Supreme Court dismisses appeal; termination not abusive despite employee misconduct causing trust breakdown.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The employer argued the dismissal was abusive due to the employee's misconduct, while the court found the termination justified by the disruption of the company's operational order. The court ruled that the employer's right to terminate was exercised within legal limits and did not exceed the bounds of good faith or social purpose.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 669, 281, 174, 180, 349, 350, 356, 559 of the Civil Code; Art. 106, 335-341 of the Code of Civil Procedure; Termination of employment contracts is a unilateral voidable act that does not require justification, yet must not exceed the limits of good faith and social purpose, and is considered abusive only if motivated by revenge or hatred rather than legitimate business reasons.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 926 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 926/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:.... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "THEROS INTERNATIONAL GAMING" η οποία εδρεύει στο Ρίο Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δήμα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 495/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 15-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 669 ΑΚ, η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλοντα. Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλ. δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), οπότε ο εργοδότης αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του κατά τα άρθρα 349, 350 και 356 ΑΚ.
Θεωρείται δε ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν έγινε από τον εργοδότη από λόγους εκδικήσεως ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που μπορεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Ωσαύτως, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία που γίνεται για λόγους πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ή για λόγους μειωμένης απόδοσης ή μη καταβολής από αυτόν της προσήκουσας επιμέλειας. Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρου άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία στις 3-6-1996, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί, ως υπάλληλος, με καθήκοντα καταμετρητή χρημάτων στο καζίνο που λειτουργεί στο Ξενοδοχείο "..." στο ..., του οποίου την εκμετάλλευση έχει η αναιρεσίβλητη.
Με την ιδιότητά του αυτή απασχολήθηκε έως τις 7-2-2000, οπότε η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, με την από 7-2-2000 έγγραφη καταγγελία της, καταβάλλοντας σ' αυτόν και τη νόμιμη αποζημίωση. Η ως άνω επιχείρηση της αναιρεσίβλητης (Καζίνο) διεπόταν από τον με ημερομηνία 22-6-1998 Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας, που είχε εγκριθεί από τον αρμόδιο Νομάρχη Αχαΐας.
Περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο, στις 19-3-1999, 25-3-1999 και 26-3-1999, ο αναιρεσείων, στάθμευσε το αυτοκίνητό του μπροστά στο κτίριο του ξενοδοχείου "...", όπου εργαζόταν, και ειδικότερα στον χώρο που ήταν προορισμένος για τη στάθμευση των αυτοκινήτων των πελατών του ξενοδοχείου, αν και γνώριζε ότι απαγορευόταν η στάθμευση στον χώρο αυτό των αυτοκινήτων του προσωπικού του ξενοδοχείου, αφού υπήρχε ιδιαίτερος χώρος για την στάθμευση των αυτοκινήτων του προσωπικού παραπλεύρως του ξενοδοχείου και μάλιστα φυλασσόμενος από προσωπικό ασφαλείας.
Για την απαγόρευση στάθμευσης των αυτοκινήτων των εργαζομένων μπροστά στο κτίριο του ξενοδοχείου, η αναιρεσίβλητη είχε προβεί σε σχετική γνωστοποίηση προς όλους τους εργαζομένους στις 18-2-1999, αλλά και σε προσωπική παρατήρηση προς τον αναιρεσείοντα στις 19-3-1999. Στις 26-12-1999, ο τελευταίος απουσίαζε, αδικαιολόγητα, από την εργασία του, χωρίς να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη, ενώ δεν είχε λάβει σχετική άδεια για την ημέρα αυτή, παρά μόνο για την προηγούμενη ημέρα των Χριστουγέννων.
Επίσης, ο αναιρεσείων καθ' ον χρόνο προέβαινε στη συλλογή των δοχείων των κερμάτων από τις μηχανές παιχνιδιών, στην αίθουσα ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τραβούσε απότομα, τα δοχεία αυτά από την έξοδο της μηχανής, με αποτέλεσμα τα κέρματα να διασκορπίζονται στο δάπεδο και να προκαλείται θόρυβος και, έτσι, να αποσπάται η προσοχή των παικτών που ευρίσκοντο στην αίθουσα.
Στην παραπάνω ενέργεια, αυτός προέβη στις 6-1-2000, αλλά είχε προβεί σ' αυτή επανειλημμένα και στο παρελθόν, παρά τις υποδείξεις που εγένετο σ' αυτόν από την προϊσταμένη του τμήματός του Π1 και από τον προσωπάρχη Π2, ο οποίος διηύθυνε και το οπτικοακουστικό σύστημα του ως άνω ξενοδοχείου. Όλες οι προαναφερθείσες ενέργειες του αναιρεσείοντος αντίκεινται στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της αναιρεσίβλητης.
Βάσει του κανονισμού αυτού, η προϊσταμένη του αναιρεσείοντος, Π1, τον κάλεσε σε γραπτή απολογία, για τις ως άνω ενέργειές του, με τις από 28-3-99, 30-3-99, 29-12-99 και 15-1-2000 κλήσεις της. Επιπλέον, ο τελευταίος δεν εκτελούσε με προθυμία τις εντολές και υποδείξεις της προϊσταμένης του τμήματος του ταμείου στο οποίο αυτός εργαζόταν, βρισκόταν σε συνεχή αντιπαράθεση με αυτή και ειρωνευόταν, συνεχώς, αυτή ενώπιον των συναδέλφων του.
Επίσης, στην από 26-1-2000 έγγραφη απάντησή του προς την ως άνω προϊσταμένη, επί της από 20-1-2000 κλήσης αυτής προς απολογία σχετικά με τον διασκορπισμό των κερμάτων, ο αναιρεσείων ανέγραφε, πλην των άλλων, τα εξής: "Νομίζω ότι δεν πρέπει να έχετε σχέση με το θέμα ή γενικώς με το αντικείμενο στο οποίο είστε υπεύθυνη να γνωρίζετε σαν υπεύθυνη ταμείου....".
Επίσης, αυτός (αναιρεσείων), με την από 26-1-2000 επιστολή του προς τον προσωπάρχη Π2, ισχυρίστηκε, για την προϊσταμένη Π1, πλην άλλων, ότι αυτή έχει υποπέσει σε σωρεία λανθασμένων ενεργειών σε βάρος του και ότι τον καλεί σε απολογία για λάθη χωρίς σημασία ή ουσία, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα καθώς και ότι από την συμπεριφορά της αυτή έχει διαταραχθεί η ψυχική του ηρεμία.
Ύστερα απ' αυτά, δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων, είχε προβεί, επανειλημμένα, σε ενέργειες αντισυμβατικές και αντίθετες στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας, παρά τις σχετικές υποδείξεις της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας. Εξ αιτίας της προαναφερθείσας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας στο πρόσωπο του πρώτου και διαταράχθηκε η εύρυθμη λειτουργία αυτής καθώς και η πειθαρχική έννομη τάξη αυτής.
Λόγω της ως άνω συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη προέβη στις 7-2-2000 στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας. Με την καταγγελία αυτή, η τελευταία απέβλεψε στην εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της και στην αποκατάσταση της συνεργασίας και της εμπέδωσης της πειθαρχίας μεταξύ των εργαζομένων και των προϊσταμένων τους.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, έκρινε, ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και ότι επομένως η καταγγελία αυτή δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669, 174, 180 και 281 ΑΚ, διότι υπό τα γενόμενα δεκτά από αυτό περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ, εφόσον μάλιστα γίνεται δεκτό ότι δε οφείλεται σε λόγους εκδικήσεως ή έχθρας σε βάρος του αναιρεσείοντος, αλλά στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό του, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την διατάραξη της εύρυθμης λειτουργίας της καθώς και της πειθαρχικής έννομης τάξης της, που δικαιολογούσε την απόλυσή του, καθόσον ήταν ανάλογη προς τα κολαζόμενα ως άνω παραπτώματά του, η συνδρομή των οποίων δεν καθιστά την ένδικη καταγγελία καταχρηστική, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της ως άνω υποχρεώσεώς του ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της μη καταχρηστικότητας της γενόμενης από την αναιρεσίβλητη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων.....
όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι νόμιμα". Από τη σαφή αυτή διατύπωση και από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και: 1) την υπ' αριθμ. 2097/20-1-2000 απολογία του ενάγοντος, 2) την υπ' αριθμ. 2063/7-1-2000 κλήση αυτού προς απολογία, 3) την από 22-1-2000 απολογία του και 4) την υπ' αριθμ. 475/2000 απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατόπιν αγωγής της συναδέλφου του ενάγοντος... .
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-9-2008 αίτηση του ....για αναίρεση της 32/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ