Supreme Court dismisses appeal on common sense error, ruling it is an unreviewable fact-finding issue.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding damages for moral harm. The appellant argued that the lower court erred in applying common sense by attributing the loss to her own actions rather than the defendant's negligence. The court rejected this claim, stating that the evaluation of evidence and the application of common sense regarding factual circumstances fall within the exclusive jurisdiction of the trial court and are not subject to appellate review.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559 no. 1 and 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged violation of common sense regarding the evaluation of evidence or the application of facts to legal rules is inadmissible as it concerns the unreviewable discretion of the court of first instance.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 931 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 931/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Δρόσο, που ανακάλεσε την από 4/1/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21400/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1630/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/12/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χριστοδούλου ανέγνωσε την από 16/11/2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Μπαλιτσάρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 30-12-2015 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1630/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 21400/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας περί επιδίκασης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία και, αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 191/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται : α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Κατά την έννοια δε της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη.
Η τελευταία όμως για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου.
Επίσης, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη αποτελεί κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Με τα δεδομένα αυτά παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 1149/2014).
Επίσης, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμογής, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθησαν), κατ' αρχάς, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Εξάλλου, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΈΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 244/2016). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Η εφεσίβλητη, που είχε εργασθεί επί σειρά ετών στη …..
ως μετανάστρια, είχε συγκεντρώσει ένα ποσό ύψους 61.000 ευρώ, που δημιουργήθηκε από τις οικονομίες της και διατηρούσε σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου της εκκαλούσας τράπεζας, στην οποία ήταν πελάτισσα, συνάπτοντας κατά το παρελθόν με αυτήν απλές προθεσμιακές καταθέσεις. Στις 2-8-2007 η ανωτέρω επισκέφθηκε το υποκατάστημα της εκκαλούσας στους ...
και την εξυπηρέτησε η υπάλληλος αυτής Μ. Β., η οποία εξετάσθηκε ως μάρτυρας ανταπόδειξης. Συγκεκριμένα, η τελευταία ήταν αρμόδια για τη διαχείριση των προθεσμιακών καταθέσεων και των οποιωνδήποτε επενδυτικών προγραμμάτων των πελατών του υποκαταστήματος. Κατά την ως άνω επίσκεψή της η εφεσίβλητη εξέφρασε την επιθυμία της να "κλείσει" τα χρήματά της, που διατηρούσε σε απλό καταθετικό λογαριασμό της εκκαλούσας προκειμένου να έχει μία ικανοποιητική απόδοση.
Καταρχήν, η ανωτέρω υπάλληλος της εκκαλούσας παρουσίασε στην εφεσίβλητη τη δυνατότητα της προθεσμιακής κατάθεσης για ένα έτος, στην οποία όμως η απόδοση ήταν χαμηλή, αφού το ετήσιο επιτόκιο ανερχόταν σε 0,9%. Λόγω της μικρής απόδοσης της προθεσμιακής κατάθεσης, η εφεσίβλητη ζήτησε από τη Μ. Β. να της παρουσιάσει άλλες δυνατότητες που υπήρχαν προκειμένου να έχει μεγαλύτερες αποδόσεις.
Πράγματι, η ως άνω υπάλληλος της εκκαλούσας, παρουσίασε σ' αυτήν ορισμένα προϊόντα αμοιβαίων κεφαλαίων της Ανώνυμης Εταιρείας Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) ΔΙΕΘΝΙΚΗ, που αποτελούσε μέλος του ομίλου εταιρειών της …., τα οποία (προϊόντα) είχε αναλάβει να διαθέτει στους πελάτες της η εκκαλούσα.
Μεταξύ άλλων, η Μ. Β. πρότεινε στην εφεσίβλητη ένα πρόγραμμα πενταετίας και ένα πρόγραμμα δεκαετίας. Ειδικότερα, το πρόγραμμα δεκαετούς διάρκειας αναφερόταν στο αμοιβαίο κεφάλαιο με την επωνυμία DELTA BONUS, που η διάθεση του είχε αρχίσει στις 6-7-2007. Η απόδοση αυτού του αμοιβαίου κεφαλαίου βασιζόταν πρωτίστως στην πορεία του μετοχικού δείκτη DJ EUROSTOXX-50, που περιλάμβανε τις 50 μεγαλύτερες εταιρείες διαφόρων κλάδων της ευρωζώνης.
Περαιτέρω, στη λήξη της δεκαετίας από την έναρξη του αμοιβαίου κεφαλαίου θα υπήρχε απόδοση ίση με το 100% της θετικής μεταβολής του ως άνω δείκτη κατά την περίοδο αυτή, ενώ θα υπήρχε πλήρης προστασία του κεφαλαίου, ανεξαρτήτως της τυχόν αρνητικής πορείας του δείκτη, σε όσους μεριδούχους θα παρέμεναν στο αμοιβαίο κεφάλαιο μέχρι τη συμπλήρωση των δέκα ετών από την έναρξή του.
Επίσης, για τα τρία πρώτα διαχειριστικά έτη του αμοιβαίου κεφαλαίου προβλεπόταν, σε κάθε περίπτωση, η απόδοση επιπλέον μερίσματος στον κάθε μεριδούχο ύψους 3% επί της καθαρής τιμής του μεριδίου για κάθε έτος. Συνακόλουθα, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας και πριν τη λήξη της ο μεριδούχος είχε τη δυνατότητα να αναλάβει το κεφάλαιο, που είχε διαθέσει, με κέρδος αν ο ανωτέρω επενδυτικός δείκτης είχε κατά τη ρευστοποίηση θετική απόδοση, ενώ, αν ο δείκτης είχε αρνητική απόδοση θα έπρεπε να αναμένει τη συμπλήρωση της δεκαετίας για να αναλάβει τουλάχιστον πλήρες το κεφάλαιο του (πλέον του ως άνω μερίσματος της πρώτης τριετίας).
Το ανωτέρω επενδυτικό προϊόν απευθυνόταν σε συνετούς επενδυτές, δίνοντας σ' αυτούς τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στις αποδόσεις των πενήντα μεγαλύτερων εταιρειών της ευρωζώνης, έχοντας πλήρη προστασία του αρχικού τους κεφαλαίου, εφόσον παρέμειναν στο αμοιβαίο κεφάλαιο μέχρι τη λήξη της δεκαετίας. Σημειώνεται ότι η μέση απόδοση του ανωτέρω δείκτη DJ EUROSTOXX-50 στα τελευταία είκοσι έτη πριν την έναρξη του ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου ήταν 237,19%.
Όλα τα ανωτέρω στοιχεία εκτέθηκαν με πληρότητα στην εφεσίβλητη και ιδίως της επισημάνθηκε το γεγονός ότι το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν, που θα μπορούσε να της αποφέρει σημαντικές αποδόσεις, είχε δεκαετή διάρκεια. Κατόπιν των ανωτέρω, η εφεσίβλητη, ηλικίας 60 ετών περίπου, που είχε περιορισμένο μορφωτικό επίπεδο, αλλά σημαντική κοινωνική εμπειρία και γνώση των συναλλαγών, έκρινε ικανοποιητικό το ανωτέρω προϊόν και προέβη την ίδια ημέρα στην εξαγορά 3.147,230 μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου, αντί ποσού 31.500 ευρώ και μετά από λίγα λεπτά της ώρας στην εξαγορά ακόμη 2.987,371 μεριδίων, αντί του ποσού των 29.900 ευρώ.
Συνολικά δηλαδή η εφεσίβλητη κατέβαλε το ποσό των 61.400 ευρώ. Σχετικώς, η τελευταία υπέγραψε τις δύο από 2-8-2007 αιτήσεις εξαγοράς μεριδίων του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου, αντίγραφα των οποίων της παραδόθηκαν. Συγχρόνως, παραδόθηκε σ' αυτήν και ενημερωτικό φυλλάδιο, που περιείχε όλες τις σχετικές πληροφορίες για το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο.
Σημειώνεται ότι τόσο στις αιτήσεις εξαγοράς όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο αναφερόταν επί λέξει στην εμπρόσθια σελίδα με κεφαλαία γράμματα "ΤΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 19-8-2010, δηλαδή μετά την πάροδο τριετίας από την εξαγορά των ως άνω μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου, η εφεσίβλητη μετέβη στο ίδιο υποκατάστημα της εκκαλούσας για να πληροφορηθεί για την πορεία της επένδυσής της και τη ρευστοποίηση του κεφαλαίου της, εφόσον έκρινε ότι αυτή ήταν συμφέρουσα.
Σημειώνεται ότι στο μεταξύ η εφεσίβλητη είχε εισπράξει το ποσό των 4.588,04 ευρώ ως μέρισμα των τριών πρώτων διαχειριστικών ετών, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Κατά την επίσκεψή της αυτή η εφεσίβλητη πληροφορήθηκε ότι η αξία των μεριδίων της είχε μειωθεί στο ποσό των 50.027,67 ευρώ, καθόσον, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης εκείνης της περιόδου, ο μετοχικός δείκτης DJ EUROSTOXX-50 είχε πτωτική πορεία.
Εξαιτίας αυτού η εφεσίβλητη δεν προέβη στη ρευστοποίηση των μεριδίων της και αποφάσισε να περιμένει μέχρι το επόμενο έτος, ελπίζοντας σε αύξηση της αξίας των μεριδίων της. Πράγματι, μετά την παρέλευση ενός έτους, η εφεσίβλητη μετέβη στις 19-8-2011 στο ανωτέρω υποκατάστημα της εκκαλούσας, όπου πληροφορήθηκε ότι η αξία των μεριδίων της είχε μειωθεί περαιτέρω και ανερχόταν πλέον στο ποσό των 46.780,63 ευρώ, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης πτωτικής πορείας του προαναφερόμενου μετοχικού δείκτη.
Ενόψει αυτών, η εφεσίβλητη φοβούμενη περαιτέρω μείωση της αξίας των μεριδίων της και ανησυχώντας για την οικονομική πορεία της χώρας, που κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν δυσχερέστατη, προέβη στη ρευστοποίηση των μεριδίων της. Αυτό συνέβη παρά τις επίμονες προτροπές και συμβουλές προς αυτήν της αρμόδιας υπαλλήλου της εκκαλούσας Μ.
Κ. είτε να αναμένει για τη ρευστοποίηση την παρέλευση δεκαετίας από την έναρξη του αμοιβαίου κεφαλαίου, οπότε με βεβαιότητα θα ελάμβανε ακέραιο το κεφάλαιό της και πιθανώς επιπλέον κέρδος, είτε να αναμένει για κάποιο χρονικό διάστημα και να επιλέξει μία άλλη χρονική στιγμή όταν η τιμή εξαγοράς θα ήταν συμφέρουσα.
Όμως, η εφεσίβλητη που όπως προεκτέθηκε, γνώριζε καλά ήδη από το χρόνο αγοράς των μεριδίων της τη λειτουργία του αμοιβαίου κεφαλαίου, στο οποίο συμμετείχε, επέλεξε, ενόψει των ανωτέρω, να προβεί στην εξαγορά των μεριδίων της, υφιστάμενη έτσι μείωση του κεφαλαίου που είχε επενδύσει κατά το ποσό των 14.619,37 ευρώ.
Η ενέργεια αυτή της εφεσίβλητης ήταν προδήλως εσφαλμένη, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι τα επόμενα έτη η τιμή των μεριδίων του ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου ήταν ανοδική και μάλιστα, εάν αυτή ρευστοποιούσε τα μερίδια της το Σεπτέμβριο του 2014 θα ελάμβανε το σύνολο του κεφαλαίου που είχε καταβάλει. Επιπλέον, όπως προεκτέθηκε, εάν αυτή ανέμενε την παρέλευση δεκαετίας από την αγορά των μεριδίων της, ήτοι το 2017, θα ελάμβανε με βεβαιότητα το κεφάλαιο που είχε καταβάλει και πιθανώς επιπλέον κέρδος, εφόσον η τιμή των μεριδίων συνέχιζε την ανοδική τους πορεία.
Όπως προεκτέθηκε, η υπάλληλος της εκκαλούσας Μ. Β. παρείχε στην εφεσίβλητη πλήρη ενημέρωση για τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία του χρηματοοικονομικού προϊόντος, στο οποίο επέλεξε να επενδύσει τα χρήματά της και ιδίως είχε επισημανθεί σ' αυτήν η δεκαετής διάρκεια του αμοιβαίου κεφαλαίου. Ουδόλως δε είχε αναφερθεί στην εφεσίβλητη ότι δήθεν μετά την παρέλευση τριετίας θα μπορούσε να αναλάβει οποτεδήποτε ακέραιο το κεφάλαιό της.
Ενόψει των ανωτέρω δεν υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους της ως άνω υπαλλήλου της εκκαλούσας γι' αυτό η αγωγή είναι αβάσιμη και απορριπτέα". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 922, 932, 281, 288 ΑΚ, 6 ΚΔΕΠΕΥ, 8 και 9γ-9ε του ν. 2251/1994, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επιπλέον, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση από την αναφερόμενη συμπεριφορά εκ μέρους της προστηθείσας από την αναιρεσίβλητη υπαλλήλου δεν υφίσταται υπαιτιότητα αυτής και ως εκ τούτου ελλείπει το εν λόγω απαιτούμενο στοιχείο για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτής από τις ως άνω διατάξεις.
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα, λόγω της μικρής απόδοσης της προθεσμιακής κατάθεσής της, που διατηρούσε στην αναιρεσίβλητη, ζήτησε από την προστηθείσα αρμόδια υπάλληλο αυτής, να της παρουσιάσει άλλες υπάρχουσες δυνατότητες επένδυσης των χρημάτων της, προκειμένου να έχει μεγαλύτερες αποδόσεις, ότι η ανωτέρω υπάλληλος πρότεινε στην ήδη αναιρεσείουσα ένα πρόγραμμα πενταετίας και ένα πρόγραμμα δεκαετίας, ότι το επενδυτικό πρόγραμμα δεκαετούς διάρκειας αναφερόταν στο αμοιβαίο κεφάλαιο με την επωνυμία ..., που η διάθεση του είχε αρχίσει στις 6-7-2007, ότι η ανωτέρω προστηθείσα υπάλληλος της αναιρεσίβλητης παρείχε στην αναιρεσείουσα πλήρη ενημέρωση για τα χαρακτηριστικά και την λειτουργία του χρηματοοικονομικού αυτού προϊόντος, στο οποίο τελικά επέλεξε να επενδύσει τα χρήματα της η τελευταία και συγκεκριμένα η σχετική ενημέρωση αναφερόταν στο ότι η απόδοση του αμοιβαίου αυτού κεφαλαίου βασιζόταν πρωτίστως στην πορεία του μετοχικού δείκτη "DJ EUROSTOXX-50", που περιλάμβανε τις 50 μεγαλύτερες εταιρείες διαφόρων κλάδων της ευρωζώνης, ότι στη λήξη της δεκαετίας από την έναρξη του αμοιβαίου κεφαλαίου θα υπήρχε απόδοση ίση με το 100% της θετικής μεταβολής του ως άνω δείκτη κατά την περίοδο αυτή, ενώ θα υπήρχε και πλήρης προστασία του κεφαλαίου, ανεξαρτήτως της τυχόν αρνητικής πορείας του δείκτη, σε όσους μεριδούχους θα παρέμεναν στο αμοιβαίο κεφάλαιο μέχρι τη συμπλήρωση των δέκα ετών από την έναρξή του, ότι για τα τρία πρώτα διαχειριστικά έτη του αμοιβαίου κεφαλαίου προβλεπόταν, σε κάθε περίπτωση, η απόδοση επιπλέον μερίσματος στον κάθε μεριδούχο ύψους 3% επί της καθαρής τιμής του μεριδίου για κάθε έτος, ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας και πριν τη λήξη της ο μεριδούχος είχε τη δυνατότητα να αναλάβει το κεφάλαιο, που είχε διαθέσει, με κέρδος αν ο ανωτέρω επενδυτικός δείκτης είχε κατά τη ρευστοποίηση θετική απόδοση, ενώ, αν ο δείκτης είχε αρνητική απόδοση, θα έπρεπε να αναμένει τη συμπλήρωση της δεκαετίας για να αναλάβει τουλάχιστον πλήρες το κεφάλαιο του (πλέον του ως άνω μερίσματος της πρώτης τριετίας), ότι το ανωτέρω επενδυτικό προϊόν απευθυνόταν σε συνετούς επενδυτές, παρέχοντας σ' αυτούς τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στις αποδόσεις των πενήντα μεγαλύτερων εταιρειών της ευρωζώνης, έχοντας πλήρη προστασία του αρχικού τους κεφαλαίου, εφόσον παρέμειναν στο αμοιβαίο κεφάλαιο μέχρι τη λήξη της δεκαετίας, ότι η μέση απόδοση του ανωτέρω δείκτη "DJ EUROSTOXX-50" στα τελευταία είκοσι έτη πριν την έναρξη του ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου ήταν 237,19%, ότι επεσήμανε στην αναιρεσείουσα την δεκαετή διάρκεια του αμοιβαίου αυτού κεφαλαίου, ότι ουδόλως ανέφερε στην τελευταία ότι μετά την παρέλευση τριετίας θα μπορούσε να αναλάβει οποτεδήποτε ακέραιο το κεφάλαιο της, ότι παρέδωσε σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) ενημερωτικό φυλλάδιο, που περιείχε όλες τις σχετικές πληροφορίες για το ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο, ότι τόσο στις αιτήσεις εξαγοράς όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο αναφερόταν επί λέξει στην εμπρόσθια σελίδα με κεφαλαία γράμματα "ΤΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΕΕΥΉΜΕΝΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ", ότι η αναιρεσείουσα εισέπραξε το ποσό των 4.588,04 ευρώ ως μέρισμα των τριών πρώτων διαχειριστικών ετών, ότι, παρά το ότι στις 19-8-2010, κατά την επίσκεψή της στην τράπεζα, διαπίστωσε ότι η αξία των μεριδίων της είχε μειωθεί στο ποσό των 50.027,67 ευρώ, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης εκείνης της περιόδου, και της εκ τούτου πτωτικής πορείας του μετοχικού δείκτη "DJ EUROSTOXX-50", δεν προέβη στη ρευστοποίηση των μεριδίων της και αποφάσισε να περιμένει μέχρι το επόμενο έτος, ελπίζοντας σε αύξηση της αξίας των μεριδίων της, ότι στις 19-8-2011 κατά την εκ νέου προσέλευσή της στο ανωτέρω υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης πληροφορήθηκε ότι η αξία των μεριδίων της είχε μειωθεί περαιτέρω και ανερχόταν πλέον στο ποσό των 46.780,63 ευρώ, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης πτωτικής πορείας του προαναφερόμενου μετοχικού δείκτη, ότι ενόψει αυτών η αναιρεσείουσα, φοβούμενη περαιτέρω μείωση της αξίας των μεριδίων της και ανησυχώντας για την οικονομική πορεία της χώρας, που κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν δυσχερέστατη, προέβη στη ρευστοποίηση των μεριδίων της, ότι στο τελευταίο τούτο προέβη η αναιρεσείουσα παρά τις επίμονες προτροπές και συμβουλές προς αυτήν της αρμόδιας τότε υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης είτε να αναμένει για τη ρευστοποίηση την παρέλευση δεκαετίας από την έναρξη του αμοιβαίου κεφαλαίου, οπότε με βεβαιότητα θα ελάμβανε ακέραιο το κεφάλαιό της και πιθανώς επιπλέον κέρδος, είτε να αναμένει για κάποιο χρονικό διάστημα και να επιλέξει μία άλλη χρονική στιγμή, όταν η τιμή εξαγοράς θα ήταν συμφέρουσα, ότι παρά ταύτα η αναιρεσείουσα, η οποία γνώριζε καλά ήδη από το χρόνο αγοράς των μεριδίων της τη λειτουργία του αμοιβαίου κεφαλαίου, στο οποίο συμμετείχε, επέλεξε, ενόψει των ανωτέρω, να προβεί στην εξαγορά των μεριδίων της, υφιστάμενη έτσι μείωση του κεφαλαίου που είχε επενδύσει κατά το ποσό των 14.619,37 ευρώ, ότι τα επόμενα έτη η τιμή των μεριδίων του ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου ήταν ανοδική και μάλιστα, εάν αυτή (αναιρεσείουσα) ρευστοποιούσε τα μερίδιά της το Σεπτέμβριο του 2014 θα ελάμβανε το σύνολο του κεφαλαίου που είχε καταβάλει, εάν δε αυτή ανέμενε την παρέλευση δεκαετίας από την αγορά των μεριδίων της, ήτοι το 2017, θα ελάμβανε με βεβαιότητα το κεφάλαιο που είχε καταβάλει και πιθανώς επιπλέον κέρδος, εφόσον η τιμή των μεριδίων συνέχιζε την ανοδική της πορεία.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγους της αναίρεσής της, κρίνονται αβάσιμα καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται , όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του : α) την υπ' αριθ. 4468/2009 άδεια διώροφης οικοδομής μετά πυλωτής, περίφραξης οικοπέδου και κατεδάφισης ισογείου του τμήματος Πολεοδομίας …, β) το από 17-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής διώροφης οικίας με προϋπολογισμό 60.000 ευρώ μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πολιτικού μηχανικού Κ.
Π., γ) την από 1-2-2009 μελέτη παθητικής πυροπροστασίας της ως άνω οικοδομής και δ) την από 16-6-2009 τεχνική έκθεση αξιολόγησης των γεωτεχνικών ιδιοτήτων εδάφους του προαναφερόμενου πολιτικού μηχανικού. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (6η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι δεν υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους της ως άνω υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση τέλεσης εκ μέρους της τελευταίας αδικοπραξίας.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1εδ. β' ΚΠολΔ της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι, προκειμένου να κρίνει ότι η επελθούσα ζημία αυτής δεν οφειλόταν σε αμέλεια της προστηθείσας από την αναιρεσίβλητη υπαλλήλου της, αλλά (οφειλόταν) στη δική της (αναιρεσείουσας) εσφαλμένη ενέργεια, να επιλέξει την εξαγορά των μεριδίων της στις 9-8-2011, φοβούμενη περαιτέρω μείωση του επενδυθέντος κεφαλαίου της, δεν έλαβε υπόψη ότι προέβη στην εν λόγω ανάληψη γιατί είχε πραγματική ανάγκη για την επισκευή-ανακαίνιση της πατρικής της οικίας, καθώς και ότι γνωρίζοντας η ίδια τις υφιστάμενες "δραματικές οικονομικές συγκυρίες", οι οποίες συνεχώς χειροτέρευαν χωρίς ορατή προοπτική βελτίωσης, έχοντας απωλέσει σημαντικό ποσοστό χρημάτων της ανερχόμενο στο 1/4 αυτών, όπως κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, κατακυριεύθηκε, απόλυτα δικαιολογημένα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, από τον φόβο απώλειας και άλλου ποσού και προκειμένου να περισώσει, ό,τι είχε απομείνει, προέβη σε ανάληψη του υπολοίπου κεφαλαίου της επένδυσής της, στην εξαγορά των μεριδίων της, το δε συμπέρασμα αυτό, ότι δηλαδή η εξαγορά των μεριδίων της, κατά τον χρόνο αυτό μπορούσε αντικειμενικώς και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία της περιουσιακής της απώλειας, είναι εσφαλμένο και αλυσιτελές, όπως επίσης εσφαλμένη και αλυσιτελής για την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας είναι και η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι το Σεπτέμβριο του 2014 θα μπορούσε να αναλάβει το σύνολο του κεφαλαίου της, λόγω της εντελώς πρόσκαιρης και ευκαιριακής ανάκαμψης του ως άνω δείκτη, καθόσον τούτο ήταν εξαιρετικό, μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, που δεν μπορούσε να προβλέψει καταβάλλοντας υπέρτατη επιμέλεια.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-12-2015 αίτηση της Θ. Τ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1630/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσίουσα. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ