό, στο οποίο απορρίπτεται η προσφυγή στο σύνολο της .Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί μόνον ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ( ΑΠ 621/2017, ΑΠ 14/2016, ΑΠ 840/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια τη υπόψη διάταξης, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Τέλος, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Πλεοναστικές είναι οι αιτολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ.

ΑΠ 25/1994, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 1418/1984, ήδη άρθρου 7 παρ 2 του ν. 3669/2008, με τον οποίο κωδικοποιήθηκε η νομοθεσία περί δημόσιων έργων "αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές ζημίες του, που προκαλούνται, μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης", προκύπτει ότι, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον κύριο του έργου για τις θετικές ζημίες που προκλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση έγγραφης όχλησης μέχρι την υποβολή της εν λόγω αίτησης, οι οποίες απορρέουν από την υπερημερία του κυρίου του έργου και, αν η συγκεκριμένη αίτηση αποζημίωσης απορριφθεί, δικαιούται, με την τήρηση της ενδικοφανούς διαδικασίας, να προσφύγει στο αρμόδιο Εφετείο (ΑΠ 2145/2014, ΣτΕ 1814/2010, ΣτΕ 1009/2009, ΣτΕ 900/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη 443/2015 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:"Η προσφεύγουσα με την καθής, η οποία αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, συνήψε στην Αθήνα την 511/7-5-2007 σύμβαση ως Κύριο του Έργου και Αναθέτουσα Αρχή, μετά από Δημοπρασία που διενεργήθηκε την 13-03-2007 με τη διαδικασία του ν. 3263/2004 και με βάση τα συμβατικά στοιχεία, με συνολικό χρηματικό αντικείμενο σύμβασης ευρώ 150.542.251,62, (χωρίς Αναθεώρηση και Φ.Π.Α), συμπεριλαμβανομένων των απρόβλεπτων δαπανών ύψους ευρώ 12.263.195,80, τα οποία έχουν υπολογιστεί ως ποσοστό 9% της δαπάνης προσφοράς, ως και απολογιστικών εργασιών ύψους ευρώ 2.021.324,82 και ανέλαβε την κατασκευή του Έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΙΠΛΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ...,από χ.θ 28+ 000 ΕΩΣ χ.θ. 67+870 ΚΑΙ ΑΠΟ χ.θ. 79+000 ΕΩΣ χ.θ. 91+500 (ΜΕ ΣΗΡΑΓΓΕΣ ΔΕΡΒΕΝΙΟΥ ΕΚΤΟΣ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΑΙΓΙΟΥ)" (Α.Σ. 511), όπως το φυσικό αντικείμενο της εργολαβίας περιγράφεται στο άρθρο 11.4 της διακήρυξης του Έργου.

Το Έργο εντάσσεται στο Πρόγραμμα Έργων Μεταφορών του Ταμείου Συνοχής για τα έτη 2000 - 2006 και συγχρηματοδοτείται κατά ποσοστό 50% από το Β1 Ταμείο Συνοχής και κατά ποσοστό 50% από Εθνικούς Πόρους και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11.4 της Διακηρύξεως, αφορά στην κατασκευή της υποδομής της Νέας Διπλής Σιδηροδρομικής Γραμμής Υψηλών Ταχυτήτων (Σ.Γ.Υ.Τ.) στο τμήμα ...

από την (χιλιομετρική θέση) χ.θ. 28+000 μέχρι χ.θ. 67+870 και από χ.θ. 79+000 έως χ.θ. 91+500 (με σήραγγες Δερβενίου, εκτός- σήραγγας Αιγίου) και της αποκατάστασης του Τοπικού Οδικού Δικτύου (Τ.Ο.Δ) και αποτελεί μέρος (τμήμα) της Σιδηροδρομικής Γραμμής Υψηλών Ταχυτήτων (Σ.Γ.Υ.Τ), από το ..., το οποίο αποτελεί συνέχεια της Σ.Γ.Υ.Τ …- ….-… που ευρίσκεται υπό κατασκευή, δηλαδή αποτελεί μέρος (τμήμα) της εν λόγω Σ.Γ.Υ.Τ.

Στο αντικείμενο του Έργου περιλαμβάνονται η κατασκευή των χωματουργικών έργων της σιδηροδρομικής γραμμής σε όλο το μήκος αυτής, εντός και εκτός των σηράγγων, μαζί με την στρώση διαμόρφωσης χωματουργικών και το υπόστρωμα επιδομής, η κατασκευή των απαραίτητων σιδηροδρομικών γεφυρών και ορισμένων Οδικών Γεφυρών του παράπλευρου Οδικού Δικτύου, η κατασκευή των Σηράγγων ΣΣ3 και ΣΣ4 στην περιοχή Δερβενίου, η κατασκευή - αποκατάσταση όλων των καθέτων οδών (κ.ο.), των παράπλευρων οδών (ASR και ASR), των εκτροπών κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού (Ν.Ε.Ο.) λόγω των έργων Σ.Γ.Υ.Τ.

κλπ., τα απαραίτητα μικρά τεχνικά έργα (τοίχοι αντιστήριξης, πασσαλότοιχοι κλπ.) σε όλο το μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, τα έργα αποχέτευσης - αποστράγγισης της Σ.Γ.Υ.Τ, του παράπλευρου οδικού δικτύου κλπ. και οι αναγκαίες προσωρινές παραλλαγές της γραμμής για την κατασκευή των έργων με ταυτόχρονη απρόσκοπτη λειτουργία της υφιστάμενης σιδηροδρομικής γραμμής.

Η συνολική συμβατική προθεσμία κατασκευής του Έργου, είχε οριστεί σε τριάντα ημερολογιακούς μήνες από την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης (7-5-2007) δηλαδή μέχρι την 7-11-2009 και εκτός της συνολικής προθεσμίας, με τα συμβατικά τεύχη προβλέπονταν αποκλειστικές και ενδεικτικές τμηματικές προθεσμίες, σπουδαιότερη (αποκλειστική) των οποίων ήταν η 6η, με βάση την οποία εντός 600 ημερολογιακών ημερών δηλαδή από 7-5-2007 έως 27-12-2008 έπρεπε να ολοκληρωθεί το τμήμα του Έργου από χ.θ. 28+000 μέχρι 54+163.

Με το υπ' αριθ. πρωτ. Ε134/001/44108/21.5.2007 έγγραφο η προσφεύγουσα υπέβαλε προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία το αρχικό χρονοδιάγραμμα κατασκευής του Έργου. Με το υπ' αριθ. πρωτ. Δ4/Ε134/201/45936/30.1.2008 έγγραφο της προσφεύγουσας προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής υποβλήθηκε το οριστικό χρονοδιάγραμμα κατασκευής του έργου συνοδευόμενο από την Τεχνική Έκθεσή του και λοιπά στοιχεία, στην οποία επισημαινόταν, μεταξύ άλλων ότι μέρος μόνο των εκτάσεων όπου θα κατασκευαστεί το έργο έχει σταδιακά αποδοθεί ελεύθερο προς χρήση, ενώ το μεγαλύτερο μέρος θα αποδοθεί σταδιακά και γνώρισε προς την αρμόδια Υπηρεσία ότι η προσφεύγουσα Εταιρία μελλοντικά θα διεκδικήσει τόσο τη νόμιμη παράταση των τμηματικών αποκλειστικών προθεσμιών ή/και της συνολικής προθεσμίας για την περάτωση του Έργου όσο και τις θετικές ζημιές που θα προκύψουν, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.2 Ν 1418/1984.

Το ως άνω χρονοδιάγραμμα εγκρίθηκε την 11-2-2008 από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της καθής η προσφυγή με το 127468 έγγραφο της. Με την 2483/28.1.2009 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής χορηγήθηκε παράταση της συνολικής προθεσμίας του έργου 300 ημέρες μέχριτην 3-9-2010, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχαν συντελεστεί οι απαιτούμενες απαλλοτριώσεις, με αναθεώρηση λόγω μη ύπαρξης αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναδόχου.

Την 8. 5. 2009 η προσφεύγουσα με το υπό στοιχεία Ε134/730/49142/08.05.2009 έγγραφο της υπέβαλε αίτημα για αποζημίωση θετικών ζημιών της, που επήλθαν από υπαιτιότητα των οργάνων της καθ' ης ως Κυρίου του Έργου, για το χρονικό διάστημα από 31.1.2008 έως 31.3.2009 και αναφερόταν μεταξύ άλλων, ότι για τις ζημιές που εξακολουθεί να προκαλεί σε αυτήν η συνεχιζόμενη υπερημερία του Κυρίου του Έργου ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων για την χρονική περίοδο μετά τις 31/03/2009 θα υπολογιστούν και θα κοινοποιηθούν στην καθής συγκεντρωτικά με την λήξη της περιόδου όπου ο ΚτΕ είναι υπερήμερος.

Με το με αριθ. πρωτ, 160036/22.05.2009 έγγραφο της η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής, απάντησε ότι το αίτημα θα εξεταστεί αρμοδίως. Μετά την πάροδο άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας ασκήθηκε από την προσφεύγουσα η Δ4/Ε134/796/49764/12.8.2009 ένσταση που απερρίφθη και ασκήθηκε η Δ4/Ε134/852/50249/12.11.2009 αίτηση θεραπείας προς τον Υπουργό Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων και μετά την παρέλευση άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας ασκήθηκε η από 26.3.2010 προσφυγή με την οποία ζητούσε να της καταβληθούν θετικές ζημιές που υπέστη για το χρονικό διάστημα από 31-1- 2008 έως 31-3-2009.

Η ανωτέρω προσφυγή απορρίφθηκε δυνάμει της 95/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Ακολούθως η ανάδοχος - προσφεύγουσα, με το υπό στοιχεία Δ4/Ε134/867/50338/01.12.2009 έγγραφο της υπέβαλε αίτημα για αποζημίωση θετικών ζημιών της, που επήλθαν από υπαιτιότητα των οργάνων της καθ' ης ως Κυρίου του Έργου, συνιστάμενη στην εξακολουθητική υπερημερία της να παραδώσει εγκαίρως στην Ανάδοχο τους χώρους κατασκευής του έργου, για το χρονικό διάστημα από 01.04.2009 έως 30.09.2009, ύψους 9.168.070,00 ευρώ.

Το ως άνω αίτημα απορρίφθηκε σιωπηρά από την Διευθύνουσα Υπηρεσία και υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα προς την Προϊσταμένη Αρχή η Δ4/Ε134/948/50929/11.3.2010 ένσταση που απερρίφθη με την υπ' αριθ. 184170/12.5.2010 απόφαση του Διευθύνοντα συμβούλου της καθής και η προσφεύγουσα άσκησε την Δ4/Ε134/105 8/51908/9.8.2010 αίτηση θεραπείας προς τον Υπουργό Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων πλην όμως η τρίμηνη προθεσμία των άρθρων 12 παρ. 4 επ.

του ν. 1418/1984 και 57 π.δ. 609/1985 (ήδη άρθρου 76 παρ. 14 ν. 3669/2008) παρήλθε άπρακτη και γι' αυτό άσκησε την ένδικη προσφυγή. Επί των επίδικων ισχυρισμών της αναδόχου-προσφεύγουσας, ότι, λόγω της εξακολουθητικής υπερημερίας του Κυρίου του Έργου να παραδώσει τους χώρους ελεύθερους εμποδίων, υποχρεώθηκε στην άνευ σειράς τμηματική εκτέλεση εργασιών με αποτελέσματα που επέφεραν αθροιστικά δραματική αύξηση του κόστους των εργασιών ώστε για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.4.2009 έως 30.9.2009 να υποστεί συνολική ζημιά 9.168.070 ευρώ, καθώς α.

αυξήθηκαν οι αποστάσεις μεταφοράς τόσο των δανείων υλικών, όσο και των προϊόντων εκσκαφής, των σκυροδεμάτων, σιδηρού οπλισμού και λοιπών μηχανημάτων τεχνικών έργων, β. πραγματοποιήθηκαν αρκετές προσωρινές αποθέσεις κατάλληλων προϊόντων εκσκαφής, ή και δανείων υλικών, λόγω έλλειψης χώρου για επίχωμα, γ.

η μη απόδοση των εκτάσεων του Έργου, εμπόδισε την κυκλοφορία των φορτηγών από τη χάραξη του Έργου και ως αποτέλεσμα είχε να υποχρεωθεί η Ανάδοχος να κινεί τον εξοπλισμό της εντός κατοικημένων περιοχών ή να διανοίγει νέες προσωρινές προσβάσεις, οι οποίες εκτός από μεγάλη απόσταση μεταφοράς, ελάττωσαν και την μέση ταχύτητα κυκλοφορίας των φορτηγών δ.

γενικότερα δεν της παρεσχέθη η δυνατότητα να ολοκληρώσει ένα ενιαίο τμήμα του Έργου, καθώς υποχρεώθηκε να εκτελεί τμηματικώς εργασίες και να επανέρχεται αρκετές φορές στα ίδια τμήματα, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εργασίες υποδομής ενός ενιαίου τμήματος, ε. επίσης υποχρεώθηκε να εγκαταστήσει δύο συγκροτήματα σκυροδεμάτων και μάλιστα, στον ίδιο χώρο, για να εξυπηρετήσει τις μεγάλες αποστάσεις μεταφοράς και στ.

υποχρεώθηκε στην εισκόμιση και αποκόμιση εργαλείων και υλικών αρκετές φορές επειδή δεν υπήρχε, λόγω των εμποδίων στα σημεία προς κατασκευή, η δυνατότητα ολοκλήρωσης του συνόλου των εργασιών στο εκάστοτε τμήμα του Έργου, με συνέπεια την πρόκληση πρόσθετων δαπανών, που δεν καλύπτονται από τις τιμές των ενιαίων τιμολογίων, που αναφέρονται σε εργασίες εκτελούμενες υπό συνήθεις συνθήκες κατασκευής, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Για τις ανάγκες κατασκευής του έργου που ανατέθηκε στην προσφεύγουσα κηρύχθηκαν αναγκαστικές απαλλοτριώσεις αρχικές και συμπληρωματικές. Οι συντελέσεις των απαλλοτριώσεων έλαβαν χώρα νομίμως και σύμφωνα με τα συμβατικά τεύχη του προκηρυχθέντος διαγωνισμού. Σε όλους τους διαγωνιζόμενους και στην Ανάδοχο ήταν γνωστό ότι οι απαλλοτριώσεις των ακινήτων επί των οποίων θα δημιουργούντο τα μέτωπα του έργου δεν είχαν ακόμη συντελεστεί και ότι η συντέλεση αυτών θα ήταν τμηματική, ενώ παράλληλα προεβλέπετο και η επιδίωξη για την ενωρίτερη απόκτηση χώρων μέσω ενοικιάσεων ή χορηγήσεων προκαταβολών, όπου αυτό ήταν εφικτό.

Ειδικότερα, στο άρθρο 7, παρ.7.1. της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων (ΕΣΥ) του έργου ορίζεται ότι: "Με την υποβολή της προσφοράς του προϋποτίθεται ότι ο Ανάδοχος, κατά την περίοδο διεξαγωγής του διαγωνισμού, έχει λάβει γνώση των δυσχερειών στην περιοχή των έργων των στοιχείων εδάφους (με τυχόν σύνταξη από μέρους του γεωλογικής μελέτης και εκτέλεση δικών του γεωτρήσεων ή /και φρεάτων και δική του γεωτεχνική αξιολόγηση) και είναι απόλυτα ενήμερος των συνθηκών εκτέλεσης του έργου από κάθε πλευρά, συμπεριλαμβανόμενης της κατάστασης των απαλλοτριώσεων και του τρόπου που ϋα, αποδοθεί ελεύθερη η συνολικά απαιτούμενη λωρίδα για την εκτέλεση των έργων, πηγών και υλικών κάθε είδους κλπ, όπως και των ενδεχομένων δυσχερειών και καθυστερήσεων από οποιοδήποτε λόγο η / και την παρέμβαση/συνεργασία των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και ότι έχει λάβει υπόψη του ότι δεν θα του αναγνωριστεί καμία επιπλέον απαίτηση σχετική με αποζημίωση, κατά οποιονδήποτε τρόπο, λόγω των παραπάνω τοπικών συνθηκών, των καθυστερήσεων, των δυσχερειών κάθε είδους και τέλος ότι έχει μελετήσει, τα υπάρχοντα εγκεκριμένα διαγράμματα της μελέτης, καθώς και τα συμβατικά στοιχεία που συνιστούν, μαζί με την παρούσα, τη βάση της προσφοράς του".

Στο άρθρο 10.8, παρ. 10.8.1 της ΕΣΥ του έργου (το οποίο αναφέρεται στις απαλλοτριώσεις) ορίζεται ότι: Η συντέλεση έχει προγραμματιστεί να επιτευχθεί τμηματικά και σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Τεχνικής Περιγραφής (παρ. 8.1)". Στο άρθρο 22.1, παρ 22.1.1 της Ε.Σ.Υ. του έργου ορίζεται ότι: "Για τη ζώνη εκτέλεσης των κατασκευών του έργου (της Σ.

Γ. Υ. Τ. με τα συναφή οδικά έργα) γίνεται αναφορά στη σχετική παράγραφο 10.8.1 του άρθρου 10 των ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ της παρούσας. Τα παραπάνω θα πρέπει να τα λάβει υπόψη του κατά την διαμόρφωση της προσφοράς του". Στην παράγραφο 8.1 της Τεχνικής Περιγραφής του έργου ορίζεται ότι: "Με την υπογραφή της Σύμβασης η ... ΑΕ θα παραδώσει στον Ανάδοχο ελεύθερη την ζώνη που θα έχει απαλλοτριωθεί και τμηματικά την υπόλοιπη προς απαλλοτρίωση ζώνη".

Μεταξύ των άλλων υποχρεώσεων του Αναδόχου, περιλαμβάνεται και η απόκτηση των αναγκαίων προσβάσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 22, παρ. 22.1 4. της ΕΣΥ του έργου: "Στην περίπτωση κατά την οποία δεν συντελεσθούν εγκαίρως, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι απαλλοτριώσεις/ επιτάξεις/ δουλείες, ο Ανάδοχος του έργου θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες (βλέπε παρ. 10.8.1.

της παρούσας) προκειμένου να επιτευχθεί πρόσβαση στις αναγκαίες εκτάσεις για την εκτέλεση των εργασιών......

Συνεπώς η προσφεύγουσα - Ανάδοχος γνώριζε τα δεδομένα της εκτέλεσης του έργου και τα της συντέλεσης ή μη των σχετικών απαλλοτριώσεων κατά το χρόνο υποβολής της προσφοράς της και όφειλε, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, να οργανώσει και προγραμματίσει τη διάθεση του απαιτούμενου μηχανολογικού εξοπλισμού και ανθρώπινου δυναμικού κατασκευής σύμφωνα με την εξέλιξη των εργασιών και τη διαθεσιμότητα των χώρων.

Εξάλλου, η παράταση της συνολικής προθεσμίας του έργου μέχρι την 3-9-2010, που δόθηκε με Αναθεώρηση, είχε ως αιτιολογία τη μη συντέλεση απαλλοτριώσεων του έργου και με τον τρόπο αυτό ο Ανάδοχος αποζημιώθηκε για την ενδεχόμενη ζημία που του προκλήθηκε από την καθυστέρηση απόδοσης ελεύθερων εκτάσεων του έργου.

Περαιτέρω, η προσφεύγουσα είχε αναδειχθεί ανάδοχος και της συμβάσεως 510 του έτους 2006, η οποία συνδέεται με την ένδικη σύμβαση και είχε μέτωπο από την Κόρινθο μέχρι το Μελίσσι που αρχίζει η εργολαβία της 511/2007 σύμβασης και συνεπώς και μέτωπο είχε να εργαστεί και σταλίζοντα μηχανήματα δεν υπήρχαν, ενώ είχε πλήρη γνώση των πραγματικών χρόνων της συντέλεσης των απαλλοτριώσεων του έργου.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των ισχυρισμών της προσφεύγουσας περί υπερημερίας του κυρίου του έργου ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, ως προς την απόδοση των χώρων του έργου ελεύθερων προς χρήση, πρέπει η ένδικη προσφυγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και ακολούθως να απορριφθεί και η πρόσθετη παρέμβαση" .

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί ενώ δέχεται ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση των απαλλοτριώσεων, η οποία βάρυνε την αναιρεσίβλητη, ακολούθως δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν είναι υπερήμερη, περαιτέρω δε για την κρίση της ότι δεν δικαιούται (η αναιρεσείουσα ) αποζημίωση, ταύτισε την παράταση της προθεσμίας ολοκλήρωσης του έργου με την αποζημίωση και τη δυνατότητα της αναιρεσείουσας να εργαστεί στην εργολαβία που είχε αναλάβει με την 510/2006 σύμβαση. Ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσπαθεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται αντίφαση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά στο αιτιολογικό αυτής.

Περαιτέρω από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες για το ζήτημα της έλλειψης υπερημερίας της αναιρεσίβλητης - κυρίας του έργου ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων να παραδώσει ελεύθερους τους χώρους εκτέλεσης του έργου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχθείσα, με ρητή αναφορά σε συγκεκριμένα άρθρα της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων και της Τεχνικής Περιγραφής του Έργου, ότι η αναιρεσείουσα- ανάδοχος του έργου έλαβε γνώση των συνθηκών τέλεσης του έργου, συμπεριλαμβανομένων των απαλλοτριώσεων, ότι συμφώνησε στην τμηματική παράδοση των υπό απαλλοτρίωση εκτάσεων, παραιτούμενη της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία, αναλαμβάνοντας υποχρέωση να προβεί η ίδια στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να επιτευχθεί η πρόσβαση στις αναγκαίες για την εκτέλεση του έργου εκτάσεις και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα - ανάδοχος γνώριζε τα δεδομένα της εκτέλεσης του έργου και τα της συντέλεσης ή μη των σχετικών απαλλοτριώσεων, κατά το χρόνο υποβολής της προσφοράς της και όφειλε, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, να οργανώσει και προγραμματίσει τη διάθεση του απαιτούμενου μηχανολογικού εξοπλισμού και ανθρώπινου δυναμικού κατασκευής (σύμφωνα με την εξέλιξη των εργασιών και τη διαθεσιμότητα των χώρων.

Οι αιτιολογίες αυτές της προβαλλόμενης απόφασης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 7 παρ 2 του ν. 1418/1984. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι: α) η παράταση της προθεσμίας του έργου μέχρι την 3-9-2010,που δόθηκε με αναθεώρηση, είχε ως αιτιολογία τη μη συντέλεση απαλλοτριώσεων του έργου και με τον τρόπο αυτό ο Ανάδοχος αποζημιώθηκε για την ενδεχόμενη ζημία που του προκλήθηκε από την καθυστέρηση απόδοσης ελεύθερων εκτάσεων του έργου και β) η προσφεύγουσα είχε αναδειχθεί ανάδοχος και άλλης σύμβασης, η οποία συνδέεται με την ένδικη σύμβαση και είχε μέτωπο να εργαστεί και σταλίζοντα μηχανήματα δεν υπήρχαν, αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα αιτιολογιών.

Ακόμη, όμως και αν οι υπό στοιχεία α και β παραδοχές εκτιμηθούν ως αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτές αφορούν πλεοναστικές αιτιολογίες αυτής και είναι αλυσιτελείς, καθόσον οι προαναφερόμενες κύριες αιτιολογίες της, που στηρίζουν αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της, δεν πλήττονται επιτυχώς.

Εξάλλου, η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση περί του ότι είναι αντιφατική και χωρίς νόμιμη βάση η παραδοχή ότι η ίδια (αναιρεσείουσα ) είχε πλήρη γνώση των πραγματικών χρόνων της συντέλεσης των απαλλοτριώσεων του έργου, ενώ από ουδέν στοιχείο προέκυψε τούτο, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ).

Η διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ,τχου αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα και ορίζει ότι ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ( ΑΠ 957/2018, ΑΠ366/2017, ΑΠ 77/2014).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 189, 190, 191 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αποδίδονται στον νικήσαντα διάδικο μόνον τα έξοδα, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης, ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλει κατάλογο των εξόδων και ότι αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του σχετικού αιτήματος, για να προβεί το δικαστήριο στην εκκαθάριση των εξόδων.

Στα ανωτέρω δικαστικά έξοδα που αποδίδονται, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η αμοιβή των δικηγόρων, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν. Κατά τα άρθρα 63 παρ 1 εδ στ και 68 του Ν.4194 της 25/27-9-2013 (Κώδικας Δικηγόρων), που ισχύει κατά το άρθρο 166 § 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως εκ του εδώ κρίσιμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (18-2-2015),η αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντα για σύνταξη κύριας αγωγής, σε περίπτωση μη ύπαρξης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης σε 0,2%,όταν η αξία του αντικειμένου της δίκης ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001-12.000.000 ευρώ (άρθρο 63 παρ 1 εδ στ), ενώ η αμοιβή για την σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης για τον δικηγόρο του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παρ 1 του άρθρου 63,ήτοι με την αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος για την σύνταξη της αγωγής.

Επίσης η αμοιβή του δικηγόρου για την παράστασή του στο Εφετείο, σύμφωνα με το παράρτημα I του Κώδικα Δικηγόρων, ορίζεται στο ποσό των 192 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς ανέρχεται στο ποσό των 9.168.070 ευρώ, το οποίο ζητεί η αναιρεσείουσα με την προσφυγή της να υποχρεωθεί να της καταβάλει η αναιρεσίβλητη.

Εφόσον δεν υπεβλήθη στο Εφετείο κατάλογος εξόδων, παρά μόνο αίτημα για την καταβολή τους, τα δικαστικά έξοδα, τα οποία υποχρεούται να καταβάλει η αναιρεσείουσα - προσφεύγουσα που νικήθηκε, στην αναιρεσίβλητη -καθής η προσφυγή, για την αμοιβή του δικηγόρου της, ανέρχονται, σύμφωνα με τις αναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, 1) για την σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου για την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, σε 18.336,14 ευρώ ( 9.168.070 χ 0,2 %) και 2) για την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ίδιο δικαστήριο, σε 192 ευρώ, ήτοι συνολικώς σε 18.528,14 ευρώ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, ότι η προσφεύγουσα και η προσθέτως παρεμβαίνουσα πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της καθής λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 ΚΠολΔ, 107 παρ. 1 και 110 Κωδ. Δικηγ.), τα οποία όρισε στο ποσό των 183.512 ευρώ, ήτοι ποσόν δεκαπλάσιο περίπου από το ποσόν των 18.528,14 ευρώ.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς τα επιδικασθέντα σε βάρος της προσφεύγουσας, ήδη αναιρεσείουσας δικαστικά έξοδα, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΚΠολΔ και του Κώδικα Δικηγόρων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο ως προς την διάταξή της που αναφέρεται στην επιδίκαση των δικαστικών εξόδων. Ακολούθως, ενόψει του ότι τα επιδικαζόμενα δικαστικά έξοδα δεν περιορίζονται μόνο στην προβλεπόμενη αμοιβή του δικηγόρου κατά τα οριζόμενα στον Κώδικα δικηγόρων, αλλά και σε όσα ορίζονται στην διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ως προς αυτό περαιτέρω διευκρίνηση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω κατά τούτο εκδίκαση ενώπιον του αυτού ως άνω Εφετείου Ναυπλίου, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταργεί τη δίκη ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Αναιρεί εν μέρει την 443/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και ειδικότερα ως προς την διάταξή της που αναφέρεται στην επιδίκαση των δικαστικών εξόδων.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ