Supreme Court dismisses appeal on appeal deadline; service on liquidator validly notified the company.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the appellate court's rejection of its appeal as time-barred. The court held that service of the final judgment on the company's liquidator constituted valid legal notification to the entity. Consequently, the thirty-day appeal period began correctly, rendering the company's late filing inadmissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 576 para. 2 CPolD; Art. 14 Art. 559 CPolD: Service of a final judgment on the legal representative of a company in liquidation validly notifies the company, commencing the appeal period regardless of the specific recipient's name on the delivery report.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 932 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 932/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…….", τελούσας σε εκκαθάριση, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής Ι. Α. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου - Στυλιανού Εξαρχίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΣΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Θήρα Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ξανθούλη και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Ι. Α. του Α., 4) Α. χήρας Β. Κ., το Π. Σ., κατοίκου Αθηνών, 5) Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 6) ..., 7) Α. Ι. Μ., κατοίκου ..., 8) Χ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., 9) Σ. Μ. Θ., ..., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/1/2010 και από 5/1/2010 ανακοπές των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2015 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/3/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις 9798Ε'/20.7.2017, 9863Ε'/27.7.2017, 9869Ε'/28.7.2017, 9867Ε ' /28.7.2017, 9868Ε' /28.7.2017, 9941Ε'/5.9.2017, 9862Ε'/27.7.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Η. Ζ. και την 2960/12.9.2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου Σ. Ι., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού ως δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους πρώτη και πέμπτο έως και ένατο των αναιρεσίβλητων.
Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν κατά την ως άνω νομίμως ορισθείσα δικάσιμο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσίβλητων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1002/2015).
Έτσι, ο εκκαλών του οποίου απορρίφθηκε η έφεση, και συνεπώς ηττήθηκε, θα απευθύνει την αίτηση αναίρεσης κατά των εφεσίβλητων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο κατ' εκείνων ως προς τους οποίους έχει έννομο συμφέρον να εξαφανιστεί αυτή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναίρεσης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 290/2017).
Αν η αναίρεση δεν περιέχει τουλάχιστον ένα τέτοιο λόγο, το αναιρετήριο είναι αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο. Επίσης, στην περίπτωση που η αναίρεση στρέφεται κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, και οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιο αναιρεσίβλητο, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν που οι λόγοι δεν αρμόζουν στο πρόσωπό του, αφού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προταθέντες λόγοι (ΑΠ 47/2016, ΑΠ …001/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 31/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, ως προς τις ενδιαφέρουσες διατάξεις, απορρίφθηκε η από 20-7-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 24/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που στρεφόταν κατά των αναιρεσίβλητων.
Ειδικότερα, η ανωτέρω έφεση της αναιρεσείουσας, ως προς τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο, έκτη, έβδομη, όγδοο και ένατο των αναιρεσίβλητων, απορρίφθηκε για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, επειδή αυτοί δεν υπήρξαν αντίδικοι της αναιρεσείουσας στην πρωτοβάθμια δίκη, αλλά ομόδικοι αυτής και δεν επικαλούνταν στην έφεση ότι η προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση περιείχε κάποια επιβλαβή γι' αυτήν διάταξη και υπέρ των άνω ομοδίκων της.
Ως προς την πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Οι λόγοι όμως αναίρεσης, που περιέχονται στο αναιρετήριο, δεν πλήττουν την απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την ανωτέρω έφεση του αναιρεσείοντος κατά των τρίτου, τέταρτης, πέμπτου, έκτης, έβδομης, όγδοου και ένατου των αναιρεσίβλητων, αφού δεν διατυπώνονται αιτιάσεις σε σχέση με την απόρριψη της έφεσης ως προς αυτούς για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αλλά την προσβάλλουν μόνο κατά το μέρος, που απέρριψε την πιο πάνω έφεσή της, στρεφόμενη κατά των πρώτης και δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης και διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή που άσκησε ατομικά ο Ν. - Χ.
Κ.. Επομένως, εφόσον οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης και οι περιεχόμενες σ' αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν στους άνω τρίτο έως και ένατο εφεσίβλητους για την απόρριψη της πιο πάνω έφεσης του αναιρεσείοντος κατ' αυτών, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απευθυνόμενη κατ' αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 31/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μονομελούς), η οποία συνεκδίκασε τις από 31.7.2013 και 21.10.2011 εφέσεις κατά της 24/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, απέρριψε την πρώτη από τις παραπάνω εφέσεις, απέρριψε τη δεύτερη έφεση ως απαράδεκτη καθόσον αφορά τους αναφερόμενους ειδικά εφεσίβλητους, δέχθηκε αυτήν και κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους και ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την ανακοπή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά του διενεργηθέντος στις 16.9.2009 αναγκαστικού πλειστηριασμού των αναφερόμενων ακινήτων της, τον οποίο είχε επισπεύσει η πρώτη αναιρεσίβλητη και είχε αναδειχθεί υπερθεματήστρια η δεύτερη αναιρεσίβλητη, καθώς και των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που οδήγησαν στον πλειστηριασμό.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι και η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 68 ΚΠολΔ), η παράβαση των οποίων αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 2001/2009) και ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή ασκούμενη ατομικά από τον Ν. - Χ. Κ., αφού αυτός δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην άσκηση αυτής και παράσταση στη συζήτησή της, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ουσιαστικό και όχι δικονομικό απαράδεκτο.
Επίσης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και λόγω αοριστίας, επειδή δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός αυτός περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, από την αναιρεσείουσα, η οποία παρέστη και υπεράσπισε προσηκόντως τον εαυτό της στη δίκη (ΑΠ 337/2010), ενόψει και του ότι ο ισχυρισμός αυτός εξετάζεται μεν αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη, ώστε να μην εμπίπτει στο καθιερούμενο από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο από τη μη πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 244/2004), αλλά και αλυσιτελής, καθόσον και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του, δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης, δεδομένου ότι η έφεση της αναιρεσείουσας είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, παραδοχή που δεν πλήττεται με τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 927/2014, ΑΠ 1118/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, κατά τις περί επιδόσεως διατάξεις των άρθρων 122 επ.
ΚΠολΔ, ενώ αν δεν επιδοθεί η οριστική απόφαση, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου στην παρούσα υπόθεση, είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Τη συνδρομή ή μη του εμπροθέσμου της έφεσης, εξετάζει το εφετείο αυτεπαγγέλτως με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, αν δε διαπιστώσει ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα την απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 122 επ. και 310 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση δικογράφου ή δικαστικής απόφασης, γίνεται με επιμέλεια των διαδίκων από δικαστικό επιμελητή, ο οποίος ενεργεί ύστερα από παραγγελία που δίνεται από τον ίδιο το διάδικο ή τον πληρεξούσιό του, και συντελείται με την παράδοση τούτου στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται.
Ο σκοπός των δικονομικών ρυθμίσεων του δικαίου της επίδοσης είναι η μέριμνα για να περιέλθει στη γνώση ορισμένου διαδίκου το συγκεκριμένο δικόγραφο. Έτσι, και η επίδοση της οριστικής απόφασης αποτελεί τον μόνο τρόπο γνωστοποίησής της, που επιβάλλεται για να υπάρχει πλήρης και αναμφισβήτητη απόδειξη για το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι από τις επιδόσεώς της αρχίζει η προθεσμία της έφεσης.
Όταν πρόκειται για απόφαση που απευθύνεται προς νομικό πρόσωπο, η επίδοση γίνεται προς το φυσικό πρόσωπο στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό έχει ανατεθεί η διοίκηση αυτού και το εκπροσωπεί ήτοι τους νομίμους εκπροσώπους αυτού και σ' αυτή την περίπτωση άλλο είναι το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το δικόγραφο και το οποίο αφορά η γνωστοποίηση της έκδοσης αυτής και του περιεχομένου της και άλλο το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση.
Όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει περί αυτού έκθεση, στην οποία, εκτός των άλλων, πρέπει να αναφέρονται αφενός μεν τα πρόσωπα που αυτή αφορά (άρθρο 139 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ), δηλαδή τα υποκείμενα της γνωστοποίησης που είναι ο επισπεύδων και εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται το δικόγραφο, αφετέρου το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η παράδοση.
Η έκθεση επίδοσης αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την ταυτότητα των υποκειμένων της γνωστοποίησης. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητάς τους. Επίσης, αν η γνωστοποίηση γίνεται προς περισσότερα πρόσωπα, απαιτούνται τόσες χωριστές επιδόσεις όσοι είναι και οι παραλήπτες του εγγράφου, εκτός αν οι περισσότεροι παραλήπτες έχουν κοινό αντίκλητο, οπότε αρκεί η επίδοση ενός μόνο εγγράφου στον κοινό αντίκλητο.
Το ίδιο ισχύει και αν σε κάποιο πρόσωπο πρέπει να γίνει επίδοση με πολλαπλή ιδιότητα, οπότε και πάλι ένα μόνο έγγραφο θα επιδοθεί, αφού έτσι πληρούται ο σκοπός του νόμου για τη γνωστοποίηση. Εξάλλου, διαδικαστικό έγγραφο, που σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα λόγου αναίρεσης που στηρίζεται σε τέτοιο έγγραφο, είναι και η έκθεση επίδοσης (ΑΠ 627/1992).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 48, 48α και 49 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" και 65, 67, 72, 73 και 74 ΑΚ, προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία που αποτελεί νομικό πρόσωπο, λύεται με την ανάκληση της άδειας συστάσεώς της μετά από απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, από την καταχώρηση της οποίας στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης.
Κατά το στάδιο αυτό εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και διοικείται από τους εκκαθαριστές, που διορίζονται από τη γενική συνέλευση ή εξαιρετικά από τον Υπουργό Εμπορίου. Ο διορισμός των εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου και αυτοί πλέον διαχειρίζονται τις υποθέσεις της ανώνυμης εταιρίας και την εκπροσωπούν προς τα έξω και ενώπιον των δικαστηρίων, η εξουσία τους δε διαγράφεται από τις διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 74 του ΑΚ (ΑΠ 1192/2013, ΑΠ 718/2006).
Εάν πρόκειται να γίνει επίδοση σε ανώνυμη εταιρία υπό εκκαθάριση, η επίδοση του εγγράφου αρκεί να γίνει σε έναν από τους εκκαθαριστές της, ακόμη και όταν είναι περισσότεροι είτε δρουν συλλογικά είτε καθένας από αυτούς έχει δικαίωμα για ανεξάρτητη και αυτοτελή εκπροσώπηση (ΑΠ 1569/1992). Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, μετ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού (εμπροθέσμου) της ασκηθείσας από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα από 20.7.2013 έφεσης κατά της εκκαλουμένης 24/2011 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την έφεση αυτής, δεχόμενο ότι από την 11319 και με χρονολογία 20.10.2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.
Β., αποδεικνύεται ότι, με επιμέλεια της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, επιδόθηκε στην ανακόπτουσα - αναιρεσείουσα, στις 20.10.2011, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλουμένης 24/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, και ότι ενόψει του χρόνου της κατάθεσης της έφεσης αυτής στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου , όπως από την συνημμένη σ' αυτή ../31.7.2013 πράξη κατάθεσης δικογράφου αποδεικνύεται, ασκήθηκε την 31.7.2013, ήτοι μετά την παρέλευση της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση.
Από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα επικυρωμένο αντίγραφο της προαναφερόμενης 11319/20.10.2011 έκθεσης επίδοσης της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο αυτής, με έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αντιδίκου στην δίκη της αναιρεσείουσας, επέδωσε η προαναφερόμενη δικαστική επιμελήτρια στον Χ.
Κ. του Κ., στην οδό ... με τις ακόλουθες ιδιότητες α) του εκτελεστού της ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Σ., β) του εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "...", ήτοι της αναιρεσείουσας και γ) του μέλους του Δ.Σ. του υπό σύσταση ιδρύματος της ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Σ.. Με βάση το ως άνω περιεχόμενο της έκθεσης επίδοσης καθίσταται σαφές ότι ακριβές αντίγραφο της 24/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, αφού επιδόθηκε με τον νόμιμο τρόπο που εκτίθεται στην έκθεση (θυροκόλληση, παράδοση στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του αρμόδιου Α.Τ.
Εξαρχείων και ταχυδρόμηση έγγραφης ειδοποίησης για τη θυροκόλληση), στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ήτοι τον εκκαθαριστή της Χ. Κ., ακριβές αντίγραφο της απόφασης. Από την έκθεση επίδοσης δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία περί του ότι δέκτης της γνωστοποίησης της επίδοσης της οριστικής απόφασης είναι η αναιρεσείουσα, αφού αναφέρεται ότι η παράδοση του επιδιδόμενου αντιγράφου της απόφασης στον αναφερόμενο γίνεται, εκτός των λοιπών ιδιοτήτων του, και υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της αναιρεσείουσας, και έτσι προσδιορίζεται σαφώς ότι η γνωστοποίηση της απόφασης γίνεται προς την αναιρεσείουσα, την οποία αφορά αυτή.
Εφόσον δε δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του υποκειμένου της γνωστοποίησης, στερείται δικονομικής σημασίας το ότι η επίδοση αναφέρεται ευθέως στο φυσικό πρόσωπο στο οποίο γίνεται η παράδοση της απόφασης, αφού τούτο συμβαίνει λόγω της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου του παραλήπτη της απόφασης νομικού προσώπου.
Εξάλλου, ανεξάρτητα από το ότι η επίδοση στον Χ. Κ. γίνεται με πολλαπλή ιδιότητα αυτού, αρκεί για την τελείωση αυτής η επίδοση ενός μόνο αντιγράφου της επιδιδόμενης απόφασης. Περαιτέρω, ο ανωτέρω φέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο της επίδοσης, λόγω της ιδιότητας του εκκαθαριστή, η οποία δεν αμφισβητείται, συνεπεία της οποίας ήταν και νόμιμος εκπρόσωπός της.
Δεν ήταν αναγκαίο να αναγράφεται στην έκθεση επίδοσης ο τρόπος με τον οποίο διορίστηκε ως εκκαθαριστής της αναιρεσείουσας. Επίσης, η γενόμενη επίδοση φέρει τα αποτελέσματά της, ανεξαρτήτως του ότι υπήρχαν και άλλοι δύο εκκαθαριστές της αναιρεσείουσας, αφού αρκεί η επίδοση στον ένα των εκκαθαριστών. Ουδόλως γίνεται επίκληση ότι είχε διατυπωθεί ισχυρισμός ότι άλλο πρόσωπο είχε οριστεί αρμόδιο για την παραλαβή των εγγράφων που απευθύνονταν στην αναιρεσείουσα ή ότι παρά την ιδιότητα του εκκαθαριστή ο Χ.
Κ. δεν ήταν και εκπρόσωπος αυτής ή αρμόδιος για την παραλαβή δικογράφων. Επομένως, με την ως άνω επίδοση της οριστικής απόφασης έχει τελειωθεί ο σκοπός της επίδοσης, ήτοι η γνωστοποίηση στο δέκτη της επίδοσης, την αναιρεσείουσα, για την έκδοση της οριστικής απόφασης και από την επίδοση αυτή αρχίζει η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της έφεσης κατά της απόφασης.
Ακολούθως η άνω έφεση της αναιρεσείουσας, που, όπως προαναφέρθηκε, ασκήθηκε την 31.7.2013 ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 9.3.2017 αίτηση για αναίρεση της 31/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική …./13.3.2017 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου.
Δικαστικά έξοδα υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε, πλην δεν κατέθεσε προτάσεις δεν θα επιδικαστούν, ελλείψει σχετικού αιτήματος (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.3.2017 αίτηση της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 31/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ