Supreme Court allows appeal against appeal dismissal due to missing court fee deposit, ruling the lower court erred in declaring it inadmissible.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of an appeal for non-payment of court fees. The appellants argued that the fee was deposited, citing a document from August 2015, while the lower court found no record of the deposit in the February 2017 hearing files. The Court ruled that the existence of the deposit document proved the fee was paid, making the appeal admissible and the lower court's dismissal a legal error.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(14) and 495(4) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible only if a court fee is missing, and the Supreme Court must correct a lower court's error in declaring an appeal inadmissible when evidence proves the fee was actually deposited.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 933 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 933/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Α., 2) Α. Π. του Γ., 3) Μ. - Κ. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γουλιέλμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7901/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 779/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 10-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 779/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 7901/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει δεκτή την από 7-9-2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί διαρρήξεως των αναφερομένων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω μη καταθέσεως του προβλεπομένου παραβόλου. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
ΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση- παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 350/2017, ΑΠ 1496/2017, ΑΠ 12/2000, ΑΠ 323/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, (η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το άρθρ. 45 του ν. 4446/2016), ορίζεται ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο.
Από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Με βάση τα παραπάνω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης. Εφόσον όμως ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται "αν δεν κατατεθεί το παράβολο" και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 341/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια προβάλλοντας ότι το εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν είχε κατατεθεί από αυτούς το αναγκαίο για τη συζήτηση της έφεσής τους κατά της υπ' αριθ. 7901/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης παράβολο 200 ευρώ και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη.
Προς διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου και προκειμένου να διαγνωσθεί η αλήθεια της αποδιδόμενης με την αίτηση αναίρεσης συγκεκριμένης αιτίασης επισκοπούνται επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τα διαδικαστικά έγγραφα εκείνα της προσβαλλόμενης απόφασης και του δικογράφου της έφεσης.
Στο πρώτο από τα έγγραφα αυτά, που είναι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι "στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 9-7-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2453/9-7-2015 έφεση των εναγομένων προσβάλλεται η με αριθμό 7901/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της με αριθμό καταθέσεως ….97/7-9-2012 αγωγής του ήδη εφεσίβλητου περί διαρρήξεως των διαλαμβανόμενων σ' αυτήν δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών και με την οποία (απόφαση), έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή.
Όπως, όμως, προκύπτει από τη σχετική (με αριθμό …53/2015) έκθεση του αρμόδιου γραμματέα, τη συνημμένη στο επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως που υπάρχει στη δικογραφία, το δικόγραφο αυτής (εφέσεως) κατατέθηκε, την 9-7-2015, χωρίς το οικείο παράβολο των διακοσίων (200) ευρώ, ούτε, εξάλλου, από τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους εκκαλούντες έγγραφα προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια κατάθεση, αλλά ούτε και γίνεται σχετική αναφορά για κατάθεση παραβόλου στις κατατεθείσες, την 24-2-2017, κατά τη συζήτηση της εφέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, έγγραφες προτάσεις τους (βλ.
τις από 24-2-2017 έγγραφες προτάσεις των εκκαλούντων με την επ' αυτών από 24-2-2017 πράξη καταθέσεως της αρμόδιας γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου). Επομένως, εφόσον η κρινόμενη έφεση (που αφορά σε διαφορά μη υπαγόμενη στις εξαιρέσεις του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του εν λόγω παραβόλου, λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη".
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το από 9-7-2015 αντίγραφο της έφεσης που έλεγξε το Εφετείο, στη σχετική υπ' αριθ. ….53/9-7-2015 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου περιλαμβάνει βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα ότι δεν καταβλήθηκαν τα παράβολα του Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ των 200 ευρώ. Το δεύτερο από τα επισκοπούμενα έγγραφα, που είναι το προσκομιζόμενο από τους αναιρεσείοντες στην παρούσα δίκη σε ακριβές θεωρημένο αντίγραφο δικόγραφο της έφεσης, φέρει επιπλέον της ως άνω σελίδας με ημερομηνία 9-7-2015, και άλλη (τελευταία) σελίδα από το τμήμα Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με ημερομηνία 3-8-2015, σύμφωνα με την οποία κατά την ημερομηνία αυτή προσκομίστηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπογράφει και επισυνάφθηκαν στο εν λόγω δικόγραφο τα αναφερόμενα παράβολα ΤΑΧΔΙΚ και Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι, από το τελευταίο αυτό έγγραφο προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση στις 24-2-2017 στο Εφετείο της πιο πάνω έφεσης των αναιρεσειόντων ήδη είχε κατατεθεί απ' αυτούς το ως άνω παράβολο ενδίκου μέσου ποσού διακοσίων ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά η πιο πάνω έφεση αυτών δεν ήταν απαράδεκτη και ως εκ τούτου το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί μη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων λόγω αντίθεσής τους στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 2 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), μη επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιτίου για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 177, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 779/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ