Supreme Court dismisses appeal against first-instance decision limiting compensation for unauthorized public land use.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and individuals against a first-instance decision that reduced their compensation for unauthorized use of public land. The court found that the lower court correctly determined the company had only leased a specific portion of the beachfront rather than the entire area, and that issuing a compensation protocol does not violate the principle of fair trial. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the state's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 686-703 of the Code of Civil Procedure; The issuance of a compensation protocol for unauthorized use of public property does not violate the principle of fair trial or the right to protection of legitimate expectations, provided the protocol is issued against a single unauthorized user among multiple offenders.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 929 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 929/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" (πρώην …) και το διακριτικό τίτλο "…" και αγγλιστί "…", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους ομόρρυθμους εταίρους και διαχειριστές αυτής Κ. Π. του Π. και Ν. Β. του Ε., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ράπτη, 2. Κ. Π. του Π., κάτοικο ... και 3. Ν. Β. του Ε., κάτοικο ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ράπτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και Κέρκυρα αντιστοίχως, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαΐου 2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας.
Εκδόθηκε η 88/2008 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Νοεμβρίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 24 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 - 703 ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 88/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την από 16.5.2007 ανακοπή των αναιρεσειόντων και μεταρρυθμίζοντας το υπ' αριθ. 263/27.2.2007 πρωτόκολλο αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιας έκτασης, που εξέδωσε σε βάρος τους ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, περιόρισε την οφειλόμενη αποζημίωση σε 55.558,90 ευρώ από 66.664,56 ευρώ, που είχε αρχικά καθοριστεί.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού ναι μεν η διάταξη του άρθρ. 699 ΚΠολΔ απαγορεύει την άσκηση ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, όμως η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για αποφάσεις που λύνουν οριστικά τη διαφορά σε υποθέσεις που για λόγους ταχύτητας και μόνον παραπέμφθηκαν στη διαδικασία των άρθρ. 686επ.
ΚΠολΔ προς οριστική επίλυση, όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας κατά τις διατάξεις του άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 1 εδ.ε'&στ', 3§§1&2, 4, και 39§1 του ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζουν ήδη ως εφαρμοστέα τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τέμνεται οριστικά κατά τη διαδικασία αυτή η διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για κατάληψη δημόσιας έκτασης (ΟλΑΠ 21, 22 και 38/2002? ΑΠ 481/2008? 1945/2009? 67/2012? 374/2012? 379/2013).
Βέβαια με ρητή διάταξη μπορεί και στις υποθέσεις αυτές να αποκλεισθεί η άσκηση ένδικων μέσων, με δεδομένο ότι η άσκησή τους δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση, αφού ναι μεν το άρθρ. 20§1 του Συντάγματος επιβάλλει στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στο νομοθέτη εναπόκειται, κατ' αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποιά ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας με την οποία η υπόθεση δικάζεται, ενώ το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ/γμα 53/1974), που αναγνωρίζει μεν με το άρθρ. 6§1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων (ΑΠ 805/2001? 1289/2011).
Ήδη με το άρθρ. 326§3 του ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11.4.2012, αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος, που προστέθηκαν με το άρθρ. 20§1 του α.ν. 1540/1938, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 6§1 του α.ν. 1331/1949, και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση της άσκησης ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά των πρωτοκόλλων αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιων κτημάτων, η οποία υπάρχει και στο αρχικό κείμενο του ως άνω άρθρου, θεωρήθηκε όμως ότι καταργήθηκε μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ.
Ωστόσο η ρύθμιση αυτή δεν καταλαμβάνει και την παρούσα υπόθεση, αφού κατά τη διάταξη του άρθρ. 24§1 του ΕισΝΚΠολΔ, που έχει γενική ισχύ, εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση, το παραδεκτό των ένδικων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δημοσιεύτηκε σε προηγούμενο χρόνο. 2.
Με τις διατάξεις του άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 2 του ν. 4266/1929, όπως το άρθρ. 115 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 5 του ν. 5895/33 και ακολούθως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρ. 20 του α.ν. 1540/38, 10 του α.ν. 1919/39, 6§1 του α.ν. 1331/1949, 2 του α.ν. 1925/51, 1 του β.δ. 619/1965 και 5§4 του α.ν. 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων, οι οποίοι χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σύμβαση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο και ο οποίος δικαιούται να ασκήσει μέσα σε ένα μήνα ανακοπή στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση, η απόφασή τους, όμως, αν με την ανακοπή αμφισβητείται αυτό τούτο το δικαίωμα του Δημοσίου, δεν ασκεί καμία επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, που θα κινηθεί ενδεχομένως στο αρμόδιο δικαστήριο, δηλαδή η έκβαση της κύριας δίκης είναι ανεξάρτητη από την τύχη του πρωτοκόλλου, το οποίο αν δεν ανακοπεί εμπρόθεσμα ή αν επικυρωθεί ή μεταρρυθμιστεί στη δίκη επί της ανακοπής εκτελείται κατά τον ΚΕΔΕ.
Ήδη, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ως άνω ανακοπής έχει, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 1εδ.ε'&στ', 3§§1&2, 4, 24§1 και 39§1 του ΕισΝΚΠολΔ, το μονομελές πρωτοδικείο σε πρώτο βαθμό (ΟλΑΠ 5/1985? 67/2012? 1408/2012) και το εφετείο σε δεύτερο. Η αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου επιβεβαιώθηκε και με το άρθρ. 326§3 του ν. 4072/2012, με το οποίο ορίστηκε ακόμη ότι αν η εκδιδόμενη απόφαση ακυρώσει το πρωτόκολλο για λόγους που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή του κτήματος, ο ανακόπτων οφείλει να ασκήσει τακτική αγωγή μέσα σε προθεσμία ενενήντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, αλλιώς το πρωτόκολλο παραμένει σε ισχύ και εκτελείται.
Η αποζημίωση για την αυθαίρετη κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος ή κτήματος που βρίσκεται στη νομή ή κατοχή του Δημοσίου με οποιαδήποτε σύμβαση έχει το χαρακτήρα ανταλλάγματος για την ωφέλεια που η αυθαίρετη κάρπωση ή χρήση του κτήματος αποφέρει σε εκείνον που την κάνει, δηλαδή ανταλλάγματος που οφείλει να είναι ανάλογο μ' αυτό που θα απέφερε η εκμίσθωση του κτήματος, νοείται δε ως χρήση του κτήματος όχι η απλή κατοχή του, έστω και αν αυτή προσφέρει τη δυνατότητα κάρπωσης του κτήματος, αλλά η λήψη ωφελειών από την πραγματική κάρπωση και χρήση του κτήματος (ΑΠ 478/2004? 541/2006).
Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά αυθαίρετη χρήση η εκμετάλλευση χώρου του αιγιαλού, εφόσον δεν αλλοιώνει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του και γίνεται από μισθωτή του χώρου από ΟΤΑ, στον οποίο είχε προηγουμένως παραχωρηθεί νομίμως η χρήση του χώρου από το Δημόσιο κατά το άρθρ. 49§3 του ν. 1416/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7§11 του ν. 2307/1995, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 60 του από 11/12.11.1929 διατάγματος, 13 του α.ν. 1540/1938, 13§5 και 15§5 του ν.2971/2001, αφού η παραχώρηση αυτή σε ΟΤΑ περιλαμβάνει κατ' αρχήν και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του χώρου με την εκμίσθωσή του σε τρίτο πρόσωπο, έστω και αν αυτό δεν ορίζεται ρητά στην ίδια την απόφαση παραχώρησης (ΟλΑΠ 17/2011? 18/2011), αρκεί η περαιτέρω παραχώρηση να καλύπτεται από γενική ή ειδική εγκριτική υπουργική απόφαση (βλ.
ήδη την υπ' αριθ. Δ 10/2013 απόφαση του Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών στο ΦΕΚ 1094 Β'/2.5.2013). Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 2 του α.ν. 263/1968 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί δημοσίων κτημάτων", όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκαν με το άρθρο μόνο παράγραφος 3 του α.ν. 317/1968 και ερμηνεύτηκαν με το άρθρ. 15 του ν. 719/1977, εναντίον όποιου επιλαμβάνεται αυθαιρέτως δημόσιου κτήματος και γενικότερα κτήματος της δημόσιας περιουσίας του Κράτους, όπως κοινόχρηστων χώρων αιγιαλού, παραλίας, οδών κλπ, συντάσσεται και κοινοποιείται σ' αυτόν πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, κατά του οποίου ο ίδιος μπορεί να ασκήσει κατά τη διαδικασία ήδη των ασφαλιστικών μέτρων ανακοπή στον αρμόδιο ειρηνοδίκη, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου, αλλιώς θεωρείται ότι το αποδέχθηκε, ομολογώντας την κυριότητα του Δημοσίου, κατά δε της απόφασης του ειρηνοδίκη επιτρέπεται να ασκηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 και πάλι ημερών έφεση στον πρόεδρο πρωτοδικών και ήδη στο μονομελές πρωτοδικείο, ενώ ανεπίτρεπτη είναι η άσκηση αναίρεσης κατά των σχετικών αποφάσεων, οι οποίες, όπως ρητά ορίζεται, δεν παρακωλύουν την επιδίωξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων κατά την τακτική διαδικασία (ΑΠ 1829/2001? 269/2004? 1345/2004? 1094/2008? 1739/2008).
Συνάγεται έτσι ότι αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, δεν είναι η αναγνώριση της κυριότητας ή η προσωρινή ρύθμιση της νομής στο επίδικο ακίνητο, αλλά η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση του πρωτοκόλλου, το οποίο ανακόπτεται ως παράνομη διοικητική πράξη, προϋποθέσεις δε απαραίτητες για το κύρος του πρωτοκόλλου, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, είναι α) η κυριότητα του Δημοσίου στο ακίνητο, β) η αναμφισβήτητη κατοχή του από το Δημόσιο και γ) η αυθαίρετη κατάληψη του ακινήτου από τον καθ` ου το πρωτόκολλο με το σκοπό απόκτησης δικαιωμάτων.
Κατά την έννοια αυτή το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής κατατείνει στην προστασία του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου σε ακίνητο που κατέλαβε ιδιώτης, προβάλλοντας δικαίωμα δικής του κυριότητας σ' αυτό, στο οποίο και στηρίζει τη σχετική ανακοπή του.
Συνεπώς η άσκηση της ανακοπής προκαλεί ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 85/1991? ΟλΑΠ 34/1996), στο πλαίσιο της οποίας τα σχετικά ζητήματα εξετάζονται μόνο παρεμπιπτόντως, ως προδικαστικά ζητήματα και όχι ως αντικείμενο της δίκης, γι' αυτό και το δεδικασμένο από την αντίστοιχη απόφαση περιορίζεται μόνο στο ζήτημα του κύρος του ανακοπτομένου πρωτοκόλλου και δεν καλύπτει τα παρεμπιπτόντως ερευνώμενα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων.
Δηλαδή το δεδικασμένο αυτό εμποδίζει να καταστεί ξανά επίδικο μόνο το ζήτημα του κύρους του πρωτοκόλλου, που σημαίνει ότι αποκλείεται είτε νέα ανακοπή προς ακύρωση του αυτού πρωτοκόλλου, αν απορρίφθηκε ήδη προηγούμενη ανακοπή, είτε η έκδοση νέου πρωτοκόλλου, αν ακυρώθηκε το αρχικό πρωτόκολλο και δεν υπήρξε έκτοτε μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης, με βάση την οποία αυτό εκδόθηκε.
Συνακόλουθα το δεδικασμένο από την απόφαση ακύρωσης του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής δεν εκτείνεται στη δίκη επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση του αυτού ακινήτου κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από το αυτό πρόσωπο, οπότε και δεν νομιμοποιείται αυτόματα έναντι του Δημοσίου η χρήση του από το πρόσωπο αυτό, αλλά θα αξιολογηθεί αυτοτελώς, με βάση τα ουσιαστικά δικαιώματα, που παρεμπιπτόντως ερευνώνται, χωρίς όμως και να καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 1823/2012).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1459/1997? 509/2002).
Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985? ΑΠ 1002/2005? 2/2006).
Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 853/2001? 130/2004? 1858/2005).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η απόφαση αυτή κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι από την υπ' αριθ. 169/2004 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, που ακύρωσε το υπ' αριθ. 502/22.5.2003 πρωτόκολλο της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, δεν προκύπτει δεδικασμένο στο πλαίσιο και της παρούσας δίκης, με βάση το οποίο θα έπρεπε, ωστόσο, να ακυρώσει εν όλω και το επίδικο πρωτόκολλο, κρίνοντας προς το σκοπό αυτό ότι η χρήση από τους αναιρεσείοντες της σταθερής εξέδρας, επιφάνειας 515,82 m2, που βρίσκεται μπροστά από το ξενοδοχείο ...
στη θέση Δασιά της Κέρκυρας και εξυπηρετεί, μεταξύ άλλων, και τους πελάτες της δικής τους επιχείρησης θαλάσσιων μέσων αναψυχής (σκι), δεν συνιστά αυθαίρετη από αυτούς χρήση του χώρου του αιγιαλού και του συνεχόμενου αυτού θαλάσσιου χώρου που καταλαμβάνει η εν λόγω εξέδρα, αφού η χρήση των χώρων αυτών, όπως δεσμευτικά δέχτηκε το Ειρηνοδικείο προκειμένου να ακυρώσει με την ως άνω τελεσίδικη απόφασή του το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής των αναιρεσειόντων από τους χώρους αυτούς, βασίστηκε στη μίσθωση των χώρων αυτών από τους αναιρεσείοντες δυνάμει συμβάσεων, που κατάρτισαν με το Δήμο Φαιάκων, στον οποίο το Δημόσιο είχε παραχωρήσει τη χρήση των ίδιων χώρων.
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η περιεχόμενη στην απόφαση του Ειρηνοδικείου κρίση ότι δεν υπήρξε αυθαίρετη χρήση των επίδικων χώρων από τους αναιρεσείοντες, δηλαδή για ζήτημα προδικαστικό μεν του κύρους του εκδοθέντος σε βάρος τους πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, το οποίο όμως δεν καλύπτεται από δεδικασμένο, δεν είναι δεσμευτική στο πλαίσιο ούτε της παρούσας δίκης, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης και της ειρηνοδικειακής απόφασης διαφοροποιούνται, αφού κατά την απόφαση του Ειρηνοδικείου η χρήση των επίδικων χώρων από τους αναιρεσείοντες, δηλαδή τμήματος του αιγιαλού και του πέραν αυτού θαλάσσιου χώρου, εμφανίζεται να είναι σύννομη με βάση τις από 30.4.2001, 2.7.2001 και 24.4.2003 μισθωτικές συμβάσεις που κατάρτισαν με το Δήμο Φαιάκων, ενώ κατά την προσβαλλόμενη απόφαση οι ανακόπτοντες μίσθωσαν κατά την περίοδο 2003 - 2006, με περαιτέρω συμβάσεις, που κατάρτισαν με την ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε.
αντί για το Δήμο Φαιάκων, τμήμα μόνον του αιγιαλού και όχι και τον πέραν αυτού θαλάσσιο χώρο που καταλαμβάνει η ως άνω εξέδρα.
3. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005? 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993? 185/2004? 1503/2005? 832/2009? 574/2010).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993? 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002? 80/2004? 557/2004? 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995? 832/2009? 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010? 574/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004? ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993? 597/2005? 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005? 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010? 1093/ 2011).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι στις μισθωτικές συμβάσεις, που σύναψαν κατά τα έτη 2003 - 2006 με την ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε., δεν περιλαμβάνεται ο θαλάσσιος χώρος που καταλαμβάνει η επίδικη εξέδρα, αλλά μόνον ο εφαπτόμενος αυτής χώρος του αιγιαλού, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, μολονότι εμμέσως διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας ή κενού στις αντίστοιχες μισθωτικές συμβάσεις, αλλά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ρητά δέχθηκε ότι οι μισθωτικές αυτές συμβάσεις σαφώς και κατά τρόπο αναμφίβολο αφορούν μόνον "τμήμα του αιγιαλού και όχι και την υφιστάμενη εντός του θαλάσσιου χώρου εξέδρα...
και ότι είχαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δικαίωμα απλής χρήσης του αιγιαλού, όχι όμως και της επίδικης εξέδρας...". 4. Το άρθρ. 13 του ν. 2971/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 10§2 του ν. 3207/2003, ορίζει στην παράγραφο 1 ότι "απλή χρήση του αιγιαλού και της παραλίας είναι κάθε χρήση, εφόσον από αυτή δεν παραβιάζεται ο προορισμός τους ως κοινόχρηστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στη φυσική μορφολογία τους και τα βιοτικά στοιχεία τους", στην παράγραφο 2 ότι "η παραχώρηση της απλής χρήσης του αιγιαλού και της παραλίας γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών έναντι ανταλλάγματος, κατά τις διατάξεις για την εκμίσθωση δημόσιων κτημάτων..." και στην παράγραφο 5 ότι "με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών επιτρέπεται η απευθείας παραχώρηση με ή χωρίς αντάλλαγμα της απλής χρήσης του αιγιαλού και της παραλίας σε δήμους και κοινότητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων της παραγράφου 2, με την ίδια δε απόφαση καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".
Περαιτέρω το άρθρ. 14 του αυτού ν. 2971/2001 ορίζει στην παράγραφο 1 ότι "η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, παραλίας, συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου ή του πυθμένα, για την εκτέλεση έργων που εξυπηρετούν εμπορικούς, βιομηχανικούς, συγκοινωνιακούς, λιμενικούς ή άλλου είδους σκοπούς, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατά τη διαδικασία που προβλέπει η επόμενη παράγραφος, η δε παραχώρηση μπορεί να περιλαμβάνει και απλή χρήση αιγιαλού και παραλίας για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών των έργων αυτών...", στην παράγραφο 5 ότι "επιτρέπεται να τοποθετηθούν στη θάλασσα, χωρίς επέμβαση στον αιγιαλό, με απόφαση της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, που εκδίδεται κατόπιν σύμφωνης γνώμης της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, του Γ.Ε.Ν., της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, της αρμόδιας υπηρεσίας περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και γνώμης του οικείου Ο.Τ.Α.
Α' βαθμού, πλωτές εξέδρες, επιφάνειας μέχρι 100 m2 και για εποχιακή χρήση μέχρι έξι (6) μηνών, για την επιδίωξη σκοπών που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, καθώς και για πολιτιστικούς σκοπούς..." και στην παράγραφο 6 ότι "με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Δημόσιων Κτημάτων..., επιτρέπεται η χωρίς δημοπρασία απευθείας παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού και παραλίας, θάλασσας ή πυθμένα και του υπεδάφους του, σε αυτούς που έχουν ιδρύσει ή έχουν την πρόθεση να ιδρύσουν, σε ιδιωτικούς χώρους, επί των οποίων έχουν κυριότητα ή δικαίωμα χρήσης με ενοχική σχέση, εμπορικές επιχειρήσεις...
ή ξενοδοχειακές επιχειρήσεις..., για να κατασκευάσουν προβλήτες ή άλλα έργα, προοριζόμενα να εξυπηρετήσουν τις επιχειρήσεις τους...". Τέλος το άρθρ. 27 του ίδιου επίσης ν. 2971/2001 ορίζει στην παράγραφο 9 ότι "για έργα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 και έχουν γίνει πριν από την ισχύ του παρόντος νόμου στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής, είναι δυνατόν, μετά από αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, να εκδοθεί γι' αυτά η σχετική άδεια κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, εφόσον δεν παραβιάζονται οι ισχύουσες σχετικές διατάξεις, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης της άδειας αυτής και υποβληθεί προς τούτο αίτηση στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών από την ισχύ του παρόντος νόμου".
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Στις 2.5.2003 ο Ν. Γ., πολιτικός μηχανικός και υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας..., διενήργησε αυτοψία έμπροσθεν του ξενοδοχείου με την επωνυμία ...
στην περιοχή ΔΑΣΙΑ του Δήμου Φαιάκων Κέρκυρας, για την οποία συνέταξε την υπ' αριθ. ΚΥ/1674/02/5.5.2003 έκθεση, με την οποία διαπίστωσε ότι εντός του θαλάσσιου χώρου είχε καταληφθεί τμήμα αυτού συνολικής έκτασης 515,82 m2 με την κατασκευή ξύλινης σταθερής εξέδρας... Διαπιστώθηκε δε ότι η εξέδρα αυτή, που αποτελείται από διάδρομο πρόσβασης μήκους 14,20 m και πλάτους 2,10 m και από την κυρίως εξέδρα διαστάσεων 18 Χ 27 m, είναι σταθερή, καθόσον στηρίζεται πάνω σε μεταλλικούς πασσάλους, που έχουν εμπηχθεί στον πυθμένα της θάλασσας...
Ειδικότερα προέκυψε ότι η επίδικη εξέδρα κατασκευάστηκε το 1971 από την εταιρεία ... στη θέση παλαιότερης εξέδρας, που υπήρχε στην περιοχή, για λόγους ψυχαγωγίας των πελατών του ξενοδοχείου, αλλά και κατοίκων και επισκεπτών της ευρύτερης περιοχής... Δυνάμει της υπ' αριθ. 1047427/4612/Β0010/3.6.2002 απόφασης των Υπουργών αφενός μεν Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, αφετέρου δε Οικονομίας και Οικονομικών...
παραχωρήθηκε σε όλους τους ΟΤΑ και συνεπώς και στο Δήμο Φαιάκων, το δικαίωμα της απλής χρήσης των κοινόχρηστων χώρων αιγιαλού και παραλίας, που βρίσκονται στα όρια της διοικητικής τους περιφέρειας, για το χρονικό διάστημα από 1.6.2002 έως 31.5.2005 έναντι ανταλλάγματος. Η ανακόπτουσα εταιρεία (πρώτη αναιρεσείουσα), η οποία έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την εκμετάλλευση θαλάσσιων μέσων αναψυχής και της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι λοιποί ανακόπτοντες (δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων), διατηρώντας προς τούτο επιχείρηση έμπροσθεν του ξενοδοχείου ...
μίσθωσε από το Δήμο Φαιάκων, δυνάμει συμβάσεων και κατ' εφαρμογή της παραπάνω υπουργικής απόφασης, έκταση επί του αιγιαλού και της παραλίας στην ως άνω περιοχή της Δασιάς..., για το σκοπό της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Ειδικότερα ο ως άνω Δήμος παραχώρησε στους ανακόπτοντες έκταση επί του αιγιαλού "τόση ώστε να διασφαλίζεται η ελεύθερη πρόσβαση των πελατών τους προς την εξέδρα, καθώς και η τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων σύμφωνα με τις υποδείξεις του Δήμου", ενώ από το έτος 2003, ήτοι από το επίδικο έτος και μετέπειτα, εκμισθώτρια του χώρου του αιγιαλού είναι η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ...
Βάσει των ανωτέρω συμβάσεων... οι ανακόπτοντες μίσθωσαν τμήμα του αιγιαλού και όχι την υφιστάμενη εντός του θαλάσσιου χώρου εξέδρα, την οποία άλλωστε... δεν θα μπορούσαν να εκμισθώσουν. Ειδικότερα, αν ήθελαν οι ανακόπτοντες να τους παραχωρηθεί η χρήση της επίδικης εξέδρας, θα έπρεπε να απευθυνθούν στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, ως μόνη αρμόδια..., η οποία θα λάμβανε τη σχετική απόφαση μετά από προηγούμενη σύμφωνη γνωμοδότηση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, του Γ.Ε.Ν., της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
και της απλής γνώμης του Δήμου Φαιάκων. Μάλιστα τη σχετική διαδικασία όφειλαν να ακολουθήσουν οι ανακόπτοντες για όλα τα επίδικα έτη (2003 - 2006), αφού σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρ. 14 του ν. 2971/2001 η παραχώρηση αφορά μόνο την εποχική χρήση αυτής έως 6 μήνες... Από τα ανωτέρω πιθανολογήθηκε ότι η εκμισθώτρια εταιρεία είχε κατά το επίδικο διάστημα δικαίωμα απλής χρήσης του αιγιαλού, όχι όμως και της επίδικης πλωτής εξέδρας, συνολικής έκτασης 515,82 m2, για την οποία μόνη αρμόδια για την παραχώρηση της χρήσης της ήταν η Κτηματική Υπηρεσία, η οποία όμως δεν εξέδωσε καμία σχετική απόφαση...
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες, οι οποίοι συνομολογούν ότι κάνουν χρήση της επίδικης εξέδρας, φροντίζοντας για τη συντήρησή της και την επισκευή της, έκαναν χρήση της παραπάνω έκτασης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα χωρίς να έχουν συνάψει οποιαδήποτε σύμβαση μίσθωσης είτε με το Δήμο Φαιάκων είτε με άλλη αρμόδια αρχή και χωρίς να έχουν λάβει προς τούτο άδεια από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, ενώ για τη χρήση της έκτασης αυτής δεν κατέβαλαν αντάλλαγμα για τα επίδικα έτη..., αν και πρόκειται για θαλάσσια έκταση, που ανήκει κατά κυριότητα στο καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο και την οποία αυθαιρέτως χρησιμοποιούν οι ανακόπτοντες...".
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρόλο που η επίδικη εξέδρα είναι σταθερή και όχι πλωτή, οπότε για την παραχώρηση της χρήσης της δεν απαιτείται η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 14§5 του ν. 2971/2001 απόφαση της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, εντούτοις εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση, χαρακτηρίζοντας την επίδικη εξέδρα αρχικά ως σταθερή και αντιφατικά ακολούθως ως πλωτή, εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, προκειμένου να κρίνει ότι αφού δεν είχε εκδοθεί απόφαση της Κτηματικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, που θα επέτρεπε τη χρήση της επίδικης εξέδρας από τους αναιρεσείοντες, δεν μπορούσε η χρήση της να είναι ούτε αντικείμενο μίσθωσης απ' αυτούς και γι' αυτό ακριβώς δεν περιλήφθηκε στις συμβάσεις μίσθωσης που σύναψε η πρώτη ειδικότερα αυτών με το Δήμο Φαιάκων και στη συνέχεια με την ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (ορθότερα ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ), με τελική συνέπεια, όπως εσφαλμένα κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι αυθαίρετη η χρήση της από τους αναιρεσείοντες κατά τα έτη 2003 - 2006 και κατ' επέκταση η χρήση και του θαλάσσιου χώρου που αυτή καταλαμβάνει.
Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ναι μεν η επίδικη εξέδρα, η οποία χαρακτηρίζεται αρχικά ως σταθερή, αναφέρεται στη συνέχεια της απόφασης και ως πλωτή, αυτό όμως οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού η περιγραφή της εξέδρας, που γίνεται με την απόφαση, αντιστοιχεί σαφώς σε σταθερή κατασκευή και ειδικότερα πρόκειται για εξέδρα που εκτείνεται στο συνεχόμενο του αιγιαλού θαλάσσιο χώρο μπροστά από το ξενοδοχείο ...
στη Δασιά της Κέρκυρας, στηριζόμενη σε μεταλλικούς πασσάλους, που έχουν εμπηχθεί στον πυθμένα της θάλασσας.
Συνεπώς η παραχώρηση του αναγκαίου για τη χρήση της εξέδρας θαλάσσιου χώρου δεν ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρ. 14§5 του ν. 2971/2001 και εσφαλμένα με την προσβαλλόμενη απόφαση συνδέθηκε με τη διάταξη αυτή. Όμως το σφάλμα αυτό είναι τελικά χωρίς νομική επιρροή, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην παραπάνω διάταξη προκειμένου να αντλήσει επιχείρημα ενισχυτικό απλώς της κρίσης του ότι η επίδικη εξέδρα δεν περιλαμβάνεται στις μισθωτικές συμβάσεις της πρώτης των αναιρεσειόντων με το Δήμο Φαιάκων και στη συνέχεια με την ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, δηλαδή κατέληξε στην κρίση αυτή και χωρίς τη σύνδεση της επίδικης εξέδρας με τη διάταξη του άρθρ. 14§5 του ν. 2971/2001, εκτιμώντας προς το σκοπό αυτό το σαφές περιεχόμενο των μισθωτικών συμβάσεων, στο πλαίσιο των οποίων η παραχώρηση της χρήσης όχι μόνον τμήματος του αιγιαλού, αλλά και του θαλάσσιου χώρου, στον οποίο εξ ολοκλήρου βρίσκεται η επίδικη εξέδρα, απαιτεί και πάλι απόφαση κατά την παράγραφο, όμως, 1 ή αναλόγως 6 και όχι 5 του άρθρ. 14 του ν. 2971/2001.
Επομένως η εσφαλμένη αναφορά που γίνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση στη διάταξη του άρθρ. 14§5 του ν. 2971/2001, δεν θεμελιώνει λυσιτελή λόγο αναίρεσης και πρέπει έτσι ως αλυσιτελής να απορριφθεί και ο σχετικός με την πλημμέλεια αυτή δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 5. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν οι αναιρεσείοντες πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι δεν έκαναν χρήση της επίδικης εξέδρας τέτοια που να δικαιολογεί την έκδοση σε βάρος τους του επίδικου πρωτοκόλλου αποζημίωσης, αλλά περιστασιακή μόνο χρήση στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους με στόχο την εξυπηρέτηση των πελατών τους, που όμως δεν εμπίπτει στην έννοια της κάρπωσης και χρήσης κατά το άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος και συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που παρά το σχετικό ισχυρισμό τους, δεν ακύρωσε το πρωτόκολλο αυτό, παραβίασε τις σχετικές με την έκδοσή του διατάξεις.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η ως άνω χρήση της επίδικης εξέδρας, που περιγράφουν ότι έκαναν οι αναιρεσείοντες κατά το κρίσιμο διάστημα των ετών 2003 - 2006 και δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση ότι γινόταν από αυτούς, αποτελεί ασφαλώς χρήση που συνεπάγεται ωφέλειες για τους ίδιους κατά την έννοια του άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος, οπότε και δεν αποκλείεται για την αιτία αυτή η έκδοση σε βάρος τους του επίδικου πρωτοκόλλου.
Σε συνάρτηση με τον παραπάνω λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη συνέχεια με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενοι ότι μολονότι προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η από μέρους τους χρήση της επίδικης εξέδρας δεν εμπίπτει στην έννοια του άρθρ. 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος επικαλέστηκαν και προσκόμισαν φωτογραφίες που απεικονίζουν δημοτική πινακίδα, στην οποία αναγράφεται ότι η επίδικη εξέδρα είναι κοινόχρηστη και διαθέσιμη για όλους τους λουόμενους στη θαλάσσια περιοχή της εξέδρας, εντούτοις παρά το νόμο η απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες αυτές.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αλλά και αλυσιτελής και γι' αυτό πρωταρχικά απορριπτέος, αφού, όπως ρητά βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επισκοπήθηκαν οι σχετικές φωτογραφίες, σε κάθε δε περίπτωση η φερόμενη ως απεικονιζόμενη σ' αυτές δημοτική πινακίδα, που πληροφορεί ότι η επίδικη εξέδρα είναι κοινόχρηστη και διαθέσιμη για όλους τους λουόμενους στη θαλάσσια περιοχή της εξέδρας, δεν καθιστά χωρίς ωφέλεια για τους αναιρεσείοντες την παράλληλη από αυτούς χρήση της εξέδρας στο πλαίσιο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και μάλιστα όταν κυρίως στον πλαίσιο αυτό χρησιμοποιείται η εξέδρα. 6.
Κατά το άρθρ. 4§1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1705/1987, κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση, για την οποία αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού, ενώ κατά το άρθρ. 6§2 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα, τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι να αποδειχθεί νομίμως η ενοχή του.
Με τους έκτο και έβδομο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι αν και το υπ' αριθ. 502/22.5.2003 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, που εκδόθηκε σε βάρος τους από την Κτηματική Υπηρεσία Κέρκυρας, περιέχει στην ουσία ποινικής φύσης κατηγορία εναντίον του δεύτερου και του τρίτου αυτών και αντίστοιχα η τελεσίδικη ακύρωση του πρωτοκόλλου με την υπ' αριθ. 169/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας ισοδυναμεί με αμετάκλητη αθώωσή τους, με συνέπεια έτσι η μεταγενέστερη έκδοση σε βάρος τους από την αυτή δημόσια υπηρεσία του υπ' αριθ. 263/27.2.2007 πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση των ίδιων επίδικων χώρων, που έχει ποινική επίσης χροιά, να προσκρούει στην καθιερούμενη με το άρθρ. 4§1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αρχή ne bis in idem, αλλά και να θίγει το τεκμήριο αθωότητάς τους κατά το άρθρ. 6§2 της ΕΣΔΑ, εντούτοις εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τα άρθρα αυτά και συνακόλουθα να ακυρώσει το δεύτερο από τα παραπάνω πρωτόκολλα.
Αντίθετα όμως με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, η έκδοση των ως άνω πρωτοκόλλων δεν περιέχει ποινικής φύσης κατηγορία εναντίον του δεύτερου και του τρίτου ειδικότερα αυτών και ούτε η ακυρωτική του πρώτου πρωτοκόλλου ως άνω ειρηνοδικειακή απόφαση ισοδυναμεί λειτουργικά με αθωωτική γι' αυτούς απόφαση, ώστε η έκδοση στη συνέχεια του δεύτερου πρωτοκόλλου να παραβιάζει την αρχή ne bis in idem, καθώς και το τεκμήριο αθωότητάς τους, γι' αυτό και οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
7. Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Δημόσιο με το να εκδώσει μόνο σε βάρος τους και όχι και κατά της εταιρείας με την επωνυμία ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε το υπ' αριθ. 263/27.2.2007 πρωτόκολλο αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιας έκτασης, μολονότι η ύπαρξη αυθαίρετης από την πλευρά τους χρήσης των επίδικων χώρων προϋποθέτει αναγκαίως αυθαίρετη χρήση και από την παραπάνω εταιρεία, από την οποία αυτοί μίσθωναν τους ίδιους χώρους κατά την κρίσιμη περίοδο 2003 - 2006, προσέβαλε το δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη κατά την έννοια του άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ, υπό την ειδικότερη έννοια της παραβίασης των συνταγματικών αρχών της νομικής ασφάλειας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των πολιτών, που απορρέουν από την συνταγματικά επίσης κατοχυρωμένη έννοια του κράτους δικαίου (άρθρ. 2§1, 5§1 και 25§1 του Συντάγματος) και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση με το να μην ακυρώσει για τις αιτίες αυτές το ως άνω πρωτόκολλο παραβίασε και η ίδια την αρχή της δίκαιης δίκης.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι γι' αυτό πρωτίστως απορριπτέος, αφού αντίθετα με όσα οι αναιρεσείοντες υπολαμβάνουν, δεν υπήρξε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αυθαίρετη χρήση των επίδικων χώρων από την ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε., αλλά αυτή, έχοντας κατά παραχώρηση του Δημοσίου τη δυνατότητα χρήσης του αιγιαλού, στο τμήμα που εφάπτεται της επίδικης εξέδρας, εκμίσθωσε στους αναιρεσείοντες μόνο το τμήμα αυτό του αιγιαλού και όχι και τον συνεχόμενο αυτού θαλάσσιο χώρο, όπου κυρίως βρίσκεται η επίδικη εξέδρα, ενώ σε κάθε περίπτωση η έκδοση πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος δεν παραβιάζει υπό οποιαδήποτε εκδοχή την αρχή της δίκαιης δίκης, αν το πρωτόκολλο εκδοθεί σε βάρος ενός μόνον από τους περισσότερους που έκαναν αυθαίρετη χρήση του δημόσιου κτήματος.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με το υπ' αριθ. 6147787/2012 διπλότυπο είσπραξης, σειράς Ζ, της Α' Δ.Ο.Υ.
Κέρκυρας, όπως αυτό αναφέρεται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 1/20.11.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Εξ άλλου οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 180§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), στο οποίο όμως η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Παρέδρου του ΝΣΚ, θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 του ν.1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 1114/1986? 11/2011? ΑΠ 479/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.11.2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." και των Κ. Π. και Ν. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 88/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με το υπ' αριθ. 6147787/2012 διπλότυπο είσπραξης, σειράς Ζ, της Α' Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας, όπως αυτό αναφέρεται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 1/20.11.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ