Supreme Court allows appeal against eviction for partial lease termination, remanding case for rent recalculation.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's decision to reject the tenants' claims for rent arrears. The tenants argued that the landlord's partial termination of the lease for a specific building section was valid, which should have exempted them from paying rent for the entire property during that period. The Court found the appeal admissible because the lower court incorrectly accepted the partial termination as valid without properly addressing the legal consequences on the total rent obligation. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for a new trial with a different panel to recalculate the rent based on the correct legal interpretation of the partial lease termination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 574 of the Civil Code; Article 29 of Law 3130/2003; Article 26 of the 1932 Decree: The termination of a lease for a portion of a unified property does not automatically exempt the tenant from rent for the whole property unless the partial termination is legally valid and specifically affects the entire contractual obligation.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 936 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 936/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2) Χ2 συζύγου Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιδωρίκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, κατοικοεδρεύοντες στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/10/2005 και 20/1/2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1162/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3884/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/2/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 11/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Η εκ της εν λόγω συμβάσεως ενοχή του εκμισθωτή είναι αδιαίρετη για το αντικείμενό της, δηλαδή η χρήση του μισθίου είναι αδιαίρετη αφού δεν επιδέχεται κατάτμηση.
Αυτό έχει ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιτρέπεται η καταγγελία από τους συμβαλλομένους της μίσθωσης για μέρος του μισθίου. Τα ανωτέρω προϋποθέτουν ότι το μίσθιο είναι αυτοτελές ακίνητο ή αποτελείται από περισσότερα αυτοτελή ακίνητα τα οποία συνενώθηκαν ή συμφωνήθηκε να συνενωθούν προκειμένου να εκμισθωθούν ως ενιαίο ακίνητο με την ίδια σύμβαση και έναντι ενιαίου, κατά κανόνα μισθώματος (ΑΠ 885/2006, 911/1990).
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 29 του Ν 3130/2003 με τον τίτλο "Μισθώσεις ακινήτων για στέγαση Δημοσίων Υπηρεσιών", "μισθώσεις, οι συμβάσεις των οποίων έχουν συναφθεί ή που έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία σύναψής τους με την έκδοση από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών της απόφασης έγκρισης των πρακτικών μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο σύναψής τους".
Τέλος, κατά το άρθρο 26 του από 19/19-11-1932 Π Δ/τος "περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 66/1973, το οποίο ισχύει για την επίδικη μίσθωση αφού η σύναψή της έχει γίνει πριν από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νόμου, "ο εκμισθωτής ουδεμιάς αποζημιώσεως δικαιούται παρά του Δημοσίου, εάν προ της λήξεως της μισθώσεως α) το Δημόσιον μεταφέρει τη στεγαζομένην υπηρεσίαν εις ακίνητον ιδιοκτησίας του , β) ..... , γ) αν καταργηθεί η σχετική υπηρεσία. .....
Εις απάσας τα ανωτέρω περιπτώσεις το Δημόσιον δύναται να λύη μονομερώς την μίσθωσιν, ειδοποιούν εγγράφως τον εκμισθωτήν τριάκοντα τουλάχιστον ημέρας προ της εν τη σχετική ειδοποιήσει καθοριζομένης ημερομηνίας λύσεως της μισθώσεως, αφ' ης παύει και πάσα υποχρέωσις τούτου προς καταβολήν μισθώματος".
Αλλά και κατά το άρθρο 19 παράγραφος 1γ επιτρέπεται η καταγγελία αζημίως από το δημόσιο της μίσθωσης αν καταργηθεί η στεγασμένη υπηρεσία ή υπαχθεί σε άλλη υπηρεσία και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται η διαδικασία της καταγγελίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ πρωτ οικ ...
απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: Άρθρο 1 1) *Η Υπηρεσία αποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων (ΥΑΣ), η οποία συστήθηκε με το άρθρο 2 της από 26-3-1981 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το Ν 1190/81, λειτουργεί και υπάγεται απ' ευθείας στον Υπουργό Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, 2) στην αρμοδιότητα της ΥΑΣ ανήκει η μελέτη και λήψη μέτρων, που κρίνονται ως αναγκαία για την ταχεία και αποτελεσματική εκτέλεση του έργου της αποκατάστασης σεισμοπλήκτων, που πραγματοποιείται από τους τομείς αποκατάστασης σεισμοπλήκτων (ΤΑΣ).
Άρθρο 3: Η αρμοδιότητα της αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων ανήκει αποκλειστικά στη Γραμματεία Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και πραγματοποιείται μέσω της ΥΑΣ και των Τομέων Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων, οι οποίοι διατηρούνται ως υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημ Έργων και μετά την ίδρυση των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.
Οι Τομείς Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων λειτουργούν για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο, και προς υποβοήθηση του έργου αυτών μπορούν να συσταθούν αντίστοιχα γραφεία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (ΓΑΣ). Σχετική προς την ανωτέρω απόφαση είναι και το υπ' αριθμ πρωτ Δ17α/81/4/Φ.Θ.222/13-10-1995 έγγραφο των Υπηρεσιών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ΠΕΧΩΔΕ.
Μετά το σεισμό της 7-9-1999 στην ... και δυνάμει της υπ' αριθμ πρωτ Οικ/4051/ΤΠ 31.2/21-9-1999 απόφασης του υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ συστάθηκαν τρεις Τομείς Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (ΤΑΣ) στην ..., μεταξύ των οποίων και ο ΤΑΣ ..., ο οποίος στη συνέχεια με την υπ' αριθμ πρωτ οι ... απόφαση του υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ μετονομάσθηκε σε ΤΑΣ Βιομηχανίας.
Επίσης με την υπ' αριθμ πρωτ 3778/ΤΠ31.2/10-9-1999 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ συστάθηκε και ο ΤΑΣ .... Από τις ανωτέρω αποφάσεις, με τις οποίες συστάθηκαν οι προαναφερθέντες δύο Τομείς Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (ΤΑΣ Βιομηχανίας και ΤΑΣ Ν. Φιλαδέλφειας), προκύπτει ότι αυτοί είναι δύο διαφορετικές υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, δια μέσου των οποίων ορίσθηκε ότι θα επραγματοποιείτο η αποκατάσταση των σεισμοπλήκτων, δεδομένου και του ότι το ΥΠΕΧΩΔΕ δεν συνιστά ενιαία υπηρεσία, ώστε να αποτελούν τμήματά της οι εν λόγω Τομείς, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, αλλ' αντιθέτως, όπως συμβαίνει με κάθε υπουργείο, συνιστά μία οργανική ενότητα, στην οποία έχουν διαρθρωθεί διάφορες υπηρεσίες, την ανώτατη διεύθυνση των οποίων έχει ο Υπουργός.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το από 15-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγόντων, ως εκμισθωτών, και του Προϊσταμένου της Δ/νσης Οικονομικών Υποθέσεων και Προμηθειών, ως εκπροσώπου της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ, οι δύο πρώτοι εκμίσθωσαν στο εναγόμενο μία πολυόροφη οικοδομή, συνολικού εμβαδού 2.878,75 τμ, με ανεξάρτητη κεντρική είσοδο και κλιμακοστάσιο, που βρίσκεται επί των οδών ..., στη ..., της οποίας είχαν την επικαρπία.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε σε εννιά (9) έτη, πλην όμως η νόμιμη διάρκειά της ήδη είναι δωδεκαετής, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του ως άνω από 19/19-11-1992 ΠΔ/τος, όπως αντικ με το άρθρο 41 παρ. 17 του Ν 2648/1998, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 8.400.000 δραχμών για το έτος 1999, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε ετησίως σύμφωνα με το συντελεστή που θα ισούται με τον επίσημο πληθωρισμό (που θα ανακοινώνεται για το προηγούμενο κάθε φορά έτος αυξημένο κατά μία μονάδα).
Έτσι για τα επόμενα μισθωτικά έτη (μετά τον Οκτώβριο 2000) το μίσθωμα ανερχόταν α) από 2000 έως 2001 σε 28.130 ευρώ, β) από 2001 έως 2002 σε 28130 ευρώ, γ) από 2002 έως 2003 σε 28130 ευρώ, δ) από 2003 έως 2004 σε 29311,92 ευρώ ε0 από 2004 έως 2005 σε 30543,02 ευρώ, και στ) από το έτος 2005 σε 31764,21 ευρώ. Αμέσως μετά την κατάρτιση της επίδικης μίσθωσης παρελήφθη η μίσθια πολυόροφη οικοδομή από το εναγόμενο και στεγάσθηκαν σ' αυτήν οι ως άνω δύο Τομείς Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων και συγκεκριμένα στεγάσθηκαν ο ΤΑΣ Βιομηχανίας στον δεύτερο (2ο) και στον τρίτο (3ο) όροφο και στο δώμα της οικοδομής συνολικής επιφάνειας 764,50 τμ, ο δε ΤΑΣ ...
στους υπόλοιπους ορόφους, δηλαδή στον πρώτο (1ο) όροφο, στο ισόγειο και στα δύο υπόγεια. Ενώ διαρκούσε η επίδικη μίσθωση, με την υπ' αριθμ πρωτ οικ/... απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ αποφασίσθηκε η κατάργηση του ΤΑΣ Βιομηχανίας και μετά ταύτα με την υπ' αριθμ πρωτ Δ18δ/24/2/135/Φ.Υπολ/24-6-2003 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ αποφασίστηκε η πρόωρη λύση της επίδικης μίσθωσης για τους ως άνω ορόφους (2ο, 3ο και δώμα), όπου στεγαζόταν ο ανωτέρω ΤΑΣ.
Η απόφαση αυτή για πρόωρη μερική λύση της μίσθωσης γνωστοποιήθηκε στους ενάγοντες εκμισθωτές με το υπ' αριθμ πρωτ Δ18δ/02/117Φ.Υπολ/9-6-2004 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού οι εν λόγω δύο Τομείς Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (ΤΑΣ) Βιομηχανίας και Ν...
είναι δύο διαφορετικές υπηρεσίες της ανωτέρω Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, παρέπεται, ότι μετά την κατάργηση της πρώτης από αυτές, εγκύρως καταγγέλθηκε προώρως η επίδικη μίσθωση σε σχέση με το μέρος της μίσθιας οικοδομής (τους άνω ανεξάρτητους ορόφους 2ο, 3ο και δώμα), όπου στεγαζόταν η υπηρεσία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού, παρά το ότι η μίσθια οικοδομή εκμισθώθηκε ενιαίως, κατισχύει εν προκειμένω η ειδική ρύθμιση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 26 του από 19/19-11-1932 Π Δ/τος.
Η πρόωρη αυτή δε μερική λύση της επίδικης μίσθωσης επήλθε την 9-7-2004, μετά, δηλαδή, την πάροδο 30 ημερών από την ανωτέρω έγγραφη γνωστοποίησή της στους ενάγοντες, δεδομένου ότι ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, έκτοτε δε έπαυσε η υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή των αναλογούντων στους ως άνω μίσθιους χώρους μισθωμάτων.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ πρωτ οικ... απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ καταργήθηκε και ο ..., ο οποίος στεγαζόταν στους υπολοίπους ορόφους και ακολούθως με την υπ' αριθμ Δ18δ/ο1/47/Φ. Υπολ./21-3-2006 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, η οποία γνωστοποιήθηκε στους ενάγοντες εκμισθωτές με το υπ' αριθμ πρωτ Δ18δ/01/47Φ. Υπολ./21-3-2006 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ αποφασίσθηκε και η πρόωρη λύση της μίσθωσης και του υπόλοιπου κτιρίου, η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επήλθε μετά πάροδο 30 ημερών, δηλαδή την 21-4-2006.
ενόψει των προεκτεθέντων μέχρι και την 9-7-2004 που λύθηκε μερικώς η μίσθωση, όφειλε να καταβάλει ολόκληρο το συμφωνημένο μίσθωμα, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση των υπό κρίση αγωγών (6-4-2006), μειωμένο κατά τα ποσά που αναλογούσαν στους μίσθιους χώρους, στους οποίους στεγαζόταν ο ΤΑΣ Βιομηχανίας. Όμως, το εναγόμενο από την 15-8-2003 άρχισε να καταβάλει μειωμένο μίσθωμα στους ενάγοντες, οι οποίοι, μάλιστα, αρχικά είχαν αποδεχθεί τη μερική λύση της μίσθωσης, εφόσον όμως ο ...,, που θα εξακολουθούσε να στεγάζεται στο μίσθιο, θα μεταφερόταν στους ορόφους που στεγαζόταν ο ΤΑΣ Βιομηχανίας και ακολούθως εισέπρατταν με επιφύλαξη τα μειωμένα αυτά μισθώματα, μέχρι και την 15-12-2005, οπότε και έπαυσε παντελώς να καταβάλει σ' αυτούς μισθώματα.
Συγκεκριμένα, αυτό (εναγόμενο) κατέβαλε στους ενάγοντες: α) από 15-8-2003 έως 15-10-2003 το ποσό των 20.656,22 ευρώ μηνιαίως και εν συνόλω το ποσό των 41.312,44 ευρώ, αντί του πραγματικού συνολικά οφειλόμενου των 56.260 ευρώ (ήτοι 28.130 ευρώ Χ 2μήνες), έτσι ώστε να οφείλει στους ενάγοντες α, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί, διαφορά μισθωμάτων για το χρονικό αυτό διάστημα ποσού 14.947,56 ευρώ β)από 15-10-2003 έως 9-7-2004 το ποσό των 21.523,78 ευρώ μηνιαίως και ενσυνόλω το ποσό των 189.409,24 ευρώ (ήτοι 21.523,78 Χ8 μήνες + 17.219ευρώ το μίσθωμα 24 ημερών από 15-6-2004 έως και 9-7-2004), αντί τουπράγματι συνολικά οφειλόμενου ποσού των 257.944,89 ευρώ (ήτοι 29.311,92Χ 8 μήνες + 23.449,53), έτσι ώστε να οφείλει στους ενάγοντες διαφορέςμισθωμάτων για το χρονικό διάστημα ποσού 68.535,65 ευρώ.
Από την9-7-2004 και εντεύθεν, λόγω της κατά τα άνω μερικής πρόωρης λύσης τηςένδικης μίσθωσης, ήταν υποχρεωμένο να καταβάλλει στους ενάγοντεςμειωμένο μίσθωμα και συγκεκριμένα από 9-7-2004 έως και 15-10-2005 τοποσό των 22.427,78 ευρώ μηνιαίως και από 15-10-2005, μέχρι και τηνσυζήτηση των υπό κρίση αγωγών (6-4-2006) το ποσό των 23.504,31 ευρώμηνιαίως.
Όπως αποδείχθηκε, το εναγόμενο κατέβαλε στους ενάγοντες ταοφειλόμενα κατά τα άνω μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 9-7-2004έως και 15-12-2005 και συνεπώς δεν προκύπτει διαφορά μισθωμάτων υπέρτων τελευταίων για το χρονικό αυτό διάστημα, καθυστερεί όμως νακαταβάλλει σ' αυτούς εξολοκλήρου τα κατά τα άνω οφειλόμενα μισθώματατου χρονικού διαστήματος από 15-12-2005 έως και 6-4-2006, συνολικούποσού 86.965,94 ευρώ (ήτοι 23.504,31 Χ 3 μήνες + 16.453,01 ευρώ τομίσθωμα 21 ημερών - από 16-3-2006 έως και 6-4-2006).
Κατ' ακολουθία τωνανωτέρω το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες γιαοφειλόμενα μισθώματα: α) του χρονικού διαστήματος από 6-8-2003 έως και15-10-2005 (επίδικος χρόνος πρώτης αγωγής) το συνολικό ποσό των83.483,21 ευρώ και β) του χρονικού διαστήματος από 15-12-2005 έως και6-4-2006 (επίδικος χρόνος δεύτερης αγωγής) το συνολικό ποσό των86.965,94 ευρώ, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς τολογιστικό υπολογισμό των οποίων δεν προβάλλεται με την έφεσηαιτίαση".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση τωναναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνειδεκτό, ότι η καταγγελία της μίσθωσης για τμήμα του μισθίου ακινήτουήταν έγκυρη και είχε επιφέρει μερική λύση της μίσθωσης και είχαναπορριφθεί οι αγωγές για καταβολή μισθωμάτων για το όλο ακίνητο.
Μεαυτά όμως, που δέχθηκε το Εφετείο, εφόσον κατά τις παραδοχές η μίσθωσητου μισθίου ήταν ενιαία για ολόκληρο το πολυόροφο ακίνητο με ενιαίομίσθωμότι ήταν έγκυρη η καταγγελία για μέρος του επίδικου μισθίου και ότι επέφερε τη λύση της μίσθωσης με συνέπεια τη μη οφειλή μισθωμάτων για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, συνακόλουθα δε να γίνει δεκτή και η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή.
Εξάλλου, το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 του Ν 3693/57, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3884/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ