Legislator Giurisprudenza & Legislazione
924/2020 Generato dall'IA

Appeal dismissed for inadmissibility due to lack of proper service and inadmissible grounds regarding evidence evaluation.

Numero d'incarto 924/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment, ruling that the hearing was inadmissible for one defendant due to unproven service of process. The court further rejected the appeal's arguments as inadmissible because they constituted mere denials rather than factual disputes and improperly challenged the court's uncontrollable evaluation of evidence. Consequently, the appeal was dismissed in part and the costs were assigned to the appellants.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 576(2) and 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure; Appeals based on mere denial of facts are inadmissible, and challenges to the court's evaluation of evidence fall outside the scope of appellate review.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal service of process evaluation of evidence common sense teachings uncontrollable assessment acquisto fraudolento mercati agricoli falso certificato medico

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 496(3) of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 924 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 924/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Γ. του Ε. και 2) Π. Γ. του Ι., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Τσιαούσκογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Τ. του Δ., 2) Ι. Κ. του Ε., 3) Μ. Μ. του Ν., 4) Α. Τ. και 5) Α. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέων Μουδανιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της 93/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και της συμπροσβαλλόμενης 40/2012 πρωτόδικης - τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .../23- 10-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ι. Ι., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της από 15-9-2018 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-2-2020) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όσον αφορά την τέταρτη αναιρεσίβλητη, από την υπ' αριθμ. .../23-10-2019 συνταχθείσα έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, που ομοίως επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι δεν φέρει υπογραφή στην οικεία θέση "ο παραλαβών" του συνοίκου συζύγου αυτής, Ν.

Τ., προς τον οποίο φέρεται ότι έλαβε χώρα επίδοση ακριβούς αντιγράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση της ανωτέρω, η οποία επίσης δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει, ως προς αυτήν, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.

β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως και να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως και η συζήτησή της ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, απλούς ομοδίκους, διότι, η ένδικη αγωγή, περιέχει υποκειμενική σώρευση αγωγών, περισσοτέρων του ενός εναγόντων, ως δικαιούχων αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω πωλήσεως πραγμάτων με ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα, κατά τα σε αυτήν και κατωτέρω εκτιθέμενα και, συνεπώς, η αγωγική αξίωση καθενός εξ αυτών είναι αυτοτελής και προσωποπαγής.

Το άρθρο 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και στη συνέχεια απορριφθεί κατ' ουσίαν, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 710/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 93/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 40/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ν.Μουδανιών και απερρίφθη κατ' ουσίαν. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, καθό μέρος στρέφεται αυτοτελώς κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να ερευνηθεί μόνον καθό μέρος στρέφεται κατά της αποφάσεως του Εφετείου. Η αίτηση αναιρέσεως, καθό μέρος ερευνάται, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο αναιρεσιβλήτους.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 και 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο, την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 251/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητος, δικαιούται, κατ' επιλογήν του, είτε να απαιτήσει χωρίς επιβάρυνσή του τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, απαλλαγμένο από ελαττώματα ή που φέρει την συνομολογηθείσα ιδιότητα, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

Στην περίπτωση της ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητος, σύμφωνα με το άρθρο 543 ΑΚ, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα παραπάνω δικαιώματα (άρθρο 540 ΑΚ), να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως ή, σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους, ενώ το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση παροχής ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή.

Εξάλλου, η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία.

Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (ΟλΑΠ 969/1973). Επομένως, η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή η έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητος του πωληθέντος πράγματος δεν ιδρύει, καθεαυτή, ευθύνη από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση δεν αποτελεί πράξη παράνομη.

Όταν όμως συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, που μαζί με τη συμβατική παράβαση συνθέτουν διάφορο ιστορικό γεγονός, ικανό κατά το άρθρο 914 ΑΚ για την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, τότε πρόκειται για σώρευση αξιώσεων, για παράβαση της συμβάσεως και από αδικοπραξία, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν παράλληλα, όχι όμως να ικανοποιηθούν και οι δύο, διότι η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη χωρίς αντικείμενο.

Έτσι, σε περίπτωση πωλήσεως, εφόσον συντρέχουν, κατά τα ως άνω, πρόσθετα στοιχεία, μπορεί να ασκηθεί μόνο η από αδικοπρακτική ευθύνη αξίωση, δεδομένου ότι αυτή έχει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία, έναντι της συμβατικής, χωρίς να έχει ως προϋπόθεση τη σύμβαση. Με τα δεδομένα αυτά, η εφαρμογή των διατάξεων για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται όταν το ελαττωματικό κλπ πράγμα προκάλεσε ζημία σε άλλα πράγματα και προστατευόμενα έννομα αγαθά (υλικά ή ηθικά) του αγοραστή.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση απαιτείται: α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, η ανθρώπινη συμπεριφορά, που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη.

Η τελευταία όμως για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημιώσεως, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου.

Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση του παραγωγού, καθώς και του πωλητή φυτών- δενδρυλλίων, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους προκλήσεως βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα είδη αυτά, στα οποία (μέτρα) περιλαμβάνεται ο έλεγχος της ελαττωματικότητος αυτών και η υποχρέωση πληροφορήσεως των χρηστών.

Η υπαίτια δε παράλειψη των υποχρεώσεων αυτών γεννά, εφόσον επήλθε ζημία αιτιωδώς συνδεόμενη με αυτήν, υποχρέωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ. Στις προϋποθέσεις για την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης και, συνεπώς, υποχρεώσεως του υπαιτίου προς αποζημίωση του αδικηθέντος περιλαμβάνονται η επέλευση ζημίας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανθρωπίνου συμπεριφοράς και της ζημίας.

Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της προσφόρου αιτιώδους συνάφειας, υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε. Το αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση όμως περί του αν ορισμένο γεγονός μπορεί καθ" εαυτό σύμφωνα, με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνήθη ή κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1149/2014, ΑΠ 516/2014, ΑΠ 1375/2010, ΑΠ 500/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ενδίκου αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σ' αυτή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, εκτίθενται τα εξής: ότι στην ..., στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, μεταξύ των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων), που διατηρούν επιχείρηση φυτωρίου και εμπορίας φυτών στα ...

και έχουν ως συνεργάτη για τη διακίνηση των φυτών στην ..., τον Μ. Κ., καταρτίστηκαν συμβάσεις πωλήσεως, βάσει των οποίων οι τελευταίοι τους πώλησαν και τους παρέδωσαν τα αναφερόμενα κατά είδος, ποσότητα και τιμή δενδρύλλια βερικοκιάς τύπου Επιδαύρου. Ότι προσέλαβαν εργάτες και φύτεψαν τα ως άνω δενδρύλλια, πλην όμως, περί τα τέλη Μαρτίου έως και τα τέλη Απριλίου του έτους 2003, όταν τα δενδρύλλια έβγαλαν φύλλα διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζαν τα συμπτώματα του ιού της ευλογιάς της δαμασκηνιάς (PPV) και, έτσι, υποχρεώθηκαν σε εκρίζωση και καταστροφή όλων των δενδρυλλίων και σε βαθειά άροση των αγρών τους.

Ότι οι εναγόμενοι, κατά παράβαση της υποχρεώσεως επιμελείας και προνοίας, που επιβάλλουν τα συναλλακτικά ήθη και η καλή πίστη, παρέλειψαν από αμέλειά τους να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα και να προβούν σε έλεγχο των φυτών και τους πώλησαν προσβεβλημένα με τον ως άνω ιό δενδρύλλια, με αποτέλεσμα να υποστούν την αναφερόμενη θετική ζημία και να απολέσουν το κέρδος, το οποίο προσδοκούσαν με πιθανότητα να λάβουν.

Ότι εξαιτίας της παρανόμου και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστησαν έκαστος εξ αυτών την αναφερομένη ζημία, καθώς και ηθική βλάβη. Με βάση δε τα ανωτέρω ζήτησαν να υποχρεωθούν οι ήδη αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν νομιμοτόκως σ' αυτούς, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία και ως διαφυγόν κέρδος, λόγω απώλειας προσδοκωμένου κέρδους, τα χρηματικά ποσά, των 9.470 ευρώ στον πρώτο, των 12.040 ευρώ στο δεύτερο, των 6.660 ευρώ στον τρίτο, των 2.745 ευρώ στην τετάρτη και των 5.510 ευρώ στον πέμπτο και, επιπλέον, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 500 ευρώ στον καθένα.

Η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, ως προς την αξίωση των αναιρεσειόντων για επιδίκαση αποζημιώσεως για θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστο και δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο).

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, είναι ορισμένη και νόμιμη. Τούτο δε διότι, οι ενάγοντες ως προς τους αναιρεσείοντες παραγωγούς-πωλητές των πωληθέντων ελαττωματικών δενδρυλλίων βερικοκιάς για τη θεμελίωση του από την αδικοπρακτική ευθύνη αυτών ως άνω αγωγικού αιτήματος επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούνται όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και ειδικότερα, συμπεριφορά αυτών παράνομη και υπαίτια, ζημία και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της ζημίας.

Ειδικότερα, επικαλούνται υπαίτια παράλειψη αυτών να προβούν σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούνται με βάση την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, τη συναλλακτική ευθύτητα και το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, με βάση τα οποία ιδρύεται υποχρέωση αυτών να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους προκλήσεως βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα εν λόγω φυτά (δενδρύλλια βερικοκιάς).

Επιπλέον, επικαλούνται ότι οι αναιρεσείοντες δεν προέβησαν στη λήψη των καταλλήλων μέτρων, στα οποία περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της ελλείψεως ελαττωμάτων των πωλουμένων φυτών και η υποχρέωση σχετικής πληροφορήσεως των αγοραστών, με αποτέλεσμα τα πωληθέντα δενδρύλλια βερικοκιάς να είναι προσβεβλημένα από ασθένειες, ενώ η υπαίτια αυτή παράλειψη των εν λόγω υποχρεώσεων γεννά, εφόσον επήλθε ζημία αιτιωδώς συνδεόμενη με αυτήν, υποχρέωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης.

Τούτο δε διότι οι ενάγοντες ως προς τους αναιρεσείοντες παραγωγούς-πωλητές των εν λόγω δενδρυλλίων, για τη θεμελίωση του, από την αδικοπρακτική ευθύνη αυτών, αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων δενδρυλλίων βασίζεται στην έχουσα αυτοτέλεια και αυθυπαρξία έναντι της συμβατικής αδικοπρακτική ευθύνη αυτών, για τη θεμελίωση δε αυτής οι ενάγοντες επικαλούνται όλα τα ως άνω απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και ειδικότερα συμπεριφορά αυτών (αναιρεσειόντων) παράνομη και υπαίτια, πρόκληση ζημίας και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της ζημίας.

Με τα δεδομένα αυτά, στην προκειμένη περίπτωση συγκροτείται το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 922, 932 ΑΚ και το αγωγικό δικόγραφο είναι επαρκώς ορισμένο. Το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την ένσταση αοριστίας της αγωγής, που επαναφέρθηκε με το δεύτερο λόγο της εφέσεως, δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία απ' αυτά που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις για την νομική βασιμότητα της αγωγής και τη στήριξη του αντιστοίχου αιτήματός της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος (κατά το πρώτο σκέλος) αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (που άρχισε να ισχύει από την 1-1-2016) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (26-10-2017), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον" και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναιρέσεως, που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018), οι δε άλλοι λόγοι αναιρέσεως, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 552/2016, ΑΠ 1030/2014).

Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, οι δύο πρώτοι, κατά το δεύτερο μέρος και ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 93/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη εγγράφων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ταυτόσημος με αυτόν του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΟλΑΠ 24/1992).

Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων) ασχολείται με την εμπορία φυτών και διατηρεί για το σκοπό αυτό από κοινού με τον δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) υιό του επιχείρηση φυτωρίου και εμπορίας φυτών...

η οποία ... λειτουργεί στο όνομα του δευτέρου εναγομένου, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος τυγχάνει συνταξιούχος, έχουν δε ως συνεργάτη και άμεσο αντιπρόσωπο τους (άρθρο 211 ΑΚ) ... τον Μ. Κ.. Τον Ιανουάριο του έτους 2003 μετά από διαμεσολάβηση και τηλεφωνική επικοινωνία του Μ. Κ. μεταξύ των εναγομένων και των εναγόντων, που τυγχάνουν γεωργοί, καταρτίστηκαν συμβάσεις πωλήσεως, δυνάμει των οποίων οι εναγόμενοι πώλησαν και παρέδωσαν στους ενάγοντες ...δενδρύλλια βερικοκιάς τύπου Επιδαύρου... :

α) στον πρώτο ενάγοντα 900 δενδρύλλια, προς 2,20 ευρώ το τεμάχιο, αξίας 1.980 ευρώ, τα οποία φύτεψε σε αγρό 18 στρεμμάτων, β) στον δεύτερο ενάγοντα 1.000 δενδρύλλια, προς 2,20 ευρώ το τεμάχιο, αξίας 2.200 ευρώ, τα οποία φύτεψε σε αγρό 30 στρεμμάτων, γ) στον τρίτο ενάγοντα 600 δενδρύλλια, προς 2,20 ευρώ το τεμάχιο, αξίας 1.320 ευρώ, τα οποία φύτεψε σε αγρό 12 στρεμμάτων...και ε) στον πέμπτο ενάγοντα 500 δενδρύλλια, προς 2,20 ευρώ το τεμάχιο, αξίας 1.100 ευρώ, τα οποία φύτεψε σε αγρό 10 στρεμμάτων...

άπαντες οι ενάγοντες παρέλαβαν τα πωληθέντα σε αυτούς δενδρύλλια και προχώρησαν στη φύτευσή τους. Στις αρχές Απριλίου του έτους 2003 τα εν λόγω δενδρύλλια έδωσαν την πρώτη βλάστηση και διαπιστώθηκε ότι το φύλλωμά τους παρουσίαζε ασθενική όψη, που οφειλόταν σε ασθένεια αυτών... οι ενάγοντες απέστειλαν, την 08.05.2003 οι τρεις πρώτοι εξ αυτών και την 16.05.2003...ο πέμπτος εξ αυτών, δείγματα βερικοκιάς από τα ως άνω δενδρύλλιά τους στο Εργαστήριο Φυτοπαθολογίας του Τμήματος Γεωπονίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο, την 19.05.2003, απάντησε, ότι όλα τα δείγματα παρουσίαζαν τυπικά συμπτώματα του ιού της ευλογιάς της δαμασκηνιάς (Plum pox virus PPV), δηλαδή μεσονεύρια χλώρωση, χλωρωτικά σχέδια και μεταχρωματισμούς.

Κατά τον εργαστηριακό ορολογικό έλεγχο με την ανοσοενζυμική δοκιμή ELISA, με πολυκλωνικά αντισώματα έναντι του PPV, όλα τα δείγματα έδωσαν θετική αντίδραση, ακολούθως δε θεωρήθηκε ότι όλα δενδρύλλια από τα οποία προέρχονται τα ως άνω δείγματα είναι προσβλημένα από τον προαναφερόμενο ιό PPV ... Στο ίδιο συμπέρασμα ...

ότι τα ... δενδρύλλια έπασχαν από τον ιό PPV κατέληξε μετά από μακροσκοπική εξέταση και η γεωπόνος...η οποία συνέταξε την από 23.05.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης για την εκτίμηση αγροζημίας σε βερυκοκκεώνα ...κατόπιν επιτόπιας μετάβασής της στην περιοχή που ευρίσκονται τα κτήματα των εναγόντων, αποφάνθηκε δε ακόμη με βεβαιότητα ότι τα δενδρύλλια αγοράσθηκαν ιωμένα και...ότι, με δεδομένη τη μεγάλη αναλογία άρρωστων έναντι υγιών δενδρυλλίων θα μολύνονταν και τα υπόλοιπα σε ελάχιστο χρόνο.

Κατόπιν τούτων οι ενάγοντες ξερίζωσαν και κατέστρεψαν όλα τα δενδρύλλια καίγοντάς τα, καθ' υπόδειξη των γεωπόνων που επιμελούνταν των καλλιεργειών τους, στην ενέργεια δε αυτή προέβησαν επειδή υπήρχε άμεσος κίνδυνος να καταστραφούν και άλλες φυτείες της περιοχής.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι παρέδωσαν στους ενάγοντες προϊόντα, τα οποία δεν ήταν κατάλληλα για τη χρήση που προορίζονταν, αλλά είχαν ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η προαναφερόμενη ασθένεια εμφανίσθηκε στα εν λόγω δενδρύλλια μετά τη φύτευσή τους λόγω μετάδοσης του ιού από άλλα ασθενή δένδρα μεγάλης ηλικίας που υπάρχουν στην περιοχή, καθώς και από τα μονοετή ποώδη φυτά που τον φιλοξενούν, η δε μετάδοση έγινε από τις αφίδες (ψείρες) φορείς του ιού δεν αποδείχθηκε αληθινός.

Άλλωστε στα προσκομισθέντα εκ μέρους των εναγομένων έγγραφα α) την ... βεβαίωση του υπουργείου Γεωργίας, σύμφωνα με την οποία οι φυτωριούχοι δε δύνανται να εκδίδουν βεβαιώσεις περί του ότι τα παραγόμενα από αυτούς δενδρύλλια είναι απαλλαγμένα ιώσεων, β) την ...βεβαίωση Κ.Ε.Π.Π.Υ.Ε.Λ, στην οποία βεβαιώνεται ότι το φυτωριακό υλικό που παράγει ο Π.

Γ., είναι κατηγορίας C.A.C. και πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις που ορίζονται για την κατηγορία αυτή και γ) την ... απάντηση του καθηγητή ιολογίας ... του Α.Π.Θ. στην οποία αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση 4366901ΦΕΚ 21/τ.Α 17/1/1995, που αφορά τον τεχνικό κανονισμό για την εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού οπωροφόρων δέντρων, το υλικό αυτό πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις που ορίζονται για την κατηγορία αυτή που αφορούν την ταυτότητα και την καθαρότητα του γένους ή του είδους, αναφέρονται γενικά οι όροι εμπορίας που τίθενται στους φυτωριούχους για το πολλαπλασιαστικό υλικό των οπωροφόρων δέντρων και δεν αποκλείουν την παρουσία ιών σε τέτοιο υλικό, όπως άλλωστε αυτό βεβαιώνεται στην ...

επιστολή του ιολόγου.,.Τα ανωτέρω...δεν αναιρούν την υποχρέωση των εναγομένων να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας, να εξασφαλίζουν κατάλληλες συνθήκες υγιούς ανάπτυξης των φυτών εντός του φυτωρίου τους, να φροντίζουν προσηκόντως τα δενδρύλλια και να τα ελέγχουν τακτικά... τα πωληθέντα στους ενάγοντες δενδρύλλια ευρίσκονταν στο φυτώριο των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων) κατά το έτος 2003, καθώς και για μη επακριβώς προσδιορισμένο χρονικό διάστημα πριν από αυτό, δεν προέκυψε δε ότι κατά τον εν λόγω χρόνο οι εγκαταστάσεις των φυτωρίων των εκκαλούντων παρακολουθούνταν και ελέγχονταν από τις αρμόδιες υπηρεσίες, καθόσον οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) δεν προσκόμισαν σχετικά έγγραφα, αλλά το ...

μεταγενέστερο του κρίσιμου χρόνου ... έγγραφο του Κέντρου Ελέγχου και Πιστοποίησης Πολλαπλασιαστικού Υλικού και Ελέγχου Λιπασμάτων (Κ.Ε.Π.Π.Π.Υ.Ε.Λ.) Αλεξάνδρειας, και τα πολύ μεταγενέστερα της επίδικης αγοραπωλησίας .... έγγραφα της Διεύθυνσης Γεωργίας.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι τα δενδρύλλια που πωλήθηκαν στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσιβλήτους) ήταν ελαττωματικά, ευθύνονταν δε οι εναγόμενοι βάσει της συμβατικής σχέσης πωλήσεως που τους συνέδεε με τους ενάγοντες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, χωρίς τη συμβατική σχέση της πωλήσεως, η διαπραχθείσα παραπάνω πράξη αντίκειται στον επιβαλλόμενο από το δίκαιο, κατ' άρθρο 914 ΑΚ, γενικό κανόνα του να μην ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως, χωρίς να απαιτείται προς τούτο και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου, η δε ευθύνη από την αδικοπραξία κρίνεται κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους.

Ειδικότερα... αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν λάβει τα απαραίτητα μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να εξασφαλίζουν κατάλληλες συνθήκες υγιούς ανάπτυξης των δενδρυλλίων, εντός του φυτωρίου τους, να φροντίζουν προσηκόντως τα δενδρύλλια, με την τήρηση συγκεκριμένων βασικών αρχών πολλαπλασιασμού, κυρίως όσον αφορά στα μοσχεύματα που χρησιμοποιούν για τους εμβολιασμούς που κάνουν, και να τα ελέγχουν τακτικά, αποστέλλοντας δείγματα προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, η δε συμπεριφορά τους αυτή είναι υπαίτια, διότι έλαβε χώρα από αμέλεια αυτών, κατά την παραμονή των φυτών στο εν λόγω φυτώριο, αλλά και παράνομη, διότι εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών και συνιστά παράβαση της γενικής αρχής, η οποία διέπει τις ενέργειές τους ως φυτωριούχων και συγκεκριμένα της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας που υπέχουν προς τους αγοραστές των δενδρυλλίων, και στη συγκεκριμένη περίπτωση των εφεσίβλητων, λήψης των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των εννόμων αγαθών τους, οι οποίοι (εφεσίβλητοι) τους εμπιστεύθηκαν αγοράζοντας τα δενδρύλλιά τους.

Συνακόλουθα, δεδομένου ότι η προπεριγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εκκαλούντων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι, συνιστά αδικοπραξία. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι δεν κατάρτισε τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως με τους ενάγοντες, καθώς ο ίδιος έπαυσε να ασχολείται με την εμπορία φυτών και ότι την επιχείρηση ασκεί ο υιός του, οι δε ενάγοντες συναλλάχθηκαν με το μη διάδικο Μ.

Κ., ο οποίος αγόραζε φυτά από το δεύτερο εναγόμενο και ακολούθως τα μεταπωλούσε σε τρίτους, δεν αποδείχθηκε αληθινός. Αντίθετα, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ...ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου...προέκυψε ότι ο προαναφερόμενος ... ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος των εναγομένων, καθόσον ο ίδιος δεν έχει δικό του φυτώριο, αλλά ήταν "μεσάζων" του φυτωρίου των εναγομένων.

Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ... ο οποίος κατέθεσε επί λέξει ότι "οι εναγόμενοι φυτωριούχοι έχουν έναν αντιπρόσωπο στην ..., που ονομάζεται Κ.". Ακολούθως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία, αφενός μεν με την απώλεια των χρημάτων που κατέβαλαν ως αντίτιμο για τα πωληθέντα φυτά, αφετέρου δε με τα χρήματα που δαπάνησαν προς αποκατάσταση της ζημίας τους από την καταστροφή των δενδρυλλίων και την αποκατάσταση των κτημάτων τους, καθόσον η μοναδική ενδεδειγμένη μέθοδος για την αντιμετώπιση του προαναφερόμενου ιού, τη μη ολοκληρωτική μόλυνση των κτημάτων των εναγόντων και τη μη εξάπλωση της ασθένειας στα παρακείμενα κτήματα, ήταν η άμεση εκρίζωση και η βαθειά άροση και ηλιοαπολύμανση των αγρών.

Οι ενάγοντες ... δαπάνησαν τα κάτωθι ποσά: α) ο πρώτος ενάγων..., β)... , γ)... ε)....Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η θετική ζημία των εναγόντων ανέρχεται: 1) του πρώτου ενάγοντος, 2)...3)...5)...περαιτέρω από όλα τα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πέμπτος ενάγων τυγχάνει αγρότης, μεταξύ αυτού και των εναγομένων καταρτίστηκε η αγοραπωλησία των προαναφερόμενων δενδρυλλίων, ο ίδιος κατέβαλε το τίμημα και υπέστη την ...

ζημία εκμεταλλευόμενος για λογαριασμό του ιδίου αγρό στην ..., που, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων ανήκει στην κυριότητα της συζύγου του... χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή εάν ο εν λόγω αγρός ανήκει στην κυριότητά αυτού ή της ... συζύγου του, πολλώ μάλλον δε αφού ουδέν αποδεικτικό περί της κυριότητας του εν λόγω αγρού στοιχείο προσκομίσθηκε.

Οι ενάγοντες εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς των εναγομένων έχουν υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας θα πρέπει ...να τους επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, κατ' άρθρο 932 επ. ΑΚ, το ποσό των 300 ευρώ για έκαστο εξ αυτών. Κατά συνέπεια, το σύνολο της καταβλητέας αποζημιώσεως ανέρχεται, για τον πρώτο ενάγοντα στο ποσό των 5.130 ευρώ (4.830+300=5.130),για τον δεύτερο ενάγοντα στο ποσό των 4.675 ευρώ (4.375+300=4.675), για τον τρίτο ενάγοντα στο ποσό των 3.630 ευρώ (3.330+300=3.630) ...

και για τον πέμπτο ενάγοντα στο ποσό των 3.050 ευρώ (2.750+300=3.050). Έπρεπε συνεπώς σύμφωνα με τα παραπάνω να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η...αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα προαναφερόμενα ποσά. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με ανάλογες αιτιολογίες που συμπληρώνονται με την παρούσα, δέχθηκε εν μέρει την κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους ευθυνόμενους εις ολόκληρο να καταβάλουν στους εναγόντες τα προαναφερόμενα ποσά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, και συνακόλουθα οι λόγοι της ένδικης έφεσης με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι και συνεπώς και η έφεση στο σύνολο της....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμά του, αναφέροντας όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτό, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, και ειδικότερα με σαφήνεια εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη α) ότι τα πωληθέντα δενδρύλλια βερικοκιάς τύπου Επιδαύρου, κατά το χρόνο της παραδόσεως αυτών στους αναιρεσιβλήτους, έφεραν ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα, ειδικότερα δε ήταν προσβεβλημένα από τον ιό PPV, β) ότι υφίσταται ευθύνη των αναιρεσειόντων για την ύπαρξη του ανωτέρω ουσιώδους πραγματικού ελαττώματος, καθόσον από αμέλεια δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα φυτοπροστασίας προς εξασφάλιση των καταλλήλων συνθηκών υγιούς αναπτύξεως των δενδρυλλίων βερικοκιάς εντός του φυτωρίου τους και προς αποφυγή προσβολής αυτών από ασθένειες, με την τήρηση συγκεκριμένων βασικών αρχών πολλαπλασιασμού, κυρίως όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα για τους εμβολιασμούς μοσχεύματα και την πραγματοποίηση τακτικών ελέγχων προς διακρίβωση προσβολής αυτών από ασθένειες και γ) ότι η υπαίτια αυτή παράλειψη των εν λόγω υποχρεώσεων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι και, ως εκ τούτου, γεννά, υποχρέωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ενιαίως εκτιμώμενοι, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το αντίστοιχο μέρος, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για λήψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή τη μη λήψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ταυτόσημος με αυτόν του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 1249/2019, ΑΠ 11/2017, ΑΠ 851/2015, ΑΠ 87/2013). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 και 339 ΚΠολΔ., σε συνδυασμό τους με εκείνη του άρθρου 560 αρ. 5 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι πράγματα, κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 394/2018).

Εξάλλου, ο σχετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 250/2014 ΑΠ 141/2013,ΑΠ 8/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης.

Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της διατάξεως του προαναφερόμενου άρθρου (ΑΠ 1249/2019, ΑΠ 893/2018, 614/2016, ΑΠ 410/2016).

Με τους πρώτο, δεύτερο (κατά το δεύτερο σκέλος) και τρίτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες: 1) από το άρθρο 560 αριθμ.5 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του πέμπτου ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), ως προς την εκ μέρους του αξίωση αποζημιώσεως και ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι δεν είναι φορέας δικαιώματος που προσβλήθηκε άμεσα από την επικαλουμένη αδικοπραξία, διότι κυρία του αγρού στον οποίο έγινε η φύτευση των δενδρυλλίων βερικοκιάς και "δήθεν" ζημιωθείσα είναι η Α.

Μ. του Α. και τα έγγραφα που αποδείκνυαν τον ισχυρισμό τους αυτό και 2) κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 560 αριθμ.5 ΚΠολΔ, (και όχι από το άρθρο 560 αριθμ.6 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς τους ως προς την εκ μέρους τους υποχρέωση για καταβολή αποζημιώσεως και ειδικότερα του πρώτου ότι τυγχάνει συνταξιούχος από την 23-7-2002 και έχει διακόψει τη φυτωριακή - εμπορική του δραστηριότητα στο ...

και του δευτέρου ότι οι συμβάσεις πωλήσεως καταρτίστηκαν με τον Μ. Κ., που προμηθευόταν τα δενδρύλλια βερικοκιάς από το φυτώριο του δευτέρου χωρίς να αποδειχθεί ότι ήταν ο μοναδικός προμηθευτής του και τα έγγραφα που αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς αυτούς. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, εφόσον οι επικαλούμενοι με αυτούς ισχυρισμοί αποτελούν άρνηση και, συνεπώς, δεν είναι "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια.

Ομοίως, δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμοι, εφόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεως, λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν. Έτι περαιτέρω, είναι απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 560 αρ. 5 περ.

β' ΚΠολΔ, πλήττεται η σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση περί πραγματικών γεγονότων του δικαστηρίου της ουσίας.

Με το τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνίσταται στο ότι εάν τα δενδρύλλια βερικοκιάς από το φυτώριο του δευτέρου αναιρεσείοντος ήταν μολυσμένα όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση "σήμερα το φυτώριο δεν θα υπήρχε διότι θα είχαν εκριζωθεί και καεί όλα τα δενδρύλλια και όλη η περιοχή θα είχε τεθεί σε καραντίνα από τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των αναιρεσιβλήτων, διότι λόγω της απουσίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-9-2018 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 93/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη.

Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη και τη συνέχιση αυτής ως προς τους λοιπούς αυτών.

Απορρίπτει την από 15-9-2018 αίτηση αναιρέσεως των Ι. Γ. και Π. Γ. του Ι., κατοίκων ..., α) καθό μέρος στρέφεται αυτοτελώς κατά της υπ' αριθμ. 40/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μουδανιών, ως απαράδεκτη και β) καθό μέρος στρέφεται αυτοτελώς κατά της υπ' αριθμ. 93/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ως αβάσιμη. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ