Legislator Giurisprudenza & Legislazione
932/2020 Generato dall'IA

Appeal dismissed for late appeal due to failure to file within three months of notice receipt.

Numero d'incarto 932/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment for being procedurally inadmissible. The appellant failed to file the appeal within the three-month period following the service of the lower court's decision, despite having received the notice earlier. The court rejected the appellant's claim of ignorance regarding the service date and found their arguments contradictory and unsupported by evidence of diligence.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 94, 96, 104, 576, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal filed after the expiration of the three-month period following the service of the judgment is inadmissible, and the court must examine the existence of the service date ex officio.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal expiration of time limit service of judgment diligence requirement contradictory claims court ex officio legal costs award dimissioni del governo

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 932 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 932/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ι.Α. Ο Ά. Ι. ο Χ. - Φ. - Το σπίτι της στοργής", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Κοβάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λιαπάκη και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ε. Λ. ΑΕ" και το δ.τ. "N. L.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Σαραβελάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Α Κ.Ι. Μ.του Α. Ι. του Χ.", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 17-4-2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 19-4-2012 παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3280/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 730/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-1-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Κατά δε την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε έλλειψη ρητής πληρεξουσιότητάς του εμφανισθέντος συνηγόρου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Κυριάκου Σαραβελάκη να παραστεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (προσκομίστηκε μόνο το από 27-2-2020 αντίγραφο πρακτικού της υπ' αριθμ. 1379/2020 συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου αυτής).

Συνεπώς, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη η ανωτέρω δεύτερη αναιρεσίβλητη θεωρείται ως δικονομικά απούσα. Από δε την υπ' αριθμ. 1667/27-12-2019 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Βορείου Αιγαίου Δ.Μ. που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 9-1-2019 (αριθμ.

καταθ. 21/2019) αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 730/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 769 εδ. Β' και 762 ΚΠολΔικ, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Ν.Ε.

Λ.". Κατά συνέπεια, εφόσον αυτή λογίζεται ότι δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρα 576 παρ. 2, 575 εδαφ.

β' του ίδιου κώδικα). Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη από 9-1-2019 (αριθμ. καταθ. 21/2019) αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 730/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ανώτερη βία, ως λόγος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διαχωρίζεται από το πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου, που θεωρείται κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ότι δεν συνιστά λόγο επαναφοράς.

Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε παρακωλυτικό της τήρησης δικονομικής προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο (ή ανεπίτρεπτο) και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με τη λήψη μέτρων άκρας επιμελείας και σύνεσης, συνεπαγόμενο αντικειμενικά, χωρίς, δηλαδή, οποιοδήποτε πταίσμα του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου του ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, μη εξαιρουμένης ούτε της ελαφράς αμέλειας των τελευταίων, την παρακώλυση του αιτούντος διαδίκου στην τήρηση της δικονομικής προθεσμίας.

Κατά την εξειδίκευση της αορίστου νομικής έννοιας της ανωτέρας βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου και ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτή ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια εκείνης του ουσιαστικού δικαίου. Διαφοροποιείται, όμως, έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η "δικονομική" ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας από μέρους του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, αδυναμίας ανταπόκρισης σε δικονομικό βάρος του, εξαιτίας της οποίας η διαδικαστική πράξη του πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Στην έννοιά της περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο εξαιρετικής φύσης γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από τον διάδικο ούτε με την επίδειξη άκρας επιμελείας και συνέσεως, ανεξάρτητα εάν είναι εξωτερικό γεγονός ή όχι (Ολ.ΑΠ 29/1992, ΑΠ 178/2011, ΑΠ 366/2010, ΑΠ 518/2010, ΑΠ 1587 - 8/2009, ΑΠ 308/2007 Νόμος).

Η εξειδίκευση, ειδικότερα, της έννοιας της ανώτερης βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου, το οποίο δεν επιδιώκει να εξισορροπήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, αλλά τα δημόσια συμφέροντα της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης, αφενός, και της ασφάλειας και βεβαιότητας της διαδικασίας, αφετέρου, εναρμονίζεται και με τη θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), η οποία δεν επιτρέπει την έκπτωση του διαδίκου από την άσκηση δικονομικής ευχέρειας, αν δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα. (ΑΠ 275/2019).

Η αίτηση επαναφοράς, απευθυνόμενη στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, ασκείται είτε με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο και στο υποχρεωτικό περιεχόμενο της ανήκει η αναφορά των λόγων, για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η ως άνω προθεσμία, του χρόνου άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία, ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, καθώς και των αποδεικτικών μέσων για την εξακρίβωση της αληθείας τους, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο, χωρίς την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως αποφάσεως, να σχηματίσει σχετική δικανική πεποίθηση (ΑΠ 204/2014, ΑΠ 980/2008, ΑΠ 462/2002).

Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει τη δυνατότητα της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή την ανωτέρα βία ή το δόλο του αντιδίκου του.

Ανταποκρίνεται, έτσι, η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και εκ παραλλήλου ικανοποιείται το δικαίωμα ακροάσεως των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης (ΑΠ 350/2017, ΑΠ 443/2015). Επιπλέον, ειδικώς επί ασκήσεως ενδίκων μέσων, η άγνοια του διαδίκου για την γενομένη προς αυτόν έγκυρη επίδοση απόφασης υποκείμενης σε έφεση, και εντελώς ανυπαίτια αν είναι, δεν αποτελεί καθ' εαυτήν περιστατικό ανωτέρας βίας, το οποίο παρακωλύει την εκ μέρους του τήρηση της προθεσμίας για την άσκησή της (ΑΠ 153/2015).

Η αίτηση επαναφοράς έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια της παραλειφθείσας πράξης, ασκείται όπως προαναφέρθηκε με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην κατ' άρθρο 153 ΚΠολΔ οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου.

Με τη διάταξη του άρθρου 158 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν χάθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της (ΑΠ 141/2005 Νόμος).

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης, που αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη είναι τριάντα ημέρες, ενώ αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, είναι εξήντα ημέρες. Ακόμη σύμφωνα και με την ειδικότερη διάταξη του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το Ν. 4335/23-7-2015, και αφορά τις αγωγές που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016, η προθεσμία της έφεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 έως 661 ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν, επίσης, πριν την κατάργησή τους με τον ως άνω νόμο), με την οποία δικάζονται και οι μισθωτικές διαφορές, είναι δεκαπέντε ημερών αν εκείνος, που δικαιούται να την ασκήσει, διαμένει στην Ελλάδα, αρχίζει δε η προθεσμία από την επομένη της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα το Δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1834/2007, ΑΠ 204/2006).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής.

Τα περιστατικά αντίθετα που βεβαιώνονται σ' αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους (ΑΠ 350/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ σε περίπτωση επίδοσης εγγράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει το έγγραφο αυτό να παραδίδεται σε εκείνον που είναι εκπρόσωπός του, κατά το νόμο ή το καταστατικό (ΑΠ 443/2015). Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως κατ' άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1521/2013).

Πέραν τούτου, διά του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχεται και το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων, ως λ.χ. η εμπρόθεσμη ή μη άσκηση εφέσεως (ΑΠ 153/2015, ΑΠ 545/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Τα ενάγοντα σωματεία 1) "Ι. Α. ο Ά. Ι. ο Χ. - Φ. - Το σπίτι της στοργής" και 2) "Α. Κ. Ι.Μ.του Α.Ι.του Χ.", άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 26-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης 8446/2011, αγωγή, κατά του πρώτου εναγόμενου Α.

Π., αιτούμενοι, το μεν πρώτο, την απόδοση από τον αυτόν των μισθίων ακινήτων (τριών οικοδομών) που ευρίσκονται στον ..., η δε ως άνω δεύτερη ενάγουσα Ι.Μ -προς την οποία είχαν δωρήσει το δικαίωμα ενασκήσεως της επικαρπίας των (αυτών) μισθίων ακινήτων και εκχωρήσει το δικαίωμα εισπράξεως των μισθωμάτων- να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 596.793,82 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.

Ακολούθως, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων (εναγόμενος με την παραπάνω αγωγή), άσκησε ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου (ΜΠρΠειρ) την από 17.4.2011 ανακοίνωση δίκης, μετά προσεπικλήσεως, προς την υπομισθώτρια των ανωτέρω μισθίων ακινήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν.Ε. Λ.Α Ε" (ήδη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων), ενώ η τελευταία, κατόπιν τούτου, άσκησε την από 19.4.2012 κυρία παρέμβαση κατά των λοιπών διαδίκων μερών.

Κατά την κοινή συζήτηση και συνεκδίκαση των ανωτέρω δικογράφων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δευτέρας των εναγόντων δήλωσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προφορικώς και με τις νομίμως κατατεθείσες υπ' αυτού προτάσεις ότι παραιτείται αυτό από το (μοναδικό) αίτημά της περί καταβολής (σε αυτό) των οφειλομένων μισθωμάτων, οπότε απώλεσε την ιδιότητα του διαδίκου μέρους, κατ' άρθρο 295 § 1 εδ.

α' ΚΠολΔ. Με την υπ' αριθμ. 3280/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς απερρίφθη η αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη, κατ' αποδοχήν ενστάσεως του Α.Π. (πρώτου των αναιρεσιβλήτων) περί εξοφλήσεως, ομοίως δε απερρίφθη και η πιο πάνω παρέμβαση. Κατά της αποφάσεως αυτής του Πρωτοδικείου, τα ενάγοντα σωματεία, άσκησαν την από 15.12.2015 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Επ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 730/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του πρώτου εκκαλούντος ενάγοντος Σωματείου επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και η έφεσή του ως εκπρόθεσμη, ενώ αναφορικά με το δεύτερο ενάγον-εκκαλούν ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη (δεδομένης της, κατά τα λεχθέντα ανωτέρω, απώλειας της ιδιότητος του διαδίκου μέρους).

Ειδικότερα δε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς), με την εκκαλουμένη απόφαση του (υπ' αρ. 3280/2013), αφού συνεκδίκασε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν πριν τις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ με το 4335/23-7-2015), την ως άνω αγωγή, (όπως παραδεκτά περιορίστηκαν τα αιτήματά της, κατά τα προεκτεθέντα), την ανακοίνωση δίκης μετά προσεπίκλησης και την παρέμβαση, την οποία χαρακτήρισε ως κύρια...

Στη συνέχεια, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική ένσταση εξόφλησης (416 ΑΚ), που πρόβαλε ο εναγόμενος - ήδη εφεσίβλητος, απέρριψε την κύρια αγωγή και την παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμες. Η άνω απόφαση, (υπ' αρ. 3280/2013) του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12-6-2013, επιδόθηκε, με επιμέλεια του εναγόμενου - ήδη πρώτου εφεσίβλητου, στο πρώτο ενάγον - ήδη πρώτο εκκαλούν στις 6-9-2013 (βλ.

την προσκομιζόμενη, από τον εναγόμενο - πρώτο εφεσίβλητο, υπ' αρ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Ν. Τ., την οποία, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα σε αυτήν και αποτελούν πλήρη απόδειξη .., αλλά δεν αμφισβητείται και από το πρώτο ενάγον - εκκαλούν, την παρέλαβε, ως νόμιμος εκπρόσωπός του, ο τότε ισόβιος Πρόεδρος του Α.

Κ.. Το ηττηθέν (πρώτο) ενάγον, όμως, άσκησε, εκπροσωπούμενο από τον ίδιο ως άνω Πρόεδρό του, την ένδικη έφεση, κατά της απόφασης αυτής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς... στις 16-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 926/16-12-2015, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή της παρούσας απόφασης, ήτοι μετά την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας που προβλεπόταν από το ισχύον τότε άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά αποφάσεων εκδιδομένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών...

αλλά και μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 30 ημερών του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ και μάλιστα μετά την παρέλευση δύο και πλέον ετών από την επίδοση της εκκαλουμένης. Κατά συνέπεια, η έφεση αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα από το πρώτο εκκαλούν. Το πρώτο εκκαλούν σωματείο, επικαλείται με τις προτάσεις του, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ότι ναι μεν επιδόθηκε αντίγραφο της εκκαλουμένης στον εκπροσωπούντα αυτό ισόβιο τότε Πρόεδρο του Αρχιμανδρίτη Α.

Κ., αλλά δικαιολογημένα, δεν άσκησε εμπροθέσμως την έφεση διότι, ο τελευταίος, ο οποίος υπέγραψε την ως άνω έκθεση επίδοσης, καθώς και την από 27-7-2012 υπεύθυνη δήλωση ότι αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση, δεν ενημέρωσε τα μέλη του Δ.Σ., ενεργώντας με δόλο μαζί με τον πρώτο εφεσίβλητο, με συνέπεια να απωλεσθεί η προθεσμία άσκησης της έφεσης.

Ότι, έλαβαν γνώση για την ως άνω επίδοση της εκκαλουμένης, μόλις στις 17-6-2016, με αφορμή την επίδοση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε ο πρώτος εφεσίβλητος εναντίον του πρώτου εκκαλούντος, στην οποία αναφέρονταν η εν λόγω έκθεση επίδοσης. Ότι, μετά τη γνώση τους αυτή και συγκεκριμένα στις 22-6-2016, συγκλήθηκε το Δ.Σ.

του Σωματείου, όπου ο ως άνω τότε Πρόεδρος του Α. Κ., συνέταξε την από 22-6-2016 δήλωση παραίτησής του, όπου παραδέχθηκε, σχετικά με την επίμαχη έκθεση επίδοσης, ότι την υπέγραψε χωρίς να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό στο ΔΣ του Σωματείου ή στο δικηγόρο που χειρίζονταν την υπόθεση, κι ότι, αυτό το έπραξε, καθ' υπόδειξη του Α.

Π. προκειμένου να μην ασκηθεί έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης. Ότι κατά του Α. Κ. και του Α.Π.-πρώτου εφεσίβλητου έχει υποβληθεί μήνυση (η από 2-8-2016 και με ΑΒΜ Α16/618), εκ μέρους του πρώτου εκκαλούντος για τα αδικήματα της απιστίας σε βάρος των συμφερόντων του Σωματείου και με σκοπό να ωφελήσει τον πρώτο εφεσίβλητο, καθώς και της ηθικής αυτουργίας σε αυτό του πρώτου εφεσίβλητου, απάτης στο δικαστήριο κλπ, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της κύριας ανάκρισης.

Με βάση δε τα παραπάνω περιστατικά, το πρώτο εκκαλούν ζητεί να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η έφεση και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Όμως, όσον αφορά την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων, αυτή είναι απορριπτέα προεχόντως ως εκπρόθεσμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, καθώς από την ημερομηνία που οι ίδιοι οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση της επίδοσης και των άλλων ως άνω περιστατικών (17-6-2016) δηλ.

όταν πλέον είχε αρθεί, ο λόγος ανώτερος βίας (άγνοιας της επίδοσης, κατά τα προαναφερθέντα), έως την άσκηση της εν λόγω αίτησης επαναφοράς, που έλαβε χώρα με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τα ανωτέρω, κατατεθείσες προτάσεις τους (στις 17-10-2018), έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των 30 ημερών, (από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου), εντός του οποίου έπρεπε να ασκηθεί η αίτηση αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Πέραν δε τούτου, τα περιστατικά που επικαλούνται, αληθή υποτιθέμενα δε συνιστούν ανώτερα βία, διότι, κατά τα επίσης στη μείζονα σκέψη, ως ανώτερα, βία, νοείται, το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης της προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Τέτοιο γεγονός δεν είναι, μόνη η άγνοια, έστω και ανυπαίτια, από τον διάδικο της έγκυρης επίδοσης της απόφασης παρά μόνο αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς τη γνώση της επίδοσης, ο νομιμοποιούμενος να εκκαλέσει και ο πληρεξούσιος τυχόν δικηγόρος του, προβαίνοντας σε κάθε ενδεικνυόμενη υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, άκρως επιμελή ενέργεια, δεν θα είχαν τη δυνατότητα να είναι ενήμεροι της εκκλητής απόφασης εγκαίρως, ούτως ώστε να εναπομένει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, που η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης κίνησε, χρόνος επαρκής κι αξιοποιήσιμος για την άσκηση έφεσης.

Εν προκειμένω, έστω κι αν πράγματι, για τους λόγους που αναφέρει στις προτάσεις του, το πρώτο εκκαλούν, αγνοούσε την εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 6-9-2013, θα μπορούσε, αν είχε επιδείξει αυτό διά των μελών του Δ.Σ ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (που παραστάθηκε κατά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και ο οποίος, σημειωτέον, υπογράφει και το δικόγραφο της ένδικης έφεσης), την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια, μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (12-6-2013), την οποία μπορούσαν να πληροφορηθούν εγκαίρως, κατά το διάστημα των 3 μηνών περίπου που μεσολάβησε μέχρι την εν λόγω επίδοση, να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης, προ πάσης δηλ.

επιδόσεως, αλλά και όσο διαρκούσε η νόμιμη προθεσμία μετά από αυτήν, πράγμα που δεν έπραξε. Άλλωστε, ακόμα και μετά την (εκπρόθεσμη) άσκηση της ένδικης έφεσης (στις 16-12-2015), από το πρώτο εκκαλούν, αλλά κι όταν πλέον έμαθε, κατά τους ισχυρισμούς του, τα ως άνω γεγονότα σχετικά επίδοση της εκκαλουμένης δηλ. στις 17-6-2016, εντούτοις δεν φρόντισε για τον προσδιορισμό της συζήτησή της, ο οποίος έγινε, με επιμέλεια του πρώτου εφεσίβλητου στις 2-12-2016, όπως προκύπτει από την αναφερθείσα στην αρχή της παρούσας απόφασης, έκθεση.

Επομένως, σύμφωνα τα προαναφερθέντα, ως προς το πρώτο εκκαλούν, πρέπει να απορριφθεί η αίτησή του επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, και συνεπώς και η έφεση, ως εκπρόθεσμη. Σχετικά με το δεύτερο εκκαλούν, ως προς το οποίο δεν επιδόθηκε η εκκαλουμένη, η έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης...

δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και ειδικότερα ως προς το πρώτο εκκαλούν..., αυτεπαγγέλτως ως εκπρόθεσμη, (κατ' αποδοχή και των σχετικών ισχυρισμού του πρώτου εφεσίβλητου, με τους οποίους συντάσσεται και η δεύτερη εφεσίβλητη), καθώς και ως προς το δεύτερο εκκαλούν, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης...".

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 926/16-12-2015 έφεσή του, κατά της υπ' αριθμ. 3280/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεχθέν, ότι αυτή (έφεση) ασκήθηκε μετά την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας που προβλεπόταν από το ισχύον τότε άρθρο 652 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά αποφάσεων εκδιδομένων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αλλά και μετά την πάροδο της κατά το άρθρο 518 του ΚΠολΔ τριανταημέρου προθεσμίας από της γενομένης κατά την 6-9-2013 επιδόσεως της εφεσιβαλλομένης αποφάσεως, βάσει της υπ' αριθμ. ...

εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ν.Τ., την οποία παρέλαβε ως νόμιμος εκπρόσωπός του, ο τότε ισόβιος πρόεδρός του Α. Κ. και μάλιστα μετά την πάροδο δύο και πλέον ετών από την επίδοση της εκκαλουμένης, ήτοι προ της παρόδου τριετίας από της κατά την 12-6-2013 δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Ότι κώλυμα στην άσκηση της ήταν λόγος ανωτέρας βίας που συνίστατο στην δόλια και αξιόποινη συμπεριφορά του τότε νομίμου εκπροσώπου του Α. Κ. και στην συμπαιγνία του με τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Ότι το εν λόγω κώλυμα παύει δια της παραιτήσεως την 22-6-2016 του παραπάνω εκπροσώπου του, οπότε άρχεται η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων και ειδικότερα όπως απαραδέκτως κατ' άρθρο 562 Κ.Πολ.Δικ προβάλλει το πρώτον με την αίτηση αναίρεσης την 22-7-2016, οπότε συγκροτήθηκε σε σώμα η νέα διοίκηση και συνεπώς η ασκηθείσα την 16-12-2015 έφεσή του ήταν παραδεκτή και σύννομη.

Πλην όμως ο μοναδικός αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η δημοσιευθείσα στις 12-6-2013 υπ' αρ. 3280/2013 απόφαση, του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιδόθηκε, με επιμέλεια του εναγόμενου - πρώτου αναιρεσίβλητου στο πρώτο ενάγον - ήδη αναιρεσείον σωματείο στις 6-9-2013, με την υπ' αρ. ...εκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Ν.Τ., την οποία, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα σε αυτήν και αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν αμφισβητείται και από το αναιρεσείον, την παρέλαβε, ως νόμιμος εκπρόσωπός του, και τότε ισόβιος Πρόεδρός του Α.

Κ.. Το αναιρεσείον, άσκησε, εκπροσωπούμενο από τον ίδιο ως άνω Πρόεδρό του, την ένδικη έφεση, κατά της παραπάνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καταβάλλοντος τα προβλεπόμενα από το άρθρο 495 ΚΠολΔ, παράβολα, στις 16-12-2015 (βλ. υπ' αριθμ. έκθεση κατάθεση 926/16-12-2015), μετά την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας που προβλεπόταν από το ισχύον τότε άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά και μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 30 ημερών του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ και μάλιστα μετά την παρέλευση δύο και πλέον ετών από την επίδοση της εκκαλουμένης.

Κατά συνέπεια, η έφεση αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σωματείου με τις προτάσεις του στο Εφετείο, ότι α) αν και επιδόθηκε αντίγραφο της εκκαλουμένης στον εκπροσωπούντα αυτό ισόβιο τότε Πρόεδρό του Αρχιμανδρίτη Α. Κ., δικαιολογημένα, δεν άσκησε εμπροθέσμως την έφεση διότι, ο τελευταίος, αν και υπέγραψε την ως άνω έκθεση επίδοσης, καθώς και την από 27-7-2012 υπεύθυνη δήλωση ότι αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση, δεν ενημέρωσε τα μέλη του Δ.Σ., ενεργώντας με δόλο μαζί με τον πρώτο εφεσίβλητο, με συνέπεια να απωλεσθεί η προθεσμία άσκησης της έφεσης, β) έλαβε γνώση για την ως άνω επίδοση της εκκαλουμένης, μόλις στις 17-6-2016, με αφορμή την επίδοση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος εναντίον του (αναιρεσείοντος) στην οποία αναφέρονταν η εν λόγω έκθεση επίδοσης, γ) στις 22-6-2016, συγκλήθηκε το Δ.Σ του Σωματείου, όπου ο ως άνω τότε Πρόεδρός του Α.

Κ., συνέταξε την από 22-6-2016 δήλωση παραίτησής του, και παραδέχθηκε, ότι υπέγραψε την παραπάνω έκθεση επίδοσης χωρίς να γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό στο Δ.Σ του Σωματείου ή στο δικηγόρο που χειρίζονταν την υπόθεση, κι ότι, αυτό το έπραξε, καθ' υπόδειξη του Α. Π., προκειμένου να μην ασκηθεί έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης και δ) κατά του Α.

Κ.και του Α. Π.-πρώτου εφεσίβλητου έχει υποβληθεί μήνυση (η από 2-8-2016 και με ABM Α16/618), εκ μέρους του αναιρεσείοντος - πρώτου εκκαλούντος για τα αδικήματα της απιστίας σε βάρος των συμφερόντων του Σωματείου και με σκοπό να ωφελήσει τον πρώτο αναιρεσίβλητο, καθώς και της ηθικής αυτουργίας σε αυτό του πρώτου αναιρεσίβλητου, απάτης στο δικαστήριο κλπ, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της κύριας ανάκρισης, δεν ασκούν επιρροή στην συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε εγκύρως στο εκκαλούν στις 6-9-2013, χρόνος ο οποίος αναγράφεται στην έκθεση επίδοσης, κατά τον οποίο το αναιρεσείον (εκκαλούν) έλαβε γνώση της επίδοσης και έτσι διασφαλίστηκε πλήρως η δυνατότητά του να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του.

Ακόμη η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων, είναι απορριπτέα ως εκπρόθεσμη, σύμφωνα με αυτά που προαναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, καθόσον από την ημερομηνία που το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της επίδοσης και των άλλων ως άνω περιστατικών (22-6-2016). δηλ. όταν πλέον είχε αρθεί, ο λόγος ανώτερας βίας (άγνοιας της επίδοσης, κατά τα προαναφερθέντα), ακόμη και από τις 22-7-2016 που απαραδέκτως αιτιώνται, έως την άσκηση της εν λόγω αίτησης επαναφοράς, που έλαβε χώρα με τις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς προτάσεις του κατατεθείσες στις 17-10-2018, έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των 30 ημερών, (από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου), εντός του οποίου έπρεπε να ασκηθεί η αίτηση αυτή.

Πέραν δε τούτου, τα περιστατικά που επικαλείται το αναιρεσείον, αληθή υποτιθέμενα δε συνιστούν ανώτερα βία, διότι ως ανωτέρα, βία, νοείται, το γεγονός που κωλύει την τήρηση της προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

Τέτοιο γεγονός δεν είναι, μόνη η άγνοια, έστω και ανυπαίτια, από τον διάδικο της έγκυρης επίδοσης της απόφασης παρά μόνο αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς τη γνώση της επίδοσης, ο νομιμοποιούμενος να εκκαλέσει και ο πληρεξούσιος τυχόν δικηγόρος του, προβαίνοντας σε κάθε ενδεικνυόμενη υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, άκρως επιμελή ενέργεια, δεν θα είχαν τη δυνατότητα να είναι ενήμεροι της εκκλητής απόφασης εγκαίρως, ούτως ώστε να εναπομένει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, που η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης κίνησε, χρόνος επαρκής κι αξιοποιήσιμος για την άσκηση έφεσης.

Εν προκειμένω, έστω κι αν πράγματι, για τους λόγους που αναφέρει στις προτάσεις του, το πρώτο εκκαλούν, αγνοούσε την εν λόγω επίδοση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 6-9-2013, θα μπορούσε, αν είχε επιδείξει αυτό διά των μελών του Δ.Σ ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (που παραστάθηκε κατά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και ο οποίος, σημειωτέον, υπογράφει και το δικόγραφο της ένδικης έφεσης), την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια, μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (12-6-2013), την οποία μπορούσαν να πληροφορηθούν εγκαίρως, κατά το διάστημα των 3 μηνών περίπου που μεσολάβησε μέχρι την εν λόγω επίδοση, να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης, προ πάσης δηλ.

επιδόσεως, αλλά και όσο διαρκούσε η νόμιμη προθεσμία μετά από αυτήν, πράγμα που δεν έπραξε. Άλλωστε, ακόμα και μετά την (εκπρόθεσμη) άσκηση της έφεσης (στις 16-12-2015), από το αναιρεσείον, αλλά κι όταν πλέον έμαθε, κατά τους ισχυρισμούς του, τα ως άνω γεγονότα σχετικά επίδοση της εκκαλουμένης δηλ. στις 17-6-2016, εντούτοις δεν φρόντισε για τον προσδιορισμό της συζήτησής της, ο οποίος έγινε, με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου στις 2-12-2016.

Πέραν τούτου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι και αντιφατικές, αφού αφενός ισχυρίζεται ότι είχε κώλυμα να ασκήσει την έφεση μέχρι την 22-6-2016, αλλά ακόμη και πέραν τούτου (απαραδέκτως) μέχρι την 22-7-2016, επειδή δεν είχε συγκροτηθεί σε σώμα η νέα του διοίκηση και αφετέρου εκθέτει ότι, άσκησε την έφεση την 16-12-2015.

Επομένως, όχι παρά το νόμο ορθά κρίνοντας το Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτη, ως προς το πρώτο εκκαλούν και νύν αναιρεσείον την αίτησή του επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, και συνεπώς και την έφεση, ως εκπρόθεσμη. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει, απορριπτομένου του μοναδικού λόγου αναίρεσης, ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε το αναιρεσείον στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του από το ν. 4335/2015 που ισχύει, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα).

Τέλος, το αναιρεσείον που νικήθηκε στην αναιρετική δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε προτάσεις με σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-1-2019 (αριθμ. καταθ. 21/2019) αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 730/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε το αναιρεσείον στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου της παρούσας αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Αυγούστου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ