Appeal against property division valuation dismissed; remanded for retrial due to lack of appeal on value.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding the valuation of property shares in a divorce case. The appellants argued the value was incorrect, but the Third Instance Court had only examined the appeal on the division of property, not the valuation. Consequently, the Court ruled that the Third Instance Court could not have addressed the valuation error without a corresponding appeal on that specific issue, as it would have worsened the appellants' position compared to the first instance. The case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 570, 577, 580, 495, 176, 183, 191, 281 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment on the division of property that does not challenge the valuation of shares cannot be used to attack the valuation itself, as the appellate court is bound by the scope of the appeal and cannot worsen the appellant's position regarding unappealed issues.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 924 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 924/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Κ. χήρας Ι. Γ., το γένος Α. Χ.,
2) Ν. Γ. του Ι.,
3) Β. Γ. του Ι.,
4) Κ. χήρας Ν. Κ., το γένος Ι. Α.,
5) Σ. Κ. του Ν.,
6) Σ. Κ. του Ν.,
7) Ν. χήρας Θ. Π.,
8) Α. Π. του Θ.,
9) Χ. Π. του Θ.,
10) Β. Π. του Θ.,
11) Η. Ρ. του Μ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Α. χήρας Μ. Ρ., το γένος Δ. Σ.,
12) Ά. συζύγου Θ. Μ., το γένος Μ. Ρ. ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Α. χήρας Μ. Ρ., το γένος Δ. Σ., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσάτσο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ» που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09.07.2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16735/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1808/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/9/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα, ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ισχυρισμοί ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης.
Οι διάδικοι στην περίπτωση αυτή καταθέτουν τις προτάσεις είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 (20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο) οφείλουν όλοι οι διάδικοι να καταθέσουν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να υποστηριχθεί ή να αποκρουσθεί η αναίρεση (ΑΠ 207/2017, ΑΠ 2322/2009, ΑΠ 1179/2007).
Παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων, αν οι προτεινόμενες με αυτές (εκπρόθεσμα) ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων της αναιρετικής δίκης, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει και, αν ελλείπει προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης, απορρίπτει αυτήν (αναίρεση) αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1268/2017, ΑΠ 1555/2017, ΑΠ 199/2011).
Αν, όμως, το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, η κατάθεση από αυτόν των έγγραφων προτάσεων που περιέχουν την ένσταση απαραδέκτου της άσκησης της αναίρεσης, σε προθεσμία μικρότερη των είκοσι ημερών πριν από τη δικάσιμο της αναίρεσης, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της άνω ένστασης, αλλά και τη λήψη για την απόδειξη της ίδιας ένστασης των προσκομιζόμενων από αυτόν με τις εκπρόθεσμες προτάσεις αποδεικτικών στοιχείων, που δεν περιλαμβάνονται στα κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 983/2010).
Στην προθεσμία των είκοσι ημερών, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπολογίζεται η ημέρα της κατάθεσης των προτάσεων και της συζήτησης της αναίρεσης, ούτε η τελευταία πριν τη δικάσιμο ημέρα, όταν είναι εξαιρετέα ημέρα, όπως είναι και η Κυριακή, κατά το άρθρο 1 παρ. 12 της από 29-12-1960 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1157/1981 (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 199/2009) ή όταν είναι Σάββατο (ΑΠ 445/2005, ΑΠ 522/2002, ΑΠ 684/2002). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης.
Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που συνίσταται στην ανάγκη δικαστικής προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος για την ύπαρξή του, είναι κατ’ αρχήν ο χρόνος άσκησης του ενδίκου μέσου, οπωσδήποτε όμως πρέπει να υφίσταται και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΑΠ 909/2006). Έτσι, απαράδεκτη είναι και η αναίρεση όταν δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκησή της, οπότε, οι προτάσεις με τις οποίες προτείνεται το εξ αυτού του λόγου απαράδεκτο, πρέπει να κατατεθούν είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο (ΑΠ 461/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης πριν από την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικα αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Η αποδοχή δε της απόφασης, επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2008).
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση, όταν δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκησή της, όπως όταν έχει προηγηθεί σιωπηρή αποδοχή της προσβαλλόμενης με αυτήν απόφασης, είναι απαράδεκτη, οπότε η ένσταση του εξ αυτού του λόγου απαραδέκτου αυτής, πρέπει επί ποινή απαραδέκτου να προβληθεί εκ μέρους του αναιρεσίβλητου με έγγραφες προτάσεις, οι οποίες πρέπει να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αφού στηρίζεται σε γεγονότα που δεν προκύπτουν από την αυτεπάγγελτη έρευνα (ΑΠ 461/2018, ΑΠ 175/2011, ΑΠ 63/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ζητούν με την αίτησή τους να αναιρεθεί, για τους περιεχόμενους στο αναιρετήριο λόγους, η 1808/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατά το μέρος που έκρινε την αξία των επίδικων ακινήτων τους σε διαφορετικό ύψος σε σχέση με το προσδιοριζόμενο με την πρωτόδικη οριστική απόφαση.
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε νόμιμα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 18.03.2019. Ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θεσσαλονίκης, κατέθεσε ενώπιον του Αρείου Πάγου, τις από 25.02.2019 προτάσεις του για τη συζήτηση της υπόθεσης. Οι προτάσεις, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του Γραμματέα επ’ αυτών, κατατέθηκαν στις 25.02.2019.
Η κατάθεση αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι στην αντίστοιχη, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμία δεν υπολογίζεται η ημέρα κατάθεσης των προτάσεων και ότι η τελευταία πριν τη δικάσιμο ημέρα είναι, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, Κυριακή και η προγενέστερη αυτής Σάββατο, οι οποίες, εξ αυτού του λόγου, δεν υπολογίζονται στην ως άνω προθεσμία, έγινε δεκαοκτώ (18) ημέρες πριν την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο.
Επομένως, αφού οι προτάσεις του αναιρεσίβλητου Δήμου δεν κατατέθηκαν είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο της υπόθεσης, η περιεχόμενη σ’ αυτές ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων προς άσκηση αυτής, για το λόγο ότι με την χωρίς επιφύλαξη είσπραξη του επιδικασθέντος, με την προσβαλλόμενη απόφαση, χρηματικού ποσού, αποδέχθηκαν σιωπηρά την απόφαση αυτή, προτείνεται απαράδεκτα.
Τούτο διότι, είναι μεν αληθές ότι η έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για άσκηση της αίτησης αναίρεσης λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, όμως, στην προκείμενη περίπτωση, ο σχετικός περί του απαραδέκτου ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, δεν προκύπτει από αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου περί συνδρομής της προϋπόθεσης αυτής, μετά από εξέταση των διαδικαστικών εγγράφων, αλλά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται, μπορούν να αποδειχθούν μόνο με τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος και έτσι η κατάθεση των προτάσεων σε μικρότερη της καθοριζόμενης στο άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των είκοσι ημερών συνεπάγεται το απαράδεκτο της προβολής του ισχυρισμού, αλλά και τη λήψη υπόψη για την απόδειξη της ένστασης αυτής των προσκομιζόμενων με τις εκπρόθεσμες προτάσεις αποδεικτικών στοιχείων που δεν περιλαμβάνονται στα κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος.
Με την κρινόμενη από 07.09.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 1808/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 16735/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ έγινε δεκτή η έφεση που είχε ασκήσει κατά της ίδιας απόφασης ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θεσσαλονίκης, με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο, είχε δεχθεί εν μέρει την από 09.07.2010 αγωγή των αναιρεσειόντων. Το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το ποσό που αντιστοιχεί στα τμήματα των επίδικων ακινήτων τους, προσδιορίζοντας την αξία αυτών σε 700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε ως «πράγματα», κατά την έννοια της άνω διάταξης, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1614/2017, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
«Πράγματα», κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 1462/2019, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 650/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη, από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, και, συνεπώς, με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνον κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα. Έτσι, το Εφετείο για να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά, και να αποφασίσει αν πρέπει να εξαφανίσει ή όχι την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης που περιέχονται στο εφετήριο ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που συνιστούν τη νομική βάση αυτής, καθώς και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 727/2017, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 2147/2014).
Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως, από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ’ αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε - παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1141/2001).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 536 του ιδίου κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο έφεσης ή αντέφεσης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο «κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια» και ως προς τα «κεφάλαια» αυτά, για τα οποία μεταβιβάζεται η υπόθεση, μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την παραδοχή της έφεσης ή αντέφεσης και την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, κατά μεταρρύθμιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του στην περίπτωση αυτή να προσκρούει στην από το άρθρο 536 ΚΠολΔ αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντα. «Κεφάλαιο» θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στα πλαίσια της ιδίας διαφοράς, και εκκρεμοδικία, για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης είναι διάφορο της έννοιας «του αναγκαστικά συνεχομένου κεφαλαίου» που προβλέπεται επί πρόσθετων λόγων έφεσης και αναίρεσης (ΚΠολΔ 520 παρ.2, ΑΠ 798/2010).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι, με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται στο Εφετείο στο σύνολό του, κάθε κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης το οποίο προσβάλλεται με λόγο της έφεσης. Τα κεφάλαια αυτά και μόνο μπορεί να εξετάσει το Εφετείο για να κρίνει αν υπήρξε σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ δεν έχει δυνατότητα να εξετάσει κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε με την έφεση, ακόμη και αν διαπιστώσει σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης σ’ αυτό.
Όμως, το Εφετείο, κατά τις επιταγές του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μπορεί να εξετάσει το εκκληθέν κεφάλαιο που μεταβιβάζεται σ’ αυτό με την έφεση, μόνο μέσα στα όρια της έκτασης αυτού, δηλαδή κατά το μέρος που πλήττεται με τους λόγους έφεσης και όχι στο σύνολό του (ΑΠ 1462/2019, ΑΠ 12/1992), ανεξάρτητα από το ότι μεταβιβάστηκε με την έφεση ολόκληρο αδιαιρέτως, ώστε υπάρχει η δικονομική δυνατότητα άσκησης αντέφεσης και πρόσθετων λόγων έφεσης γι’ αυτό και παρά την τυχόν γενικότητα της διατύπωσης του διατακτικού της εφετειακής απόφασης.
Η εξουσία του Εφετείου να εξετάσει στο σύνολό του το εκκληθέν κεφάλαιο της απόφασης, ήτοι τα θέματα του κεφαλαίου που υποβλήθηκαν πρωτόδικα, προκύπτει μόνο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης λόγω της παραδοχής λόγου έφεσης με τον οποίο προσβάλλεται το κεφάλαιο αυτό και όχι σφάλματος που δεν προβλήθηκε, και τούτο διότι η εξουσία αυτή τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 ΚΠολΔ.
Η παράβαση του Εφετείου σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατά τα άνω άρθρα, αποτελέσματος της έφεσης, με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου αυτής, η έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας και επανάκριση κεφαλαίων της υπόθεσης που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση ή έξω από τα όρια αυτής, συνιστούν πλημμέλειες της απόφασης που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 806/2018, ΑΠ 16/2018, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 207/2017).
[III] Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο, χωρίς να προβληθεί λόγος έφεσης με παράπονο για την προσδιορισθείσα από την οριστική απόφαση αξία των επίδικων ακινήτων τους, επανέκρινε την υπόθεση και ως προς τούτο και μεταρρύθμισε την εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας ότι η αξία τους ανέρχεται σε 700 ευρώ ανά τ.μ. αντί της ορισθείσας πρωτόδικα 3.500 ευρώ ανά τ.μ. και επιδίκασε σ’ αυτούς αντίστοιχα μειωμένη αποζημίωση.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής:
Οι αναιρεσείοντες, με την από 09.07.2010 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ιστορώντας κτήση συγκυριότητας του περιγραφόμενου ακινήτου τους, απαλλοτρίωση των αναφερόμενων τμημάτων αυτού από τον αναιρεσίβλητο Δήμο για τη δημιουργία δημοτικών οδών και πεζοδρομίων, την ανάκληση της απαλλοτρίωσης αυτής λόγω μη καταβολής της καθορισθείσας αποζημίωσης εντός δεκαοκτώ μηνών, καθώς και την, παρά ταύτα, μετατροπή τούτων σε οδούς και πεζοδρόμια, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο Δήμος, λόγω της αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης των κατεχόμενων επίδικων τμημάτων του ακινήτου σ’ αυτούς και της στέρησης έτσι της ιδιοκτησίας τους, αλλά και λόγω της πρόκλησης ζημίας σ’ αυτούς με την επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του και τέλος, λόγω του ότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας τους, να τους καταβάλει αποζημίωση, αντίστοιχη με την αξία των ακινήτων, και να αναγνωριστεί η υποχρέωση καταβολής σ’ αυτούς ισόποσης αποζημίωσης προς τα ωφελήματα που εξαιτίας της κατάληψης των ακινήτων τους απώλεσαν.
Με την 16735/2013 οριστική του απόφαση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αφενός μεν ως προς την αξίωση αποζημίωσης λόγω υπαίτιας αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της ιδιοκτησίας τους, προσδιορίζοντας την ανά τετραγωνικό μέτρο αξία του ακινήτου σε 3.500 ευρώ, αφετέρου για την απώλεια, κατά το επιμέρους αναφερόμενο χρονικό διάστημα, των ωφελημάτων που θα απολάμβαναν από την εκμίσθωση του ακινήτου τους και, αντίστοιχα, της ωφέλειας κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος έγινε πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας τους από την κατάληψη και χρήση του.
Κατά της άνω απόφασης, οι ενάγοντες άσκησαν την από 30.09.2013 έφεση παραπονούμενοι ότι προσδιορίστηκε η αξία των ακινήτων τους καθώς και η ωφέλεια την οποία απώλεσαν, και, συνεπώς, η αποζημίωσή τους, σε μικρότερα ποσά της πραγματικής ζημίας τους, και ο Δήμος Θεσσαλονίκης άσκησε την από 27.09.2013 έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, υποστηρίζοντας, με τον πρώτο λόγο της έφεσης, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτός κατέλαβε τα επίδικα τμήματα ακινήτου, τα οποία δεν αποτελούν τμήματα των οδών ...
και ..., ούτε τμήματα πεζοδρομίων αυτών, ούτε κατέχει αυτά, ώστε να έχει υποχρέωση απόδοσης τούτων, ούτε έχει κάνει οποιαδήποτε επέμβαση επ’ αυτών, ώστε να είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοσή τους, με το δεύτερο λόγο της έφεσης ότι εσφαλμένα δέχθηκε την αγωγή καθόσον, εάν υπήρξε παράνομη κατάληψη των ακινήτων, θα έπρεπε, πριν την άσκηση της αγωγής τους, οι ενάγοντες να είχαν παραιτηθεί με συμβολαιογραφική δήλωση της κυριότητας τούτων, ώστε να καταστεί αδέσποτο και κοινόχρηστο, με τον τρίτο λόγο αποδίδει σφάλμα στην εκκαλούμενη διότι δέχθηκε ότι η αγωγή αρμόδια εισήχθη ενώπιόν του, ενώ δικαιοδοσία έχουν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, παραπονείται για τη σιωπηρή απόρριψη της ένστασης που πρόβαλε, στηριζόμενη στο άρθρο 330 ΑΚ, και σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να δεχθεί ότι ο Δήμος δεν ευθύνεται για την αποζημίωση, καθόσον η ζημία προήλθε αποκλειστικά από την εκτιθέμενη υπαίτια συμπεριφορά των ιδίων των εναγόντων και δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της ζημιογόνου συμπεριφοράς των οργάνων του.
Το Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση των εναγόντων και κρίνοντας ότι υπήρξε κατάληψη από τον εναγόμενο Δήμο της επίδικης έκτασης ακινήτου και αδυναμία αυτούσιας απόδοσης αυτής, συνεπώς, δε, και υποχρέωση αυτού για ισόποση της, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, αξίας τους, αποζημίωση των εναγόντων και, με βάση τα παρατιθέμενα κριτήρια που έλαβε υπόψη του για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, καθόρισε την αξία σε 700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, δέχθηκε εσφαλμένο καθορισμό της αξίας που είχε προσδιορίσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (3.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο), έκρινε, επίσης, ότι δεν είναι βάσιμη η αξίωση για την απώλεια εσόδων ή ωφέλειας του Δήμου από την κατοχή της έκτασης αυτής και με βάση τις ανωτέρω κρίσεις της, δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση του αναιρεσίβλητου Δήμου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε αυτήν εν μέρει.
Ειδικότερα, το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά τους αναιρετικούς λόγους, αφού έκρινε ότι υπήρξε παράνομη κατάληψη των επίδικων τμημάτων του ακινήτου των αναιρεσειόντων από τον αναιρεσίβλητο και αδυναμία αυτούσιας απόδοσης αυτών, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς του τελευταίου, καθώς και την εκ του άρθρου 330 ΑΚ ένσταση, δέχθηκε, περαιτέρω, ότι με βάση τη θέση του όλου ακινήτου των αναιρεσειόντων, στο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλης της Θεσσαλονίκης, την υλοποίηση στην περιοχή του ρυμοτομικού διατάγματος, το ότι τα επίδικα τμήματα κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, δεν ήταν οικοδομήσιμα, την εμπορικότητα της περιοχής, το σύστημα οικοδόμησης σ’ αυτήν, την παρατηρούμενη οικιστική ανάπτυξη, την ύπαρξη εμπορικών καταστημάτων και καταστημάτων τραπεζών, την ισχύουσα τιμή ζώνης της θέσης των επίδικων τμημάτων, η εμπορική αξία αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο ανέρχονταν σε 700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και με βάση την αξία αυτή προσδιόρισε τη δικαιούμενη από κάθε ενάγοντα αποζημίωση.
Μετά δε την εκτίμηση αυτή, δέχθηκε επί λέξει τα εξής:
«Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά για την αξία της επίδικης έκτασης, δεχόμενο ότι η εμπορική αξία του οικοπέδου, κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής, ανέρχεται σε 3.500,00 ευρώ ανά τ.μ. και, ως εκ τούτου, η συνολικά οφειλόμενη για αυτό αποζημίωση, συμποσούται στο συνολικό ποσό του (323,075 τ.μ.
Χ 3.500,00 ευρώ) 1.130.762,50 ευρώ, το οποίο οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν με το νόμιμο τόκο από την επομένη επιδόσεως της αγωγής συμμέτρως, ήτοι κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους, αλλά και για την αξίωση ωφελημάτων από την 01η-1ου-2006, δεχόμενο, ότι, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να επιτύχουν από την εκμίσθωση της επίμαχης έκτασης, μηνιαίο μίσθωμα 1.000,00 ευρώ, το οποίο στερήθηκαν, λόγω της παράνομης κατάληψης, ενώ, ο εναγόμενος Δήμος, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας τους, και αναγνώρισε την υποχρέωση του Δήμου Θεσσαλονίκης, να τους καταβάλει την ωφέλεια που αποκόμισε από τη χρήση της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους σε αυτήν, η οποία ανέρχεται για το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών, έξι (6) μηνών και δώδεκα (12) ημερών στο ποσό των 66.400,00 ευρώ, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως βασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης του εναγομένου, ο οποίος με την αντίθετη έφεσή του, αν και δεν αναφέρεται ειδικά στο ποσό των 3.500,00 ευρώ, που πρωτοβαθμίως κρίθηκε ότι είναι η εμπορική αξία του τετραγωνικού μέτρου του επιδίκου ακινήτου, αρνήθηκε την υπαίτια και παράνομη κατάληψη της επίδικης εδαφικής έκτασης από τα όργανά του, και, την κατά συνέπεια αυτής επέλευση οποιασδήποτε ζημίας στους ενάγοντες, και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμης.
Συνεπώς, ακόμη, κι αν με την έφεση που ασκήθηκε από το Δήμο Θεσσαλονίκης, δεν πλήττεται, όπως προαναφέρθηκε, συγκεκριμένα το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία της επίδικης ιδιοκτησίας των εναγόντων, εφόσον με την έφεση αυτή, πλήττεται το κεφάλαιο της ζημίας και της απώλειας ωφελημάτων ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμο, το Δικαστήριο τούτο, χωρίς να παραβιάσει τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, ,μπορεί, να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τους εκκαλούντες ενάγοντες».
[IV] Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, όπως υποστηρίζουν με τον άνω αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες, διότι ερεύνησε το κεφάλαιο της ζημίας που επήλθε σ’ αυτούς συνεπεία της αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης των περιγραφόμενων τμημάτων του ακινήτου τους, έξω από τα όρια της έφεσης που είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης ο αναιρεσίβλητος, κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής. Ειδικότερα, με την άνω έφεση του αναιρεσίβλητου Δήμου Θεσσαλονίκης, προσβλήθηκε το κεφάλαιο της ζημίας των ήδη αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα μόνο η ουσιαστική βασιμότητα της βάσης της αγωγής περί της συνδρομής των προϋποθέσεων αποζημίωσης, με την άρνηση της κατάληψης και κατοχής των επίδικων τμημάτων του ακινήτου αυτών, της αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης τούτων και της αιτιώδους συνάφειας της ζημίας με την αποδιδόμενη συμπεριφορά των οργάνων του, ήτοι της πρόκλησης της ζημίας, το οποίο μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, στο σύνολό του. Όμως το Εφετείο είχε την εξουσία να ερευνήσει τούτο μόνο στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης αυτής.
Συνεπώς, αφού με την έφεση δεν προβάλλονταν παράπονο για τον ποσοτικό προσδιορισμό της αξίας των επίδικων τμημάτων του ακινήτου, δεν μεταβιβάστηκε κατά το μέρος τούτο η υπόθεση στο Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να περιοριστεί μόνο στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώνονται στο εφετήριο ως λόγοι της έφεσης και οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής και δεν μπορούσε να εξετάσει σφάλματα που δεν προβλήθηκαν ακόμη και αν διαπίστωνε την ύπαρξη τέτοιων σφαλμάτων. Το Εφετείο, δεν μπορούσε να καταστήσει χειρότερη τη θέση των αναιρεσειόντων σε σχέση με την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξία των τμημάτων του ακινήτου τους και την αντίστοιχη αποζημίωσή τους, χωρίς την προσβολή με λόγο έφεσης του σχετικού ζητήματος. Μόνο εάν είχε εξαφανίσει την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση με την παραδοχή κάποιου, από τους προβαλλόμενους με το εφετήριο, λόγου της έφεσης, τότε μόνο θα είχε δικονομικά τη δυνατότητα να εκδώσει τέτοια απόφαση, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν πρόκειται και για ζήτημα το οποίο ερευνάται αυτεπάγγελτα.
[V] Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου τούτου της αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, αφού η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης που επέρχεται με την παραδοχή του, είναι και το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με τους λόγους αυτούς, ήτοι η αναίρεση της απόφασης ως προς την κριθείσα αξία των καταληφθέντων τμημάτων του επίδικου ακινήτου, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος τούτο και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων και μη καταθέσαντων προτάσεις, αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών που υποβλήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία, όμως, θα επιβληθεί μειωμένη στο ήμισυ, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1808/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει ως προς τούτο το μέρος την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου
αποχωρήσαντος
ο αρχαιότερος της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του
Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ