Supreme Court dismisses appeal for procedural error, ruling lower court correctly applied binding precedent on vague appeal grounds.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision regarding a tax dispute. The appellant argued the lower court failed to rule on a vague appeal ground and violated procedural rules by not declaring it inadmissible. The court held that the lower court correctly applied binding precedent from a prior Supreme Court decision, which mandated treating the vague ground as admitted and proceeding to the merits.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559 para. 1, Art. 580 para. 4 of the Code of Civil Procedure; The lower court is bound by binding precedent regarding the admissibility of appeal grounds and must rule on the merits if the precedent admits the ground, rather than declaring it vague.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 92 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 92/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρικής Σύμπραξης - Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ - Κ.Α.Σ.Ο.Α. ΔΑΝΑΟΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ.Α.Σ.Ο.Α. ΔΑΝΑΟΣ ΑΕΣ-ΑΕ" (πρώην Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΝΑΟΣ"), που εδρεύει στην Πυργέλα Άργους Αργολίδας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Παραβάντη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Ναυπλίου και την Διευθύντρια του Τελωνείου Ναυπλίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία-Λουΐζα Μπακαλάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-10-2005 ανακοπές του ήδη αναιρεσιβλήτου και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 762/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 424/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 30-08-2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 12/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 424/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 98/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/2/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη από 18-02-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 98/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, το αναιρεσίβλητο με την από 10-10-2005 και υπ' αριθ. κατάθεσης 1172/11-10-2005 ανακοπή του και κατά της ήδη αναιρεσείουσας, ζήτησε να μεταρρυθμιστεί ο αναφερόμενος πίνακας κατάταξης δανειστών, εκτός του άλλου, και για το ποσό των 33.428,60 ευρώ με την αποβολή της τελευταίας. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 762/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή ως προς το άλλο αίτημα του αναιρεσιβλήτου που αφορούσε τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη "Τράπεζα E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ενώ απέρριψε αυτήν κατά το ως άνω αίτημα αυτής, που αφορούσε την κατάταξή του στο ποσό των 33.428,60 ευρώ με αποβολή της αναιρεσείουσας.
Κατά της εν λόγω απόφασης το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 01-03-2007 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 424/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που απέρριψε αυτήν. Μετά ταύτα το αναιρεσίβλητο άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από 30-08-2012 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 930/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Α1' Πολιτικό Τμήμα), που παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ως προς το αν η αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 974 αριθ. 4 ΚΠολΔ ημέρα πλειστηριασμού, για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος στο οποίο εμπίπτουν κάθε φορά οι καλυπτόμενες από το προνόμιο της διάταξης αυτής απαιτήσεις, είναι η αρχικά ορισθείσα ή εκείνη κατά την οποία αυτός τελικά διενεργήθηκε.
Για το λόγο αυτό παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου για αναίρεση της υπ' αριθ. 424/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο ως προς το ζήτημα αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε κρίνει ότι η επίμαχη ημέρα πλειστηριασμού είναι η αρχικά ορισθείσα και είχε απορρίψει την ανακοπή κατά το μέρος που με αυτήν επιδιωκόταν η κατάταξη των απαιτήσεων του τότε αναιρεσείοντος με βάση την ημέρα που ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε.
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 12/2015 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου αυτού, η οποία δέχθηκε ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 974 αριθ. 4 ΚΠολΔ, καθόσον ημέρα του πλειστηριασμού για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος, στο οποίο πρέπει να εμπίπτουν οι απαιτήσεις της τότε αναιρεσίβλητης, για να καλύπτονται από το αντίστοιχο προνόμιο, θεωρείται όχι η ημέρα που αρχικά ορίστηκε για τον πλειστηριασμό, αλλά η ημέρα που αυτός όντως διενεργήθηκε, οπότε όμως, με αφετηρία την ημέρα αυτή, που είναι η 18-05-2005, οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης δεν εμπίπτουν στην αμέσως προηγούμενη διετία, δηλαδή στο διάστημα από 18-05-2003 έως 18-05-2005, ώστε να καλύπτονται από το ως άνω προνόμιο και να προηγούνται στη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων του τότε αναιρεσείοντος, που ανήκουν στην αμέσως επόμενη τάξη των γενικών προνομίων του ΚΠολΔ.
Στη συνέχεια δε με την ίδια απόφαση της Ολομέλειας αναιρέθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 424/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος της στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Ναυπλίου). Μετά ταύτα η υπόθεση εισήχθη για συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 98/2017 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την ως άνω από 01-03-2007 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 762/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ουσίας, δέχθηκε την από 10-10-2005 και με αριθ.
κατάθεσης 1172/11-10-2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της ήδη αναιρεσείουσας, μεταρρύθμισε τον αναφερόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, ώστε να καταταγεί το ήδη αναιρεσίβλητο προνομιακά και οριστικά στο ποσό των 33.428,60 ευρώ, με αντίστοιχη αποβολή της ήδη αναιρεσείουσας. Με τα δεδομένα αυτά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Kατά την έννοια του άρθρου 975 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 17 του Ν. 2208/1995 και όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του Άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, στην τέταρτη τάξη των γενικών προνομίων, κατατάσσονται κατά τη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος, οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από την πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερεις (24) μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, δηλαδή αρκεί να γεννήθηκαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, έστω και αν κατέστησαν αργότερα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, όπως συμβαίνει όταν το τίμημα πιστώθηκε, ενώ αντίθετα δεν καλύπτονται απαιτήσεις που βεβαιώθηκαν δικαστικά μέσα στο ως άνω διάστημα, έχοντας όμως γεννηθεί σε προηγούμενο χρόνο.
Η ημέρα έτσι του πλειστηριασμού ορίζεται τόσο με την παραπάνω διάταξη, όσο και με τις περισσότερες από τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ ως το σταθερό χρονικό σημείο για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος στο οποίο εμπίπτουν κάθε φορά οι καλυπτόμενες από το αντίστοιχο προνόμιο απαιτήσεις.
Ωστόσο στο νόμο δεν διευκρινίζεται αν για τον αναδρομικό αυτό προσδιορισμό, αποτελεί βάση η ημέρα του πλειστηριασμού που αρχικά ορίστηκε ή η ημέρα που ο πλειστηριασμός πράγματι διενεργήθηκε, αφού είναι ενδεχόμενο ο πλειστηριασμός να ματαιωθεί ή να αναβληθεί κατά την αρχική ημέρα διεξαγωγής του. Με αφετηρία τον κεντρικό σκοπό του νόμου που είναι να ικανοποιούνται προνομιακά απαιτήσεις αυξημένης κοινωνικής σημασίας και από αυτές οι χρονικά εγγύτερες προς τον πλειστηριασμό, ως ημέρα του πλειστηριασμού, για τον αναδρομικό προσδιορισμό του κρισίμου, κάθε φορά, χρονικού διαστήματος, νοείται η ημέρα που αυτός τελικώς διενεργήθηκε και όχι η ημέρα που αρχικά ορίστηκε για την διεξαγωγή του, εκτός εάν ρητά ορίζεται η ημέρα αυτή (ΟλΑΠ 12/2015).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 4, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του Άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α'87/23-7-2015), (κατατάσσονται με την οριζόμενη σειρά) οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή κήρυξης της πτώχευσης.
Επομένως, με την εν λόγω διάταξη ορίζεται ρητά ότι κρίσιμος είναι ο χρόνος ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού για τις απαιτήσεις των αγροτών και των αγροτικών συνεταιρισμών από την πώληση αγροτικών προϊόντων, εφόσον προέκυψαν κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.
Επιπλέον, με το άρθρο ένατο του ίδιου ως άνω νόμου "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" στην παρ. 3 αυτού ορίζεται ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται, όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 01-01-2016.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόζει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 837/2015).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης και ως εκ τούτου τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης δεν έχουν δικαίωμα διαφωνίας ως προς αυτά τα ζητήματα (ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 217/2011, ΑΠ 1395/2010, ΑΠ 2274/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: «| [...] O κρινόμενος λόγος της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 17 ν. 2208/1995, σύμφωνα με τη δεσμευτική παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου [...] απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εφεσίβλητης-καθ' ης η κλήση, που επικαλείται ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 975 ΚΠολΔ με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 ν. 4335/2015 ορίζεται ρητώς ότι κρίσιμος είναι ο χρόνος ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (για τις απαιτήσεις των αγροτών και των αγροτικών συνεταιρισμών από την πώληση αγροτικών προϊόντων αν προέκυψαν κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού), καθόσον αφενός με τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, το εννοιολογικό περιεχόμενο του οποίου (νόμου) κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης προσδιορίστηκε με σαφήνεια από την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου και αφετέρου με τις μεταβατικές διατάξεις ν. 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 3) ορίζεται ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση, όπως τροποποιήθηκαν με το νόμο αυτό, εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής διενεργείται μετά τις 1-1-2016.
Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως προς τον παραπάνω δεύτερο λόγο της και γι' αυτό, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του (μοναδικού) λόγου της κρινόμενης εφέσεως, πρέπει αυτή (έφεση) να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Ακολούθως, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση, από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να δικαστεί στην ουσία της κατά το μέρος που η ανακοπή στρέφεται κατά της τρίτης καθ' ης, η οποία (ανακοπή) σημειωτέον ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Από την εκτίμηση δε των εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι [...] προκύπτει ότι στις 18-05-2005 εκπλειστηριάστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Νικολάου Αθανασίου Τόμπρα το ειδικότερα περιγραφόμενο στη με αριθμό …/18-5-2005 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου του παραπάνω συμβολαιογράφου ακίνητο (οικόπεδο μετά του επ' αυτού εργοστασίου συσκευασίας εσπεριδοειδών) και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ύψους 125.000 €.
Ο πλειστηριασμός αυτός είχε οριστεί αρχικά με την υπ' αριθμ. …/2003 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Ιωάννη Ντόκου, να γίνει στις 19-02-2003, ανεστάλη όμως και μετά από αλλεπάλληλες αναστολές και ματαιώσεις με την υπ' αριθμ. …/2005 Η' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή ορίστηκε τελικά για τις 18-05-2005, οπότε και διενεργήθηκε.
Στον ανωτέρω υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα : α) η επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias" για απαίτηση 1.450.741,84 € συνολικά, β) το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη ανακόπτον για απαιτήσεις του ύψους 683.885,37 € και 323.338,80 €, γ) Ο Α. Ε. για απαίτηση 4.302,22 €, δ) Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για απαίτηση του ύψους 19.991,26 € και ε) Η δευτεροβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία "Κοινοπραξία Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" και το διακριτικό τίτλο "Ο Δαναός" για απαίτησή της 39.289,63 €.
Επειδή το ως άνω επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε, ώστε να ικανοποιηθούν ο επισπεύδων και οι αναγγελθέντες δανειστές, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προαναφερόμενος συμβολαιογράφος συνέταξε τον με αριθμό …/7-9-2005 πίνακα κατάταξης δανειστών με τον οποίο αφού προαφαίρεσε τα έξοδα της εκτέλεσης κατέταξε την επισπεύδουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία για έξοδα εκτέλεσης ύψους 24.188,99 € και τυχαία για προνομιακές απαιτήσεις ύψους 66.857,21 € και στην περίπτωση που η άνω Τράπεζα δεν πετύχει την έκδοση τελεσίδικης απαίτησης που να της επιδικάζει την απαίτηση της ποσού 66.857,21 € το ποσό αυτό (ή το τυχόν λιγότερο που απομένει) θα διατεθεί για να ικανοποιηθεί το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη ανακόπτον, τον εαυτό του ως υπάλληλο του πλειστηριασμού για έξοδα εκτέλεσης 525,20 €, τη δευτεροβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία "Κοινοπραξία Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" και ήδη καθ' ης τυχαία και προνομιακά για 33.428,60 € και στην περίπτωση που αυτή δεν προσκομίσει πιστοποιητικό τελεσιδικίας της υπ' αριθμ. 18/2005 διαταγής πληρωμής ως προς την απαίτηση της ύψους 14.264 € είτε δεν επιτύχει την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που να της επιδικάζει την απαίτηση των υπολοίπων 25.025,63 €, τότε το παραπάνω ποσό των 33.428,60 € (ή το τυχόν λιγότερο που απομένει) θα διατεθεί για να ικανοποιηθεί το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη ανακόπτον, ενώ δεν κατέταξε το δανειστή Α.
Ε. και το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ειδικότερα, όσον αφορά την απαίτησή της καθ' ης η ανακοπή, αυτή αναγγέλθηκε για απαιτήσεις της από διαδοχικές πωλήσεις και παραδόσεις εσπεριδοειδών, που καταρτίστηκαν στο διάστημα από 30-11-2002 έως και 31-01-2003 και των οποίων το τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να πληρωθεί το ποσό των 25.025,63 € την 01-07-2003, το ποσό των 5.000 € την 15-11-2004, το ποσό των 4.764 € την 10-12-2004 και το ποσό των 4.500 € την 27-12-2004 και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη στην κατάταξή της κατά τα ανωτέρω στο 1/3 του πλειστηριάσματος δυνάμει της διάταξης του άρθρου 975 παρ. 4 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 976 και 977 ΚΠολΔ, ως απαίτηση αγροτικού συνεταιρισμού από πώληση αγροτικών προϊόντων που προέκυψε κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν από την ημέρα διεξαγωγής του πλειστηριασμού.
Όπως γίνεται δεκτό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου το προνόμιο καλύπτει και τις απαιτήσεις των υπερκείμενων των αγροτικών συνεταιρισμών ενώσεων. Σύμφωνα όμως με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, ο γενεσιουργός λόγος της απαίτησης, που είναι η πώληση των αγροτικών προϊόντων, έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 30-11-2002 έως και 31-01-2003 και συνεπώς κατά την 18-05-2005, που είναι ο κρίσιμος χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού, είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, οπότε η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή δεν καλυπτόταν πλέον από το προνόμιο του άρθρου 975 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος στην ουσία του ο υπό εξέταση λόγος της ανακοπής. Και συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Κοινοπραξία Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" και το διακριτικό τίτλο "Ο Δαναός", να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης δανειστών, με σκοπό καταταγεί το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Ναυπλίου και τη Διευθύντρια Τελωνείου Ναυπλίου προνομιακά και οριστικά το ποσό των 33.428,60 ευρώ με αντίστοιχη αποβολή της καθ' ης η ανακοπή|».
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα ως άνω την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του Άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ενώ έπρεπε να ερμηνεύσει και εφαρμόσει αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερόμενη νέα σχετική διάταξη και να καταλήξει έτσι σε αντίθετο αποτέλεσμα. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι με αυτήν προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου κατά το τμήμα της που συμμορφώθηκε με την υπ' αριθ. 12/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου αυτού ως προς το πιο πάνω ζήτημα, δηλαδή ως προς το αν η αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 974 αριθ. 4 ΚΠολΔ ημέρα πλειστηριασμού, για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος στο οποίο εμπίπτουν κάθε φορά οι καλυπτόμενες από το προνόμιο της διάταξης αυτής απαιτήσεις, είναι η αρχικά ορισθείσα ή εκείνη κατά την οποία αυτός τελικά διενεργήθηκε.
[ΙΙ] Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του Άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την κατά τα ως άνω εφαρμογή της ως άνω διάταξης, δεσμευόμενο κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 12/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την ίδια υπόθεση ως προς το πιο πάνω νομικό ζήτημα.
Επιπλέον, στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα η ως άνω διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του Άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και όχι όπως αυτή ίσχυε μετά την ως άνω αντικατάστασή της με τον εν λόγω νόμο. Τούτο δε διότι η τελευταία διάταξη, όπως προκύπτει από την όλη διατύπωσή της, δεν περιέχει ερμηνευτικό κανόνα, δηλαδή κανόνα που να ερμηνεύει (αποκαλύπτει το νόημα) την προηγούμενην διάταξη, αλλά είναι σαφές ότι αποτελεί νέα ρύθμιση για το εν λόγω ζήτημα.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι με τη νέα διάταξη μεταβάλλεται και ο χρόνος δημιουργίας των απαιτήσεων των αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από την πώληση αγροτικών προϊόντων, κατά τον οποίο αυτές απολαμβάνουν του σχετικού προνομίου, ο οποίος (χρόνος) περιορίζεται από 24 μήνες σε ένα έτος. Επίσης, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η νέα αυτή διάταξη έχει αναδρομική δύναμη, αφού ρητά στο άρθρο ένατο του εν λόγω νόμου 4335/2015 (μεταβατικές διατάξεις) προβλέπεται ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη, εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 01-01-2016.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι στην παρούσα περίπτωση η επιταγή προς εκτέλεση έχει επιδοθεί πριν την 01-01-2016, εφαρμοστέα ήταν η ως άνω διάταξη, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του Άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
[ΙΙΙ] Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεσμευόταν μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η ως άνω παραπεμπτική απόφαση και σε καμία περίπτωση ως προς τον τρόπο πρότασης από το ήδη αναιρεσίβλητο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της τότε (από 30-08-2012) αίτησης αναίρεσής του, ο οποίος ήταν αόριστος λόγω μη έκθεσης και προσδιορισμού από το τελευταίο των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο.
Επιπλέον, εκθέτει ότι το Εφετείο όφειλε να κρίνει επί της ως άνω ένστασής της περί αοριστίας του εν λόγω κρίσιμου αναιρετικού λόγου και να τον απορρίψει χωρίς να προχωρήσει στην έρευνα της βασιμότητάς του. Με βάση δε τα παραπάνω ισχυρίζεται ότι είναι πρόδηλο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο πάνω κρίσεις της υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για τη μη κήρυξη του ως άνω λόγου έφεσης ως αόριστου και κατά συνέπεια και της ένδικης ανακοπής ως απαράδεκτης.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον αυτός δεν μπορεί να ιδρυθεί στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του συμμορφώθηκε με την ως άνω αναιρετική (ΟλΑΠ 12/2015), δεσμευόμενο απ' αυτήν κατ' άρθρ. 580 παρ. 4 ΚΠολΔ ως προς το νομικό ζήτημα που επιλύθηκε κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης του τότε αναιρεσείοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, στη δεσμευτικότητα δε αυτή περιλαμβάνεται και το θέμα της βασιμότητας και του ορισμένου του αναφερόμενου γενόμενου δεκτού λόγου της προηγούμενης αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος (τρίτος) της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (561 παρ.1 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα της από 01-03-2007 έφεσης του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι σ' αυτήν καθορίζονται με πληρότητα οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 975 αριθ. 4 ΚΠολΔ, ενώ και στην από 10-10-2005 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου περιέχονται όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου ανακοπής.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, στα όρια όμως του άρθρ. 22 του ν. 3693/1957 (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-2-2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρικής σύμπραξης-ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ- Κ. Α.Σ.Ο.Α. ΔΑΝΑΟΣ-ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΣΎΜΠΡΑΞΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ