Legislator Giurisprudenza & Legislazione
925/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against public health organization's claim, ruling it inadmissible for deceased plaintiffs.

Numero d'incarto 925/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Organization for Health Services against a lower court judgment. The deceased plaintiffs' heirs argued the claim was time-barred, while the organization contended the statute of limitations did not apply to their specific fiscal claims. The court held that the appeal was inadmissible because the original lawsuit was filed by deceased individuals, requiring the action to be pursued by their heirs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 62, 34, 35, 61, 72, 784 of the Code of Civil Procedure; Articles 40, 48 of Law 1846/1951; Article 33 of Law 3918/2011: A procedural act initiated on behalf of a deceased person is inadmissible and must be exercised by their heirs or against them.

Parole chiave

Generato dall'IA
procedural inadmissibility deceased party capacity heir standing statute of limitations public health organization civil procedure code succession law affezione nell'assicurazione militare

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Articles 34, 35, 61, 72, 784 of the Civil Code
Article 40 paragraph 6 of Presidential Decree 1846/1951
Article 48 of Law 496/1974
Article 33 paragraph 7 of Law 3918/2011

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court Case 11/2021
Supreme Court Case 492/2019
Supreme Court Case 754/2021
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 925 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 925/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά , στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1….. εως και και 80….. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι απεβίωσαν οι ακόλουθοι: 1) 10ος (Γ. Λ.) στις 10-8-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Χ. Π. του Κ., η Α. Κ. του Μ. και η Α. Κ. του Μ., 2)25ος (Ζ. Ι. του Θ.) στις 10-04-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Σ. Γ. του Ε., η Ε. Ζ. του Ι. και ο Θ. Ζ. του Ι., 3)37ος (Κ. Π. του Θ.) στις 05-08-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν η Σ. Δ. του Β., η Σ. Κ. του Π. και ο Θ. Κ. του Π., και 4) 80ος (Σ. Ι. του Π.) στις 02.06.2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η Σ. Κ. του Ι.. Ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι εκπροσωπεί και τους ως άνω κληρονόμους των αποβιωσάντων διαδίκων και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2015 ίδιου Δικαστηρίου και 222/2022 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 20-4-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, που σκοπεί τον καθορισμό των προσώπων που μπορούν να είναι υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα διαδίκου ρυθμίζεται με άμεση συνάρτηση προς το ουσιαστικό δίκαιο και δη τις διατάξεις των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 784 του ΑΚ..

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι και η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 492/2019) και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του ή κατά των κληρονόμων του (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ.

και 313 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο (ΑΠ 598/2020, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016). Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/1987, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017). Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 1014/2017).

Τέλος, σε περίπτωση, απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, ΑΠ382/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 20.4.2022 με αριθμ. 3339/351/26.4.2022 αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου και με το από 17.2.2023 σημείωμα, δήλωσε το θάνατο των κατωτέρω αναιρεσίβλητων με τη συνακόλουθη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτούς και την επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους τους και ειδικότερα δήλωσε ότι α) ο 10ος αναιρεσίβλητος Γ.

Λ. απεβίωσε στις 10.8.2018 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους Χ. Π., Α. Κ. και Ά. Κ., β) ο 25ος αναιρεσίβλητος Ι. Ζ. απεβίωσε στις 10.4.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους Σ. Γ., σύζυγό του, Ε. Ζ. και Θ. Ζ., τέκνα του, γ) ο 37ος αναιρεσίβλητος Π. Κ. απεβίωσε στις 5.8.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους Σ.

Δ., σύζυγο του, Σ. Κ. και Θ. Κ., τέκνα του, δ) ο 80ος αναιρεσίβλητος Ι. Σ. απεβίωσε στις 2.6.2019 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη Κ. Σ., θυγατέρα του. Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας των ως άνω δηλούντων τη συνέχιση της δίκης κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, προκύπτουν τα εξής:

Α) Ο 10ος αναιρεσίβλητος Γ. Λ. απεβίωσε στις 12.9.2012 (και όχι στις 10.8.2018 που δηλώθηκε ως ημερομηνία θανάτου), όπως προκύπτει από το απόσπασμα της υπ'αριθμ. 99/4/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου … Αττικής, πριν την άσκηση της από 12.2.2014 με αριθμ. καταθ. …/18.2.2014 αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Από την επισκόπηση α) της υπ'αριθμ.89/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και β) της αναιρεσιβαλλομένης υπ'αριθμ. 222/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), προκύπτει ότι ο ως άνω αποβιώσας πριν από την άσκηση της αγωγής, εμφανίσθηκε ως διάδικος στις σχετικές δίκες χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός του.

Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είναι ανύπαρκτη (ανίσχυρη) ως προς τον ως άνω αποβιώσαντα πριν την άσκηση της αγωγής διάδικο και κατά συνέπεια ως προς αυτόν δεν επάγεται κανενός είδους αποτέλεσμα (εκτελεστότητα, δεδικασμένο). Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 10ου αναιρεσίβλητου είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης του υποκειμένου της δίκης.

Το ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ γνώριζε το θάνατο αυτού κατά το χρόνο κατάθεσης της άνω αίτησης αναίρεσης (26.4.2022), η οποία στρέφεται και κατ' αυτού, αφού το ζήτημα αυτό ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στο αναιρεσείον, ενώ μάλιστα κατά τις ως άνω διεξαχθείσες δίκες, δηλώθηκε, όπως προεκτέθηκε, εκπροσώπηση του από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έννομη επιρροή, εφόσον δεν καταλείπεται έδαφος συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του, αφού δεν γεννάται ζήτημα βίαιης διακοπής της δίκης μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας.

Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 10ο αναιρεσίβλητο, κατ' άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ δεν γεννάται, εφόσον ο "δικαιούχος" αυτών ως άνω αναιρεσίβλητος είναι ανύπαρκτο πρόσωπο (ΑΠ 492/2019). Β) Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος των ως άνω 25ου, 37ου και 80ου αναιρεσίβλητων έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτών. Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων που είχαν αποβιώσει πριν την άσκησή της.

Περαιτέρω, εφόσον ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, που είχαν αποβιώσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (23.11.2021), δεν δηλώθηκε ο θάνατός τους δεν επήλθε ως προς αυτούς βιαία διακοπή της δίκης, η δε προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε είναι υποστατή και ως προς αυτούς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε.

Γ) Τέλος ως προς τους 25ο, 37ο και 80ο αποβιώσαντες αναιρεσίβλητους, προσκομίζονται από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης κληρονόμους τους τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, η ημερομηνία του θανάτου των οποίων αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες οικείες ληξιαρχικές πράξεις, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους τους.

Από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 12.2.2014 με αριθμ. κατάθ. ../../18.2.2014 αγωγή διακοσίων πέντε (205) σε αριθμό εναγόντων (αληθώς όμως 204 εναγόντων καθότι η 44η ενάγουσα Μ. Β. φέρεται στο δικόγραφο της αγωγής και ως 148η ενάγουσα) κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί, ότι είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει του άρθρου 10 του ν.δ 1204/1972 και ότι από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3918/2011. Ότι αυτοί ασκούσαν τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντά τους συνεχώς και αδιάλειπτα σε υγειονομικές μονάδες του εναγόμενου, ήτοι σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας ΙΚΑ και ήδη Κέντρα Υγείας Ε.Ο.Π.ΥΎ, όπως αντίστοιχα για τον καθένα αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς το εναγόμενο, αυτό αρνείται να τους καταβάλει το νοσοκομειακό επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 20.516,27 ευρώ, εξαιτίας μη συνυπολογισμού του νοσοκομειακού επιδόματος στις αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.10.2011, με τον νόμιμο τόκο, ευθέως από την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.5 του ν. 3205/2003, άλλως με βάση την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, άλλως και όλως επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 89/2015 οριστική του απόφαση, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική της βάση, ότι είναι νόμιμη ως προς την κυρία βάση της και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση, ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων (νοσοκομειακό επίδομα) για την χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 28.2.2009 έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του ΑΝ 1846/1951, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της και με επάλληλη αιτιολογία και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση ως κατ'ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) οφείλει να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 31.10.2011 το ποσό των 9.716,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν : α) η από 15.9.2015 με αριθ. κατάθ. …/2015 έφεση των εναγόντων κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), β) η από 18.2.2019 με αριθμ. κατάθ. 16540/1200/2019 έφεση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων, γ) η από 21.2.2019 με αριθμ.

κατάθ. 17125/1238/2019 έφεση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιά και Αιγαίου" κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων και κατά του εναγομένου-εφεσίβλητου ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", και δ) η από 26.9.2019 με αριθ. κατάθ. 8838/710/2019 αντέφεση του εναγομένου-εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) κατά των εναγόντων-εκκαλούντων-αντεφεσίβλητων.

Επί των ως άνω δικογράφων (εφέσεων και αντέφεσης), που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 7167/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 15.9.2015 έφεση των εναγόντων και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για τις ως άνω από 18.2.2019, 21.2.2019 εφέσεις και για την από 26.9.2019 αντέφεση.

Κατόπιν της από 18.10.2021 με αριθμ. καταθ. 8025/6066/2021 κλήσης των εναγόντων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 222/14.1.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία κρίθηκε ότι α) το εκκαλούν ΝΠΔΔ 1η ΔΥΠε Αττικής νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες-εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ).

σ'αυτό (εκκαλούν), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 1η, 3η, 5ο, 11ο, 12η, 16ο, 17ο ,18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 24ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29η, 31η, 32η, 33η, 35η, 36η, 37η, 39ο, 40ο, 41ο, 42η, 43η, 54ο, 55η, 56η, 61ο, 64ο, 67η, 70η, 71η, 74η, 116ο, 117ο, 118ο, 119η, 122η, 123ο, 124η, 126η, 132η, 133η, 135ο, 136η, 138ο, 139η, 140η, 141η, 161ο, 164η, 165η, 166η, 171η, 172η, 173η, 174η, 1760, 181η, 182η, 183η, 184η, 185η, 186η, 188ο, 189η, 190ο, 191ο, 201ο, 203ο, 204η εφεσίβλητους, β) ότι το εκκαλούν ΝΠΔΔ 2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) σ'αυτό (εκκαλούν), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 2η, 44η, 46ο, 47ο, 48ο, 50ο, 52ο, 76ο, 77η , 78ο, 79η, 80ο, 81η, 82ο, 83ο, 84ο, 85ο, 87ο, 89ο, 90η, 142η, 147ο, 149ο, 150ο, 151η, 152η, 153ο, 154ο, 156η, 157ο, 187η, 192ο, 195ο, 196η, 198ο, 199ο, 200ο εφεσίβλητους, γ) ότι η 6η Δ.Υ.Πε.

νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) στην 6η Δ.Υ.Πε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 91ο, 114ο, 130η εφεσίβλητους, και δ) ότι το εναγόμενο-αντεκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- αντεφεσίβλητους που δεν μεταφέρθηκαν από αυτό (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) σε κάποια Δ.Υ.Πε, ήτοι για τους 4η, 6η, 7η, 8ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 21ο, 25ο, 30η, 34η, 38ο, 45η, 49ο, 51ο, 53ο, 57η, 58ο, 59ο, 60ο, 62ο, 63ο, 65η, 66ο, 68ο, 69ο, 75ο, 86ο, 88η, 92ο, 93ο, 94ο, 95ο, 96ο, 97ο, 98ο, 99η, 101ο, 102ο, 103ο, 104η, 105ο, 106ο, 107η, 108ο, 109ο, 113ο, 115ο, 120ο, 121ο, 125η, 127η, 128ο, 129ο, 131η, 134η, 137ο, 144ο, 145ο, 146ο, 148ο, 155ο, 158ο, 159ο, 160ο, 162ο, 163η, 167η, 168η, 169ο, 170ο, 175η, 177ο, 178ο, 179ο, 180ο, 193ο, 194η, 197η, 202ο εφεσίβλητους, ε) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 18.2.2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ (1ης Δ.Υ.Πε.

Αττικής), στ) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 21.2.2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ (2ης Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου), ζ) δέχθηκε τυπικά την αντέφεση του αντεκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και δέχθηκε αυτή και κατ'ουσία ως προς την 125η ενάγουσα-αντεφεσίβλητη (Κ. Φ.) και ως προς τον 201ο ενάγοντα και 200ο αντεφεσίβλητο (Ε.

Θ.), εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση ως προς αυτούς, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ως προς τους ως άνω ενάγοντες (125η και 201ο) και, τέλος, απέρριψε κατ'ουσία την αντέφεση ως προς τους λοιπούς αντεφεσίβλητους. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ως προς από τους ενάγοντες με αύξοντα αριθμό από 1 έως και 147 η αρίθμηση των ως άνω διαδίκων σε όλα τα δικόγραφα (αγωγή, έφεση, αντέφεση) καθώς και στις ως άνω εκδοθείσες αποφάσεις των Δικαστηρίων της ουσίας είναι η ίδια, ενώ ως προς τους ενάγοντες με αύξοντα αριθμό από 148 έως και 205 η αρίθμηση των ως άνω διαδίκων δεν είναι ίδια στην προσβαλλόμενη απόφαση (222/2022 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), σε σχέση με τα ως άνω δικόγραφα και με την πρωτοβάθμια απόφαση, για το λόγο ότι, όπως προεκτέθηκε, η με αύξοντα αριθμό 44 ενάγουσα (Μ.

Β.) αναγράφεται στα ως άνω δικόγραφα και στην πρωτόδικη απόφαση και ως διάδικος με αύξοντα αριθμό 148 με συνέπεια, λόγω της διπλοεγγραφής της ως άνω διαδίκου, ο αριθμός των εναγόντων ανέρχεται σε διακοσίους πέντε (205) ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ο αριθμός των εναγόντων, ως καλούντων-εκκαλούντων-εφεσίβλητων, ανέρχεται σε διακόσιους τέσσαρις (204), καθότι η ως άνω διάδικος Μ.

Β. έχει εγγραφεί ως εφεσίβλητη μία φορά (ως 44η εφεσίβλητη). Κατά της ως άνω υπ'αριθμ. 222/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών το αντεκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ""Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)"", ήδη αναιρεσείον, άσκησε την ένδικη από 20.4.2022 με αριθμ. 3339/351/26.4.2022 αίτηση αναίρεσης κατά των με αύξοντα αριθμό 4η , 6ης, 7ης, 8ου, 10ου, 13ου, 14ου, 15ου, 21ου, 25ου, 30ης, 34ης, 38ου, 45ης, 49ου, 51ου, 53ου, 57ης, 58ου, 59ου, 60ου, 62ου, 63ου, 65ης, 66ου, 68ου , 69ου , 75ου, 86ου, 88ης, 92ου, 93ου, 94ου, 95ου, 96ου, 97ου, 98ου, 99ης, 101ου, 102ου, 103ου, 104ης, 105ου, 106ου, 107ης, 108ου, 109ου, 113ου, 115ου, 120ου, 121ου, 127ης, 128ου, 129ου, 131ης, 134ης, 137ου, 144ου, 145ου, 146ου εναγόντων-εφεσίβλητων, 149ου ενάγοντος-148ου εφεσίβλητου, 156ου ενάγοντος-155ου εφεσίβλητου, 159ου ενάγοντος-158ου εφεσίβλητου, 160ου ενάγοντος-159ου εφεσίβλητου, 161ου ενάγοντος-160ου εφεσίβλητου, 163ου ενάγοντος-162ου εφεσίβλητου, 164ης ενάγουσας-163ης εφεσίβλητης, 168ης ενάγουσας-167ης εφεσίβλητης, 169ης ενάγουσας-168ης εφεσίβλητης, 170ου ενάγοντος-169ου εφεσίβλητου, 171ου ενάγοντος-170ου εφεσίβλητου, 176ης ενάγουσας-175ης εφεσίβλητης, 178ου ενάγοντος-177ου εφεσίβλητου, 179ου ενάγοντος -178ου εφεσίβλητου, 180ου ενάγοντος-179ου εφεσίβλητου, 181ου ενάγοντος-180ου εφεσίβλητου, 194ου ενάγοντος-193ου εφεσίβλητου, 195ης ενάγουσας-194ης εφεσίβλητης, 198ης ενάγουσας-197ης εφεσίβλητης και 203ου ενάγοντος-202ου εφεσίβλητου και ήδη με αύξοντα αριθμό από 1 έως και 80 αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, ως προς τους οποίους κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το ως άνω ΝΠΔΔ (αναιρεσείον) νομιμοποιείται παθητικά, σε σχέση με την ασκούμενη, με την ένδικη αγωγή, αξίωση καταβολής του νοσοκομειακού επιδόματος.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ.2 εδ.β' του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 353/2020). Συνακόλουθα , η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 1275/2018), δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 131/2020) και να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα αυτής (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 53/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 266/1989 Οργανισμού του ΙΚΑ, 8 παρ.

Α-5 του ν. 3205/2003 και 2 του ν. 3235/2004, δεν κήρυξε απαράδεκτη την από 12.2.2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής, καθότι δεν αναφέρονται στην αγωγή οι συνθήκες εργασίας, ο τόπος εργασίας και το εργασιακό αντικείμενο των αντιδίκων του, ενώ αν εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις θα έπρεπε να κάνει δεκτή την αντέφεσή του, να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος που έκρινε ότι οι αντίδικοί του δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα και να απορρίψει την αγωγή τους ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (κατά το μέρος που ερευνάται ως προς τους λοιπούς, πλην του 10ου, αναιρεσίβλητους), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν επικαλείται το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της από 12.2.2014 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ούτε αναφέρεται σ'αυτό (αναιρετήριο) το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής, ώστε από την αντιπαραβολή του περιεχομένου αυτής με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια δεν την απέρριψε ως αόριστη.

Σε κάθε δε περίπτωση από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εναγόμενου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και της αντέφεσης αυτού, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το αναιρεσείον δεν είχε προβάλλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αντίστοιχα, ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ως άνω αγωγής λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής.

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" [ήδη αναιρεσείον], με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ.

Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (ΑΠ 306/2020) . Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α' και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.

α' και γ' του νόμου αυτού (ν. 4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α' του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α` της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.

β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.

Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Επίσης με το άρθρο 13 του Ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α 200), με τίτλο άρθρου "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ορίζεται ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31), την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.

ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α' 222), στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Τέλος , ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.

Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.

Στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας", και στην παρ. 9 αυτού ορίζεται ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ...". Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς συνέχιση των εκκρεμών δικών η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 794/2022), ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε.

συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 306/2020). Περαιτέρω, με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ).

Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ` του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ.

Με το άρθρο 8 παρ.7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων που λάμβανε το προσωπικό αυτό λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Με την παρ. Β -1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίσθηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών και ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1.1.2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν.3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κλπ" (ΦΕΚ Α 80).

Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.

Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή.

β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο.

ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. η) Η ιατρική της εργασίας. θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής. ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού.

ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους". Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.

Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994) είναι, μεταξύ των άλλων και η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.

Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018).

Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (ΟλΑΠ 524/1979, ΑΠ 1317/2021,ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 438/2014) Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ.

α` του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος. Με τη με αριθμό 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β` 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ` ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ` ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 1.1.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α` της παρ.7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του Π.Δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1).

Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης. (παρ. 3).

Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο:

α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται.

Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ......

Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ ....., Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Γ. Γ., 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...., 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ .....). Επακολούθησε όμως ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1312/2017).

Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1 - 4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1.Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β.

Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5...".

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.".

Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18.2.2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1.1.2004 Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1317/2021,ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.

Επομένως στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ (άρθρο 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν.3235/2004 (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούσες (1η Δ.Υ.ΠΕ.- 2Η Δ.Υ.ΠΕ.) με τους α' και γ' λόγους των εφέσεών τους αντίστοιχα ισχυρίζονται ότι κακώς τους κοινοποιήθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην εν λόγω δίκη.

Πλην όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, η 1η Δ.Υ.ΠΕ. νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην 1η Δ.Υ.ΠΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 1,3,5,11,12,16,17,18, 19, 20, 22, 24, 26, 27, 28, 29, 31,32, 33, 35, 36, 37, 39, 40, 41, 42, 43, 54, 55, 56, 61,64, 67, 70, 71, 74, 116, 117, 118, 119, 122, 123, 124, 126, 132, 133, 135, 136, 138, 139, 140, 141, 161, 164, 165, 166, 171, 172, 173, 174, 176, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 188, 189, 190, 191, 201,203, 204 εφεσίβλητους, η 2η Δ.Υ.ΠΕ.

νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην 2η Δ.Υ..ΠΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 2, 44, 46, 47, 48, 50, 52, 76, 77, 78, 79, 80, 81,82, 83, 84, 85, 87, 89, 90, 142, 147, 149, 150, 151, 152, 153, 154, 156, 157, 187, 192, 195, 196, 198, 199, 200 εφεσίβλητους, η 6η Δ.Υ.ΠΕ. νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

στην 6η Δ.Υ.ΠΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 91, 114, 130 εφεσίβλητους, ενώ ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ) νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που δεν μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε κάποια Δ.Υ.ΠΕ, ήτοι για τους 4, 6, 7, 8, 10, 13, 14, 15, 21,25, 30, 34, 38, 45, 49, 51, 53, 57, 58, 59, 60, 62, 63, 65, 66, 68, 69, 75, 86, 88, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 113, 115, 120, 121, 125, 127, 128, 129, 131, 134, 137, 144, 145, 146, 148, 155, 158, 159, 160, 162, 163, 167, 168, 169, 170, 175, 177, 178, 179, 180,193, 194, 197, 202 εφεσίβλητους (ήδη αναιρεσίβλητους) και ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι ανωτέρω Δ.Υ.ΠΕ.

νομιμοποιούνται παθητικά για τους ανωτέρω ενάγοντες- εφεσίβλητους, οι ανωτέρω λόγοι έφεσης πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να απορριφθούν. (...). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούσες (1η Δ.Υ.ΠΕ. και 6η Δ.Υ.ΠΕ.) ισχυρίζονται με λόγους των εφέσεών τους αντίστοιχα, ότι η εκκαλουμένη κακώς δέχτηκε ότι το νοσοκομειακό επίδομα πρέπει να χορηγηθεί στους εφεσίβλητους, καθόσον, αφενός μεν, δεν προβλέπεται από οποιαδήποτε διάταξη νόμου, αφετέρου δε, η μη καταβολή του στους εφεσίβλητους δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι προϋπόθεση της καταβολής του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος ήταν η παροχή υπηρεσίας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε χώρους που παρεχόταν νοσηλεία όλο το 24ωρο, ήτοι σε μονάδες κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης και στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ, στους οποίους οι ασθενείς παρέμεναν εντός για νοσηλεία, και όχι στους εφεσίβλητους και στους λοιπούς εργαζόμενους που παρείχαν την εργασία τους στις Τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ, η μετονομασία των οποίων σε Κέντρα Υγείας Ο.Κ.Α, δυνάμει του άρθρου 2 παρ.1 περ.

β' του ν. 3235/2004 ήταν μόνο λεκτική και δεν συνοδεύτηκε και με την εξομοίωσή τους ως προς την προσφορά υπηρεσιών υγείας και συνθηκών εργασίας με τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ. Πλην όμως, το νοσοκομειακό επίδομα χορηγείται πλέον όχι μόνο σε όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό των νοσοκομείων, ήτοι στους υπηρετούντες σε μονάδες που παρέχουν κλειστή ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, αλλά και στους υπαλλήλους του ΕΚΑΒ και των Κέντρων Υγείας και Ψυχικής Υγείας, ήτοι και σε προσωπικό που απασχολείται σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.

Επομένως, δεδομένου ότι από την 18/2/2004 οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ισχύ του ν. 3235/2004 εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας, τόσο τα καθήκοντα όσο και οι συνθήκες εργασίας των ιατρών που υπηρετούν στις Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ ομοιάζουν ουσιωδώς με τα καθήκοντα και τις αντίστοιχες συνθήκες εργασίας (ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας) των ιατρών των μονάδων του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του ΕΣΥ, ήτοι μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης, καθώς και με των ιατρών που υπηρετούν στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των ΝΠΔΔ του τομέα πρόνοιας και στις μονάδες κοινωνικής φροντίδας ανοικτής περίθαλψης των Π.Ε.Σ.Υ.Ε, ο δικαιολογητικός λόγος χορήγησης του νοσοκομειακού επιδόματος συντρέχει και για τους ιατρούς των Τοπικών Μονάδων Υγείας και των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, όπως οι εφεσίβλητοι, καθόσον αυτοί από την 1/1/2006 έως την 31/12/2013 υπηρετούσαν συνεχώς και αδιάλειπτα σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ και ήδη Κέντρα Υγείας, όπως μετονομάστηκαν από την 18/2/2004, ασκώντας από τον χρόνο πρόσληψης εκάστου των εφεσίβλητων με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός εφεσίβλητου καθήκοντα, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από τους εκκαλούντες και το αντεκκαλούν.

Κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός των εφεσίβλητων, καθώς επίσης και του προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ και των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής από την χορήγηση του προαναφερόμενου οικογενειακού επιδόματος, το οποίο λαμβάνει το προσωπικό του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του ΕΣΥ, ήτοι μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης, έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου, επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στους εφεσίβλητους του εν λόγω νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ' β' σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004 και επομένως πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος των εφέσεων της 1 ης και 2ης Δ.Υ.ΠΕ.

ως αβάσιμος. (...). Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο οι εκκαλούντες (1η, 2η Δ.Υ.ΠΕ.), όσο και το αντεκκαλούν (Ε.Ο.Π.ΥΎ.) ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα στους ενάγοντες- εφεσίβλητους, καθόσον η ένδικη αξίωσή τους που αφορά το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 31/12/2011 έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 91 του ν.δ. 321/1969 και του αντίστοιχου άρθρου του ν. 2362/1995, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 27/2/2014, οπότε επιδόθηκε στο αντεκκαλούν, ήτοι μετά την πάροδο διετίας από το χρονικό σημείο που γεννήθηκε η ένδικη αξίωσή τους.

Πλην όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, η ένδικη αξίωση των εναγόντων- εφεσίβλητων υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει και ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή των εφεσίβλητων ασκήθηκε την 27/2/2014, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η επίδικη αξίωσή τους που αφορά το χρονικό διάστημα από 1/3/2009 έως και 31/10/2011 δεν έχει υποπέσει στην ανωτέρω πενταετή παραγραφή, πρέπει ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος έφεσης των εκκαλουσών και του αντεκκαλούντος να απορριφθεί....".

Με αυτά που δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι, προκειμένου να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. Α-5 του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, ορθά μεν εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 περ.

β του Ν. 3235/2004, με την οποία οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας και του άρθρου 16 αυτού ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος του ν. 3235/2004 (18.2.2004), εσφαλμένα, όμως, με επάλληλη αιτιολογία, προσέφυγε στη συνταγματική αρχή της ισότητας κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, παρόλο που η προσφυγή στις πιο πάνω συνταγματικές ρυθμίσεις δεν ήταν αναγκαία, ούτε άλλωστε υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτής.

Και τούτο διότι η επίδικη αγωγική αξίωση των ως άνω αναιρεσίβλητων για την καταβολή σε αυτούς του νοσοκομειακού επιδόματος αφορούσε τη χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 31.12.2011, ήτοι περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3235/2004 (18.2.2004), οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.

Α-5 του Ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1.1.2004) επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου.

Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, που απασχολούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ως ιατροί του ΙΚΑ σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης δικαιούνται το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 του Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 περ.

δ του Ν. 2703/1999, 8 παρ. 5 του Ν.3205/2003, 2 παρ.1β του Ν.3235/2004 και 4 του Συντάγματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τη νομική αιτιολογία της, κατ'άρθρο 578 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που εφάρμοσε για την επιδίκαση του νοσοκομειακού επιδόματος και τη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019).

Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου"" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).

Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α'179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1072/2020). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247) (που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών), δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 794/2022, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1072/2020).

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ΑΝ 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ.6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1072/2020).

Τέλος, με το άρθρο 17 παρ.1 του ν.3918/2011 ορίζεται ότι "Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης...." και με το άρθρο 33 παρ. 7 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι " Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Οργανισμού, εφαρμόζονται αναλογικά οι αντίστοιχες γενικές διατάξεις που διέπουν τα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου".

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η επίδικη μισθολογική αξίωση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.10.2011 υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και όχι σε διετή παραγραφή και ακολούθως, με το να κρίνει ότι έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή οι μισθολογικές αξιώσεις των αντιδίκων του για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 28.2.2009, και ότι δεν έχουν παραγραφεί οι ως άνω μισθολογικές αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 31.10.2011, απορρίπτοντας για το ως άνω διάστημα τον προβληθέντα παραδεκτά ισχυρισμό του περί συμπληρώσεως της διετούς παραγραφής όλων των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων για το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, εφόσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε σ'αυτό στις 27.2.2014, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, 33 παρ.7 του ν. 3918/2011 και 48 του ν. 496/1974.

Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι " η ένδικη αξίωση των εναγόντων- εφεσίβλητων υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει και ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή των εφεσίβλητων ασκήθηκε την 27/2/2014, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η επίδικη αξίωσή τους που αφορά το χρονικό διάστημα από 1/3/2009 έως και 31/10/2011 δεν έχει υποπέσει στην ανωτέρω πενταετή παραγραφή" και ακολούθως να απορρίψει το σχετικό λόγο αντέφεσης του αντεκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με τον οποίο ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που είχε κρίνει ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή, ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951, που ήταν εφαρμοστέα, και ορθά δεν εφάρμοσε α) τη διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ/τος 496/1974 που, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν εφαρμοστέα και β) τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 7 του ν. 3918/2011, που, επίσης, δεν ήταν εφαρμοστέα, καθότι με τη μεταβατική αυτή διάταξη ορίζεται ότι για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ εφαρμόζονται αναλογικά οι γενικές διατάξεις που διέπουν τα ΝΠΔΔ για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του οργανισμού μέχρι την έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης, στα οποία (θέματα) δεν συμπεριλαμβάνονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των μισθωτών του.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς, πλην του δέκατου (10ου), αναιρεσίβλητους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτών καθώς και των κληρονόμων των 25ου, 37ου και 80ου αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), τα οποία επιβάλλονται μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ.9 του ν. 1902/1990 αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς το 10ο αναιρεσίβλητο

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 20 Απριλίου 2022 με αριθμ. καταθ. ../26.4-2022 αίτηση αναίρεσης ως προς τον 10ο αναιρεσίβλητο Γ. Λ..

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 222/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς, πλην του δεκάτου (10ου), αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων (πλην του 10ου αναιρεσίβλητου) και των κληρονόμων των 25ου, 37ου και 80ου αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ