Supreme Court dismisses appeal against lease contract termination, upholding lower court's rejection of abuse of rights claim.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to terminate financial leasing contracts. The appellant argued that the lessor's refusal to negotiate was an abuse of rights, but the court found no evidence of bad faith given the high outstanding amounts and the lessor's prior refusal to settle. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the lessor's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAΝόμος 1665/1986; Άρθρο 361 Α.Κ.: The principle of freedom of contract prohibits forcing a party to sign a contract, and a refusal to negotiate does not constitute abuse of rights absent evidence of bad faith or unreasonable delay.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 924 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 924/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολακόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αγαμέμνονα Τάτση.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6547/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4184/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το Νόμο 1665/1986 καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση της "χρηματοδοτικής μίσθωσης", όπως με τον όρο αυτό αποδόθηκε στα ελληνικά ο διεθνώς γνωστός όρος "Leasing", η οποία είναι σύμβαση μεταξύ μιας εταιρείας ειδικού σκοπού και μιας επιχείρησης ή ενός επαγγελματία, με την οποία η πρώτη παραχωρεί για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος στο δεύτερο τη χρήση κεφαλαιουχικών αγαθών, κινητών ή ακινήτων και ειδικότερα τη χρήση χώρων επαγγελματικής εγκατάστασης, καθώς και επιχειρησιακού ή επαγγελματικού εξοπλισμού, παρέχοντάς του συγχρόνως το δικαίωμα, είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο (ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 239/2015, ΑΠ 646/2011).
Με το θεσμό της χρηματοδοτικής μισθώσεως δημιουργήθηκε μία νέα μορφή οικονομικής δραστηριότητας, κατά την οποία ένας κεφαλαιούχος διαθέτει κεφάλαια για την απόκτηση ορισμένων αγαθών, τα οποία στη συνέχεια εκμισθώνει, φροντίζοντας μάλιστα ώστε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους να καθοριστούν από αυτόν που θα τα χρησιμοποιήσει, δηλαδή από τον μελλοντικό μισθωτή, ο οποίος έτσι θα αποκτήσει τη χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας για το επάγγελμα ή την επιχείρησή του, επιλογής του ιδίου, χωρίς να προβεί στην άμεση εκταμίευση σημαντικών κεφαλαίων για την απόκτησή τους.
Συνήθως η εκμισθώτρια εταιρεία αγοράζει χάριν του μισθωτή το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος μισθωτής, καθισταμένη ουσιαστικώς οικονομική κυρία αυτού, χωρίς, όμως, να έχει το πράγμα στην κατοχή της ή να ενδιαφέρεται να το αποκτήσει, ενόψει του ότι αυτή (εκμισθώτρια) ενδιαφέρεται μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου και του κέρδους της, που λαμβάνει χώρα με την καταβολή του μισθώματος, σε αντίθεση προς τη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 επ.
ΑΚ), όπου το πράγμα προϋπάρχει στην κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος το απέκτησε, το χρησιμοποιεί και το διαθέτει για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του (ΑΠ 1433/2021, ΑΠ 731/2007). Από τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του άνω νόμου προκύπτει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι: ανώνυμη εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης ως εκμισθωτής, επιχείρηση ή επαγγελματίας ως μισθωτής, αντικείμενο δε αυτής η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος, κινητού ή ακίνητου, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα, καθώς και το μίσθωμα.
Η διάρκεια, εξάλλου, της σύμβασης είναι ορισμένη και σε καμία περίπτωση μικρότερη από αυτή που ορίζει ο νόμος, ενώ παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, είτε να αγοράσει το πράγμα, είτε ν` ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου, για τη σύναψη της σύμβασης απαιτείται συστατικός τύπος, ο οποίος είναι έγγραφος, ενώ απαιτείται επιπλέον και τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, που συνίστανται σε καταχώρηση σε ειδικό δημόσιο βιβλίο στο πρωτοδικείο της έδρας ή κατοικίας του μισθωτή και στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που καταρτίζεται μεταξύ εκμισθωτή (εταιρείας) και μισθωτή, δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος (ΑΚ 574 - 618), αλλά σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: α) σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης, όμως, σε πολλά σημεία από τον "τύπο" που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ.
ΑΚ, β`) σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πώλησης, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, γ) σύμβασης εκχώρησης (ΑΚ 455 επ.), με την οποία η εταιρεία εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης στο μισθωτή, ώστε να μπορεί αυτός - ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις ως δικαιούχος - να εξαναγκάσει τον προμηθευτή σε τήρηση των υποχρεώσεών του, δ) συμφώνου προαίρεσης, με το οποίο παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα) είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο εκμισθωτής (εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πώλησης, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και, εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται:
α) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του εκμισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωσης, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κ.λπ.
εκχωρούνται στο μισθωτή. Έτσι, ενώ ο μισθωτής κατά κανόνα δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση, που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεών του, σε καταβολή αποζημιώσεων κλπ (ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 239/2015, ΑΠ 646/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ, "ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 405 του ίδιου Κώδικα, "η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι έγκυρος ο όρος του μισθωτηρίου και σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά τον οποίο, αν καταγγελθεί η μίσθωση από τον εκμισθωτή, λόγω παράβασης όρου της σύμβασης από τον μισθωτή, καθίστανται απαιτητά και ληξιπρόθεσμα όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, αφού στην πραγματικότητα ο όρος αυτός αποτελεί συνομολόγηση ποινικής ρήτρας (ΑΠ 1439/2012,πρβλ επί εμπορικής μίσθωσης ΑΠ 975/2021, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 605/2010), που μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να έχει το χαρακτήρα γνήσιας ή και μη γνήσιας, η οποία οδηγεί σε διεύρυνση του πιο πάνω δικαιώματος του εκμισθωτή, με αύξηση του ποσού της αποζημίωσης, που πρέπει να του καταβληθεί για την περίπτωση που λυθεί η μίσθωση εξαιτίας της εν λόγω καταγγελίας.
Επισημαίνεται ότι και επί της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης ("κύριας") σύμβασης, αν και δεν ρυθμίζεται ειδικά στον ΑΚ, εφαρμόζεται αναλογικά και το άρθρο 409 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 975/2021, ΑΠ 869/2017). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου αυτού (409 ΑΚ), "αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει.
Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με την από το άρθρο 106 ΚΠολΔ συναγομένη αρχή της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης από τους διαδίκους, προκύπτει ότι, μόνο εφόσον ζητηθεί η μείωση της ποινής από τον υπόχρεο να την καταβάλει, με αίτηση, η οποία μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή ή ανταγωγή, είτε με ένσταση (ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 224/2012, ΑΠ 1460/2005), είτε με λόγο ανακοπής, το δικαστήριο της ουσίας εξετάζει αν πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα στο μέτρο που αρμόζει, οπότε για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσης σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά, που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως, το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή(ΑΠ 975/2021, ΑΠ 869/2017), αντίθετα δε, αν δε υποβληθεί τέτοιο αίτημα το δικαστήριο δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να εξετάσει αν πρέπει να μειωθεί η ποινική μήτρα στο μέτρο που αρμόζει.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Έτσι, ως αιτιολογίες νοούνται μόνον οι επί των, αποδεικνυομένων ή μη, πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου, ενώ οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υπάρχουν και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων ή όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 282/2010).
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της από 2-1-2014 ανακοπής της κατά των υπ' αρ. 44.842/2013 και 44.843/2013 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν με αίτηση της αναιρεσίβλητης, με βάση δύο αντίστοιχες συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης ιατρικών μηχανημάτων, που είχε συνάψει με αυτήν, προέβαλε ότι, κατά το μέρος που οι διαταγές πληρωμής περιλαμβάνουν τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για μελλοντικά μισθώματα, δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής πληρωμής, γιατί τα ποσά αυτά δεν μπορούν να ζητηθούν, αφού δεν έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αφορούν και δεν υπάρχει η αντιπαροχή της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, δηλαδή η παραχώρηση της χρήσης των εκμισθωθέντων μηχανημάτων.
Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος με την υπ' αρ 6547/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίθηκε καθ' ολοκληρίαν η ανακοπή της, αφού έκανε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον δεύτερο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο τον προαναφερόμενο δεύτερο λόγο της ανακοπής, εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την εκκαλούμενη απόφαση και εξετάζοντας τον λόγο αυτόν κατ' ουσίαν, τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της εφεσίβλητης - καθ' ης η ανακοπή υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης (ήδη αναιρεσίβλητης) και της εκκαλούσας ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσείουσας), ιατρού δερματολόγου, καταρτίστηκαν οι υπ' αριθμ. 6.501/8.6.2007 και 6.884/2.6.2008 συμβάσεις χρηματοδοτικής (ενν.
μίσθωσης). Στο πλαίσιο αυτών η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή υπό εκκαθάριση ανώνυμος εταιρία εξεμίσθωσε στην εκκαλούσα-ανακόπτουσα, για τις ανάγκες λειτουργίας του ιατρείου της, τον αναφερόμενο σε αυτές ιατρικό εξοπλισμό (δερματολογικά μηχανήματα), αξίας 72.000€ και 30.000€ αντίστοιχα. Κατά τα αναλυτικώς οριζόμενα στο Προσάρτημα No. 01 των πιο πάνω συμβάσεων, η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε σε έξι (6) και επτά (7) έτη αντίστοιχα, ενώ αντιστοίχως ορίσθηκε ότι το συμφωνηθέν μίσθωμα θα καταβληθεί σε εβδομήντα δύο (72) και ογδόντα (80) ισόποσες μηνιαίες δόσεις αντίστοιχα, καταβλητέας εκάστης μηνιαίας δόσεως ως προς την πρώτη από τις παραπάνω συμβάσεις το μεν 4° μίσθωμα εντός τεσσάρων ημερών από την αγορά του εξοπλισμού από την εκμισθώτρια, τα δε λοιπά κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες εκάστου μηνός και ως προς την δεύτερη σύμβαση, το μεν 1° μίσθωμα με την αγορά του εξοπλισμού, το δε 2° μίσθωμα εντός μηνός από την καταβολή του 1ου μισθώματος, ενώ τα λοιπά μισθώματα αυτής συμφωνήθηκε να καταβάλλοντα(ι) κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες εκάστου μηνός.
Το μηνιαίο μίσθωμα για τις προαναφερόμενες συμβάσεις συμφωνήθηκε για την πρώτη εξ αυτών σε μηδενικού ποσού για τους πρώτους τρεις μήνες, στο ποσόν των 1.256,98 ευρώ για τους υπόλοιπους μήνες (4ο-72ο) και για την δεύτερη από τις προαναφερόμενες συμβάσεις στο ποσό των: α) 252 ευρώ για τους πέντε πρώτους μήνες, β) 840 ευρώ για τους 12°, 24°, 36°, 48°, 60°, 72° και 80° μήνα και γ) 419,47 ευρώ για τους λοιπούς μήνες.
Περαιτέρω, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 23 των παραπάνω συμβάσεων, οι εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή - εκμισθώτρια δικαιούτο να καταγγείλει τις επίμαχες συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, μεταξύ άλλων, και σε περίπτωση καθυστέρησης, για οποιοδήποτε λόγο, της πληρωμής του μισθώματος ή οποιασδήποτε γενικά οφειλής, που βαρύνει το μισθωτή, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις για περισσότερο από τριάντα ( 30 ) ημέρες.
Η εκκαλούσα - ανακόπτουσα δεν υπήρξε συνεπής στην εκπλήρωση των εκ των συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως υποχρεώσεών της και δεν κατέβαλε ληξιπρόθεσμα μισθώματα, συνολικού ποσού τριάντα μία χιλιάδων εκατόν δέκα εννέα ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (31.119,42€) και δέκα χιλιάδων εξακοσίων τριάντα ενός ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (10.631,58€) αντίστοιχα.
Συνεπεία των ανωτέρω η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή υπό εκκαθάριση ανώνυμος εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, με τις από 30.11.2012 εξώδικες δηλώσεις κατήγγειλε από 30.11.2012 τις επίμαχες συμβάσεις χρηματοδοτικής μισθώσεως και απαίτησε: α) την άμεσο επιστροφή του μισθίου εξοπλισμού, β) την καταβολή των προαναφερομένων ληξιπροθέσμων μισθωμάτων και γ) την (κατ' εφαρμογή του άρθρου 23 των παραπάνω συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως) καταβολή του επιπλέον ποσού των δέκα χιλιάδων εβδομήντα ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (10.070,62€) και των δέκα έξι χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι δύο ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (16.422,28€) αντίστοιχα, τα οποία αντιστοιχούν στα μη ληξιπρόθεσμα μισθώματα.
Εν συνεχεία, η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή υπό εκκαθάριση ανώνυμος εταιρία χρηματοδοτικής μισθώσεως ζήτησε και επέτυχε την έκδοση των ανακοπτομένων υπ' αριθ. 44.843/2012 και 44.842/2012 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια των οποίων η εκκαλούσα - ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει σε αυτήν, μεταξύ άλλων, το συνολικό ποσόν των δέκα χιλιάδων εβδομήντα ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (10.070,62€) και των δέκα έξι χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι δύο ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (16.422,28€) αντίστοιχα για μη δεδουλευμένα μισθώματα, τα οποία όμως είχαν εν τω μεταξύ καταστεί, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο συμβατικό όρο των πιο πάνω συμβάσεων, ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μετά την καταγγελία των επίμαχων συμβάσεων.
Επομένως, τα προαναφερόμενα μελλοντικά μισθώματα, (ενν. και) για τα οποία η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των ανακοπτομένων Διαταγών Πληρωμής, κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων της είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και συνεπώς αυτά ήταν βέβαια, αφού βάσει του υπ' αριθμ. 23 όρου των ανωτέρω συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως είχε επιτρεπτώς και εγκύρως συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως λόγω καθυστερήσεως περί την καταβολή ληξιπροθέσμων μισθωμάτων (ή λόγω παραβάσεως κάποιας άλλης σημαντικής συμβατικής υποχρεώσεως) ο εκμισθωτής δύναται να απαιτήσει επιπλέον, δηλαδή σωρευτικώς, εκτός από τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα και την απόδοση - επιστροφή του πράγματος, και τα μελλοντικά μη εισέτι ληξιπρόθεσμα μισθώματα, ενέργεια στην οποία η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή προέβη, όπως αποδείχθηκε...
Σημειωτέω(ο)ν, ότι ο όρος στις επίμαχες συμβάσεις χρηματοδοτικής μισθώσεως ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως λόγω καθυστερήσεως περί την καταβολή ληξιπροθέσμων μισθωμάτων (ή λόγω παραβάσεως κάποιας άλλης σημαντικής συμβατικής υποχρεώσεως) ο εκμισθωτής δύναται να απαιτήσει επιπλέον, δηλαδή σωρευτικώς, εκτός από τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα και την απόδοση - επιστροφή του πράγματος, και τα μελλοντικά μη εισέτι ληξιπρόθεσμα μισθώματα, συνιστά συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα, η οποία, εάν τυγχάνει δυσαναλόγως μεγάλη, υπόκειται σε μείωση από το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτου, στο προσήκον μέτρο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ...
αίτηση την οποία ωστόσο δεν υπέβαλε η εκκαλούσα - ανακόπτουσα με σχετικό λόγο ανακοπής". Με τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης μη κατονομαζόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, με την αιτίαση ότι η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί, ενώ στη μείζονα σκέψη της αναφέρει ότι για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής πρέπει η απαίτηση να μην εξαρτάται από αίρεση, όρο, προθεσμία ή αντιπαροχή και ενώ στη συνέχεια κρίνει ότι εφόσον η ποινική ρήτρα είναι δυσανάλογα μεγάλη υπόκειται σε μείωση από το δικαστήριο, ακολούθως αρνήθηκε να τη μειώσει.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος: α) ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται σε αυτόν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που φέρονται να παραβιάσθηκαν και β) γιατί η επικαλούμενη αντίφαση, κατά τα εκτιθέμενα στον λόγο, δεν φέρεται να υπάρχει στις περιεχόμενες στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου ουσιαστικές παραδοχές, οπότε μόνο προβάλλεται παραδεκτά ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε, αλλά μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του συλλογισμού αυτού.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος γιατί το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1-4 Ν. 1665/1986 και 361, 404, 405 και 409 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος ανακοπής, γιατί η απαίτηση των μελλοντικών μισθωμάτων από τις επίδικες συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης ήταν γεγεννημένη και συνεπώς απαιτητή, κατά τον χρόνο έκδοσης των διαταγών πληρωμής, γιατί αυτό είχε ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης ως εκμισθώτριας και της αναιρεσείουσας ως μισθώτριας συνήφθησαν εγγράφως οι υπ' αρ. 6.501/8-6-2007 και 6.884/2-6-2008 συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, δυνάμει των οποίων η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης εκμίσθωσε στην αναιρεσείουσα ιατρό - δερματολόγο τα αναφερόμενα στις συμβάσεις αυτές ιατρικά μηχανήματα αξίας 72.000 ευρώ και 30.000 ευρώ αντιστοίχως για 6 και 7 έτη αντιστοίχως, αντί του αναφερομένου στην απόφαση μηνιαίου μισθώματος.
β) Ότι κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 23 των συμβάσεων είχε συμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση (μεταξύ άλλων) καθυστέρησης της αναιρεσείουσας να καταβάλει τα συμφωνηθέντα μισθώματα για περισσότερο από 30 ημέρες, η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα να καταγγείλει τις συμβάσεις, οπότε στην περίπτωση αυτή δικαιούται να απαιτήσει σωρευτικώς, εκτός από τα οφειλόμενα μισθώματα και την απόδοση των εκμισθωθέντων πραγμάτων, επιπλέον και τα μη εισέτι ληξιπρόθεσμα μισθώματα, ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα.
γ) Ότι με τις δύο από 30/11/2012 εξώδικες δηλώσεις, που επέδωσε στην αναιρεσείουσα, η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τις επίδικες συμβάσεις γιατί η αναιρεσείουσα δεν είχε καταβάλει ληξιπρόθεσμα μισθώματα συνολικών ποσών 31.119,42 και 10.631,58 ευρώ αντιστοίχως και συνεπώς νομίμως απαίτησε: 1) την καταβολή των ποσών αυτών, 2) την άμεσο επιστροφή στην ίδια του εκμισθωθέντος ιατρικού εξοπλισμού και 3) την καταβολή του συνολικού ποσού των 10.070,62 και 16.422,28 ευρώ, που αντιστοιχούν στα μη ληξιπρόθεσμα μισθώματα των δύο συμβάσεων.
Σημειώνεται τέλος, ότι το Εφετείο, όπως άλλωστε αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν είχε τη δικονομική δυνατότητα να εξετάσει αν τα αποτελούντα ποινική ρήτρα ποσά αυτά, που αφορούν στα μη ληξιπρόθεσμα μισθώματα, ήταν δυσανάλογα μεγάλα ώστε να τα μειώσει στο προσήκον μέτρο, γιατί η εξέταση αυτή προϋποθέτει αίτημα της αναιρεσίβλητης και τέτοιο αίτημα δεν προέβαλε αυτή, ούτε με τον δεύτερο, ούτε με τους λοιπούς λόγους της ανακοπής της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις.
Γι' αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017).
Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).
Επίσης κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013).
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.
Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο ανακοπής της η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι είναι καταχρηστικοί και συνεπώς μη νόμιμοι, ως αντικείμενοι στο Ν. 2251/1994 και το άρθρο 281 ΑΚ, οι επιβληθέντες από την έχουσα υπερέχουσα οικονομική θέση αναιρεσίβλητη όροι των επιδίκων συμβάσεων "για την εκπρόθεσμη καταβολή και τον ανατοκισμό των τόκων...
με υψηλά τραπεζικά επιτόκια", οι οποίοι διογκώνουν την οφειλή της. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει καθόλου στον λόγο αυτό το ειδικότερο περιεχόμενο του Γενικού Ορου Συναλλαγών(ΓΟΣ ), του οποίου προβάλλει την ακυρότητα και γιατί σε κάθε περίπτωση αυτή επικαλείται απλώς την ακυρότητα του συγκεκριμένου ΓΟΣ της σύμβασης, αρκούμενη σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, χωρίς να προσδιορίζει ειδικά τα ποσά που υποχρεώθηκε να καταβάλει δυνάμει του ανωτέρου φερομένου ως άκυρου ΓΟΣ, ώστε να συνδέεται η ακυρότητα του ανωτέρω όρου με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο συγκεκριμένος λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης, που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το Δικαστήριο να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον αυτό ποσό, που η αναιρεσίβλητη διατάχθηκε να καταβάλει, αφού, όπως εκτέθηκε, στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, δεδομένου ότι, αντίθετα από ότι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η μη αναφορά των μη νομίμων επιβαρύνσεων της στη διαταγή πληρωμής δεν καθιστά αυτήν μη εκκαθαρισμένη και ακυρωτέα, αφού το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των επιβαρύνσεων αυτών το έχει η ανακόπτουσα - αναιρεσίβλητη, στο οποίο όμως αυτή δεν ανταποκρίθηκε, αφού δεν προσδιορίζει τις επιβαρύνσεις αυτές στο σχετικό λόγο ανακοπής.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αν και με έλλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αφού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, ως αόριστο και γι' αυτό απαράδεκτο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και γι' αυτό ο έκτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κατ' επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου (και όχι από τους αριθμούς 1 και 10 του ιδίου άρθρου, που επικαλείται η αναιρεσείουσα), είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 869/2018).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 81/2022, ΑΠ 869/2018).
Επίσης, τέτοια αίτηση είναι αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης (πρβλ για αίτηση επίδειξης εγγράφου ΑΠ 353/2020, ΑΠ 123/2016), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 368 ΚΠολΔ η οποία ορίζει ότι "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", από την οποία διάταξη, συνδυαζόμενη προς την διάταξη της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ,ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", σαφώς προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα τα οποία απαιτούν, προκειμένου να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η άφεση αδίκαστης αίτησης διαδίκου, με την οποία αυτός ζητεί την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τα ζητήματα αυτά, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ (πρβλ ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 1862/2007).
Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του. Αντίθετα, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας, έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 353/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τους πέμπτο και τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 9 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το επικουρικά υποβληθέν με την ανακοπή της και επαναφερθέν με την έφεσή της αίτημα για διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης ώστε να διακριβωθεί το ακριβές ποσό που οφείλει "χωρίς ανατοκισμούς και άλλες μη νόμιμες χρεώσεις".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι για τη διαπίστωση των ανωτέρω ζητημάτων το Εφετείο δέχθηκε ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, οπότε και μόνο, όπως προαναφέρθηκε, είναι υποχρεωτικός ο διορισμός πραγματογνωμόνων και η μη απάντηση του Εφετείου στο σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω αίτηση της αναιρεσείουσας, με εκτενή αιτιολογία, που δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης.
Τέλος, το υποβληθέν και με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης επικουρικό αίτημα της αναιρεσείουσας να διαταχθεί από το δικαστήριο τούτο η διενέργεια της ανωτέρω λογιστικής πραγματογνωμοσύνης είναι απαράδεκτο, γιατί, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 552 επ. ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος, όταν δικάζει αίτηση αναίρεσης μιας απόφασης, δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, αλλά τη νομιμότητα της απόφασης με βάση τους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες(Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011). Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου, η οποία μπορεί να προβληθεί και με λόγο ανακοπής, προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017).
Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή του λόγου ανακοπής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια τους αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.
Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, εξεταζόμενους ως σύνολο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι και από τους αριθμούς 19 και 10, που επικαλείται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο ανακοπής της και επαναφερθείσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ'ης η ανακοπή- ήδη αναιρεσίβλητης, για τη θεμελίωση της οποίας, όπως προκύπτει από τον λόγο ανακοπής, είχε προβάλει τα ακόλουθα: "Καταχρηστικώς η καθ' ης εταιρεία προχώρησε στην έκδοση των προσβαλλομένων Διαταγών Πληρωμής, αφού υπήρχαν επαφές με εκπροσώπους της εταιρείας, για διακανονισμό και συμβιβαστική επίλυση της αποπληρωμής του νομίμως υπολογισμένου χρεωστικού υπολοίπου.
Μάλιστα, πραγματοποιήθηκαν και καταβολές κατόπιν συμφωνίας, όμως η καθ'ης προχώρησε καταχρηστικώς στην καταγγελία των συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης (ιατρικά μηχανήματα για τον εξοπλισμό του ιατρείου μου-είμαι Ιατρός Δερματολόγος), διεκδικώντας τα υπολογισμένα από αυτήν χρεωστικά υπόλοιπα. Επίσης, πραγματοποίησα σημαντικές καταβολές και μετά τις καταγγελίες των εν λόγω συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, ύστερα από συμφωνία με τους εκπροσώπους της καθ' ης εταιρείας.
Σημειώνεται ότι είχα προτείνει, με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος μου, την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μας με διακανονισμό του νομίμως υπολογισμένου χρεωστικού υπολοίπου και ύστερα από συμφωνία με την εταιρεία προβήκαμε σε καταβολές σημαντικών χρηματικών ποσών (άνω των 6.000 ευρώ), όμως η εταιρεία προχώρησε δικαστικώς και μάλιστα χωρίς να αφαιρέσει από το χρεωστικό υπόλοιπο το μεγαλύτερο μέρος των ανωτέρω καταβολών! Στα πλαίσια καλόπιστης προσπάθειας μου για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μου, έχω και πρόσφατα προτείνει δια του από 16-9-2013 Εξωδίκου μου (εκτός των προηγούμενων αιτήσεων μου) "Τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μας, εκ των συμβάσεων μας, με την πληρωμή συνολικής μηνιαίας δόσης 1.000 ευρώ (για τις ανωτέρω δύο συμβάσεις) έως την εξόφληση του νομίμως υπολογισμένου υπολοίπου.
Όμως η καθ'ης προχώρησε καταχρηστικώς στην κοινοποίηση των προσβαλλομένων Διαταγών Πληρωμής, οι οποίες δέον να ακυρωθούν...Η μη αποδοχή εκ μέρους της καθ' ης, της ανωτέρω πρότασης μου, έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 281 Α.Κ. και την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, κυρίως σήμερα, λόγω της οικονομικής κρίσης".
Με το περιεχόμενο αυτό η ένσταση της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, γιατί, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, η καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης από την αναιρεσίβλητη-εκμισθώτρια, επειδή η αναιρεσείουσα-μισθώτρια καθυστερούσε από υπαιτιότητά της την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και η άσκηση με την αίτηση για έκδοση των ανακοπτομένων διαταγών πληρωμής του δικαιώματος της να διεκδικήσει από την αναιρεσείουσα, τα μισθώματα αυτά, καθώς και τα μη ληξιπρόθεσμα μισθώματα, σύμφωνα με ρητό όρο των συμβάσεων, δεν ήταν καταχρηστική, δηλαδή ευρισκόμενη σε προφανή αντίθεση με τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος, ενόψει ιδίως του ότι:
α) η άρνηση της αναιρεσίβλητης να ολοκληρώσει τις υπάρχουσες επαφές με την αναιρεσείουσα για διακανονισμό και συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και να κάνει δεκτή τη σχετική πρόταση της αναιρεσείουσας, χωρίς επιπλέον στοιχεία, δεν αποτελεί καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αφού κανείς δεν μπορεί να εξαναγκασθεί σε σύναψη σύμβασης κατά το άρθρο 361 Α.Κ., το οποίο καθιερώνει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, β) τα οφειλόμενα από την αναιρεσείουσα μισθώματα, για τα οποία έγινε η καταγγελία των συμβάσεων ανήρχοντο στα μεγάλου ύψους ποσά των 31.119,42 και 10.631,58 ευρώ αντιστοίχως, που αντιστοιχούν σε ληξιπρόθεσμα μισθώματα πολλών μηνών, γ) οι τυχόν καταβολές της αναιρεσείουσας, είτε πριν είτε μετά την έκδοση των διαταγών πληρωμής, μπορούσαν να προβληθούν με λόγο της ένδικης ανακοπής, και δ) η ένσταση δεν συνοδεύεται και από πρόσθετα στοιχεία, όπως πάροδο μακρού χρόνου αδράνειας της αναιρεσίβλητης και συμπεριφορά αυτής, η οποία δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, η άσκηση του οποίου ακολούθως επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στην αναιρεσείουσα.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, αν και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, αφού προηγουμένως είχε κάνει δεκτή κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ την έφεση της αναιρεσείουσας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω λόγου ανακοπής και είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει τον λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, χωρίς να απαιτήσει εσφαλμένα πρόσθετα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή της και συνεπώς, αφού συμπληρωθούν, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ανωτέρω πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 28-3-2022 αίτηση της Ε. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4184/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ