Legislator Giurisprudenza & Legislazione
924/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, upholding lower court's evidence assessment.

Numero d'incarto 924/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-instance court's decision regarding her employment contract termination. The appellant argued the court of first instance failed to consider specific employment contracts and a directive note, claiming they were ignored in the evidence evaluation. The court rejected this claim because the contested judgment explicitly stated that all documents, including the cited ones, were taken into account and weighed alongside other evidence. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must verify that the lower court considered all evidence, but it is not required to explicitly mention every item; an appeal based on alleged omission of evidence is inadmissible if the judgment confirms the comprehensive evaluation of the entire evidentiary record.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility evidence evaluation labor contract termination omission of evidence single instance court legal costs contract type dispute estinzione delle prestazioni assicurative

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 23 of the Supreme Court of Appeals
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court of Appeals 8/2016
Supreme Court of Appeals 42/2002
Supreme Court of Appeals 2/2008
Supreme Court of Appeals 16/2020
Supreme Court of Appeals 343/2018
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 924 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 924/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύμερο Ηλία, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παντελεήμονα Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-8-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 20.3.2018 αγωγή της ιστορούσε ότι από τις αρχές του έτους 1999, δυνάμει των αναφερόμενων έγγραφων συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας της Κόνιτσας, τις οποίες η τελευταία χαρακτήριζε ως συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό, αλλά στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, προσλήφθηκε ως καθαρίστρια για την κάλυψη αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι το τελευταίο στις 31.12.2017 την απέλυσε χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης. Ζητούσε δε: α) να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που χαρακτηρίστηκε ως σύμβαση έργου με την οποία συνδέεται με το εναγόμενο ήταν εξαρχής σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής της και η ακυρότητα της καταγγελίας της από το εναγόμενο, καθόσον δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.777,92 ευρώ που της αντιστοιχεί για το χρονικό διάστημα που εργάστηκε για μισθούς υπερημερίας, μισθολογικές διαφορές, δώρα εορτών και επίδομα άδειας, άλλως επικουρικώς να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 6.977,92 ευρώ, που της αντιστοιχεί για το χρονικό διάστημα που εργάστηκε για μισθολογικές διαφορές, δώρα εορτών και επίδομα άδειας, καθώς και αποζημίωση λόγω απόλυσής της κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 231/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ασκήθηκε η από 7.8.2019 έφεση της ενάγουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 78/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ.1 ΑΚ και 6 του Ν.765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 28/2005).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την προβλεπομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. (ΑΠ 598/2019).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.α` και 3 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).

Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΟλΑΠ 6/2001).

Εξάλλου επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και το ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρων 5 και 11 του σε εφαρμογή της οδηγίας εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7 και 8/2011).

Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη-μέλη και που παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C- 212/2004, ΑΠ 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/2017).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ` όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφ` όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι, που τη δικαιολογούν, αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφ` όσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ` εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη.

Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου". Ενόψει, όμως, του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν.2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.α` να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές (ΑΠ 15/2022, ΑΠ 538/2020, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 10/2011).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022, ΑΠ 24/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Δυνάμει σύμβασης έργου που καταρτίστηκε τον Ιανουάριο του έτους 1999, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε για πρώτη φορά από το εναγόμενο, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην Πυροσβεστική Υπηρεσία της Κόνιτσας και συγκεκριμένα να καθαρίζει όλους τους χώρους των κτιριακών εγκαταστάσεων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Στη συνέχεια μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν αλλεπάλληλες- διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν από αυτούς ως "συμβάσεις μίσθωσης έργου", με όμοιο περιεχόμενο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1999 έως και το έτος 2003 η πληρωμή της δαπάνης για την καθαριότητα, γινόταν με την υποβολή προϋπολογισμού από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, την έγκριση της δαπάνης από τη Διεύθυνση Οικονομικών του Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος και στη συνέχεια, η απόδοση του ποσού στον δικαιούχο γινόταν μέσω της πάγιας προκαταβολής των Υπηρεσιών, κατόπιν έκδοσης τιμολογίου παροχής υπηρεσιών από την ενάγουσα.

Από το έτος 2004, σταμάτησε η πληρωμή της καθαριότητας μέσω της Παγίας Προκαταβολής και οι Υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος υποχρεώθηκαν να αναθέσουν την καθαριότητα σε εταιρείες ή επιχειρήσεις συνεργείων καθαριότητας. Κατόπιν τούτου, η Πυροσβεστική Υπηρεσία Κόνιτσας ανέθεσε για το έτος 2004 την καθαριότητα των κτιριακών της εγκαταστάσεων στον εργολάβο καθαρισμού Ν.

Χ., ο οποίος κατέθεσε προσφορά σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που όριζε ο νόμος, ενώ η ορισθείσα κατά τη σύμβαση έργου αμοιβή του λάμβανε χώρα κατόπιν έκδοσης χρηματικού εντάλματος, στο όνομα του, κατόπιν υποβολής από μέρους του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών. Για την εκτέλεση του παραπάνω έργου αποδείχτηκε ότι ο εν λόγω εργολάβος προσέλαβε ως υπάλληλο την ενάγουσα, η οποία και αμειβόταν από αυτόν.

Η παραπάνω σύμβαση του ως άνω εργολάβου με το εναγόμενο ήταν έγκυρη, καθότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που έτασσε ο νόμος, τα δε συμβαλλόμενα μέρη διατηρούσαν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από αυτή, ενώ αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα αποδέχτηκε να παρέχει τις υπηρεσίες της στον παραπάνω εργολάβο ως την πιο συμφέρουσα για αυτή επαγγελματική λύση, αφού η ίδια δεν είχε την δυνατότητα να καταθέσει προσφορά για την ανάληψη του έργου.

Ο ισχυρισμός της ότι η παραπάνω σύμβαση ήταν εικονική κι έλαβε χώρα προκειμένου το εναγόμενο να εναρμονιστεί με τις επιταγές της διοίκησης περί ανάθεσης της καθαριότητας των κτιριακών του εγκαταστάσεων σε εργολάβο, ο οποίος θα έδινε την καλύτερη προσφορά, ενώ στην πραγματικότητα απέβλεπε στην παροχή των υπηρεσιών της τελευταίας, πέραν του ότι στερείται νόμιμου ερείσματος, καθόσον η δημόσια αρχή ενεργεί με βάση προδιαγεγραμμένους από το νόμο κανόνες για τη δημιουργία δικαιοπρακτικής βούλησης της και δεν ενεργεί ούτε επιτρέπεται να ενεργεί εικονικά και με παρένθετα πρόσωπα...

δεν αποδείχτηκε, αφού ο μάρτυρας ανταπόδειξης Κων/νος Κίτσιος κατέθεσε ότι η ανάθεση της καθαριότητας στην ενάγουσα γινόταν όχι γιατί η υπηρεσία απέβλεπε στο πρόσωπό της, αλλά γιατί είτε δεν υπήρχαν άλλοι ενδιαφερόμενοι είτε έδινε από το έτος 2005 κι εντεύθεν τη μικρότερη προσφορά. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ενάγουσα για το λόγο ότι κατά το έτος 2004 είχε συνάψει σύμβαση εργασίας με τον προαναφερόμενο εργολάβο, δεν καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του π.δ. 164/2004, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, καθότι όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του ως άνω διατάγματος.

Στη συνέχεια το έτος 2005, η ενάγουσα, αυτή τη φορά ως επικεφαλής συνεργείου με τον τίτλο "ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΙ ΚΤΙΡΙΩΝ", συμμετείχε σε πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, που προκηρύχτηκε από την Π.Υ. Κόνιτσας και υπέβαλε οικονομική προσφορά, ύψους 7.504,80€ ετησίως, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. για την ανάληψη του έργου της καθαριότητας των εγκαταστάσεων της Π.Υ.

Κόνιτσας ο (διαγωνισμός), ελλείψει άλλης προσφοράς, κατακυρώθηκε στην ίδια. Ακολούθησε η υπογραφή σύμβασης και η πληρωμή γινόταν με χρηματικό ένταλμα στο όνομα του συνεργείου της ενάγουσας, αφού πρώτα αυτή υπέβαλλε προς την Π.Υ. Κόνιτσας διάτρητη διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών επί πιστώσει. Το έτος 2006, ακολουθήθηκε ακριβώς η ίδια διαδικασία, με ετήσιο ποσό παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ύψους 7.568,40 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.

Το έτος 2007, η απόφαση έγκρισης δαπάνης για την Π.Υ. Κόνιτσας, με ποσό 7.711,206, υποδείκνυε η δαπάνη να πραγματοποιηθεί με πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό. Επίσης, η υπ' αρ. 61155/04-12-2006 διαταγή του Α.Π.Σ., προέβλεπε ότι, οι αναθέσεις με τα συνεργεία καθαριότητας, θα έπρεπε να γίνουν υποχρεωτικά κατόπιν πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού.

Ακολούθησε πρόχειρος μειοδοτικός διαγωνισμός, με ενδιαφερόμενο τρία συνεργεία καθαριότητας, όπου μειοδότησε το συνεργείο της ενάγουσας, με τίτλο "Σ. Σ.. Μ. - Γ.. Κ./Σ. Κ. - Η. Κ.- Α Δ..Ο..Υ.. Κ.", με το ποσό των 3.355,80 € ετησίως, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α και ακολούθησε υπογραφή σύμβασης, ενώ η πληρωμή γινόταν μέσω χρηματικών ενταλμάτων.

Το έτος 2008, η υπ' αριθ. …/14-12-2007 Δ/γή Α.Π.Σ., προέβλεπε ότι, η καθαριότητα των κτιρίων του Πυροσβεστικού Σώματος θα γίνεται πλέον με τα κατ' αποκοπή χορηγήματα για καθαριότητα μετά την έκδοση ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας- Οικονομικών και Εσωτερικών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, συμμετείχε στους πρόχειρους μειοδοτικούς διαγωνισμούς που προκήρυσσε η Π.Υ.

Κόνιτσας, όχι ως φυσικό πρόσωπο, αλλά ως εργολάβος συνεργείου, είχε δε τη δυνατότητα με βάση τη σύμβαση για την υλοποίηση του έργου που της ανατέθηκε, να προσλάβει και άλλα φυσικά πρόσωπα καθαρίστριες ως προσωπικό, ενώ παράλληλα, εξέδιδε αντίστοιχο παραστατικό πληρωμής (Τιμολόγιο- Διπλότυπη Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών με απόδοση Φ.Π.Α.) και απέδιδε, αντίστοιχα, για τα τιμολόγια αυτά, φόρο εισοδήματος για παροχή υπηρεσιών.

Εξάλλου με τις εκάστοτε προαναφερόμενες συμβάσεις έργου μεταξύ των ως άνω συμβαλλόμενων μερών, που πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι το έτος 2012 προέβλεπαν ότι ο καθαρισμός των κτιριακών εγκαταστάσεων θα λάμβανε χώρα πέντε φορές την εβδομάδα και στη συνέχεια τέσσερεις φορές την εβδομάδα, γίνεται δεκτό ότι δεν προσδιορίζεται δεσμευτικά ο χρόνος παροχής των υπηρεσιών, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, τον οποίο η ίδια η ενάγουσα, όπως αποδείχτηκε, καθόρισε από 8.30 μέχρι 13.00 κατά τις εργάσιμες ημέρες, αφού οι υπηρεσίες καθαριότητας παρέχονται ενίοτε στις δημόσιες υπηρεσίες σε χρόνο που λειτουργούν αυτές, η ίδια δε κατά το τελευταίο έτος αγόραζε τα υλικά καθαριότητας, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης Β.

Τ., ενώ παράλληλα κρίνεται ότι το εναγόμενο δεν απέβλεπε αποκλειστικά στην παροχή υπηρεσιών από την ενάγουσα, συμπέρασμα το οποίο συνάγεται από την ανάθεση των υπηρεσιών καθαριότητας στον εργολάβο Ντακαλέτση κατά το έτος 2004 καθώς και το έτος 2018, που όπως αποδείχτηκε ανατέθηκε η υπηρεσία καθαριότητας στο συνεργείο με την επωνυμία "Β.

Α.", ήτοι σε νομικό πρόσωπο που παρείχε την πιο συμφέρουσα προσφορά. Παράλληλα επισημαίνεται ότι το συνεργείο της ενάγουσας σύναπτε συμβάσεις με την Π.Υ. Κόνιτσας, είτε επειδή αυτό υπέβαλε τις οικονομικά συμφερότερες προσφορές (όπως έγινε π.χ. το 2007), είτε επειδή δεν παρουσιαζόταν κανένας άλλος ενδιαφερόμενος.

Στη συνέχεια κατά το έτος 2018, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του ν.3863/2010, εκδόθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Κόνιτσας, η υπ' αριθ. πρωτ. 95 Φ..1/29-1-2018 "Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την καθαριότητα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κόνιτσας", η οποία αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων στο ισόγειο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κόνιτσας, στον πίνακα ανακοινώσεων στο ισόγειο (είσοδο) και στον Γ όροφο του Δημαρχείου της Κόνιτσας, καθώς και στον πίνακα ανακοινώσεων απέναντι από τη Λ.Α.Φ.

στην κεντρική πλατεία της Κόνιτσας κι από το από 14-2-2018 πρακτικό ανάθεσης εργασιών προκύπτει ότι, υπεβλήθησαν δύο προσφορές από συνεργεία καθαριότητας (στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται το συνεργείο της ενάγουσας) και πιο συμφέρουσα κρίθηκε η προσφορά του συνεργείου με την επωνυμία "Β. Α.". Σε συνέχεια των ανωτέρω, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 187/26-2-2018 απόφαση του Διοικητή Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κόνιτσας για την απευθείας ανάθεση των υπηρεσιών για την καθαριότητα του κτιρίου, όπου στεγάζεται η Πυροσβεστική Υπηρεσία Κόνιτσας και, τέλος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. ../2018 Σύμβαση μεταξύ του Διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κόνιτσας, για το Ελληνικό Δημόσιο, και του συνεργείου καθαρισμού, του οποίου η προσφορά κρίθηκε συμφερότερη.

Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω, δεν έλαβε χώρα προφορική καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας όπως ισχυρίζεται η ίδια, αφού με τη λήξη της προαναφερόμενης σύμβασης έργου που είχε συνάψει προκηρύχθηκε νέος διαγωνισμός. Από τα παραπάνω αναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι ουδεμία σχέση εξαρτημένης εργασίας υπήρχε ή συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου, καθότι όπως αποδείχθηκε η ενάγουσα σύναπτε με τον εκάστοτε διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κόνιτσας συμβάσεις ορισμένου έργου, με αντικείμενο την εκτέλεση της καθαριότητας, χωρίς να τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από αυτόν, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς απορριπτέοι τυγχάνουν οι σχετικοί λόγοι έφεσης.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο της με αριθμό 189/2015 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο αποφάνθηκε ότι η εργασία της ενάγουσας στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Κόνιτσας, ήταν ασφαλιστέα υποχρεωτικά στο ΙΚΑ κι όχι στον ΟΑΕΕ, με την αιτιολογία ότι η απασχόληση της με σύμβαση έργου δεν χρηματοδοτείτο ή συγχρηματοδοτείτο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλο διεθνή φορέα, με δεδομένο ότι ανάλογα με τα κριτήρια που θέτει ο νόμος στο ΙΚΑ ασφαλίζονται και εργοδότες...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 231/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία απέρριψε την από 20.3.2018 αγωγή της.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 648 επ. 669 επ., 681 επ. ΑΚ, 6 Ν. 765/1943 8 παρ.1 και 3 ν.2112/1920, 21 ν.2190/94, 6 παρ.1, 2 και 3 του ν.2527/1997, όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρόνο, 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 3, 87 παρ. 2, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και π.δ. 410/1988, 81/2003 και 164/2004, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή τους, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι οι συμβάσεις που σύναπτε η αναιρεσείουσα με τον εκάστοτε διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κόνιτσας ήταν συμβάσεις ορισμένου έργου και με αντικείμενο την εκτέλεση της καθαριότητας, χωρίς να τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον αυτόν και δεν υπήρξε ή συνήφθη μεταξύ τη αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή υποκρυπτόταν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δικαιολογούν την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων να αναγνωριστεί αφενός ότι οι επικαλούμενες από το αναιρεσίβλητο συμβάσεις έργου υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας και ότι πρόκειται για μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και αφετέρου η ακυρότητα της απόλυσής της και της καταγγελίας από το αναιρεσίβλητο, καθόσον δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση.

Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή δεν συνέτρεξαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις περί κατάρτισης μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναφέροντας συγκεκριμένα τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή κατωτέρω παραδοχές, ήτοι:

α) ότι οι συμβάσεις που σύναπτε η αναιρεσείουσα, ήδη από το έτος 1999, με τον εκάστοτε διοικητή της πυροσβεστικής υπηρεσίας Κόνιτσας, αποτελούσαν συμβάσεις ορισμένου έργου, με αντικείμενο την εκτέλεση της καθαριότητας και που καταρτίζονταν μετά από προκηρυχθέντα από την Π.Υ. Κόνιτσας πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, είτε γιατί αυτή (αναιρεσείουσα) υπέβαλε τις πιο οικονομικά συμφέρουσες προσφορές, είτε γιατί δεν παρουσιαζόταν κανένας άλλος ενδιαφερόμενος, επιπλέον δε δεν αποτελούσαν αυτές διαδοχικές συμβάσεις, αφού για το έτος 2004 καταρτίστηκε σύμβαση με άλλον εργολάβο καθαρισμού και ειδικά με τον Ν.

Χ. και για το έτος 2018 με το συνεργείο καθαρισμού με την επωνυμία "Β. Α.", β) ότι οι συναπτόμενες ανωτέρω συμβάσεις δεν υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ούτε απλή σχέση εργασίας, καθόσον δεν τελούσε η αναιρεσείουσα σε νομική εξάρτηση από το αναιρεσίβλητο, με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει με τρόπο δεσμευτικό οδηγίες στην αναιρεσείουσα, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής υπηρεσιών, αφού η τελευταία, η οποία διατηρούσε, ήδη από το έτος 2005, συνεργείο καθαριότητας, είχε τη δυνατότητα, ως εργολάβος συνεργείου, προς εκτέλεση του έργου που αναλάμβανε μετά από πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, να προσλαμβάνει άλλα φυσικά πρόσωπα- καθαρίστριες ως προσωπικό, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη απέβλεπαν στην εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου της καθαριότητας των κτιριακών εγκαταστάσεων και όχι στην παροχή εργασίας και στο μισθό που συμφωνήθηκε, η δε αναφορά στις συμβάσεις αυτές ότι ο καθαρισμός των κτιριακών εγκαταστάσεων θα λάμβανε χώρα πέντε φορές την εβδομάδα και στη συνέχεια τέσσερεις φορές την εβδομάδα, δεν προσδιόριζε δεσμευτικά τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών, αφού η ίδια η αναιρεσείουσα καθόρισε τον χρόνο αυτό κατά τις εργάσιμες ημέρες, από ώρα 8.00'έως 13.00' και γ) ότι δεν καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του π.δ.164/2004, καθόσον δεν είχε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, έως την έναρξη ισχύος (19.7.2004) του εν λόγω π.δ/τος, αφού για το έτος 2004 καταρτίστηκε σύμβαση για την καθαριότητα των κτιριακών εγκαταστάσεων με τον εργολάβο καθαρισμού Ν.

Χ. και όχι με την αναιρεσίβλητη, η οποία προσλήφθηκε ως υπάλληλος του ανωτέρω εργολάβου από τον οποίο και αμειβόταν.

Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικά ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξει των άρθρων 681 επ. ΑΚ, αντί των διατάξεων των άρθρων 648 επ.ΑΚ, 8 του ν.2112/1920 και του π.δ.164/2004, και με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε ότι οι καταρτιζόμενες συμβάσεις ήταν συμβάσεις έργου και όχι ότι ο αληθής χαρακτήρας αυτών ήταν εκείνος της σύμβασης εργασίας και ήδη πριν από την τροποποίηση του άρθρου 103 του Συντάγματος αλλά και πριν από την ισχύ του π.δ.164/2004 είχαν αποκτήσει τον χαρακτήρα μίας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, είναι αβάσιμοι, καθόσον, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές στο αποδεικτικό της πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτίθεται πλήρως και σαφώς ότι αποδείχθηκε ότι οι επίδικες συμβάσεις από το έτος 1999, όπου καταρτίστηκε η πρώτη εξ αυτών, καθώς και οι μεταγενέστερες, συμπεριλαμβανομένων και των ετών 2001 και 2004, είχαν το χαρακτήρα της σύμβασης έργου με αντικείμενο κάθε φορά την κατόπιν πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού ανάθεση του έργου της καθαριότητας των κτιριακών εγκαταστάσεων της Π.Υ.

Κόνιτσας και δεν υποκρύπτονταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς επίσης ότι δεν ήταν αυτές διαδοχικές, αφού ήδη για το έτος 2004 ανατέθηκε η εκτέλεση του ανωτέρω έργου καθαριότητας σε άλλον εργολάβο, έτσι ώστε να μην συντρέχουν είτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 103 του Συντάγματος πριν την τροποποίησή του, είτε αυτών του π.δ.164/2004 περί μετατροπής των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, που υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας, σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ως αποτελούσες νομικά και πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου και την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος, αφού αυτές δεν αναιρούν το σαφές αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα: α) όλες τις ένδικες έγγραφες συμβάσεις που κατάρτισε με το αναιρεσίβλητο και β) το άνευ ημερομηνίας (μάλλον του 2010) έγγραφο σημείωμα με τις εντολές του Διοικητή της Π.Υ.

Κόνιτσας, ως προς τη σειρά που θα ακολουθούσε η αναιρεσείουσα στην εργασία της. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση ότι "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και τα ανωτέρω έγγραφα.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, μειούμενης, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ.18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987 και αριθ.2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20.1.1993) (ΑΠ 16/2020, ΑΠ 343/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.8.2022 και με αριθμό κατάθεσης 24/29.8.2022 αίτηση για αναίρεση της 78/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ