Legislator Giurisprudenza & Legislazione
932/2015 Generato dall'IA

Supreme Court annuls lower court ruling for unconstitutional discrimination against public hospital employees regarding pension benefits.

Numero d'incarto 932/2015
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court annulled the Regional Court of Crete's decision awarding pension benefits to certain public hospital staff while excluding others. The plaintiffs argued this created an unconstitutional distinction based on employment dates, violating the principle of equality before the law. The Court agreed that the lower court failed to justify the differential treatment, thereby ruling the specific awarding portion invalid while retaining the case for retrial.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Article 4 of the Constitution; The principle of equality before the law prohibits arbitrary distinctions between categories of public employees regarding pension entitlements unless justified by objective public interest.

Parole chiave

Generato dall'IA
constitutional equality public hospital staff pension discrimination unconstitutional distinction Article 4 Constitution annulment of judgment retrial procedure

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 4 of the Constitution
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 7(2) of Decree-Law 496/1974
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 65(1) of Law 4139/2013
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 932 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 932/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ "Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", ως διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κουκλάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Π. Π., έως και 37) Ε. Γ., απάντων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Κεζέμπογλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 142/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-3-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Υπό την έννοια αυτή, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, με την εισαγωγή εξαιρέσεων ή τη δημιουργία διακρίσεων, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η πραγματική συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, με αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, κάποια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και, γενικώς, μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (ΟλΑΠ 9/2004, 28/1992).

Είναι, βέβαια, αυτονόητο το ότι η αδικαιολόγητη διάκριση ενδέχεται να επέρχεται και εμμέσως, ήτοι με τη μη πρόβλεψη της χορήγησης κάποιας παροχής σε μισθωτούς, οι οποίοι απασχολούνται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με εκείνους, προς τους οποίους έγινε η χορήγηση. Εν τούτοις, εάν η χορήγηση της παροχής έγινε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών παρεχόμενης εξουσιοδοτήσεως προς όργανα της δημόσιας Διοίκησης, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι δυνατή, διότι η ως άνω συνταγματική διάταξη δεν κατοχυρώνει ισονομία στην παρανομία (ΟλΣτΕ 95/2013, ΑΠ 304/2011, ΑΠ 38/2011).

2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που συνδέονται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με σχέση δημοσίου δικαίου (άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2738/1999), ήτοι των ζητημάτων, τα οποία, λόγω συνταγματικών περιορισμών, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ), σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά το άρθρο 13 παρ.2 του ίδιου νόμου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί ΣΣΕ, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφ' όσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως.

Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατό να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. (...) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002".

3. Επειδή, από τις διατάξεις, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, συνάγεται ότι οι εκεί καθοριζόμενοι υπουργοί και ο κατά περίπτωση αρμόδιος συνάδελφός τους δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, κοινές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επεκτάσεως των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, ομοίως, της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία, πάντως, δεν μπορούσε να υπερβαίνει, κατά μήνα, το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Εξ άλλου, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως ήταν, εν όψει των οριζομένων στην παρ.3 άρθρου 14 του ίδιου νόμου, καθώς και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, το να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη, πρόσθετη, μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το εν λόγω ποσό.

Σε περίπτωση υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη, πρόσθετη, μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. Εν όψει των ανωτέρω, η ενδεχόμενη παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει, στο πλαίσιο της παρασχεθείσας διακριτικής ευχέρειας, την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορηγήσεως της ένδικης, ειδικής παροχής, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων.

Και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη, πρόσθετη, μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (ΟλΣτΕ 95/2013). Ως εκ τούτου, οι έκτοτε δημοσιευθείσες ΚΥΑ, με τις οποίες επεκτάθηκε η χορήγηση της ένδικης, ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, συνδεομένων με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση όχι μόνο δημοσίου, αλλά και ιδιωτικού δικαίου, των οποίων, απλώς, οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", αλλά παρά το γεγονός ότι αφ' ενός δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της μη λήψεως άλλης, πρόσθετης, μισθολογικής παροχής και αφ' ετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και ελέγχονται ως μη σύννομες.

4. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ.4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Ακόμη, με το άρθρο 24 παρ.3 του ν. 3205/2003, ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του.

Για να μη γίνει χειρότερη, όμως, η μισθολογική θέση των υπαλλήλων, στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 ορίστηκε ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση είχε την έννοια της διατήρησης του πραγματικού ύψους των ως άνω, καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος, αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος. Και, βέβαια, η διατήρηση της ειδικής παροχής ως προσωπικής διαφοράς τελούσε υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι μέχρι την 31-12-2003 η χορήγησή της γινόταν νομίμως.

Υπό την αυτή προϋπόθεση τελεί και η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ.3 του νεότερου ν. 3336/2005, σύμφωνα με την οποία "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, οι νέοι υπάλληλοι δικαιούνται την προσωπική διαφορά για να μη βρεθούν σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τους παλαιοτέρους συναδέλφους τους, εφ' όσον, βέβαια, οι τελευταίοι τη λαμβάνουν νομίμως.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη, από 16-7-2008 αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι συνδέονται με το εναγόμενο τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων", στη θέση του οποίου υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον νοσοκομείο, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου και ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2001 μέχρι την άσκηση της αγωγής, εντός του οποίου πρόσφεραν ανελλιπώς τις υπηρεσίες τους αμειβόμενοι σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997 και συναφείς μεταγενέστεροι), ουδέποτε έλαβαν την ένδικη, ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, διότι ουδέποτε εκδόθηκε ΚΥΑ που να προβλέπει τη χορήγησή της στον κλάδο των υπαλλήλων, στον οποίο υπάγονται.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι, κυρίως, την υπέρ αυτών εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισονομίας και, επικουρικώς, τη ζημιογόνο ως προς αυτούς παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, οι ενάγοντες ζητούν την καταψήφιση του τελευταίου σε καταβολή της ειδικής παροχής του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3016/2002 από την ως άνω ημερομηνία μέχρι την 30-9-2007 (ως πιθανή ημέρα συζήτησης της αγωγής), συνολικού ποσού 14.960 ευρώ για τον καθένα από αυτούς, πλην των 11ου, 25ης, 29ης και 33ης, για τον καθένα από τους οποίους ζητείται συνολικό ποσό 12.232 ευρώ.

Παρατηρείται, όμως, ότι, κατά τις διατάξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις, η αγωγή είναι μη νόμιμη. Διότι, ως προς την κυρία βάση αυτής, αφ' ενός μεν η αρχή της ισονομίας δεν ωφελεί τους ενάγοντες, λόγω του ότι επέκταση στη δική τους περίπτωση των ρυθμίσεων που είχαν συντελεσθεί καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3016/2002 δεν μπορεί να γίνει (αφού δεν νοείται ισονομία στην παρανομία), αφ' ετέρου δε δεν συντρέχει γι' αυτούς η προϋπόθεση της νόμιμης χορήγησης της ειδικής παροχής μέχρι την 31-12-2003.

Και περαιτέρω, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, η άρνηση των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, να χορηγήσουν την παροχή χωρίς την ύπαρξη ΚΥΑ, δεν ήταν παράνομη. Το Εφετείο Κρήτης, ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το μη παραγραμμένο μέρος των ενδίκων αξιώσεων και επιδίκασε τον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 7.920 ευρώ, πλην των 11ου, 25ης, 29ης και 33ης, στον καθένα από τους οποίους επιδίκασε το ποσό των 5.456 ευρώ (ήτοι, όσα είχαν επιδικασθεί και πρωτοδίκως) με τον τόκο που ισχύει προνομιακά για τις σε βάρος των ΝΠΔΔ απαιτήσεις (άρθρο 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ").

Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτους από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

6. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα του πρώτου από τους λόγους της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Νοσοκομείου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψη στο σύνολό της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, που ευδοκίμησαν, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, στο σύνολό τους, τα εν γένει δικαστικά έξοδα, λόγω της διχογνωμίας που είχε παρατηρηθεί κατά τα τελευταία έτη ως προς την αληθινή έννοια των διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 142/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως και ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 3/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 19-3-2007 αγωγή.- Και

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων, τα εν γένει δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ