Supreme Court allows appeal against labor contract termination ruling due to non-retroactive application of new law.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's dismissal of a labor dispute involving a gymnastics club. The lower court had declared the employment contract void and the subsequent termination lawful based on a new law requiring written contracts, arguing it applied retroactively. The Supreme Court rejected this, holding that the new law lacks retroactive force and cannot alter past legal relationships, thus invalidating the lower court's reasoning on the contract's validity.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 2 of the Civil Code; Art. 31 para. 6 of Law 2725/1999: The principle of non-retroactivity of laws protects legal certainty, meaning new statutes cannot retroactively invalidate existing legal relationships or alter the legal status of past events unless explicitly intended by the legislature.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 928 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 928/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου.
Του αναιρεσίβλητου: Αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ Α.Ο", ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13/12/2001 και 27/7/2001 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2754/2002 και 304/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2139/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/9/2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 2/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το άρθρο 2 Α.Κ. εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων, ασφάλεια των συναλλαγών και σταθερότητα δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή (ΑΚ 2) δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.
Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται κατ' αρχήν να προσδώσει στο νόμο αναδρομική δύναμη, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συναγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.
Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα (Σ. 7 παρ. 1, 78 παρ. 2). Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας αυτών των κατηγοριών νόμων συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ. 1 του Σ.) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Οι διατάξεις των τελευταίων επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας, στην οποία περιλαμβάνονται και περιουσιακά (ενοχικά) δικαιώματα. Δηλαδή μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνον εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (Ολ.
ΑΠ 1067/1979). Εξάλλου, κατά το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 75/1975 "το επάγγελμα του προπονητή δύνανται να ασκούν μόνο κεκτημένοι παρά της γενικής γραμματείας αθλητισμούς σχετικής αδείας, ως και οι απόφοιτοι της Εθνικής Ακαδημίας Σωματικής Αγωγής, δια τα αθλήματα άτινα εδιδάχθησαν...". Κατά την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 εδ.
στ' του Ν. 1070/1980 "δια κανονισμών εκδιδομένων υπό του αρμοδίου επί θεμάτων Αθλητισμού Υπουργού μετά γνώμην της υπερκειμένης κατά κλάδον αθλήσεως Ενώσεως Συνδέσμου ή Ομοσπονδίας, ρυθμίζονται οι όροι και προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος του προπονητού, τα προσόντα αυτών κατά κατηγορίας αθλητικών σωματείων ή ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιριών (Α ή Β Εθν.
Κατηγορίας κ.λ.π.), αι μετά των αθλητικών σωματείων σχέσεις αυτών, τα της επιλύσεως των εκ των σχέσεων τούτων διαφορών, ως και παν συναφές προς τα ανωτέρω θέμα." Από δε τη διάταξη του άρθρου19 του Ν. 1958/1991, όπως αυτή ίσχυε έως τις 17-6-1999, οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 139 του Ν. 2725/1999, που όριζε ότι "η σύμβαση παροχής υπηρεσιών αθλητή με αμοιβή ή επαγγελματία ή ημιεπαγγελματία αθλητή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων κανονιστικών γενικά πράξεων, μη εφαρμοζομένων σε καμία περίπτωση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας", προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στη σύμβαση περί παροχής αθλητικών υπηρεσιών από αμειβόμενο ή επαγγελματία ή ημιεπαγγελματία αθλητή, όχι δε και στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών από προπονητή.
Επακολούθησε ο Ν. 2725/1999 "περί ερασιτεχνικού και επαγγελματικού αθλητισμού και άλλων διατάξεων", ο οποίος όρισε στο άρθρο 31 παρ. 6 ότι "κάθε προπονητής συμβάλλεται υποχρεωτικά εγγράφως με τον αθλητικό φορέα στον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του με πλήρη, μερική ή περιοδική απασχόληση εξαρτημένης εργασίας.
Η σχετική σύμβαση για να είναι έγκυρη απαιτείται να κατατεθεί και να θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ." Το άρθρο 75 παρ. 2 Ν. 3057/2002 συμπλήρωσε τη διάταξη αυτή, προσθέτοντας και την "παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών" , προς αποφυγή τυχόν αμφισβητήσεων περί της νομικής φύσεως της παροχής υπηρεσιών προπονητή και πληρέστερη προστασία του.
Από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει, ότι υπό το προ του Ν. 2725/1999 νομικό καθεστώς η σύμβαση παροχής υπηρεσιών από προπονητή εγκύρως καταρτιζόταν ατύπως, βάσει δε των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της κρινόταν κάθε περίπτωση, αν δηλαδή ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Από την ισχύ (17-6-1999) όμως του Ν. 2725/1999 καθιερώθηκε, ως συστατικός, ο έγγραφος τύπος καταρτίσεώς της. Ο νομοθέτης δεν όρισε αναδρομική δύναμη του νόμου (2725/1999) αυτού ρητά, αλλά ούτε από την έννοια και το σκοπό του - που είναι η αποφυγή φοροδιαφυγής από εκείνους στους οποίους αναφέρεται -συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμισθούν υφιστάμενες κατά την ισχύ του άτυπες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών προπονητών, για τις οποίες, εξάλλου, δεν διέλαβε μεταβατική διάταξη, που να τάσσει προθεσμία υποβολής τους στον έγγραφο τύπο, οπότε μετά την άπρακτη παρέλευσή της να καθίστανται άκυρες.
Επομένως, ο εν λόγω νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται από την ισχύ του για τις εφεξής συναπτόμενες συμβάσεις. Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και τώρα αναιρεσείων, ο οποίος τυγχάνει επαγγελματίας προπονητής Ενόργανης Αγωνιστικής Γυμναστικής προσελήφθη από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο αθλητικό σωματείο μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού το έτος 1987 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως προπονητού ενόργανης αγωνιστικής γυμναστικής, στο τμήμα Παγκορασίδων, Κορασίδων και Νεανίδων αθλητών αντί μηνιαίου μισθού αρχικά 40.000 δραχμών.
Ο ενάγων απελύθη το έτος 1989 και επαναπροσελήφθη από το εναγόμενο με την αυτή ως άνω εργασιακή σχέση το έτος 1994 αντί μηνιαίου μισθού 100.000 δραχμών, ο οποίος από το έτος 1995 ανήλθε στο ποσό των 110.000 δραχμών. Στα πλαίσια της εργασίας του αυτής ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται καθημερινά από την Δευτέρα έως και την Παρασκευή κατά τις ώρες 18.00' έως 22.30' στις εγκαταστάσεις της θύρας 2 του σταδίου "Απόστολος Νικολαϊδης" προπονώντας τους αθλητές ενόργανης γυμναστικής όλων των κατηγοριών του ανωτέρω τμήματος του εναγομένου αθλητικού σωματείου, ενώ κατά την διάρκεια των αγωνιστικών περιόδων από Μάρτιο μέχρι Ιούνιο κάθε έτους εργαζόταν και τα Σαββατοκύριακα μεταβαίνων σε διάφορες επαρχιακές πόλεις με σκοπό την συμμετοχή των αθλητών του εναγομένου σε τοπικά και Πανελλήνια Πρωταθλήματα ενόργανης γυμναστικής.
Βάσει της συμβάσεως αυτής ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά στο εναγόμενο ήδη εκκαλούν - εφεσίβλητο και να αναφέρει κάθε θέμα, το οποίο ανέκυπτε κατά την άσκηση των καθηκόντων του στον εκάστοτε έφορο του εν λόγω τμήματος και από του έτους 1997 στην έφορο Ξ. Μ. και στον γενικό έφορο Γ.
Χ.. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο ενάγων τελούσε πάντοτε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητικού Συμβουλίου και των άλλων αρμοδίων οργάνων του εναγομένου σωματείου, προς τις εντολές των οποίων έπρεπε να συμμορφώνεται, δίχως ο ίδιος να έχει την δυνατότητα να προσδιορίζει τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, το είδος και την έκτασή τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση, που διήρκεσε έως τις 18-9-2001, οπότε το αναιρεσίβλητο σωματείο την κατήγγειλε, είναι εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η σύμβαση αυτή από της δημοσιεύσεως του ν. 2725/1999 (17-6-1999) κατέστη απλή εργασιακή σχέση λόγω της κατ' άρθρο 31 παρ. 6 του άνω νόμου ακυρότητας αυτής από τη μη έγγραφη διατύπωση, κατάθεση και θεώρηση της από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
και ότι η ένδικη αγωγή κατά τα κεφάλαια των μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από τη γενόμενη στις 18-9-2001 άκυρη απόλυση του, που έχουν ως προϋπόθεση την έγκυρη σύμβαση εργασίας, ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη εφαρμογή) τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διάταξη του άρθρου 31 παρ. 6 του Ν. 2725/1999, αφού, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η διάταξη αυτή δεν έχει αναδρομική εφαρμογή και συνεπώς δεν μπορεί να ρυθμίσει έννομες σχέσεις του παρελθόντος.
Επομένως ο σχετικός δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών. Ύστερα από τα ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τα πληττόμενα με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαιά της για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς τα άνω κεφάλαια, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη 2139/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τα ως άνω κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ