Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, ruling evidence assessment was free and not a violation of burden of proof rules.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a technical company against a final lease dispute judgment. The appellant argued the lower court violated burden of proof rules regarding the lease renewal, but the court found no error since the trial judge freely evaluated all evidence. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 577 para. 1 and 3 C.P.D.; Art. 559 no. 13 C.P.D.; The court's free evaluation of evidence in lease disputes precludes findings of violation regarding the burden of proof when the claim is accepted based on sufficient evidence rather than lack of opposing proof.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 935 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 935/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπέσκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ο. του Ι., κατοίκου Αιγίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρβούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.03.2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 487/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15.04.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 15.04.2019 (αρ. κατ. 19/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 487/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ παράβολο. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
[II] Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 18.03.2014 αγωγή του κατά της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι με το από 01.12.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε σ’αυτήν ένα αγροτεμάχιο, επιφανείας 4 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση «...» στο …, για χρονικό διάστημα 1 έτους και έναντι μηνιαίου μισθώματος 1.100 ευρώ, προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει ως χώρο εναπόθεσης αδρανών υλικών. Εν συνεχεία, η ως άνω μίσθωση παρατάθηκε για αόριστο χρονικό διάστημα, πλην όμως η εναγομένη, από υπαιτιότητα και δυστροπία της, δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Ιουλίου 2011 – Μαρτίου 2014 και ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή (εναγομένη) να του καταβάλει τα μηνιαία μισθώματα που του οφείλει για το χρονικό διάστημα από την 01.07.2011 έως την 18.03.2014 κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ' αυτήν (αγωγή). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 25/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή.
Ο ενάγων εκμισθωτής και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε σε βάρος της ως άνω πρωτόδικης απόφασης την από 05.06.2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 487/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ’ ουσία δεκτή η έφεση και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την αγωγή, την οποία δέχτηκε ως βάσιμη και υποχρέωσε την εφεσίβλητη – εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα – εκκαλούντα το συνολικό αιτούμενο ποσό για οφειλόμενα μισθώματα κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ’ αυτήν.
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων προκύπτει ότι το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές του και κατ’ ακριβή λεκτική αντιγραφή, δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| […] Δυνάμει του από 01.12.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, ο ενάγων εκμίσθωσε στην εναγομένη τεχνική εταιρεία ένα αγροτεμάχιο, επιφανείας 4 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση «...» … και το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου του, συνολικής επιφανείας 12 στρεμμάτων. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για 1 έτος, από 01.12.2009 έως 01.01.2010, το δε μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.100 ευρώ, προκαταβλητέου εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μισθωτικού μήνα.
Το εν λόγω ακίνητο μισθώθηκε από την εναγομένη προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν ως χώρος εναπόθεσης αδρανών υλικών, δεδομένου ότι αυτή δραστηριοπούνταν στο έργο κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου Πατρών-Αθηνών-Θεσσαλονίκης-Ευζώνων (ΠΑΘΕ). Η εναγομένη χρησιμοποίησε το μίσθιο καθ’ όλο τον συμφωνηθέντα χρόνο της μίσθωσης, συνέχισε δε να το χρησιμοποιεί και μετά τη λήξη της μίσθωσης χωρίς την εναντίωση του εκμισθωτή, με αποτέλεσμα να λογίζεται ότι η ένδικη μίσθωση ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο (άρθρο 611 ΑΚ), εξακολούθησε δε να ισχύει τουλάχιστον μέχρι και την ημερομηνία σύνταξης της υπό κρίση αγωγής, δηλαδή μέχρι και τις 18.03.2014, δεδομένου ότι κανείς από τους διαδίκους δεν προέβη σε καταγγελία της, σύμφωνα με τα άρθρα 608 και 609 ΑΚ.
Στην κρίση αυτή συνηγορούν οι σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος τόσο της Π. Ο., που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και κατέθεσε ότι: « [...] όλο το 2009, όλο το 2010 και κάποιους από τους μήνες του 2011 κατέβαλε μισθώματα [...]. Από τον Ιούνιο του 2011 δεν έχει ξαναπληρώσει [...]. Ακόμη και τότε που σταμάτησαν τα έργα συνέχισαν να ρίχνουν χώματα και μπάζα σ’ αυτό [...].
Από τις αρχές του 2011 μέχρι το 2013 χώματα έπεφταν βουνά γιατί και τότε δεν δούλευαν στο δρόμο έσκαβαν [...]», όσο και του Π. Λ., που περιέχεται στην υπ’ αριθμ. 396/2015 ένορκη βεβαίωσή του: « [...] από τον Δεκέμβρη του 2009 έβλεπα φορτηγά της ... να αδειάζουν μπάζα σε ένα τμήμα του οικοπέδου του (Ε.) Ο. έκτασης 4 περίπου στρεμμάτων [...], αυτό συνεχίστηκε από την ίδια εταιρεία και μετά τον Δεκέμβρη του 2010 συνεχώς χωρίς να σταματήσει ποτέ και το ακίνητό του ήταν συνεχώς γεμάτο μπάζα μέχρι σήμερα.
Στις 29.07.2013 με την εταιρεία ... έκανα συμφωνητικό για το ακίνητό μου και παραχώρησα αυτό για να κάνει εκσκαφές και να ρίχνει μπάζα έναντι του ποσού των 7.000 ευρώ και από τότε αυτή ρίχνει μπάζα στο ακίνητό μου συνεχώς».
Από τις εν λόγω καταθέσεις προκύπτει με σαφήνεια ότι η εναγομένη συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο και μετά τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης, ήτοι και μετά τον Δεκέμβριο του 2010, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί σιωπηρής αναμίσθωσης για αόριστο χρόνο. Δεν εξηγείται άλλως γιατί να καταβάλει η εναγομένη μισθώματα μέχρι και τον Ιούνιο του 2011, όπως κατέθεσε η Π.
Ο., χωρίς να μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση το γεγονός ότι για τα μισθώματα του 2011 δεν προσκομίστηκαν σχετικές έγγραφες αποδείξεις, καθώς ούτε για το έτος 2010 η εναγομένη προσκόμισε σχετικές αποδείξεις (αν είχαν προσκομιστεί από την τελευταία αποδείξεις είσπραξης για τα μισθώματα του 2010, τότε μόνη η κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος περί καταβολής μισθωμάτων του 2011, χωρίς την προσκομιδή των αντίστοιχων αποδείξεων, δε θα ήταν αρκετή για τον σχηματισμό της κρίσης αυτής).
Η κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ο οποίος ανέφερε ότι μέχρι το Πάσχα του 2013 δεν υπήρχαν χώματα στο μίσθιο, δεν κρίνεται αξιόπιστη, καθόσον δεν είχε ιδία αντίληψη γι’ αυτό, αλλά μετέφερε ό,τι του είχε πει σχετικά τρίτο πρόσωπο (βλ. την κατάθεσή του στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: « [...] Μου είπε ο πρόεδρος της … ότι δεν υπήρχαν χώματα τα τρία εκείνα χρόνια [...].
Δεν γνωρίζω αν ήταν πριν το Πάσχα του 2013 στην περιοχή […]). Εξάλλου, ο τελευταίος μάρτυρας αναφερόμενος στη μίσθωση μέρους του ακινήτου του ενάγοντος από την εταιρεία «... ΕΠΕ» του 2013, ενώ στην αρχή αναφέρθηκε στην πρόθεση της εταιρείας να χρησιμοποιήσει όλο το ακίνητο των 15 στρεμμάτων (στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε τμήμα αυτού, επιφανείας 8.400 τ.μ.
όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 51/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, δεν εξηγεί γιατί τελικά δεν χρησιμοποίησε η ως άνω εταιρεία το ένδικο τμήμα των 4 στρεμμάτων. Αυτό, όμως, θα μπορούσε να εξηγηθεί ευχερώς, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, ότι δηλαδή το τμήμα αυτό του ακινήτου του ενάγοντος παρέμεινε μισθωμένο στην εναγομένη και η τελευταία συνέχισε να κάνει χρήση αυτού.
Περαιτέρω, η εναγομένη αρνούμενη ότι η ένδικη μίσθωση ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, ισχυρίσθηκε ότι οι εργασίες της ΠΑΘΕ, στα πλαίσια των οποίων είχε μισθώσει το ακίνητο του ενάγοντος, είχαν σταματήσει λόγω λήξης της χρηματοδότησης του έργου κι ξεκίνησαν εκ νέου τον Μάρτιο του 2014 (βλ. τις από 05.10.2015 προτάσεις της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου).
Προς απόδειξη, όμως, του ισχυρισμού της αυτού δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά στηρίχθηκε μόνο στην κατάθεση του μάρτυρά της, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος αναφέρθηκε σε διαφορετικό χρονικό σημείο επανέναρξης των εργασιών (Πάσχα 2013), ενώ ο Π.
Λ., στην υπ’ αριθμ. 396/2015 ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε ότι τον Ιούλιο του 2013 η εναγομένη μίσθωσε ακίνητό του για εναπόθεση μπάζων, γεγονός που καταρρίπτει τον ισχυρισμό της περί διακοπής και επανέναρξης των εργασιών της ΠΑΘΕ τον Μάρτιο του 2014. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός της δεν μπορεί να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη έκανε χρήση του μισθίου τουλάχιστον μέχρι και τον Ιούλιο του 2013, οπότε και μίσθωσε ακίνητο του Π. Λ., για να ρίχνει σ’ αυτό τα μπάζα της. Προφανώς η δεύτερη μίσθωση συνήφθη λόγω των προστριβών μεταξύ των διαδίκων και οχλήσεων του ενάγοντος λόγω μη καταβολής των προηγούμενων μισθωμάτων, προκειμένου να απεμπλακεί η εναγομένη από την πρώτη μίσθωση χωρίς να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, αλλά και να συνεχίσει να εξυπηρετεί τη δραστηριότητά της με τη χρήση άλλου ακινήτου.
Ωστόσο, ανεξαρτήτως του εάν η εναγομένη έκανε χρήση του μισθίου έως τον Ιούλιο του 2013, όπως δέχεται το Δικαστήριο αυτό, είτε έως τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, με αποτέλεσμα η εναγομένη να οφείλει μισθώματα για όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, διότι το μίσθωμα καταβάλλεται όχι για την πράγματι ασκούμενη χρήση, αλλά για τη δυνατότητα που έχει ο μισθωτής να χρησιμοποιεί το μίσθιο (άρθρο 596 ΑΚ).
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από την 01.07.2011 έως την 18.03.2014, ήτοι το συνολικό ποσό των 35.860 ευρώ [(32 μήνες Χ 1.100 ευρώ = 35.200) + 1.100 ευρώ Χ 18/30 για τον μήνα Μάρτιο 2014 = 660)], με το νόμιμο τόκο για κάθε μηνιαίο μίσθωμα από την 4η ημέρα του κάθε μισθωτικού μήνα|».
[IV] Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον δεύτερο λόγο της αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11 εδ. β' του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, επειδή δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω τρίτου λόγου αποδίδει τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.11,12, 13 ΚΠολΔ.Τέλος, με τον τελευταίο (τέταρτο) κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
[V] Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν «πράγματα» και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη:
(1) τις από 6 Σεπτεμβρίου 2013 και από 3 Απριλίου 2014 έγγραφες αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων, συνολικού ποσού 4.000 ευρώ, που αφορούσαν μισθώματα των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του έτους 2013, από τις οποίες προκύπτει η καταβολή των μισθωμάτων για τους προαναφερόμενους μήνες από την εταιρεία «... ΕΠΕ», η οποία ήδη είχε μισθώσει και βρισκόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο εν λόγω ακίνητο, που αυτή (αναιρεσείουσα) είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει (με αριθμούς σχετ. 6-7) ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Μονομελούς Εφετείου Πατρών,
(2) την με αριθμό 148/2014 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, και
(3) την κατάθεση της μάρτυρος (αδελφής) του ήδη αναιρεσιβλήτου εκμισθωτή, που περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά της ως άνω 148/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, από τα οποία (αποδείξεις, απόφαση και κατάθεση) προκύπτει ότι το ακίνητο είχε μισθώσει και χρησιμοποιούσε κατά τον προναφερθέντα χρόνο η εταιρεία «... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ» και όχι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αποτελούν «πράγματα», κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων (και των λοιπών αποδεικτικών μέσων), όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης. Πέραν τούτου, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, και για το λόγο ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ως αναιρετική πλημμέλεια ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο ( ΚΠολΔ 561 παρ.1) – (ΑΠ 210/2010, ΑΠ 452/2005) και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ο παρών πρώτος αναιρετικός λόγος (βλ. και ΑΠ 14/2011).
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.β' ΚΠολΔ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β' , 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στην διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΟλΑΠ 23/ 2008, ΑΠ 353/2011).
Πρέπει όμως η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίστηκαν νομίμως και παραδεκτώς ενώπιόν του, να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/ 2011). Δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, για το οποίο δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ 257/2008, ΑΠ 1620/ 2005).
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει την βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Έτσι απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων (ΑΠ 2106/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη της αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ήτοι δέχθηκε ότι έγινε καταβολή μισθωμάτων από 01.01.2011 έως και τον 6ο του 2011 και σχημάτισε την πεποίθηση ότι είχε προφορικά ανανεωθεί η σύμβαση μισθώσεως.
Ο ανωτέρω 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα, που το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για να καταλήξει στο πόρισμα του. Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής εφόσον πλήττει αιτιολογία της αποφάσεως που εκφέρεται εκ περισσού, αφού καθόσον αφορά στη γενόμενη δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση σιωπηρή αναμίσθωση, για αόριστο χρόνο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμά του, βασιζόμενο κυρίως:
α) στο γεγονός ότι κανένας από τους διαδίκους δεν προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 608-609 ΑΚ, και β) στις καταθέσεις (ακροατηρίου και ένορκες βεβαιώσεις) των μαρτύρων των διαδίκων, τις οποίες αναλυτικά παραθέτει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και αξιολογεί, εκ περισσού δε και μόνο ως επιχείρημα και αφηγηματικά, προς ενίσχυση της ως άνω κύριας αιτιολογίας του, δέχεται ότι το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκαν σχετικές έγγραφες αποδείξεις για τα μισθώματα του 2010 και 2011, δεν αρκεί για να αναιρέσει την ως άνω σχηματισθείσα κρίση του περί σιωπηρής ανανεώσεως της μισθώσεως.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται και είναι απορριπτέος ο ως άνω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
[VII] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 περ. α` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη», προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1479/ 2014).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του) η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι έγινε καταβολή μισθωμάτων μέχρι και τον Ιούνιο του 2011, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στο 2ο φύλλο της οποίας το Εφετείο αναφέρει τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αιτιολογώντας μάλιστα, αν και δεν είχε τέτοια υποχρέωση, αυτά στα οποία στήριξε την δικανική του κρίση, προκύπτει ότι σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και μετά από συνεκτίμηση «των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, της υπ' αριθμ. 396/2015 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα του ενάγοντος Π.
Λ., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αιγίου, κατόπιν νόμιμης γνωστοποίησης προς την αντίδικό του, που έλαβε χώρα μετά τη συζήτηση της αγωγής και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 591 παρ.1 στ' ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι […]».
[VIII] Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438-440, 447), όπως, ενδεικτικά, όταν προβλέπεται ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, ενώ αυτό εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως κατ’ αρχήν έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 649 και 650 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (με εξαίρεση εκείνο της δικαστικής ομολογίας) και συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση τέτοιων κανόνων δεν χωρεί κατά δικαστικής αποφάσεως που έχει εκδοθεί κατά την ως άνω διαδικασία, στην οποία δεν έχουν διαφορετική αποδεικτική δύναμη τα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 του ΚΠολΔ κατά τον οποίο το Δικαστήριο τα εκτιμά ελεύθερα και αποφαίνεται κατά συνείδηση περί της αληθείας των ισχυρισμών (ΑΠ 526/2017). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στην κατ’ έφεση δίκη (αρθρ.654 του αυτού Κώδικα), το δικαστήριο όταν δικάζει κατά την άνω ειδική διαδικασία, λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Εκ τούτων προκύπτει ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία δεν ισχύει ο συμβατικός αποκλεισμός των αποδεικτικών μέσων, ως η συμφωνία ότι κάθε τροποποίηση της σύμβασης, θα αποδεικνύεται εγγράφως. Ούτε το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, για την απόδειξη δικαιοπραξίας, για την οποία έχει ορισθεί με σύμβαση, σαν αποδεικτικός τύπος το έγγραφο (ΑΠ 693/1997, ΑΠ 494/1997).
Με βάση τα ανωτέρω, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 περ. α' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας:
(1) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και δη καταθέσεις μαρτύρων προς απόδειξη της καταβολής μισθωμάτων 2011,
(2) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε καταθέσεις μαρτύρων, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς: α) την καταβολή μισθωμάτων του έτους 2011, ενώ αυτή (καταβολή), αποδεικνύεται με έγγραφη απόδειξη, η οποία δεν υφίσταται εν προκειμένω και β) ως προς την παράταση της μισθώσεως, αφού είχε ρητά συμφωνηθεί στο μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι κάθε τροποποίηση των όρων του, θα αποδεικνύετο μόνο εγγράφως, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου, πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι λόγος αναιρέσεως για παράβαση τέτοιων κανόνων δεν χωρεί κατά δικαστικής αποφάσεως που έχει εκδοθεί κατά την ως άνω διαδικασία, στην οποία δεν έχουν διαφορετική αποδεικτική δύναμη τα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 του ΚΠολΔ κατά τον οποίο το Δικαστήριο τα εκτιμά ελεύθερα και αποφαίνεται κατά συνείδηση περί της αληθείας των ισχυρισμών, όπως παρατίθεται στην ως άνω νομική σκέψη της παρούσης.
[IX] Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο. 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως (338 ΚΠολΔ), ως προς την απόδειξη της προβληθείσας από τους εναγομένους – νυν αναιρεσείοντες ενστάσεως εξοφλήσεως, εκ του ότι αξίωσε από αυτούς να αποδείξουν την ένστασή τους, περί εξοφλήσεως των οφειλομένων μισθωμάτων, παρότι αυτοί επικαλούνταν ότι οι σχετικές (περί καταβολής) αποδείξεις είχαν καταστραφεί στην πυρκαϊά, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο, δικάσαν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε η προβαλλόμενη από τους εναγομένους ένσταση εξοφλήσεως.
Ο ίδιος λόγος, κατά την αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσκομισθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος.
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 319/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο μέρος αυτού, με επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως (338 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι προς το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του περί συνεχίσεως (παρατάσεως) της ένδικης σύμβασης μισθώσεως και μετά τη λήξη της, έφερε ο ενάγων και όχι αυτή (εναγομένη – αναιρεσείουσα), είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο, δικάσαν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως μισθώσεως.
Ο ίδιος ως άνω λόγος (559 αρ.13) όσον αφορά το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό περί ανανεώσεως της συμβάσεως μισθώσεως, κατά τα προαναφερθέντα, με την αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογία, ότι αυτός αποδείχθηκε από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα προσκομισθέντα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους,σύμφωνα με σχετική μνεία στην απόφαση) και όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) της αναιρεσείουσας, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις.
[X] Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παρέστη, κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό περί τούτου αίτημα (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.04.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 487/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλιών οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ