Supreme Court dismisses appeal against traffic accident insurance liability judgment for lack of legal basis.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the first-instance judgment regarding liability for a traffic accident involving an ambulance. The appellant argued the lower court erred in applying specific civil code provisions and failed to provide sufficient reasoning for its liability determination. The court rejected these claims, finding the lower court had correctly applied the law and that the appellant's arguments regarding evidence evaluation were inadmissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 577, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's judgment is based on correct legal application and the appellant's grounds for appeal lack substantive merit.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 934 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 934/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κόλλια.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του Ιωάννη Πάνου του Ιωσήφ, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3336/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3226/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-4-2019 (αρ.κατ.50/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 3226/2017 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) επαναφέρεται νόμιμα για να συζητηθεί στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, με την από 9-6-2020 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά την ματαίωση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο αυτής (8-5-2020), λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων κατά την περίοδο από 16-3-2020 έως 31-5-2020 για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας εξ αιτίας της πανδημίας covid 19 και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά κατά το άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής:
Στις 18-12-2011 και ώρα 12:20 μεσημβρινή, το με αρ. κυκλοφορίας …. ΔΧΕ αυτοκίνητο - ΤΑΧΙ, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, το οποίο οδηγούσε ο Ι. Π., που σήμερα δεν είναι διάδικος, συγκρούστηκε στη Λεωφόρο Κηφισίας, στο ρεύμα προς Αθήνα, με το με αρ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητο- ασθενοφόρο, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία ΙΟΝΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΪΑΤΡΕΙΟ, που επίσης δεν είναι διάδικος σήμερα, την αστική ευθύνη του οποίου έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και ότι από τη σύγκρουση αυτή αμφότερα τα οχήματα υπέστησαν υλικές ζημίες.
Ο ήδη αναιρεσείων και ο προστηθείς από αυτόν οδηγός του ΤΑΧΙ άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 30-1-2012 (αρ.κατ. 1693/2012) αγωγή, εναντίον του οδηγού του ασθενοφόρου, Σ. Μ., (ως προς τον οποίο όμως παραιτήθηκαν κατ' αρ. 294-297 ΚΠολΔ) και κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (του ζημιογόνου ασθενοφόρου) οφείλει να τους καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον μεν 1ο τούτων ενάγοντα-κύριο του ΤΑΧΙ και ήδη αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 8295,51 ευρώ και στον 2ο τούτων οδηγό του ΤΑΧΙ το ποσό των 1040 ευρώ.
Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε την αγωγή και επικουρικά προέβαλε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού του ΤΑΧΙ σε ποσοστό 95% στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Εκδόθηκε η υπ' αρ. 3336/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι η σύγκρουση προκλήθηκε από την συγκλίνουσα αμέλεια του οδηγού του ΤΑΧΙ σε ποσοστό 20% για παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 23 παρ. 2β του Ν.2696/1999-ΚΟΚ (αμελής αλλαγή κατεύθυνσης ) και του οδηγού του ασθενοφόρου σε ποσοστό 80% για παράβαση των άρθρων 6 παρ. 1 περ.
β, 12 παρ. 1, 20 παρ. 2 και 26 παρ. 1 του ΚΟΚ παραβίαση φωτεινού σηματοδότη και μη παραχώρηση προτεραιότητας). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, επιδίκασε στον ήδη αναιρεσείοντα ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 5562,40 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία του ασθενοφόρου και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 30-9-2013 (αρ.κατ. 2469/2013) έφεση, την οποία απηύθυνε κατά των εναγόντων, κυρίου και οδηγού του ΤΑΧΙ, (ως προς τον τελευταίο παραιτήθηκε, διότι η αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν είχε ασκηθεί ως προς αυτόν λόγω της προαναφερόμενης παραίτησης από το αγωγικό δικόγραφο ως προς τον οδηγό) .Με την έφεση η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη επανέφερε τους πρωτόδικους ισχυρισμούς της περί έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του ασθενοφόρου, o οποίος, όπως υποστήριζε, δεν δεσμεύεται από την υποχρέωση τήρησης της διάταξης του άρθρου 6 του Ν.2696/1999 - ΚΟΚ (περί συμμόρφωσης σε φωτεινή σηματοδότηση) και επικουρικά προέβαλε την ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του ΤΑΧΙ, που είχε προταθεί παραδεκτά και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις συνοπτικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε ότι το ιδιωτικό ασθενοφόρο είναι όχημα άμεσης ανάγκης, κατά την έννοια του άρθρου 44 παρ.1 εδ.α και β του Ν.2696/1999- ΚΟΚ, ότι κατά την σύγκρουση είχε ενεργοποιήσει την συσκευή φωτεινής προειδοποίησης, δηλαδή τον μπλε φάρο του, που αναβόσβηνε, ότι συνέτρεχε κατεπείγουσα αποστολή του ασθενοφόρου, ότι επιτρεπτά το ασθενοφόρο παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη με τη μορφή αριστερού βέλους και εισήλθε στη διασταύρωση, αφού προηγουμένως, ο οδηγός του ασθενοφόρου διαπίστωσε, ότι δεν δημιουργείται κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού και ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο οδηγός του ΤΑΧΙ, ο οποίος από αμέλεια δεν αντιλήφθηκε την είσοδο του ασθενοφόρου στη διασταύρωση, με ενεργοποιημένο το σύστημα της φωτεινής προειδοποίησης, ώστε να διακόψει την πορεία του και να επιτρέψει στο ασθενοφόρο να διέλθει τον ισόπεδο κόμβο, τον οποίο ήδη είχε αρχίσει να διασχίζει κάθετα ως προς την πορεία του ΤΑΧΙ, όπως αντιθέτως είχαν πράξει οι λοιποί χρήστες της οδού, στην οποία εκινείτο ο υπαίτιος οδηγός του ΤΑΧΙ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Ν.2696/1999-Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και χάριν συντόμευσης ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018,ΑΠ 52/2016,ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011),ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 του ίδιου ως άνω νόμου- ΚΟΚ- Φωτεινή σηματοδότηση για την κυκλοφορία οχημάτων, ορίζεται ότι.... 1. Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο.
α) ..... η) Ερυθρό φώς με μορφή βέλους: Ο οδηγός απαγορεύεται να κινηθεί προς την κατεύθυνση που δείχνει το βέλος και υποχρεούται να σταματήσει το όχημά του, όπως και προ ερυθρού φωτός κυκλικής μορφής. Επίσης, από το άρθρο 12 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους ... Eπίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 του ίδιου ως άνω νόμου - Ισόπεδοι οδικοί κόμβοι και υποχρέωση παραχώρησης προτεραιότητας ορίζεται ότι ... ... 1.
Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα 2.
Ο οδηγός απαγορεύεται να εισέρχεται στον κόμβο, έστω και αν οι τυχόν υπάρχοντες φωτεινοί σηματοδότες το επιτρέπουν, όταν η πυκνότητα της κυκλοφορίας είναι τέτοια ώστε να υποχρεωθεί ενδεχομένως να παραμείνει στη διασταύρωση. 3. Ο οδηγός που έχει εισέλθει στον κόμβο όπου η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, μπορεί να εξέλθει αυτού και πριν δοθεί το σήμα ελεύθερης κυκλοφορίας προς την κατεύθυνση την οποία θα ακολουθήσει, αν δεν θα παρεμποδιστεί εκ τούτου η διέλευση των λοιπών οχημάτων που χρησιμοποιούν την οδό και κινούνται προς την ανοικτή κατεύθυνση...
Περαιτέρω, το άρθρο 44 του Ν.2696/1999 - ΚΟΚ, -Οχήματα άμεσης ανάγκης - Έργα στις οδούς.... ορίζει ότι ....1."Αυτοί που χρησιμοποιούν την οδό, όταν ειδοποιούνται με τις συσκευές ηχητικής ή φωτεινής προειδοποίησης, ότι πλησιάζει όχημα άμεσης ανάγκης ή όχημα της τεχνικής επιτήρησης των φορέων λειτουργίας και συντήρησης των οδών ή όχημα με το οποίο μεταφέρονται πρόσωπα, που έχουν ανάγκη άμεσης βοήθειας, υποχρεούνται να αφήνουν χώρο, κινούμενοι προς τα δεξιά της οδού, για να διέλθει το όχημα αυτό και σε περίπτωση ανάγκης, να σταματούν." Ως οχήματα άμεσης ανάγκης, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, θεωρούνται τα οχήματα που φέρουν ειδικά πρόσθετα μπλε ή ερυθρά φώτα.
Με ένα ή περισσότερα μπλε φώτα που αναβοσβήνουν, μπορούν να εφοδιάζονται μόνο τα νοσοκομειακά οχήματα, τα οχήματα πρώτων βοηθειών και κλινικών, τα οχήματα της Ελληνικής Αστυνομίας, της Δημοτικής Αστυνομίας, ως και τα οχήματα των στρατιωτικών και λιμενικών αρχών...2. Αν η ειδοποίηση για την κίνηση των οχημάτων άμεσης ανάγκης ή οχημάτων με τα οποία μεταφέρονται πρόσωπα, που έχουν ανάγκη άμεσης βοήθειας, δίνεται με τις ειδικές συσκευές προειδοποίησης και δεν δημιουργείται κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού οι οδηγοί των οχημάτων αυτών δεν υποχρεούνται να τηρήσουν τις διατάξεις των άρθρων 12 έως 43 του παρόντος Κώδικα.
Δεν μπορούν όμως να διέρχονται αντίθετα στους μονόδρομους ή να μη συμμορφώνονται στα σήματα που δίνουν οι τροχονόμοι... 4. Οι οδηγοί των οχημάτων ανάγκης επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τις ειδικές συσκευές προειδοποίησης μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δικαιολογείται αυτό εκ του κατεπείγοντος της αποστολής τους...
Από το συνδυασμό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου διατάξεων συνάγεται ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 44 ΚΟΚ, με τις διατάξεις των άρθρων 12 έως και 43 του ν. 2696/1999, που ρητά κατά τα ανωτέρω εξαιρούνται, ρυθμίζονται γενικώς τα της συμπεριφοράς των οδηγών στους δρόμους, τα περί προτεραιότητος σε ισόπεδους κόμβους και σε διασταυρώσεις οδών με σιδηροδρομικές διαβάσεις, τα περί ηχητικών ή φωτεινών προειδοποιήσεων, περί ορίου ταχύτητας, διέλευσης πεζών κ.λπ.
Στις άνω μνημονευόμενες διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά (ως εξαιρούμενη και μη δεσμεύουσα τον οδηγό του οχήματος αμέσου ανάγκης σε εκτέλεση σχετικής υπηρεσίας) η διάταξη του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, που αφορά επίσης την ρύθμιση της συμπεριφοράς των οδηγών από φωτεινούς σηματοδότες στους κόμβους, πλην όμως η παράλειψη αυτή πρέπει να αποδοθεί σε νομοτεχνική ατέλεια, ενώ η παράθεση στην παράγραφο 2 του άρθρου 44 του ως άνω νόμου ρητά μνημονευόμενων ως εξαιρουμένων άρθρων, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αποκλειστική, αλλά μόνον ως ενδεικτική της έναντι παντός άλλου προτεραιότητας των πιο πάνω οχημάτων στις περιπτώσεις του άρθρου 44 παρ.1 περ.
α, δηλαδή όταν πλησιάζει όχημα άμεσης ανάγκης ή όχημα μεταφοράς ατόμων, που χρειάζονται άμεση βοήθεια. Ειδικότερα πρέπει να θεωρηθεί ότι η ακριβής έννοια της παρ. 2 του άρθρου 44 ΚΟΚ είναι ότι καμία διάταξη του ΚΟΚ, που ρυθμίζει την συμπεριφορά των οδηγών δεν δεσμεύει τους οδηγούς των πιο πάνω οχημάτων σε περιπτώσεις άμεσης ανάγκης ( και υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι αυτοί έχουν θέσει σε λειτουργία τα όργανα ηχητικής ή φωτεινής προειδοποίησης, όπως συνάγεται από τη διαζευκτική διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 44...<συσκευές ηχητικής ή φωτεινής προειδοποίησης>....
και δεν δημιουργείται κίνδυνος για όσους άλλους χρησιμοποιούν τον δρόμο), παρά μόνον εκείνες, που αφορούν την κίνηση σε μονόδρομους και την συμμόρφωση στα σήματα των τροχονόμων. Άλλωστε, η εκδοχή ότι το όχημα επείγουσας ανάγκης θα έπρεπε να συμμορφώνεται με τα σήματα των φωτεινών σηματοδοτών έρχεται σε αντίφαση και με την προαναφερθείσα, αμέσως προηγούμενή διάταξη της παρ. 1 του άρθρου αυτού, με την οποία ρητά θεσπίζεται η υποχρέωση των άλλων οχημάτων να παραχωρούν την προτεραιότητα στα οχήματα άμεσης ανάγκης.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι το θέμα της προτεραιότητας στις διασταυρώσεις και της ρύθμισης αυτής με κατάλληλη σήμανση, (στην οποία βεβαίως εντάσσεται και η διά των φωτεινών σηματοδοτών) αντιμετωπίζεται και με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ίδιου νόμου, οι οποίες ρητά μνημονεύονται κατά τα ανωτέρω σε εκείνες, που εξαιρούνται και δεν εφαρμόζονται για τους πιο πάνω οδηγούς στις προαναφερόμενες περιπτώσεις.
Επομένως και η διάταξη του άρθρου 6 Ν.2696/1999 εφαρμόζεται και δεν δεσμεύει τους οδηγούς των οχημάτων άμεσης ανάγκης, υπό τις προϋποθέσεις και τους όρους, που ισχύουν και για τις άλλες εξαιρούμενες διατάξεις, που μνημονεύονται ρητά στην παρ. 2 του άρθρου 44 Ν. 2696/1999. Δικαιολογητικός λόγος εξάλλου, της παραπάνω ευρείας γραμματικής ερμηνείας είναι ότι το όχημα άμεσης ανάγκης, όπως είναι το ασθενοφόρο, λόγω της αποστολής του, τυγχάνει ιδιαίτερης αντιμετώπισης στις οδούς κατά το άρθρο 44 του ΚΟΚ (ΑΠ 2147/2013) .
Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, κατά ρητή επιταγή της παραγράφου 2 του άρθρου 44,ο οδηγός οχήματος άμεσης ανάγκης δεν υποχρεούται να τηρήσει τις διατάξεις των άρθρων 12 έως 43 του ΚΟΚ, όπως και τη διάταξη του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, εφόσον προηγουμένως έχει ενεργοποιήσει την ειδική συσκευή προειδοποίησης για την κίνησή του (ηχητική ή φωτεινή) και έχει διαπιστώσει, ότι δεν δημιουργείται κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού, μη νομιμοποιούμενος επομένως να κινηθεί, χωρίς ενδελεχή έλεγχο και ότι και η παραβίαση του φωτεινού σηματοδότη, επιτρέπεται (εφόσον συντρέχουν οι προηγούμενες προϋποθέσεις), αφού το ζήτημα τούτο αντιμετωπίζεται και στη διάταξη του άρθρου 26 παρ.2 και 3 ΚΟΚ, στην οποία εμπεριέχεται η περίπτωση μη συμμόρφωσης οδηγού, που έχει στην πορεία του φωτεινό σηματοδότη, όταν η πυκνότητα της κυκλοφορίας το επιτρέπει.
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 περ. α 'ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 44 παρ. 1, 2 και 4 σε συνδυασμό με τα άρθρα 6, 12 έως 43 και 26 του Ν. 2696/1999 -ΚΟΚ με την αιτίαση, ότι τα περιστατικά που το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε και ειδικότερα διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, το ζημιογόνο ιδιωτικό ασθενοφόρο 1) δεν είχε την ιδιότητα οχήματος άμεσης ανάγκης, διότι δεν μετέφερε επείγον περιστατικό, αλλά ήταν άδειο και είχε σκοπό να παραλάβει ασθενή από το Νοσοκομείο ΚΑΤ, που είχε λάβει εξιτήριο.2) για να χαρακτηρισθεί το όχημα αυτό ως ασθενοφόρο, θα έπρεπε, εκτός από την φωτεινή προειδοποίηση να έχει ενεργοποιημένη ταυτόχρονα και την ηχητική προειδοποίηση και 3) είχε υποχρέωση να μην παραβιάσει το φωτεινό σηματοδότη ερυθρού βέλους, που είχε στην πορεία του,σύμφωνα με τη ρητή επιταγή των διατάξεων των άρθρων 44 αρ. 2 σε συνδυασμό 12 έως 43 του ΚΟΚ, εφόσον δημιουργείται κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού και ότι η προσβαλλόμενη με το να χαρακτηρίσει το ζημιογόνο όχημα ως ασθενοφόρο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί.
Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται, αντί εκ του άρθρου 560 αρ.5 όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο προστηθείς από αυτόν οδηγός του ΤΑΧΙ, διότι δήθεν από αμέλεια δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την προσέγγιση του ασθενοφόρου με ενεργοποιημένο το σύστημα φωτεινής προειδοποίησης, ώστε να διακόψει την πορεία του και να επιτρέψει στο ασθενοφόρο, που ήδη διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα ως προς την πορεία του ΤΑΧΙ, να ολοκληρώσει με ασφάλεια τη διεύλεσή του από τον κόμβο, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις με ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου .
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, μετά από τη νομική ανάπτυξη και ερμηνεία της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 44 του Ν. 2696/1999, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων τα ακόλουθα: ..."Στην προκείμενη περίπτωση, από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της εναγόμενης - εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και την ανωμοτί εξέταση ως διαδίκου του δεύτερου ενάγοντος - εφεσιβλήτου, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στα οποία σημειώνεται ότι καταλέγονται και όλες οι φωτογραφίες που προσκομίζονται από την πλευρά των εφεσίβλητων (ΚΠολΔ 444 § 1 περ.
γ'), ως εμπεριεχόμενες τόσο στον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο "φάκελο ατυχήματος" όσο και στην. επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση (ιδιωτικής) πραγματογνωμοσύνης με αριθμό …. του Κ. Μ., που διενεργήθηκε μετά από εντολή της "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", αναφορικά με το επισκευαστικό κόστος του οχήματος των εφεσίβλητων, μερικά από τα οποία (έγγραφα) μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, χωρίς να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την Κυριακή 18-12-2011 και περί ώρα 12.20' ο δεύτερος ενάγων, που γεννήθηκε το έτος I960 και ήταν κάτοχος της … άδειας οδήγησης, ισχύος από 12-7-2011 έως 12-7-2016 (επαγγελματικής), οδηγούσε το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας … Δ,Χ.Ε αυτοκίνητο, ταξί, εργοστασίου κατασκευής OPEL, τύπου VECTRA, χρώματος κίτρινου, 2.000 κ.εκ., μοντέλο έτους 2004, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος, από τον οποίο τον είχε μισθώσει με το από 8-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος και ο οποίος (δεύτερος ενάγων) το είχε ασφαλίσει για την εξ αυτού έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική επιχείρηση με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", στη Λεωφόρο Κηφισίας στην Κηφισιά Αττικής, με κατεύθυνση από Κηφισιά προς Αθήνα, βαίνοντας στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτής και προσεγγίζοντας τη διασταύρωση αυτής (Λεωφ.
Κηφισίας) με την οδό Αθηνάς (κάθετη), που χρησιμοποιείται για την είσοδο στο εκεί Νοσοκομείο Κ.Α.Τ.. Κατά την ίδια χρονική στιγμή, ο Σ. Μ. (αρχικά πρώτος εναγόμενος, από τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής), που γεννήθηκε το έτος 1975 και ήταν κάτοχος της … άδεις οδήγησης, ισχύος από 20-9-2010 έως 20-9-2015 (επαγγελματικής), οδηγούσε το με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας … ασθενοφόρο, εργοστασίου κατασκευής Volkswagen, τύπου Τ4, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας "ΙΟΝΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥΊΑΤΡΕΙΟ Α.Ε.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την εξ αυτού έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία",, ομοίως στη Λεωφόρο Κηφισίας, αλλά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι από το Μαρούσι προς το Νοσοκομείο "Κ.Α.Τ.", κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ομοίως προσεγγίζοντας τη διασταύρωση της Λεωφόρου Κηφισίας με την οδό Αθηνάς, όπου επιθυμούσε να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά, ακριβώς για να εισέλθει μετέπειτα στο Νοσοκομείο "Κ.Α.Τ.", έχοντας οπωσδήποτε ενεργοποιημένο το σύστημα φωτεινής προειδοποίησης που διέθετε το εν λόγω ασθενοφόρο.
Έχοντας αντιληφθεί τη λειτουργία του συστήματος αυτού τα προπορευόμενα αυτού οχήματα στη Λεωφόρο Κηφισίας (με κατεύθυνση από Μαρούσι προς Κ.Α.Τ. και βορειότερα), παραμέρισαν, κινούμενα προς τα δεξιά της ίδιας κατεύθυνσης, προκειμένου να παραμείνει ελεύθερη η αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας που κινούταν το ασθενοφόρο.
Φτάνοντας ο Σ. Μ. στον παραπάνω ισόπεδο κόμβο της Λεωφόρου Κηφισίας με την οδό Αθηνάς και διαπιστώνοντας ότι ο κόμβος ήταν ελεύθερος από οχήματα και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (από Κηφισιά προς Αθήνα), το οποίο έπρεπε να διασχίσει προκειμένου να εκτελέσει τον επιθυμητό ελιγμό προς τα αριστερά, έχοντας ήδη, όπως προαναφέρθηκε, ενεργοποιημένο το σύστημα φωτεινής προειδοποίησης του ασθενοφόρου, συνέχισε την επιθυμητή πορεία και άρχισε την εκτέλεση του ελιγμού αυτού, χωρίς να σταματήσει το ασθενοφόρο που οδηγούσε προ του φωτεινού σηματοδότη που ρύθμιζε την κυκλοφορία στο ρεύμα κατεύθυνσής του και είχε ερυθρή ένδειξη για τα οχήματα που επιθυμούσαν να εκτελέσουν ελιγμό όμοιο με το δικό του.
Όσο εκτελούσε τον ελιγμό αυτό, ο φωτεινός σηματοδότης που ρύθμιζε την κυκλοφορία οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Κηφισίας (από Κηφισιά προς Αθήνα) είχε ενεργοποιημένη την πράσινη ένδειξη και τα 4 - 5 οχήματα που έβαιναν σε αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας και δη στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτού είχαν ήδη ακινητοποιηθεί, ακριβώς επειδή οι οδηγοί τους είχαν αντιληφθεί έγκαιρα την προσέγγιση του ασθενοφόρου και παραχώρησαν σε αυτό προτεραιότητα, ανεξάρτητα αν ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας τους είχε πράσινη ένδειξη (επισημαίνεται ότι δεν προκύπτει κίνηση οχημάτων στις άλλες αριστερότερες λωρίδες του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας).
Ωστόσο, ο δεύτερος ενάγων, από έλλειψη της προσοχής, μη έχοντας αντιληφθεί την προσέγγιση του παραπάνω ασθενοφόρου και αδιαφορώντας για το γεγονός ότι τα παραπλεύρως αυτού και ομόρροπα οχήματα είχαν ακινητοποιηθεί, συνέχισε την πορεία του και δεν την ανέκοψε προκειμένου να παραχωρήσει και αυτός προτεραιότητα στο παραπάνω ασθενοφόρο, με επακόλουθο, παραμένοντας στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του ταξί που οδηγούσε στη δεξιά πλευρά του ασθενοφόρου, στο τμήμα μεταξύ του εμπρόσθιου και του οπίσθιου τροχού (βλ.
ιδίως χαρακτηριστικά "βαθουλώματα" σε αμφότερες τις δεξιές πόρτες του ασθενοφόρου, στη φωτογραφία … του "φακέλου ατυχήματος). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα αποδίδεται σε αμέλεια αποκλειστικά του δεύτερου ενάγοντος, που δεν επέδειξε κατά την οδήγηση του παραπάνω ταξί την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, καθόσον δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την προσέγγιση του ανωτέρω ασθενοφόρου με ενεργοποιημένο το σύστημα φωτεινής προειδοποίησης για να σταματήσει την πορεία του ταξί που οδηγούσε ώστε το ασθενοφόρο αυτό να διέλθει με ασφάλεια από τον ισόπεδο κόμβο που αυτό ήδη, διέσχιζε (άρθρα 12 § 1 και 44 § 1 ΚΟΚ), με επακόλουθο, σύμφωνο με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, να προκαλέσει το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα.
Ειδικότερα, ο δεύτερος ενάγων, αν φερόταν ως μέσος συνετός οδηγός, μπορούσε και όφειλε να αντιληφθεί την προσέγγιση του ασθενοφόρου αυτού και να σταματήσει έγκαιρα το ταξί που οδηγούσε, όπως είχαν πράξει όχι μόνο οι οδηγοί των οχημάτων που προπορεύονταν του ασθενοφόρου στο ίδιο με αυτό ρεύμα κυκλοφορίας (από Μαρούσι προς "Κ.Α.Τ."), αλλά και πολύ περισσότεροι οι οδηγοί των αυτοκινήτου που έβαιναν στην ίδια με αυτόν (δεύτερο ενάγοντα) κατεύθυνση (από Κηφισιά προς Αθήνα).
Αυτό συνάγεται ιδίοις από όσα κατέθεσε ο Ε. Κ., αυτόπτης μάρτυρας που εξετάστηκε απο. την ή,δη εκκαλούσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος αμέσως δήλωσε τα στοιχεία του στον οδηγό του παραπάνω ασθενοφόρου και συνυπέγραψε υπό αυτά στην υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος που αυτός υπέβαλε αυθημερόν (18-12-2011) στην ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (βλ.
ιδίως αντίγραφο της δήλωσης αυτής προσκομιζόμενο οπό αυτήν) και μάλιστα συνέδεσε τη μη παραχώρηση προτεραιότητας με κίνηση του ταξί με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα ("Είχε αρκετή ταχύτητα. Δεν μπορώ να υπολογίσω ακριβώς" - βλ. σελ. 7 πρακτικών). Ο δεύτερος ενάγων• που εξετάστηκε ανωμοτί ως διάδικος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιχείρησε να δικαιολογήσει την αμέλειά του, επικαλούμενος αφενός ότι δεν ήταν ενεργοποιημένο και το σύστημα ηχητικής προειδοποίησης του ασθενοφόρου και αφετέρου ότι δεξιά αυτού ήταν ένα όχημα τύπου τζιπ που απέκλειε την ορατότητα προς το επερχόμενο ασθενοφόρο.
Αμφότερες, όμως, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε, στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, επαρκεί η ενεργοποίηση του συστήματος φωτεινής προειδοποίησης ενός ασθενοφόρου για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 44 του ΚΟΚ, και δεν απαιτείται παράλληλη ενεργοποίηση και του συστήματος ηχητικής προειδοποίησης.
Όταν, δηλαδή, ο παραπάνω αυτόπτης μάρτυρας κατηγορηματικά διαβεβαιώνει ότι αντιλήφθηκε το ασθενοφόρο που έβαινε όπισθεν αυτού από το ενεργοποιημένο σύστημα φωτεινής προειδοποίησης ("... ήχο δεν άκουσα, μόνο τους φάρους είδα" - βλ. σελ. 7 πρακτικών), ο δεύτερος ενάγων δεν γίνεται καθόλου πειστικός υποστηρίζοντας ότι ενώ οδηγούσε προσεκτικά δεν αντιλήφθηκε την προσέγγιση του ασθενοφόρου με ενεργοποιημένο οπωσδήποτε το σύστημα φωτεινής προειδοποίησης, μολονότι έβαινε στο αντίθετο από αυτό ρεύμα κυκλοφορίας και είχε έτσι άμεση οπτική επαφή και όχι δια καθρεπτών του εν λόγω ασθενοφόρου, το οποίο είχαν αντιληφθεί οι άλλοι οδηγοί που έβαιναν στο ίδιο με αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας.
Αλλά και αυτή η αιτίασή του περί του "εγώ δεν είχα ορατότητα να δω" (βλ. αρχή σελ. 2 πρακτικών) είναι αβάσιμη, όπως συνάγεται ιδίως από την κατάθεση του αυτού ως άνω αυτόπτη μάρτυρα που με σαφήνεια κατέθεσε ότι ο ίδιος είχε αντιληφθεί την κίνηση του ταξί (βλ. ιδίως σχετική περιγραφή στη σελ. 7 των πρακτικών).
Αποκλείεται δηλαδή το ενδεχόμενο ο αυτόπτης μάρτυρας να είχε ορατότητα που του επέτρεπε να παρακολουθήσει την πορεία του ταξί και ο δεύτερος ενάγων να μην είχε καθόλου ορατότητα προς το επερχόμενο ασθενοφόρο και να μην αντιλαμβανόταν τη χρήση του συστήματος φωτεινής προειδοποίησης του ασθενοφόρου, αν οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του.
Ακόμα, όμως, και αν συνέβαινε ο δεύτερος ενάγων να μην είχε ορατότητα, ενδεχόμενο που δεν προκρίνεται από το παρόν Δικαστήριο, και πάλι θα βαρυνόταν αποκλειστικά αυτός με αμέλεια για την πρόκληση του επίδικου συμβάντος, διότι αυτό θα σήμαινε ότι δεν είχε μειώσει την ταχύτητά του όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις του ισόπεδου κόμβου που προσέγγιζε και από τον οποίο διέρχονταν και ασθενοφόρα προκειμένου να μεταβούν στο πλησιόχωρο νοσοκομείο (άρθρο 19 §§ 2 εδ.
γ' και 3 εδ. α' ΚΟΚ), διότι, σε μια τέτοια περίπτωση, ένα άλλο αυτοκίνητο απέκλειε την ορατότητά του προς το μεγαλύτερο μέρος αυτού (κόμβου), με επακόλουθο να μην μπορεί να εφαρμόσει ο ίδιος τα προβλεπόμενα από το άρθρο 6 § 1 περ. α' του ΚΟΚ, που επιτάσσει ότι ο οδηγός υποχρεούται, και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως, κινούμενος κατευθείαν μπροστά, να παραχωρεί προτεραιότητα σε άλλο όχημα ή πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση.
Ακριβώς, δηλαδή, εάν συνέτρεχε ένας τέτοιος αποκλεισμός της ορατότητας του δεύτερου ενάγοντος, περίπτωση που, όπως προαναφέρθηκε, δεν προκρίνεται από το Δικαστήριο, ο δεύτερος ενάγων θα έπρεπε να έχει ελαττώσει την ταχύτητα του ταξί που οδηγούσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχει πλήρη ορατότητα του ισόπεδου κόμβου που επιθυμούσε να διασχίσει προτού εισέλθει σε αυτόν, κάτι που αν έπραττε, θα αποφευγόταν η πρόσκρουσή του ταξί στο παραπάνω ασθενοφόρο.
Αυτονόητο δε είναι ότι ομοίως θα αποφευγόταν η σύγκρουση αν είχε αντιληφθεί έγκαιρα το ασθενοφόρο και σταματούσε την κίνηση του ταξί. Για την ίδια σύγκρουση καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον οδηγό του ασθενοφόρου, καθόσον αυτός, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε (σκέψη υπ' αριθ. 3 ανωτέρω της παρούσας) δεν είχε υποχρέωση συμμόρφωσης με την ερυθρή ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη που ρύθμιζε την κυκλοφορία στη λωρίδα κυκλοφορίας του και απαλλασσόταν από την υποχρέωση τήρησης των κανόνων οδηγικής συμπεριφοράς των άρθρων 12-43 ΚΟΚ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 44 § 2 του ΚΟΚ, έχοντας ενεργοποιημένο το σύστημα φωτεινής προειδοποίησης, λαμβανομένου υπόψη ότι με την είσοδο του στον ανωτέρω ισόπεδο κόμβο δεν δημιουργούσε κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού, κρινόμενο (κίνδυνο) με τις περιστάσεις που είχε υπόψη του κατά την είσοδο στον κόμβο αυτό, και όχι εκ των υστέρων, λαμβάνοντας υπόψη αυτή καθεαυτή την επίδικη σύγκρουση.
Ειδικότερα, ο μέσος οδηγός ασθενοφόρου που θα είχε ενεργοποιημένο έστω και μόνο το σύστημα φωτεινής προειδοποίησης του οχήματος που οδηγούσε θα εισερχόταν στον ανωτέρω ισόπεδο κόμβο για να εκτελέσει τον επιθυμητό ελιγμό προς τα αριστερά, έχοντας διαπιστώσει ότι κανένα όχημα δεν βρισκόταν εντός αυτού (ισόπεδου κόμβου) και ότι είχαν ακινητοποιηθεί τα προπορευόμενα οχήματα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας το οποίο επρόκειτο να διασχίσει.
Δεν μπορεί να αξιωθεί από ένα μέσο οδηγό τέτοιου ασθενοφόρου, έτσι και από το Σ. Μ., να περίμενε την ακινητοποίηση όλων των οχημάτων του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας που παρέμεναν εκτός του ανωτέρω ισόπεδου κόμβου α Λ/ι ο ενέπιπταν στο οπτικό του πεδίο και δη ακόμα και εκείνων, όπως αυτό που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων, τα οποία έβαιναν μακρύτερα όσων προπορεύονταν και είχαν ήδη ακινητοποιηθεί, προκειμένου ακολούθως αυτός να εισέλθει στον εν λόγω κόμβο, διότι:
α) εύλογα θα εκλάμβανε ως βέβαιη την έγκαιρη ακινητοποίηση και των υπολοίπων, όπως δηλαδή είχαν ήδη πράξει τα 4 - 5 αυτοκίνητα που ήταν στο ίδιο με το δεύτερο ενάγοντα ρεύμα κυκλοφορίας, τα οποία ακόμα και ο ίδιος ο δεύτερος ενάγων εμμέσως συνομολογεί ότι προσπέρασε κινούμενος στη δεξιά λωρίδα προτού επιπέσει στο ασθενοφόρο, β) μια τέτοια αναμονή, ακινητοποίησης ακόμα και των οχημάτων που βρίσκονταν μακρύτερα κατά τον έλεγχο των συνθηκών κυκλοφορίας πριν την είσοδο στον κόμβο, θα μπορούσε να εκληφθεί ως χωρίς αποχρώντα λόγο καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση του επείγοντος.
Επισημαίνεται, συναφώς, ότι από τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων και τη θέση του σημείου σύγκρουσης επί του οδοστρώματος, ήτοι την πρόσκρουση του ταξί στο μέσο της δεξιάς πλευράς του ασθενοφόρου (μεταξύ των δύο τροχών) και στην πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος κατεύθυνσης της Λεωφόρου Κηφισίας προς Αθήνα, αποδεικνύεται ότι το ασθενοφόρο είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη διέλευση από τον ισόπεδο κόμβο και ως εκ τούτου ότι ο Σ.
Μ. είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια κατά την είσοδο του σε αυτόν. Ούτε μπορεί να καταλογιστεί ως αμέλειά του η μη ενεργοποίηση (μη αποδεικνυόμενη) και του συστήματος ηχητικής προειδοποίησης, καθόσον κάτι τέτοιο δεν επιβαλλόταν από τις κυκλοφοριακές συνθήκες, της αραιής κυκλοφορίας το πρωί της Κυριακής της 18-12-2011, στην οποία (αραιή κυκλοφορία) αναφέρθηκε και ο ίδιος ο δεύτερος ενάγων κατά την ανωμοτί εξέτασή του.
Αυτή, μάλιστα, η περίσταση εμμέσως υποδηλώνει ότι αληθώς συνέτρεχε λόγος κατεπείγοντος για την ενεργοποίηση του συστήματος φωτεινής προειδοποίησης του παραπάνω ασθενοφόρου, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση από την πλευρά της εκκαλούσας σχετικών εγγράφων από το γραφείο κίνησης του "Κ.Α.Τ." ή της "ΙΟΝΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΠΟΛΥ1ΑΤΡΕΙΟ Α.Ε.".
Πρακτικά, δηλαδή, υπό συνθήκες αραιής κυκλοφορίας, μόνο η ύπαρξη κατεπείγοντος δικαιολογεί την ενεργοποίηση του εν λόγω συστήματος προειδοποίησης ημέρα Κυριακή, αφού μόνο επί κατεπείγοντος το μικρό χρονικό όφελος που θα είχε ο Σ. Μ. από τη χρήση του συστήματος αυτού υπό συνθήκες αραιής κυκλοφορίας θα είχε σημασία.
Έπεται ότι η εκκαλούμενη έσφαλε κρίνοντας το -δεύτερο ενάγοντα συνυπαίτιο κατά ποσοστό 20% και το Σ. Μ. συνυπαίτιο κατά ποσοστό 80%, λόγω μη συμμόρφωσης με την ερυθρή ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη που ρύθμιζε την κυκλοφορία στη λωρίδα κυκλοφορίας του, αντί να κρίνει πλήρως δικαιολογημένη κατ' άρθρο 44 § 2 ΚΟΚ την οδηγική συμπεριφορά του Σ.
Μ. και έτσι αποκλειστικά υπαίτιο το δεύτερο ενάγοντα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο έφεσης της. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης και συνακόλουθα να γίνει αυτή δεκτή και ως βάσιμη στην ουσία και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, αναφορικά με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία." Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι Α) το ένδικο ασθενοφόρο ήταν όχημα άμεσης ανάγκης κατά την έννοια του άρθρου 44 παρ.1 περ.α και β του ΚΟΚ και ότι για τον χαρακτηρισμό αυτό δεν απαιτείται επί πλέον η μεταφορά ατόμου, που έχει άμεση ανάγκη, αλλά ότι αρκεί τούτο να φέρει τα ειδικά πρόσθετα μπλε φώτα, που αναβοσβήνουν, όπως ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε, ότι είχε αποδειχθεί στην ένδικη περίπτωση.
Β) ότι στην ένδικη υπόθεση συνέτρεχε κατεπείγουσα αποστολή του ασθενοφόρου, κατά την έννοια του άρθρου 44 παρ.4 του ΚΟΚ, κρίση επίσης ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) και ότι επιτρεπτά το ασθενοφόρο είχε θέσει σε λειτουργία το σύστημα της φωτεινής προειδοποίησης (δηλαδή τον μπλε αναβοσβήνοντα φάρο), χωρίς συγχρόνως να απαιτείται και η χρήση της ηχητικής προειδοποίησης.
Γ) ότι επιτρεπτά ο οδηγός του ασθενοφόρου παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη με μορφή αριστερού ερυθρού βέλους, που είχε στην πορεία του, αφού προηγουμένως είχε διαπιστώσει, ότι δεν δημιουργήθηκε κίνδυνος στη διασταύρωση, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές, αφενός μεν στο ρεύμα πορείας προς Κηφισιά (όπου εκινείτο το ασθενοφόρο), οι οδηγοί όπισθεν αυτού είχαν παραχωρήσει προτεραιότητα στο ασθενοφόρο, όπως έπραξε και ο αυτόπτης μάρτυρας οδηγός, που ήταν ακινητοποιημένος στη άκρα αριστερή ειδική λωρίδα κυκλοφορίας προς το Νοσοκομείο ΚΑΤ, αφετέρου δε οι οδηγοί, που εκινούντο στη μεσαία λωρίδα του αντιθέτου ρεύματος προς Αθήνα, είχαν επίσης ακινητοποιήσει τα οχήματά τους, σε αντίθεση με τον οδηγό του ΤΑΧΙ, ο οποίος εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς Αθήνα, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές αν είχε επιδείξει, κατ' αντικειμενική κρίση, την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί έγκαιρα τη διέλευση του ασθενοφόρου με ενεργοποιημένο το σύστημα της φωτεινής προειδοποίησης αυτού, όπως και την ακινητοποίηση των ομορρόπως με αυτόν κινουμένων οχημάτων (περίπου 4-5) στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ώστε και αυτός να ακινητοποιήσει το ΤΑΧΙ έγκαιρα και να επιτρέψει στο ασθενοφόρο να ολοκληρώσει την διέλευσή του από τον κόμβο και ότι από αμέλεια δεν έπραξε τούτο.
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι για την επίδικη σύγκρουση αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο οδηγός του ΤΑΧΙ και ότι ο οδηγός του ασθενοφόρου, που εκινείτο με ενεργοποιημένο το σύστημα της φωτεινής προειδοποίησης κατά την εκτέλεση επείγοντος περιστατικού, επιτρεπτά παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, που είχε στην πορεία του, αφού προηγουμένως είχε διαπιστώσει, ότι δεν θα δημιουργήσει με την κίνησή του αυτή, κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού.
Οι παραδοχές αυτές πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 44 παρ. 1, 2 και 4 σε συνδυασμό 6, 12 παρ.1 και 26 παρ.1 και 2 του ΚΟΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297-298 του ΑΚ, τις οποίες αν και δεν μνημονεύει αριθμητικά η προσβαλλόμενη απόφαση, το πραγματικό τους προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών της και κατά τούτο η προσσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να συμπληρωθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση αυτών,όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού εκ του άρθρου 560 αρ.1 περ.α και 6 ΚΠολΔ,ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Επισημαίνεται, ότι οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης ερμηνείας και ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης διότι α) το ΤΑΧΙ δεν είχε τη δυνατότητα οπτικής επαφής του ασθενοφόρου β) ότι δεν υπήρξε κατεπείγον περιστατικό, διότι το ασθενοφόρο ήταν άδειο και επρόκειτο να παραλάβει ασθενή από το ΚΑΤ, που είχε λάβει εξιτήριο και ότι ο οδηγός του ασθενοφόρου στην πραγματικότητα ήθελε να διέλθει πρώτος στη διασταύρωση γ) ότι το ασθενοφόρο εκινείτο στην αριστερή και όχι στην ειδική άκρα αριστερή λωρίδα του ρεύματος προς Κηφισιά και ότι τέλος δ) εσφαλμένα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το ΤΑΧΙ όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα στο ασθενοφόρο, διότι δήθεν τούτο είχε ολοκληρώσει σχεδόν τη διέλευσή του στον κόμβο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 560 αρ.6 περί έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη από το Δικαστήριο τούτο εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από τον δικαστή ουσίας (αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτου και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (αρ. 176,183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2019 (αρ.κατ.50/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμόν 3226/2017 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΙ
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του ΑΠ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ