Legislator Giurisprudenza & Legislazione
928/2013 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against municipal employment contract duration ruling, remanding case for retrial.

Numero d'incarto 928/2013
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court allowed the first ground of the appeal, finding the lower court erred in applying constitutional and labor law provisions regarding indefinite-term employment contracts. The court held that the municipality's attempt to fix the contract's duration violated the employee's rights under specific articles of the Constitution and the Civil Code. Consequently, the contested judgment was annulled and the case remanded to a new panel of the Court of First Instance for retrial.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 103(7) and 103(8) of the Constitution; Article 21 of Law 2190/1994: When a labor contract is for an indefinite term, the employer cannot arbitrarily fix a duration, and such a restriction violates the employee's rights under the Constitution and the Civil Code.

Parole chiave

Generato dall'IA
indefinite term employment contract municipal employment law unconstitutional duration restriction labor rights protection remittal for retrial civil code provisions constitutional labor rights

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 103(7) and 103(8) of the Constitution
Article 21 of Law 2190/1994
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 928 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 928/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Ι., συζ. Θ. Ρ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χριστοδουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΟΠΟΤΑΜΟΥ", που εδρεύει στο Πέραμα Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μιχελάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2222/ΜΕΙ/ 166/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2010 αίτησή της, με τις δε από 26-10-2012 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση..

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 27-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.

Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ως συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας ή μισθώσεως έργου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).

Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.

Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους‚ με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/ 1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Επιχειρήσεις και Οργανισμούς κοινής ωφέλειας (Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε. κ.λπ.), πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 11-9-2006 αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, ότι με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοικήσεως συνήψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 6-3-2001 έως 1-9-2002, για να παρέχει τις υπηρεσίες της σ' αυτόν ως υπάλληλος λογιστηρίου.

Ότι στη συνέχεια συνήψε με τον εναγόμενο α) την από 2-9-2002 σύμβαση έργου, διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, δυνάμει της οποίας εργάσθηκε ως καθαρίστρια, β) την από 1-12-2003 σύμβαση έργου, διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε ως εργάτρια ύδρευσης, γ) την από 1-12-2004 σύμβαση έργου, διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε ως υπάλληλος μηχανογράφησης και αρχειοθέτησης εγγράφων και δ) την από 5-12-2005 σύμβαση έργου, διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, δυνάμει της οποίας εργάσθηκε ως δενδροκόμος - εργάτρια διαμόρφωσης των εξωτερικών χώρων του Δημαρχείου και ότι οι παραπάνω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και συμβάσεις έργου έγιναν καταχρηστικά και με προφανή σκοπό την καταστρατήγηση του νόμου, υπέκρυπταν δε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθόσον δυνάμει όλων των προαναφερόμενων συμβάσεων παρείχε, καθ' όλο το χρονικό διάστημα, αρχής γενομένης από 6-3-2001, τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο ως υπάλληλος λογιστηρίου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.

Με βάση τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί, ότι η σύμβαση εργασίας και οι συμβάσεις έργου που συνήψε με τον εναγόμενο Δήμο συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με σημείο έναρξης την 6-3-2001, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως υπαλλήλου λογιστηρίου, με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, με την υπ' αριθμ. 28/2007 απόφασή του, έκρινε την αγωγή νόμιμη και την δέχθηκε ως βάσιμη και στην ουσία της. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους εφέσεως ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος Δήμος και το Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 14 και 21 του Ν. 2190/1994, 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004 και 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, κατέληξε στη κρίση ότι υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών δεν είναι επιτρεπτή η μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.

ή σε Ν.Π.Δ.Δ. σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν ο εργαζόμενος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Ακολούθως δε το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Έχοντας, όμως, το προεκτεθέν περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, είναι νόμιμη και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή (αγωγή), η πρώτη από τις επίδικες διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, δηλαδή η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καταρτίσθηκε στις 6-3-2001, πριν δηλαδή από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και πριν από την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001) και των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004 (19-7-2004), και ως εκ τούτου οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις της αναιρεσείουσας μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα πάντοτε με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσείουσα με την εργασία της, ως εκ της φύσεως και του είδους αυτής, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ο δε καθορισμός του είδους των επιδίκων συμβάσεων, ως συμβάσεως ορισμένου χρόνου και συμβάσεων έργου εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να ρυθμίζει τη χρονική διάρκεια της εργασίας της, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη της ισχύος τους.

Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά, δεν είναι νόμιμη παραβίασε, με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, και, με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοσθούν στην προκείμενη περίπτωση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή με την έκθεσή του (κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), ως προς την αποδιδόμενη από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνακόλουθα, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο (Κρήτης), το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013.

Ο αναιρεσίβλητος Δήμος, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, μειωμένη, όμως, με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Η αίτηση της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διά της υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως υπαλλήλου λογιστηρίου, σε εκτέλεση του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απαράδεκτη, διότι το σχετικό άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο της αρχικής διαφοράς ήταν η διάγνωση (με αναγνωριστική απόφαση) μιας έννομης σχέσης (ΑΠ 1257/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 62/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση

Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο Γεροποτάμου Νομού Ρεθύμνης στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ