Legislator Giurisprudenza & Legislazione
932/2009 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal in marital property case, upholding lower court's award of shares and cash to wife.

Numero d'incarto 932/2009
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a marital property dispute. The lower court awarded the wife 20,908 shares and over 1 million euros, recognizing her significant contribution to the husband's asset increase through domestic labor and childcare. The appellate court found the first instance judgment legally sound and rejected the appellant's arguments regarding the calculation of the wife's contribution.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 1400 of the Civil Code; Article 54 of Law 1329/1983: In cases of marital dissolution, a spouse who contributed to the increase of the other's assets is entitled to a share of that increase, presumed to be one-third unless proven otherwise, excluding gifts received.

Parole chiave

Generato dall'IA
marital property division contribution to asset increase presumed contribution rate exclusion of gifts appellate review standard domestic labor valuation matrimonial compensation

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 1400 of the Civil Code
Article 54 of Law 1329/1983
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 932 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 932/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χαρίλαο Βερβενιώτη, Ιωάννη Βρέλλο και Δημήτριο Ιωσήφ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 13.2.2009 δήλωση για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ, παρίσταται αυτοπροσώπως και την εκπροσωπεί.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8 Νοεμβρίου 2003 και 12 Μαΐου 2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:405/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 403/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του ως και τους από 30 Ιουλίου 2008 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και αυτοί του δικογράφου των προσθέτων λόγων.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54§1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 1329/1983 "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά. Από την αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου ό,τι αυτός απέκτησε από δωρεά του άλλου και δεν αποδίδεται η αύξηση αυτή, κατά την ως άνω διάταξη, ως αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.

Ότι η έννοια της διατάξεως είναι αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου από δωρεά τρίτου δεν οφείλεται σε συμβολή του άλλου συζύγου. Περαιτέρω η αναγνώριση, εκ μέρους του υποχρέου σε απόδοση αποκτημάτων συζύγου, της συμβολής του άλλου στην απόκτηση αυτών, συνεστώτος του γάμου, δεν πάσχει ακυρότητα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Οι ορισμοί της διατάξεως αυτής εφαρμόζονται και όταν κατά νόμον (άρ. 369 ΑΚ) ή κατ' ειδική διάταξη νόμου, για τη σύναψη της συμβάσεως απαιτείται ορισμένος τύπος.

Συνεπώς άκυρη, ως εικονική, δύναται να είναι και σύμβαση συστάσεως ανώνυμης εταιρίας, διότι δεν εμποδίζεται η εικονικότητα και όταν η δήλωση βουλήσεως έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου εγκρίθηκε από τη διοίκηση και καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε. Είναι διάφορο το ζήτημα της άκυρης σύστασης ανώνυμης εταιρίας που ρυθμίζεται από το άρθρο 4α§1 στοιχ.

δ'του Ν. 2190/1920, όπως αντικ. με το άρθρο 5 του ΠΔ 409/1986 και δεν αποκλείει την ακυρότητα της συστάσεως αυτής λόγω εικονικότητας. Άλλωστε, προκειμένης συστάσεως ανώνυμης εταιρίας από δύο πρόσωπα, εκ των οποίων το ένα συμμετέχει σε αυτή εικονικώς, αυτή είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 4 α και 8§1 του Ν. 2190/1920, αφού για τη σύστασή της ενεργεί ένα μόνο πρόσωπο.

Στην περίπτωση αυτή η επιχείρηση δεν είναι εταιρική αλλά ατομική. Οι εκδιδόμενες μετοχές είναι εικονικές και ανήκουν στον μοναδικό ιδρυτή της Α.Ε., στον οποίο ανήκουν και όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται στο όνομα της εταιρίας. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες και μόνον εφήρμοσε, επίσης ορθώς.

Επομένως οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος του κυρίου δικογράφου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.- Επειδή, με την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ζητήθηκε η απόδοση αποκτημάτων από τη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της. Ο προσδιορισμός της αξίας αυτής γίνεται για το χρόνο γενέσεως της αξιώσεώς της, δηλαδή για μετά την πάροδο τριετίας από τη διάσταση, η οποία επήλθε στις 21-4-2001 και συνεπώς η αξίωση γεννήθηκε από 21-4-2004, δηλαδή πριν από την γενομένη στις 11-3-2005 πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος, για το οποίο μπορεί να ζητηθεί δικαστική προστασία που οδηγεί σε άμεση καταδίκη, σύμφωνα με τα άρθρα 68, 69, 224, 269 και 281 Κ.Πολ.Δ. (Ολομ.

ΑΠ 2/1994). Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο το έτος 1974, στην Αθήνα. Από αυτόν απέκτησαν τρία τέκνα, τα οποία είναι ήδη ενήλικα.

Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου η ενάγουσα εργαζόταν ως δικηγόρος με αντιμισθία στο δικηγορικό γραφείο του Γ, του οποίου, μετά την εκλογή του ως βουλευτή, κατά το έτος 1974, διετέλεσε και ιδιαίτερη γραμματέας, διεκπεραιώνοντας παράλληλα και τις υποθέσεις του δικηγορικού γραφείου αυτού.

Κατά το έτος 1975 επεδίωξε και διορίσθηκε διοικητική υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με ετήσιες αποδοχές 30.880 δραχμών. Από αυτό συνάγει ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι αποδοχές της από την εργασία της ως δικηγόρου και γραμματέως του Γ, ήταν μικρότερες από το ως άνω ποσό των 30,880 δρ. ετησίως.

Κατά τα έτη 1975 έως 1986, η ενάγουσα εργάσθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο και έλαβε για μισθούς, που ήταν και τα μοναδικά εισοδήματά της κατά το χρονικό αυτό διάστημα, τα εξής καθαρά χρηματικά ποσά : 1) 1976 : 30.880 δραχμές, 2) 1977: 112.410 δραχμές, 3) 1978: 168.434 δραχμές, 4) 1979: 209.767 δραχμές, 5) 1980: 267.115 δραχμές, 6) 1981: 374.891 δραχμές, 7) 1982: 497.350 δραχμές, 8) 1983: 530.962 δραχμές, 9) 1984: 641.286 δραχμές, 10) 1985: 787.268 δραχμές και 11) 1986: 1080.788 δραχμές.

Ακoλούθως η ενάγουσα προσελήφθη από την ανώνυμη εταιρεία που είχε συστήσει ο εναγόμενος με τον αδελφό του, αρχικώς ως μαθητευόμενη, στη συνέχεια ως υπάλληλος επί της υποδοχής (receptionist) και από το έτος 1990 ως διευθύντρια, αποκομίζοντας τα παρακάτω ποσά, όπως αυτά προκύπτουν από τις βεβαιώσεις αποδοχών της ως άνω εταιρείας: 1) 1987: 345.332 δραχμές, 2) 1988: 575.375 δραχμές, 3) 1989:736.137 δραχμές, 4) 1990: 951.473 δραχμές, 5) 1991: 1.132.928 δραχμές, 6) 1992: 1.310.791 δραχμές, 7) 1993: 1.518.495 δραχμές, 8) 1994: 1.587.760 δραχμές, 9) 1995: 1.060.270 δραχμές, 10) 1996: 2.968.844 δραχμές, 11) 1997: 4.909.864 δραχμές, 12) 1998: 5.515.325 δραχμές, 13) 1999: 5.503.479 δραχμές, 14) 2000: 5.597.426 δραχμές και 15) 2001: 6.780.986 δραχμές.

Ο εναγόμενος, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός, αφού έκαμε έναρξη επαγγέλματος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ το έτος 1971, συνεργάσθηκε με τις τεχνικές εταιρείες "ΞΕΚΤΕ Α.Ε"(1970-1971) με καθαρές αποδοχές κατά το έτος 1971: 43.337 δραχμές και την "ΑΕΤΕ-ΗΡΑΚΛΗΣ"( 1972-1973), ανάδοχο του έργου "Αρδευτικό Γραβιάς Παρνασσίδος", του οποίου ήταν εργοταξιακός μηχανικός, με καθαρές αποδοχές κατά τα έτη 1972 και 1973: 155.000 και 133.525 δραχμές αντίστοιχα.

Κατά το διάστημα 1974-1975 ο εναγόμενος ατομικώς και σε κοινοπραξία με τον ..., ως εργολάβος δημοσίων έργων, εξετέλεσε τα ακόλουθα δημόσια έργα, συνολικής δαπάνης 16.700.000 δραχμών και συγκεκριμένα: 1) επισκευή 102ου Δ.Σ. Αθηνών (δαπάνη 200.000 δραχμές), 2) περίφραξη νεκροταφείου Αγίου Στεφάνου και Κοιν. Πολυδενδρίου (δαπάνη 1.500.000 δραχμές), 3) προσθήκη διόροφου κατ' επέκταση υφισταμένου ιδρύματος προστασίας κωφαλάλων, του Εθνικού Ιδρύματος Κωφαλάλων ( δαπάνη 4.500.000 δραχμές) 4) περίφραξη τμήματος οδού Ταξίλης Παν/λεως Ζωγράφου του Πανεπιστημίου Αθηνών (δαπάνη 5.500.000 δραχμές), 5) επισκευή 1ου Δ.Σ, Χαλανδρίου (δαπάνη 500.000 δραχμές) και 6) προσθήκη β' ορόφου στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο ( δαπάνη 4.500.000 δραχμές).

Τα ποσά δε αυτά δεν αποτελούν καθαρά εισοδήματά του. Επίσης ο εναγόμενος πριν από το γάμο τους είχε αποκτήσει με χρήματα του πατέρα του (γονική παροχή) και για κοινωνική και επαγγελματική του αποκατάσταση ένα ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, τύπου LANCIA FULVIA, αξίας 106.000 δραχμών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος, κατά τα πρώτα έτη του γάμου τους, είχε μεγαλύτερα εισοδήματα από την ενάγουσα και η αναλογία των δυνάμεων τους, αφού υπολογισθεί και η αποτιμητή σε χρήμα συνεισφορά των προσωπικών υπηρεσιών της εναγομένης στο συζυγικό οίκο και για ανάγκες ανατροφής και επιμέλειας του πρώτου τέκνου τους, που αποκτήθηκε κατά το διάστημα αυτό, ήταν τουλάχιστον 1/2.

Η ενάγουσα συνεισέφερε στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών με την καταβολή του μεγαλύτερου μέρους του μισθού της όπως αυτός παραπάνω προσδιορίσθηκε και ο οποίος κατά το διάστημα αυτό ήταν αδύνατο να καλύψει εξ ολοκλήρου τις οικογενειακές ανάγκες, εάν ληφθεί υπόψη ότι το μηνιαίο μίσθωμα, της μισθωμένης από τους διαδίκους κατοικίας, ανερχόταν σε 3.200 δραχμές και οι ετήσιες καθαρές αποδοχές της ανέρχονταν στα ως άνω ποσά, αλλά και με την παροχή της προσωπικής της εργασίας στην οικία και με την επιμέλεια και φροντίδα τέκνου τους, αποτιμωμένης στο 1/3 περίπου του μηνιαίου μισθού της.

Ο εναγόμενος, ο οποίος από την εργασία του, είχε κατά μέσο όρο μεγαλύτερα εισοδήματα, κάλυπτε και αυτός μέρος των οικονομικών αναγκών της οικογένειας, συνεισφέροντας ανάλογα προς τις δυνάμεις του χρηματικά ποσά, ενώ αποδεικνύεται αναληθής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι με δικά της αποκλειστικά χρήματα εσυντηρείτο η οικογένειά τους, γεγονός που ήταν αντικειμενικώς αδύνατο ενόψει των συνομολογουμένων και από την ίδια, ως άνω αποδοχών της.

Ο εναγόμενος, κατά το έτος 1974, κατέβαλε με δικά του χρήματα το τίμημα για την αγορά των επίπλων και συσκευών της κατοικίας τους, δηλαδή της βασικής επίπλωσης εξ 132.100 δραχμών, κατέβαλε το μίσθωμα της κατοικίας τους, ενώ επίσης με δικά του χρήματα αγοράσθηκαν, πλην των ανωτέρω και τα αναγκαία μικροέπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές και είδη οικιακού ιματισμού.

Κατά το έτος 1977 η ενάγουσα, μετά από προτροπή του εναγομένου, δέχθηκε να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να εγκατασταθούν στο Ηράκλειο, τόπο καταγωγής του εναγομένου, προκειμένου ο τελευταίος να ανελιχθεί γρηγορότερα επαγγελματικά στο χώρο των δημοσίων έργων, όπου υπήρχαν γι' αυτόν καλύτερες προοπτικές για επιτυχή επαγγελματική σταδιοδρομία, έχοντας και τη στήριξη του ήδη επιτυχημένου και καταξιωμένου στο χώρο αυτό πατέρα του.

Έτσι από τότε εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο, αφού η ενάγουσα πέτυχε μετάθεση σε αντίστοιχη θέση στην πόλη αυτή, προκειμένου να ακολουθήσει τον εναγόμενο. Οι σχέσεις όμως των διαδίκων διαταράχθηκαν σοβαρά μετά την, εγκατάστασή τους στο Ηράκλειο, εξαιτίας της αντισυζυγικής συμπεριφοράς του εναγομένου, ο οποίος άρχισε να επιδεικνύει αδιαφορία για το πρόσωπο της ενάγουσας, εφέρετο σ' αυτήν περιφρονητικά όταν βρίσκονταν με τρίτους και ενόψει του ότι εκείνη ζούσε μακριά από το οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον, δημιουργούσε συναισθηματική ανασφάλεια σ' αυτήν, η οποία δεν είχε τη στοιχειώδη στήριξή του στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε κατά την ανατροφή των τέκνων τους.

Έτσι το 1985 αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη συζυγική οικία και με τις δύο θυγατέρες τους να μετοικήσει στην Αθήνα, επιτυγχάνοντας την απόσπασή της εκεί. Ο εναγόμενος, αναγνωρίζοντας εν συνεχεία τα παραπτώματά του, ζήτησε από την ενάγουσα να επιστρέψει στη συζυγική οικία στο Ηράκλειο. Συνάμα δε, αναγνωρίζοντας και τη συνεισφορά της στην ίδρυση του ξενοδοχείου, που θα αναφερθεί παρακάτω, καθώς και την, πέραν της κατά νόμο, συνεισφορά της στα οικογενειακά βάρη, την παραίτησή της από την άσκηση της δικηγορίας και αργότερα από το Ελεγκτικό Συνέδριο, υποσχέθηκε σε αυτήν τον Αύγουστο του ίδιου έτους 1985, ότι θα της μεταβιβάσει 10.000 μετοχές της παρακάτω εταιρείας "ΘΗΤΑ Α.Ε", το κεφάλαιο της οποίας είχε τότε αυξηθεί σε 81.500.000 δραχμές, διαιρεμένο σε 81.500 μετοχές, εκ των οποίων οι μισές ανήκαν σε αυτόν.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ευαγγελίας Οικονόμου οι γονείς του εναγομένου ... και ... δώρησαν σε αυτόν το μισό εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 485,03 τ.μ. που βρίσκεται στην πόλη του Ηρακλείου, αξίας 10.000.000 δραχμών. Το άλλο μισό δώρησαν στον αδελφό του εναγομένου Β.

Στο οικόπεδο αυτό οι δύο συνιδιοκτήτες αποφάσισαν να ανεγείρουν ξενοδοχείο και να ιδρύσουν ανώνυμη εταιρεία με μοναδικούς μετόχους τους ίδιους. Έτσι με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 4350/16-12-1982 ΦΕΚ, ύστερα από καταχώρηση στο οικείο βιβλίο της Νομαρχίας Ηρακλείου, ιδρύθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία ΘΗΤΑ Α.Ε".

Το κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε σε δραχμές, διαιρεμένο σε 45.000 μετοχές, αξίας 1000 δραχμών εκάστη, ενώ τον Αύγουστο του ιδίου έτους (1985), κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων, το κεφάλαιο της εταιρείας είχε αυξηθεί σε 81.500.000 δραχμές. Ο εναγόμενος κάλυψε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας το 1982 με καταβολή μετρητών και εισφορά του καθαρού ενεργητικού της συγχωνευθείσης στην ανώνυμη εταιρεία και μετατραπείσης ατομικής τουριστικής και ξενοδοχειακής του επιχείρησης, όπως αυτή εκτιμήθηκε από την επιτροπή του άρθρου 9 του Ν. 2190/1920 .

Έκτοτε ο εναγόμενος κατέβαλε εξ ιδίων: α) 5.650.000 δραχμές (απόφ. Δ.Σ ...), β) 5.000.000 δραχμές (απόφ. Δ.Σ, ...) και γ) 7.500.000 δραχμές (απόφ. Δ.Σ, ...), που έχουν νόμιμα δημοσιευθεί στα οικεία ΦΕΚ, προς κάλυψη της αναλογίας του στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου από αναπροσαρμογή παγίων κεφαλαίων, που αποφασίσθηκαν με σχετικές αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των μετόχων.

Περαιτέρω, για τις ανάγκες του ξενοδοχείου η ανώνυμη εταιρεία έλαβε τα παρακάτω τραπεζικά δάνεια από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος: α) τοκοχρεωτικό δάνειο 36.400.000 δραχμών και β) συμπληρωματικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο 4.500.000 δραχμών. Για τα δάνεια αυτά έδωσαν ο εναγόμενος και ο άλλος μέτοχος αδελφός του Β, προσωπικές εγγυήσεις και υποθήκη ακινήτου τους.

Τα δάνεια αυτά εξοφλήθηκαν κατά τα έτη 1998 και 1999 με χρήματα της ανώνυμης εταιρείας. Η ενάγουσα από την εγκατάσταση τους στο Ηράκλειο, συνέβαλε στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, εξακολουθώντας να καταβάλει τα 2/3 και πλέον από τον μισθό της για την κάλυψη αυτών, αφού, όπως ειδικότερα προέκυψε, από την ανώμοτη κατάθεσή της, αλλά και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με δική της επιμέλεια, διέθετε το μεγαλύτερο μέρος από τα εισοδήματά της για την οικογένεια της, ενώ για προσωπικά της έξοδα, κατέβαλλε ελάχιστα, προσέφερε αποκλειστικά τις αποτιμητές σε χρήμα υπηρεσίες της για τη φροντίδα του εναγομένου και για όλες τις λοιπές οικιακές εργασίες.

Οι τελευταίες αυτές, προσφερόμενες από την ενάγουσα υπηρεσίες, αποτιμώνται στο ποσό των 600 ευρώ περίπου, μετά από αναγωγή σε σημερινές τιμές. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με βάση τα εισοδήματα της ενάγουσας, ναι μεν ήταν εξ αντικειμένου αδύνατο να καλύπτει αυτή το σύνολο των οικογενειακών αναγκών, οι οποίες ήταν πράγματι αυξημένες, ωστόσο εκείνη, εξαντλώντας τις δυνάμεις της για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειάς της, είτε με την καταβολή των 2/3 και πλέον του μισθού της, είτε με την παροχή των παραπάνω προσωπικών υπηρεσιών της, εξήρχετο από τη νόμιμη υποχρέωση της για συνεισφορά εκ μέρους της αναλόγου προς τις δυνάμεις της, μέρους του μισθού της και των αποτιμητών σε χρήμα προσωπικών υπηρεσιών.

Το ότι ο εναγόμενος, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά της ενάγουσας στην ίδρυση και τη λειτουργία του ξενοδοχείου, καθώς και όλα τα παραπάνω στοιχεία, υποσχέθηκε σε αυτήν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, να της μεταβιβάσει 10.000 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας "ΘΗΤΑ Α.Ε", το ότι δε εκείνος αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην κατά μετοχές αύξηση της περιουσίας του κατά ποσό ενός τετάρτου των επ'ονόματί του μετοχών, το οποίο αντιστοιχούσε στα 2/8 της όλης ξενοδοχειακής επιχείρησης, προέκυψε και εκ του ότι ανέθεσε σε αυτήν τη σύνταξη σχετικού συμφωνητικού.

Το συμφωνητικό δε αυτό, το οποίο με επίκληση προσκομίζει η ενάγουσα σε φωτοαντίγραφο, συντάχθηκε από δικηγόρο της επιλογής της και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο "... Ο Χ1 είναι συνιδρυτής μαζί με τον Β της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εταιρεία ΘΗΤΑ Α.Ε", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης.

Στο κεφάλαιο της εταιρείας αυτής, που είναι 81.500.000 συμμετέχει ο Χ1 κατά το μισό, δηλαδή με δραχμές 40.750.000 και μέλλει να πάρει γι' αυτό σαράντα χιλιάδες επτακόσιες πενήντα (40.750) μετοχές της εταιρείας, όταν αυτές εκδοθούν. Από τις παραπάνω μετοχές που μέλλει να πάρει ο Χ1 συμφωνείται να μεταβιβάσει προς την Ψ1 δέκα χιλιάδες (10.000) μετοχές (σε δύο τίτλους των 5.000 μετοχών) αντί τιμήματος δραχμών δέκα εκατομμυρίων (10.000.000).

Επειδή δε το αντίτιμο των μετοχών αυτών των 10.000.000 δραχμών έχει εισπράξει ήδη ο Χ1 από την Ψ1 αυτός εκχωρεί και μεταβιβάζει από τώρα στη δεύτερη συμβαλλόμενη λόγω πωλήσεως το μετοχικό του δικαίωμα όσον αφορά τις παραπάνω 10.000 μετοχές. Παρέδωσε δε προς αυτήν και τον αντίστοιχο προσωρινό τίτλο με τη σημείωση επ' αυτού ότι έγινε η μεταβίβαση του ενσωματωμένου σ' αυτόν μετοχικού δικαιώματος.

Και έτσι από σήμερα η Ψ1 γίνεται μέτοχος της παραπάνω εταιρείας με συμμετοχή στο κεφάλαιό της κατά δέκα εκατομμύρια (10.000.000) και δικαιούχος των δέκα χιλιάδων μετοχών που αντιστοιχούν σ' αυτό. Επειδή δε οι μετοχές δεν έχουν εκδοθεί ακόμη, οι δύο συμβαλλόμενοι εδώ συμφωνούν και δίνουν μ' αυτό τους το συμφωνητικό την εντολή στην εταιρεία από τις μετοχές που θα εκδώσει δύο τίτλους των 5.000 μετοχών η κάθε μία να εκδώσει στο όνομα της Ψ1 (γιατί κατά το καταστατικό της οι μετοχές της είναι ονομαστικές) και να τις παραδώσει απευθείας σε αυτή.

Μέχρι να εκδοθούν και μοιρασθούν στους μετόχους οι μετοχές της εταιρείας οι παραπάνω Χ1 και Ψ1 καλούν την εταιρεία να ενημερώσει το βιβλίο μετόχων της για την εκχώρηση και μεταβίβαση που έγινε από τον Χ1 στην Ψ1 των μετοχικών του δικαιωμάτων για τις δέκα χιλιάδες μετοχές, αναγράφοντας στο βιβλίο αυτό σαν μέτοχο με δέκα χιλιάδες μετοχές την Ψ1 και να αναγνωρίζει από σήμερα και στο εξής αυτή σαν μέτοχό της στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων των μετόχων για τις μετοχές αυτές.

Οι παραπάνω συμβαλλόμενοι συνομολογούν και συναποδέχονται όλα τα ανωτέρω και παραιτούνται οποιουδήποτε δικαιώματος για προσβολή ή ακύρωση του συμφωνητικού αυτού". Ως τόπος συντάξεως του ως άνω συμφωνητικού αναφέρεται το Ηράκλειο και ημερομηνία ".....8/1985". Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το συμφωνητικό αυτό έχει υπογράψει ο εναγόμενος, ο οποίος έχει κρατήσει και το πρωτότυπο, ενώ σ' αυτήν έχει περιέλθει ανυπόγραφο αντίγραφο.

Αντίθετα, ο εναγόμενος αρνείται την ύπαρξη τέτοιου συμφωνητικού και στις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι "η αντίδικος μου κατέστησε σαφές ότι εάν θέλω να επιστρέψει στο Ηράκλειο θα πρέπει να αποκτήσει και αυτή κάποια περιουσία για να μη νοιώθει ανασφάλεια....Στα πλαίσια αυτά η αντίδικος με επίεσε να της μεταβιβάσω (χωρίς αντάλλαγμα φυσικά) 10.000 μετοχές της εταιρείας ΘΗΤΑ Α.Ε, όπως αυτή καθόρισε αυθαίρετα και ετσιθελικά......".

Εξάλλου η ενάγουσα κατά την ανώμοτη εξέτασή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι ο εναγόμενος, για τυπικούς λόγους, πρότεινε σε αυτήν τη σύνταξη του συμφωνητικού, ότι αυτό υπογράφηκε από τον εναγόμενο, ο οποίος φεύγοντας από την οικία πήρε το υπογεγραμμένο για να το καταθέσει στην εταιρεία.

Ανεξάρτητα όμως της υπογραφής ή μή του συμφωνητικού από τον εναγόμενο, αυτό αποτελεί ισχυρό τεκμήριο διαλόγου μεταξύ τους για το αναφερόμενο σ' αυτό θέμα, λαμβανομένων δε υπόψη: 1) της ως άνω καταθέσεως της ενάγουσας και 2) της από 12-8-1985 ιδιόγραφης επιστολής του προς αυτήν, η οποία φέρει την υπογραφή του και στην οποία αναφέρει "Ψ1....

Υπάρχει εκκρεμότητα πιστοποίησης για την 3η αύξηση. Οι δημοσιεύσεις των 2ης και 3ης (ΦΕΚ) πρέπει να υπάρχουν, μπορείς να τις πάρεις από την οδό Σολωμού (Εθν. Τυπογρ). Τις μετοχές θα υπογράψει, ο Β κι εγώ. Οι μετοχές που θα σου μεταβιβαστούν θα είναι 2X5000 = 10.000 μετοχές". Τέλος δε στην επιστολή με κεφαλαία γράμματα της αλφαβήτου αναφέρεται "Μη το παραμελήσεις για να κλείνει το θέμα", το Δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την μεταβίβαση προς την εξ αυτών ενάγουσα των παραπάνω μετοχών, ως αντάλλαγμα για τις ως άνω υπηρεσίες της.

Ενόψει δε της αποκαταστάσεως των σχέσεων των διαδίκων η ενάγουσα δεν ενδιαφέρθηκε για την τυπική κτήση των μετοχών και έμενε ικανοποιημένη με το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε αναγνωρίσει τη συμβολή της στη δημιουργία του ξενοδοχείου, ουδέποτε δε πίστευε ότι ο γάμος της θα κατέληγε σε λύση με διαζύγιο, ώστε να ενδιαφερθεί και για την τυπική κτήση των μετοχών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας εκ 45.000.000 δραχμών αυξήθηκε: 1) στις 10-10-1983 κατά 11.500.000 δραχμές, 2) στις 18-10-1984 κατά 10.000.000 δραχμές και 3) στις 30-4-1985 κατά 15.000.000 δραχμές.

Συνεπώς τον Αύγουστο 1985 που ο εναγόμενος υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στην ενάγουσα τις 10.000 μετοχές, ο συνολικός αριθμός τους είχε ανέλθει σε 81.500 μετοχές, από τις οποίες οι 40.750 μετοχές ανήκαν στον εναγόμενο. Εν συνεχεία το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυξήθηκε : 1) στις 15-12-1989 κατά 32.930.000 δραχμές και οι μετοχές ανήλθαν σε 114.430, 2) στις 30-6-1997 κατά 54.390.000 δραχμές και οι μετοχές ανήλθαν σε 168.820 δραχμές και 3) στις 3-6-2001 κατά 5.415.570 δραχμές και οι μετοχές ανήλθαν σε 174.234 εκ των οποίων οι μισές 81.117 μετοχές (174.234:2)ανήκαν στον εναγόμενο. Σύμφωνα με ρητό όρο του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας και των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων, οι μετοχές που θα προερχόταν από τις εκάστοτε αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου θα διανέμονταν μεταξύ των μετόχων κατ' ανα- λογία της συμμετοχής του καθενός στο μετοχικό κεφάλαιο (άρθρο 6 του καταστατικού).

Συνεπώς οι μετοχές, που θα μεταβίβαζε ο εναγόμενος στην ενάγουσα, σύμφωνα με την ως άνω συμφωνία, αυξάνονταν ανάλογα με κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Έτσι κατά την τελευταία αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου στις 30-6-2001 ανήλθαν σε 21378 (87.117 Χ 10.000 : 40.750) από τις οποίες η ενάγουσα ζητεί τις 20.908 μετοχές. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας ανήλθε στο 1/4 περίπου της αυξήσεως.

Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία με το ως άνω περιεχόμενο και περαιτέρω ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου αναφορικά με την κτήση και την αύξηση της αξίας της συμμετοχής του στην ανώνυμη εταιρία "ΘΗΤΑ Α.Ε." κατά το ένα πέμπτο (1/5), έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τον οικείο λόγο της εφέσεως της ενάγουσας και απέρριψε τον αντίθετο λόγο της εφέσεως του εναγομένου, με τον οποίο αυτός παρεπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε με το ως άνω ποσό, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η συμβολή της δεν υπερέβαινε το ένα τοις εκατό (1%).

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα ότι η ενάγουσα είχε στην κυριότητά της δύο ημιτελή διαμερίσματα πολυκατοικίας, κειμένης στο ... Αττικής, τα οποία μεταβίβασε σε αυτή ο πατέρας της. Τα διαμερίσματα αυτά, κατά τα έτη 1987 και 1988, μετά από υπόδειξη του εναγομένου και παρά τις αντιρρήσεις των γονέων της, μεταβίβασε η ενάγουσα αντί συνολικού τιμήματος 12.000.000 δραχμών, προκειμένου το ποσό αυτό να διατεθεί για αγορά ακινήτου κειμένου στο Ηράκλειο.

Εν συνεχεία ο εναγόμενος, κατά τον Απρίλιο 2001, συμμετείχε σε δημοπρασία ακινήτου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κειμένου στη θέση "..."της πόλεως του Ηρακλείου και επί της συμβολής των οδών ... και ..... Στο ακίνητο αυτό υπήρχαν παλαιά κτίσματα. Στη δημοπρασία συνέπραξε με τον δικηγόρο Ηρακλείου .... και το ακίνητο, εκτάσεως 647, 62 τ.μ, κατακυρώθηκε σε αυτούς στην τιμή των 97.500.000 δραχμών, εκ του οποίου κατέβαλαν από κοινού 10.000.000 δραχμές.

Το ακίνητο αυτό βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση και το προόριζαν για εκμετάλλεύση, με κατασκευή πολυκατοικίας και πώληση των διαμερισμάτων της. Ακολούθως οι διάδικοι έκριναν, προκειμένου να αποκλείσουν δικές τους ατομικές ευθύνες, ότι ήταν προς το συμφέρον τους η κατασκευαστική επιχείρησή τους, να εμφανίζεται προς τα έξω ότι ασκείται από ανώνυμη εταιρεία και όχι ατομικώς από τον εναγόμενο.

Στην εταιρεία δε αυτή θα μεταβίβαζαν απευθείας το παραπάνω οικόπεδο της πλειοδοσίας. Έτσι καταρτίσθηκε, στις 14-2-1992 και εν συνεχεία υπογράφηκε το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Θεοδωράκης- Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Βιομηχανική, Βιοτεχνική, Ξενοδοχειακή και Τουριστική Εταιρεία Κρήτης Α.Ε".

Το κεφάλαιο της εταιρείας ορίσθηκε στο ποσό, των 40.000.000 δραχμών, από το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε 2.000.000 δραχμές και έλαβε 200 μετοχές, ο δε εναγόμενος κατέβαλε 38.000.000 δραχμές και έλαβε 3.800 μετοχές, δεδομένου ότι η αξία της μετοχής ανερχόταν στο ποσό των 1000 δραχμών. Το καταστατικό της εταιρείας περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμό ...

πράξη της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χαρίκλειας Περτσινάκη. Μετά τη σύσταση της εταιρείας έγινε η μεταβίβαση του οικοπέδου της πλειοδοσίας σε αυτήν, συντάχθηκε δε σχετικά το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου. Η εν λόγω εταιρεία υπήρξε, όπως αποδείχθηκε, εικονική, εν γνώσει των άνω συμπραξάντων, καθόσον έγινε όχι σπουδαίως αλλά κατά, το φαινόμενο και ειδικότερα, προκειμένου, όπως αναφέρθηκε, να αποφύγουν οι διάδικοι ατομικές ευθύνες.

Συνεπώς αυτή είναι, σύμφωνα και με την παραπάνω νομική σκέψη, απολύτως άκυρη. Πρόκειται δηλαδή για μονοπρόσωπη "κλειστή"ανώνυμη εταιρεία. Γι' αυτό η απόκτηση του ακινήτου, για την οποία συντάχθηκε το σχετικό συμβόλαιο, είναι σύμβαση στην οποία συνέπραξε ο εναγόμενος Χ1 ατομικώς και όχι ως εκπρόσωπος της ουδέποτε γενομένης ανώνυμης εταιρείας.

Το ποσοστό δε της συγκυριότητας του οικοπέδου αποτελεί απόκτημα του εναγομένου και όχι της εταιρείας και κάθε απόκτημα στο όνομα της ανώνυμης εταιρείας, αποτελεί απόκτημα του εναγομένου. Να σημειωθεί δε σε κάθε περίπτωση ότι ο τελευταίος με τις από 19-11-2002 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση αγωγής διαζυγίου των διαδίκων ανέφερε τα παρακάτω, τα οποία αποτελούν μη ανακληθείσα εξώδικη ομολογία του για την εικονικότητα της εταιρείας, τα οποία εκτιμήθηκαν ελεύθερα για το σχηματισμό της ως άνω κρίσεως του Δικαστηρίου: "Την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής στις οδούς ...

και ... είχε αναλάβει επ' αντιπαροχή η από εμένα συσταθείσα το έτος 1992 ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Θεοδωράκης Α.Ε", στην οποία εικονικός μέτοχος, ποσοστού μικρότερου του 5%, υπήρξε η ενάγουσα, λειτουργώντας έτσι κατ' εντολή μου, για λόγους νομικούς μόνο, ως έμμεσος αντιπρόσωπος στη διαχείριση του τμήματος αυτού των μετοχών μου επί της ανηκούσης σε μένα κατά ποσοστό 100% ανώνυμης εταιρείας".

Ακολούθως η ανώνυμη εταιρεία, στην πραγματικότητα όμως ο εναγόμενος, με τον ως άνω δικηγόρο, προέβη στη συνένωση του οικοπέδου της πλειοδοσίας με τρία όμορα ακίνητα. Μεταξύ δε αυτών και ιδιοκτητών των ομόρων αυτών ακινήτων υπογράφηκε το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χαρίκλειας Περτσινάκη, συνένωσης οικοπέδων, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα.

Από τη συνένωση αυτή προήλθε οικόπεδο, εμβαδού 1.250, 16 τ.μέτρων, στο οποίο η ανώνυμη εταιρεία, αληθώς όμως ο εναγόμενος, είχε ποσοστό συγκυριότητας 276,43%ο. Εν συνεχεία ο εναγόμενος, ως ανώνυμη εταιρεία, ανέλαβε την υποχρέωση έναντι εαυτού και των λοιπών συνιδιοκτητών, με το ως άνω συμβόλαιο συνένωσης - εργολαβικό, να προβεί στην κατασκευή πολυόροφης οικοδομής, που θα υπαγόταν στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Η εν λόγω οικοδομή θα αποτελούνταν από τέσσερα υπόγεια, πυλωτή, στην οποία προβλεπόταν η δημιουργία εννέα υπαιθρίων και δύο κάτω από την πυλωτή χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο σε εσοχή υπέρ το ισόγειο ορόφους και το δώμα, στο οποίο θα καταλήγει το κεντρικό κλιμακοστάσιο, το φρέαρ του ανελκυστήρα και το μηχανοστάσιο.

Ο εναγόμενος, ως ανώνυμη εταιρεία, θα ελάμβανε στην κυριότητά του οριζόντιες ιδιοκτησίες, αφενός μεν ως εργολήπτης και αφετέρου ως συγκύριος του ακινήτου κατά 276,43°/οο . Ειδικότερα οι οικοπεδούχοι θα μεταβίβαζαν σε αυτόν, ως συγκύριοι κατά τα υπόλοιπα 723,57°/οο, ποσοστό 459,66 ο/οο επί του όλου οικοπέδου μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Έτσι ο εναγόμενος, ως ανώνυμη εταιρεία, θα ελάμβανε ως συνιδιοκτήτης ποσοστού 276,43 ο/οο, στην κυριότητά του τις παρακάτω διαιρεμένες ιδιοκτησίες: 1) από το τρίτο υπόγειο, χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων εμβαδού 95 τ.μ, 2) από το δεύτερο υπόγειο, χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων εμβαδού 49 τ.μ, 3) ισόγειο κατάστημα επί της οδού ...

εμβαδού 69 τ.μ, στο οποίο ανήκει και αποθήκη στο τέταρτο υπόγειο εμβαδού 72 τ.μ. ισόγειο κατάστημα επί της οδού ..., εμβαδού 83 τ.μ. διαμέρισμα στον πέμπτο πάνω από το ισόγειο όροφο (εσοχή) εμβαδού 122 τ.μ, 6) διαμέρισμα στον ίδιο όροφο εμβαδού 205 τ.μ, 7) διαμέρισμα στον έβδομο πάνω από τον ισόγειο όροφο (εσοχή) εμβαδού 95 τ.μ, 8) διαμέρισμα στον ίδιο όροφο (εσοχή) εμβαδού 200 τ.μ.

και 9) το δικαίωμα ανέγερσης μελλοντικών ορόφων ( δικαίωμα υψούν). Επίσης ο εναγόμενος, ως ανώνυμη εταιρεία, θα ελάμβανε, ως εργολήπτης, τις παρακάτω διαιρεμένες ιδιοκτησίες: 1) από το τρίτο υπόγειο, χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων εμβαδού 22 τ.μ, 2) από το ίδιο υπόγειο, άλλους τέσσερεις χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων εμβαδού 18, 27, 49 και 207, 73 τ.μ αντίστοιχα, 3) από το δεύτερο υπόγειο δύο χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων εμβαδού 49 και 1 97 τ.μ, αντίστοιχα, 4) από το πρώτο υπόγειο, χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων εμβαδού 336, 25 τ.μ, και αποθήκη εμβαδού 128 τ.μ, 5) από τον πρώτο πάνω από τον ισόγειο όροφο, αίθουσα επαγγελματικής στέγης εμβαδού 161 τ.μ. ,6) δύο, διαμερίσματα από τον ισόγειο όροφο εμβαδού 67, 89 και 80 τ.μ.

αντίστοιχα 7) δύο διαμερίσματα από τον πάνω από το ισόγειο όροφο, και 80 τ.μ. αντίστοιχα, 8) δύο διαμερίσματα από τον δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 135 και 175 τ. μ. αντίστοιχα, 9) τρία διαμερίσματα από τον τρίτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 135, 171 και 77 τ.μ. αντίστοιχα, 10) τέσσερα διαμερίσματα στον τέταρτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 137, 152, 43 και 77 τ.μ.

αντίστοιχα και 11) ένα διαμέρισμα έκτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 113 τ.μ. Όλες οι παραπάνω αυτοτελείς και διαιρεμένες ιδιοκτησίες που περιήλθαν στην ως άνω εταιρεία, αληθώς δε στον εναγόμενο, περιγράφονται στην υπ' αριθμ. .... πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χαρίκλειας Περτσινάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα.

Οι λοιπές δε ιδιοκτησίες περιήλθαν στους υπόλοιπους συγκύριους των συνενωθέντων ακινήτων. Τα διαμερίσματα ήταν πολυτελούς κατασκευής και οι τιμές εκείνων που πωλήθηκαν μέχρι την άσκηση της αγωγής κυμάνθηκαν από 650.000 έως 1.20Ο.ΟΟΟ δραχμές το τετραγωνικό μέτρο. Συνολικά δε εισέπραξε η ανώνυμη εταιρεία, κατ' ουσίαν όμως ο εναγόμενος, από την πώληση μέρους των ιδιοκτησιών το ποσό των 1.225.100.000 δραχμών, ενώ η αξία των εναπομεινασών ιδιοκτησιών ανέρχεται σε 1.520.000.000 δραχμές.

Συνεπώς η αξία των ιδιοκτησιών που περιήλθαν στον εναγόμενο ανέρχεται σε 2.740.000.000 δραχμές. Στα ποσά αυτά προσδιόρισε η ενάγουσα κατά την ανώμοτη εξέτασή της την αξία των ιδιοκτησιών. Από το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί το κόστος κατασκευής των ιδιοκτησιών, που ανέρχεται σε ποσοστό 50% επί της αξίας τους και συνεπώς παραμένει καθαρό απόκτημα του εναγομένου 1.370.000.000 δραχμές (2.740.000.000 Χ 50%).

Ο εναγόμενος, με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν αμφισβήτησε εδικά ότι η αξία των ιδιοκτησιών ανέρχεται στα ακόμη μεγαλύτερα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή, αλλά ούτε και το κόστος για την κατασκευή τους. Για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων, που κατέθεσε στις 24-3-2005, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία έγινε στις 11-3-2005 και την πάροδο της όγδοης εργάσιμης ημέρας από αυτήν, εντός της οποίας οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να προβούν μόνο στην αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως (άρθρ. 269 παρ. 2 και 270 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ), αρνήθηκε ότι οι τιμές των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών ανέρχονται στα πιο πάνω ποσά.

Η ενάγουσα, όπως αναφέρθηκε, είχε τα παραπάνω εισοδήματα από την εργασία της και προσέφερε τις προσωπικές της υπηρεσίες για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Οι προσωπικές αυτές υπηρεσίες της ενάγουσας, η οποία αποκλειστικά είχε αναλάβει την επιμέλεια των τριών τέκνων τους και την φροντίδα του συζυγικού οίκου, αποτιμώνται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως.

Ο μισθός της, όπως προαναφέρεται , κυμάνθηκε από 30.880 δραχμές το 1976 και έφθασε στις Ι.080.788 δραχμές κατά το έτος 1985 που παραιτήθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ενώ πριν την απόλυσή της από το ξενοδοχείο, κατά το έτος 2001, ο μισθός της είχε ανέλθει σε 1.500 ευρώ περίπου τον μήνα. Η ενάγουσα, προσφέροντας τις παραπάνω υπηρεσίες στον συζυγικό οίκο και στην ανατροφή των τέκνων της, εξήρχετο από την υποχρέωσή της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες και η συμβολή της υπερέβαινε την εκ του νόμου υποχρέωσή της κατά 500 ευρώ περίπου μηνιαίως, ποσό το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως συμβολή για την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου, αναφορικά με το απόκτημα από την κατασκευή της ως άνω πολυκατοικίας, για τα οποία διέθεσε ολόκληρο το ποσό των 12.000.000 δραχμών, που εισέπραξε ως τίμημα από την εκποίηση των ως άνω διαμερισμάτων της.

Μετά δε από συνεκτίμηση όλων των παραπάνω το Δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα με τους ως άνω αναλυτικά εκτιθέμενους τρόπους, συνέβαλε στην κτήση και στην αύξηση των αποκτημάτων του εναγόμενου κατά ποσοστό 25%. Άλλωστε στο ποσοστό αυτό περίπου ο τελευταίος αναγνώρισε τη συμβολή της στο απόκτημα των 40.750 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας "ΘΗΤΑ Α.Ε" με το να υποσχεθεί ότι θα μεταβιβάσει σ' αυτήν τις 10.000 μετοχές.

Ενόψει όλων αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Χ1(ήδη αναιρεσείοντος), δέχθηκε την έφεση της Ψ1 (ήδη αναιρεσίβλητης), διακράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, καθώς και την ένσταση του εναγομένου, αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην ενάγουσα 20.908 μετοχές της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Εταιρεία ΘΗΤΑ Α.Ε. ", αυτουσίως και ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 342.500.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε 1.005.136 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μή αντιφάσκουσες αιτιολογίες για τα περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και είναι αναγκαία για την κρίση του περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφήρμοσε.

Επομένως ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου, ο πρώτος κατά το οικείο μέρος του και όλοι οι λοιποί (χωρίς αρίθμηση) του δικογράφου των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-9-2007 αίτηση και τους από 30-7-2008 προσθέτους λόγους του Χ1, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 403/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ