Legislator Giurisprudenza & Legislazione
932/2006 Generato dall'IA

Supreme Court refers case to plenary regarding retroactive application of pension cap law to pre-2002 retirees.

Numero d'incarto 932/2006
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court referred two arguments from the State Railways (OSE) to its plenary session for a final ruling. The lower courts had reduced the compensation owed to a retiring employee from 1.5 million to 7,500 drachmas based on a new 2002 law. The State contended this new law should not apply retroactively to employees who retired before its enactment. The Court identified a general legal interest in determining whether the new cap applies to pre-existing retirees.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 49 para. 4 of Law 993/1979; Article 7 para. 5 of Law 3075/2002: The Supreme Court refers the question to the plenary session to decide if the new pension cap applies retroactively to employees who retired before the law's entry into force.

Parole chiave

Generato dall'IA
retroactive application pension cap state employees retirement age plenary session referral compensation limit labor law organo dell'assicurazione contro la disoccupazione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 49 para. 4 of Law 993/1979
Article 2 para. 2 of Presidential Decree 173/1967
Article 7 para. 5 of Law 3075/2002
Article 33 of Law 1876/1990
Article 1 of Law 1082/1980
Article 24 of Law 1545/1985
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 932 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 932/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας (άμα και Δημοσίας Επιχειρήσεως), υπό την επωνυμίαν "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μαργώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 757/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6138/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/12/2004 αίτησή της και τους από 16/1/2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 6/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 4 του Ν. 993/1979 "περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Π.Δ." (ήδη παρ. 4 άρθρου 55 Π.Δ. 410/1988) "το προσωπικόν του παρόντος κεφαλαίου, το μη υπαγόμενον δια την χορήγησιν συντάξεως εις την ασφάλισιν του Δημοσίου, συμπληρούν τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύναται να αποχωρεί εκ της υπηρεσίας λαμβάνον, το μεν επικουρικώς ησφαλισμένον το 40%, το δε μη ησφαλισμένον επικουρικώς το 50% της υπό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οριζομένης αποζημιώσεως".

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 ορίζει ότι στις περιπτώσεις όπου εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Τράπεζες ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η οφειλόμενη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 240.000 δραχμές.

Το ποσό αυτό αυξήθηκε ακολούθως με το άρθρο 1 ν.δ. 207/1974 σε 600.000 δραχμές, με το άρθρο 24 του ν. 1082/1980 σε 1.000.000 δραχμές, με το άρθρο 24 ν. 1545/1985 σε 1.150.000 δραχμές, με το άρθρο 33 ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δραχμές και με το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 3075/2002, που ισχύει από 5-12-2002, σε 7.500 ευρώ. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 618/1988 (ήδη παρ. 5 άρθρ. 55 Π.Δ. 410/1988) το ανώτατο όριο αποζημίωσης της παρ. 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 ισχύει σε κάθε περίπτωση που οφείλεται αποζημίωση δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως στους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους ή εργάτες του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ., Τραπεζών ή επιχειρήσεων επιχορηγουμένων από το Κράτος με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και αν συνδέονται με τους εργοδότες αυτούς, καταργείται δε κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού συμβάσεως οποιαδήποτε μορφής ή εθίμου.

Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων προκύπτει ότι οι συνδεόμενοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. υπάλληλοι, μη υπαγόμενοι για την χορήγηση συντάξεως στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους συντάξεως και αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία τους, δικαιούνται να λάβουν εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένοι το 40% της προβλεπόμενης από την παρ. 1 του άρθρου 49 του ως άνω νόμου αποζημιώσεως, ενώ εάν δεν είναι επικουρικώς ασφαλισμένοι το 50% της εν λόγω αποζημιώσεως και ότι η αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 49 ν. 993/1979 υπόκειται στον παραπάνω περιορισμό του ανωτάτου ορίου αποζημιώσεως.

Ο υπολογισμός της αποζημίωσης αυτής γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 2 Π.Δ. 410/1988 με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, οι δε μηνιαίες αποδοχές δε λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30.

Στην άνω ρύθμιση υπάγονται και οι υπάλληλοι του Ο.Σ.Ε., αφού ο Ο.Σ.Ε. έχει όλα τα προνόμια του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτού σχέσεις (Ολ. ΑΠ 3/1992, Ολ. ΑΠ 13/1992, ΑΠ 1195/1994). Τέλος κατά το άρθρο 11 του ν. 3075/2002 "Όπου συντρέχει περίπτωση και δεν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις, οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του Ν.Δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276 Α).

Οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων και του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για τα πρόσωπα στα οποία έχουν συντρέξει οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών κατά το παρελθόν και έχουν εξέλθει της υπηρεσίας πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει".

Από τη γραμματική διατύπωση της άνω διατάξεως, αλλά και από την Εισηγητική Έκθεση του ως άνω νόμου (άρθρα 1-8) συνάγεται ότι οι διατάξεις των προηγουμένων άρθρων που εφαρμόζονται αναλόγως και στους υπαλλήλους των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και ΟΣΑ είναι οι διατάξεις που αφορούν την ρύθμιση των συντάξεων διαφόρων κατηγοριών προσώπων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις, και συνεπώς η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του άνω νόμου με την οποίαν αυξάνεται το οριζόμενο από το άρθρο 33 του ν. 1876/1990 ανώτατο όριο αποζημίωσης σε 7.500 ευρώ δεν εφαρμόζεται αναδρομικά στους υπαλλήλους των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και ΟΣΑ, γιατί αφορά άσχετο προς τις συντάξεις θέμα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Οργανισμό και ήδη αναιρεσείοντα ως υπάλληλός του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου την 6-12-1971 και υπηρέτησε ως μηχανικός μέχρι την 6-3-2001, οπότε έχοντας συμπληρώσεις το 58ο έτος της ηλικίας του (ημερομηνία γεννήσεως 9-101943) αποχώρησε από την υπηρεσία του, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος, με συνολική συντάξιμη υπηρεσία 31 ετών, 7 μηνών και 26 ημερών.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων ήταν επικουρικά ασφαλισμένος στο ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ από 1-10-1984 υποχρεωτικά, όπως όλο το προσωπικό του εναγομένου, δυνάμει του υπ'αριθμ. 400/1984 Π.Δ. (ΦΕΚ 140/20-9-1984, Τευχ. Α), και συνεπώς δικαιούται να λάβει το 40%, ως επικουρικά ασφαλισμένος, την προβλεπόμενη από το άρθρο 49 παρ. 1 του Ν. 993/1979 αποζημίωση, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του ανωτάτου ορίου της που αναφέρεται στο άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 3075/2002, ανέρχεται σε 7.500 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε αναγνωρίσει ότι ο εναγόμενος Οργανισμός οφείλει να καταβάλει σ'αυτόν ως αποζημίωση κατ' άρθρο 49 του ν. 993/1979 το ποσόν των 1.500.000 δραχμών (4.402 ευρώ), και αναγνώρισε ότι ο ως άνω Οργανισμός οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 7.500 ευρώ, κατά τα άρθρα 49 παρ. 4 του ν. 993/1979, 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 7 παρ. 5 του ν. 3075/2002.

Με το δεύτερο κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό (ΟΣΕ) η αιτίαση, με επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 4 του ν. 993/1979 (ήδη παρ. 4 άρθρου 55 Π.Δ. 410/1988), 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, 1 του ν.δ. 618/1988 (ήδη παρ. 5 Π.Δ. 410/1988), 33 του ν. 1876/1990 και 7 παρ. 5 του ν. 3075/2002, αφού κατά την έχουσα στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, ως εκ του χρόνου αποχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος από την υπηρεσία του (18-2-2001), διάταξη του άρθρου 33 του ν. 1876/1990 η άνω αποζημίωση ανερχόταν στο ποσό των 4.402 ευρώ (1.500.000 δραχμών) και όχι 7.500.

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι γεννάται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος αφού τούτο αφορά ικανό αριθμό εργαζομένων του αναιρεσείοντος, υπαγομένων στις εν λόγω ρυθμίσεις και πρέπει να παραπεμφθεί ο δεύτερος κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος λόγος της αναιρέσεως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 563 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

και 23 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988), όπως τροποποιήθηκε, προκειμένου να αποφανθεί η Ολομέλεια περί του αν η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 2 του ν. 3075/2002 με το προδιαληφθέν περιεχόμενο αναφέρεται και στην διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του νόμου αυτού με την οποία αυξάνεται το οριζόμενο από το άρθρο 33 του ν. 1876/1990 ανώτατο όριο αποζημιώσεως σε 7.500 ευρώ από 5-12-2002 (άρθρο 18 άνω νόμου) και συνεπώς αν η άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 έχει εφαρμογή και στο προσωπικό του Ο.Σ.Ε.

που αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων πλήρους συντάξεως γήρατος πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (ν. 3075/2002).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει το δεύτερο κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος λόγο της από 20-12-2004 αιτήσεως αναιρέσεως του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), καθώς και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Δικαστηρίου αυτού.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαϊου 2006 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ