Supreme Court dismisses appeal on procedural error regarding interest calculation start dates for non-salary wages.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision to reject interest claims from the date of the lawsuit rather than from the date each debt became due. The appellant argued that specific wage components became payable monthly or daily, making the interest claim date certain. The court ruled that because these amounts were not part of the regular salary, no statutory payment date existed, rendering the claim indefinite until the lawsuit was filed.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(14) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; Interest on claims for unpaid wages that are not part of the regular salary is due from the date of the lawsuit because no statutory payment date exists.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 924 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 924/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Αλεξανδρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο…… και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αικατερίνης Τσουρούλα-Σωτηροπούλου, Στυλιανό Σταματόπουλο και Γεώργιο Γεωργιάδη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν η 443/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 50/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείο Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 28-4-2015 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 125/2016 απόφαση που παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 96/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-4-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος νομίμως παρίστανται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γ. Αλεξανδρόπουλου στον οποίο εδόθη δυνάμει και της 24.4.2018 εξουσιοδότησης, βεβαιωθέντος του γνησίου της υπογραφής του από 10 αρμόδιο ΚΕΠ Αθηνών, πληρεξουσιότητα εκπροσώπησης του αρθ. 96§3 Κ.Πολ.Δ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, με την από 9.2.2009 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου ζήτησε αφ' ενός μεν να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφ' ετέρου δε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλλει για νόμιμη αποζημίωση λόγω απολύσεως και διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών τα ποσά των 6.930 ευρώ και 108.183,73 αντίστοιχα νομιμοτόκως.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 443/2010 απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η αγωγή της μη νόμιμη ως προς το αίτημά της για επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών και έγινε εν μέρει, δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν για το αίτημά της περί επιδίκασης αποζημίωσης απολύσεως.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο ενάγων άσκησε έφεση επί της οποίας εξεδόθη η 50/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποία απερρίφθη η έφεση του κατ' ουσίαν. Επί ασκηθείσης αναιρέσεως κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εξεδόθη η 125/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε αυτήν και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνον για το κονδύλιο που αφορά αξιώσεις από διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, κρίνοντας ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται η ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ περί μουσικών νυκτερινών κέντρων και όχι η ΣΣΕ περί ξενοδοχοϋπαλλήλων.
Ακολούθως, επί της υποθέσεως αυτής εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη 96/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε εν μέρει η 443/2010 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς το κονδύλιο της διαφοράς των δεδουλευμένων αποδοχών και αφού διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η ένδικη αγωγή ως προς το ανωτέρω κονδύλι έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 54.229,29 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 3 παρ. 1, 7, 8 παρ. 2, 10 παρ. 2, 11 παρ. 2 και 16 παρ. 6 του Νόμου 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά την σύναψη των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (Σ.Σ.Ε.), οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους.
Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των Σ.Σ.Ε. ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων (Δ.Α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια.
Οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των Σ.Σ.Ε. ή των Δ.Α., είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους. Οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλεως ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας.
Υπό την έννοια αυτή, ως ομοειδείς θεωρούνται οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και ως συναφείς αυτές που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό περίπου όμοιες συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας Σ.Σ.Ε.
ή Δ Α. ως κλαδικής είναι το είδος της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα του εργαζομένου με την οποίαν παρέχεται η συμφωνημένη εργασία. Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων που ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα.
Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ως ομοιοεπαγγελματικής είναι το είδος του επαγγέλματος ή της ειδικότητας του εργαζομένου, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στην οποίαν παρέχεται η συμφωνημένη εργασία (Α.Π. 1286/1999). Περαιτέρω, οι Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. (πλην των εθνικών γενικών) δεσμεύουν κατ' αρχήν τους εργοδότες και τους εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Τότε, η Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της (Ολ. Α.Π. 2/2002, Α.Π. 1015/2006), με την επιφύλαξη ότι μια κλαδική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. (Α.Π. 74/2009). Το δικαστήριο αναζητεί αυτεπαγγέλτως και εφαρμόζει την προσήκουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην αγωγή και αποδεικνύονται, όπως η υφισταμένη, μεταξύ των διαδίκων, εργασιακή σχέση, ο κλάδος της οικονομικής ζωής στον οποίον αυτή λειτουργεί, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίον εκάστοτε ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας ( Α Π. 49/2011, Α.Π. 1143/2004 ).
Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 11891/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β' 816/6-8-1998) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 12-6-1998 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραγουδιστών Κέντρων Διασκεδάσεως", επί όλων των εργοδοτών και εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά. Επίσης, με την υπ' αριθμ. 11518/2005 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας (Φ.Ε.Κ.
Β' 638/13-5- 2005) κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 17-2-2005 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών στα πάσης φύσεως κέντρα κάθε μορφής διασκεδάσεως όλης της χώρας", επί όλων των εργοδοτών και εργαζομένων του επαγγέλματος στον κλάδο που αυτή αφορά. Από την περιγραφή των ορίων εφαρμογής των εν λόγω Σ.Σ.Ε.
προκύπτει ότι αυτές έχουν εφαρμογή σε όσους απασχολούνται σε κέντρα διασκεδάσεως με την ιδιότητα του μουσικού ή του τραγουδιστή ή και με τις δύο. Ενόψει του ότι στις ρυθμίσεις των εν λόγω Σ.Σ.Ε. δεν υπάγεται το πάσης φύσεως προσωπικό των κέντρων διασκεδάσεως, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά του, αλλά μόνο οι μουσικοί και τραγουδιστές, συνάγεται ότι αυτές φέρουν τον χαρακτήρα ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε.
Με την κήρυξή τους, λοιπόν, ως υποχρεωτικών, η εφαρμογή τους επεκτάθηκε στους μουσικούς και τραγουδιστές όχι μόνο των επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου, αλλά και επιχειρήσεων άλλων κλάδων, όπως αυτός της παροχής ξενοδοχειακών υπηρεσιών, αφού, ακόμη και αν οι επιχειρήσεις αυτές δεν είχαν πάρει μέρος στην υπογραφή των εν λόγω Σ.Σ.Ε.
και δεν μπορούσαν να είναι μέλη των εργοδοτικών, συλλογικών φορέων που συμμετείχαν στην κατάρτισή τους, οι σε αυτές απασχολούμενοι μουσικοί και τραγουδιστές θα μπορούσαν να είναι μέλη, των συνδικαλιστικών φορέων των εργαζομένων που τις υπέγραψαν (Α.Π. 56/2012).
Περαιτέρω, με την από 20.6.2007 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών σε κέντρα Διασκεδάσεως όλης της χώρας" (Πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστασίας 57/2.7.07), της οποίας η ισχύς σύμφωνα με το άρθρο 16 αυτής αρχίζει την 17.2007 και λήγει την 30.6.2009 και συγκεκριμένα με το άρθρο 8 αυτής ορίζεται για πρώτη φορά ότι ο μουσικός δικαιούται μια ημέρα αναπαύσεως την εβδομάδα. Ειδικότερα, με το ανωτέρω άρθρο της ως άνω ΣΣΕ ορίζεται "Ο μουσικός δικαιούται μία ημέρα αναπαύσεως κάθε εβδομάδα, καθοριζόμενη ελευθέρως μεταξύ αυτών και του εργοδότη, λαμβανομένων πάντοτε υπ' όψιν των αναγκών του προγράμματος και εν γένει της επιχειρήσεως. Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του τόπου παροχής της εργασίας. Σε περίπτωση απασχολήσεως του μουσικού για οποιονδήποτε, λόγο κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως του καταβάλλεται εις διπλούν το ημερομίσθιό του".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη:
"Δυνάμει έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.12.2004 μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, ο πρώτος προσελήφθη από την τελευταία προκειμένου να εργαστεί ως μουσικός στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της εναγομένης στο Ναύπλιο μέχρι την 31.1.2005. Σκοπός της εναγομένης εταιρείας είναι η μίσθωση και η εκμετάλλευση ξενοδοχειακών μονάδων και ο ενάγων προσελήφθη από αυτήν για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μουσικός, και συγκεκριμένα ως πιανίστας στο εστιατόριο του ξενοδοχείου "ΑΜΦΥΤΡΥΩΝ".
Η αρχική σύμβαση ανανεώθηκε, εν συνεχεία, με αλλεπάλληλες όμοιες συμβάσεις, και ειδικότερα από 31.1.2005 έως 30.9.2005, από 30.9.2005 έως 30.11.2005, από 16.12.2005 έως 28.2.2006, από 28.2.2006 έως 31.5.2006, από 31.5.2006 έως 31.10.2006, από 15.12.2006 έως 15.3.2007, από 15.3.2007 έως 30.4.2007, από 30.4.2007 έως 31.8.2007, από 31.8.2007 έως 30.9.2007, από 30.9.2007 έως 31.10.2007, από 1.12.2007 έως 31.3.2008, από 31.3.2008 έως 30.4.2008 και από 30.4.2008 έως 30.9.2008.
Σε όλες τις υπογραφείσες . μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις συμφωνήθηκε, στα πλαίσια του άρθρου 361 του Α.Κ., να εφαρμόζεται η Σ.Σ.Ε. "Περί Ξενοδοχοϋπαλλήλων". Όμως, εφόσον οι Σ.Σ.Ε. για τους μουσικούς και τραγουδιστές ήσαν ομοιοεπαγγελματικές και όχι κλαδικές, όπως στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε, μετά την κήρυξή τους ως υποχρεωτικών ρύθμιζαν πλέον τους-.όρους αμοιβής και εργασίας των μουσικών και τραγουδιστών που απασχολούντο σε οποιονδήποτε εργοδότη, κι όχι μόνο στα κέντρα διασκεδάσεως.
Επομένως, παρά τα συμφωνηθέντα, οι Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των μουσικών και τραγουδιστών ρύθμιζαν κατά την ένδικη περίοδο και τους όρους αμοιβής και εργασίας και του ενάγοντος που εργαζόταν στη ξενοδοχειακή επιχείρηση της εναγομένης εταιρείας. Σημειώνεται ότι με βάση την πρωτόδικη, εκκαλουμένη, απόφαση αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 18.12.2004 έως 30.9.2008, και η οποία ως προς το ζήτημα αυτό έχει καταστεί αμετάκλητη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο των δεδουλευμένων αποδοχών ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η Σ.Σ Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών"| έσφαλε, γενομένου δεκτού ως και ουσιαστικά βάσιμου του μοναδικού λόγου εφέσεως.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του το ημερομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν στο συμφωνημένο, με τις προαναφερόμενες έγγραφες συμβάσεις εργασίας, ποσό των 80 ευρώ καθαρά και 122 ευρώ μεικτά. Επίσης, αποδείχτηκε ότι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά στην επιχείρηση της εναγομένης εταιρείας, ήτοι επί 7 ημέρες την εβδομάδα.
Τούτο σαφώς προκύπτει τόσο από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη κατάσταση αποδοχών του ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Σ. Μ., ο οποίος με την ιδιότητα του Υποδιευθυντή της εναγομένης κατέθεσε ότι "Η συμφωνία ήταν για έξι μέρες αλλά ουσιαστικά δούλευε εφτά".
Επίσης, το ωράριο του ενάγοντα ήταν από ώρα 20:00' έως ώρα 02:00', όπως τούτο σαφώς προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου, F. P., και της μάρτυρος στην υπ'αριθμ.... ένορκη βεβαίωση, Χ. Χ., συζύγου του ενάγοντα, όσο και από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις εργασίας και ανάπαυσης προσωπικού για το επίδικο χρονικό διάστημα, όπου δηλώνεται ως ωράριο εργασίας του ενάγοντα 20:00 - 02:00.
Ο μάρτυρας ανταπόδειξης...........................................................................
Οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της υπ' αριθμ. 25825/1951 Αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 28/1994 και με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικώς η Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας" και η Απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 18310/1946 "Περί διευκρινίσεως των δικαιουμένων οικονομικών ενισχύσεων διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων", οι οποίες προβλέπουν τις προσαυξήσεις των αποδοχών των μισθωτών που εργάζονται κατά τις Κυριακές και τις νύκτες, ορίζουν ότι οι προσαυξήσεις αυτές δεν συμψηφίζονται προς τυχόν καταβαλλόμενες, ανώτερες των ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων, αποδοχές.
Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνο ο υπό του εργοδότη (μονομερής) συμψηφισμός (ακριβέστερα: καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπερτερών αποδοχών προς οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία τις Κυριακές και τις νύκτες, ενώ, αντιθέτως, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού στις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και κάθε τυχόν αξιώσεως από τις προσαυξήσεις αυτές.
Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 του Α.Κ., εφ' όσον ο μισθωτός λαμβάνει αυτά που έχουν ορισθεί από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή Διαιτητικές Αποφάσεις ως ελάχιστα νόμιμα όρια αποδοχών μετά των προβλεπομένων προσαυξήσεων, δηλαδή είναι έγκυρη μόνο για το πέραν των ελαχίστων νομίμων αποδοχών μέρος, το αυτό δε ισχύει για τα Δώρα Εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας και την αποζημίωση λόγω απασχολήσεως την Κυριακή και στερήσεως της εβδομαδιαίας αναπαύσεως.
Αντιθέτως, τοιαύτη συμφωνία περί καταλογισμού δεν επιτρέπεται: α) ως προς τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, διότι κατά το σκοπό του νομοθέτη οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας πρέπει να προκαταβάλλονται στο μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας, ώστε να πραγματοποιείται κατ' αυτόν τον τρόπο ο κοινωνικός σκοπός των σχετικών διατάξεων, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση της οικονομικής δυνατότητας του δικαιούχου να απολαύσει τις διακοπές του, -και β) κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 ΝΔ 4020/1959 ως προς τις αμοιβές για νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή.
Εν προκειμένω, στις συμβάσεις εργασίας μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνήθηκε όπως "Εις το ανωτέρω ποσό (μισθός) συμπεριλαμβάνεται η αμοιβή για τις Κυριακές ή αργίες, για τυχόν νυκτερινές ώρες και τυχόν υπερεργασία". Επομένως, στο υπέρτερο του νομίμου, συμβατικά καθορισμένου, ημερομισθίου του ενάγοντος, ποσού 122 ευρώ (το μεικτό ημερομίσθιο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο) θα πρέπει να συμψηφιστούν (καταλογιστούν) οι αξιώσεις (αποδοχές) του ενάγοντα για την αμοιβή του σε ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
Κατόπιν των προαναφερθέντων, πρέπει να εξαφανιστεί εν μέρει η εκκαλουμένη με αριθμό 443/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου ως προς το κονδύλιο των δεδουλευμένων αποδοχών, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να δικαστεί η από 9.2.2009 και με αριθμ.καταθ.ΕΓ ... ένδικη αγωγή ως προς το κονδύλιο των δεδουλευμένων αποδοχών, κι ακολούθως να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει για τις παραπάνω αιτίες στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 54.229,29 ευρώ [(για υπερωριακή απασχόληση 2.126,46 ευρώ + 211,80 ευρώ + 5.500,98 ευρώ + 18.519,60 ευρώ + 595,35 ευρώ + 2.173,50 ευρώ + 8.070,30 ευρώ + 779,40 ευρώ) + (για επίδομα υλικού 2.289 ευρώ) + (πρόσθετη αμοιβή 13.962,90 ευρώ)] νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής καθόσον το αγωγικό αίτημα για καταβολή τόκου από την ημέρα που έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη απαιτητό είναι αόριστο, κι ως εκ τούτου απορριπτέο, αφού ο ενάγων δεν προσδιορίζει ο ίδιος από πότε θεωρεί έκαστο κονδύλιο απαιτητό ώστε να κριθεί το νόμιμο του αιτήματός του....".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή και που αφορούν αποκλειστικά την συμφωνία του συμψηφισμού των ημερών εβδομαδιαίας ανάπαυσης του αναιρεσείοντος στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές του.
Συγκεκριμένα, η από 12-6-1998 ΣΣΕ "για τους "όρους αμοιβής και εργασίας τραγουδιστών κέντρων διασκέδασης", η οποία ίσχυε όταν προσελήφθη ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων την 18-12-2004, ουδέν προέβλεπε για καταβολή διπλού ημερομισθίου σε περίπτωση στερήσεως της ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως και όριζε κατώτερο ημερομίσθιο ύψους 15.100 δραχμών ήτοι 44,31 ευρώ, ομοίως δε και με την από 17-2-2005 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών και Τραγουδιστών" με την οποία ορίσθηκε ελάχιστο ημερομίσθιο 60 ευρώ, ουδέν προεβλέπετο για την περίπτωση στερήσεως της ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως.
Ακολούθως, με την από 20-6-2007 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Μουσικών σε Κέντρα Διασκεδάσεως όλης της χώρας" η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΥΑ 13017/2007) δέσμευε τα αντίδικα συμβαλλόμενα μέρη από την 3-7-2007 και όριζε κατώτατο ημερομίσθιο ύψους 55 ευρώ και συγκεκριμένα με το άρθρο 8 αυτής για πρώτη φορά ορίζεται ότι "Ο μουσικός δικαιούται μία ημέρα αναπαύσεως κάθε εβδομάδα καθοριζόμενη ελευθέρως μεταξύ αυτού και του εργοδότου, λαμβανομένων πάντοτε υπ' όψιν των αναγκών του προγράμματος και εν γένει της επιχειρήσεως...".
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αφού διάταξη για καταβολή διπλού ημερομισθίου σε περίπτωση απασχόλησης κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυση του εργαζομένου δεν υπήρχε στις οικείες ΣΣΕ πριν από την 20-6-2007 δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ώστε να συνομολογηθεί ρητά με την ένδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος -ήδη αναιρεσείοντος- κατά την πρόσληψή του την 18-12-2004 αλλά ούτε και κατόπιν μέχρι την 20-6-2007 ειδική συμφωνία περί συμψηφισμού στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και της αξιώσεως από την προσαύξηση της αμοιβής του για την εργασία του κατά τις μέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
Εφ' όσον όμως με τις ένδικες εργασιακές συμβάσεις συνομολογήθηκε, όπως έχει γίνει ήδη αμετακλήτως δεκτό, νομίμως μεταξύ των διαδίκων μερών (τόσο κατά την πρόσληψή του ήδη αναιρεσείοντος, όσο και μεταγενέστερα) ειδική συμφωνία περί συμψηφισμού στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές (122 ευρώ μικτό ημερομίσθιο) της πρόσθετης αμοιβής του για την εργασία του τις Κυριακές, αργίες, νυκτερινή εργασία καθώς και παρεχόμενη υπερεργασία, (δηλαδή όλες οι προβλεπόμενες από το νόμο και δυνάμενες να προταθούν σε συμψηφισμό αμοιβές) ρητά προκύπτει από το σύνολο της ειδικής αυτής συμφωνίας που αποτελεί βούληση των μερών της, ότι στις συμψηφιζόμενες παροχές συμπεριλαμβάνεται νομίμως και ο συμψηφισμός της πρόσθετης αμοιβής του για την στέρηση της εβδομαδιαίας αναπαύσεως του (ΑΠ 593/2012, 1322/2010), εφόσον και αυτή δύναται από το νόμο να προταθεί σε συμψηφισμό αμοιβή.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα των κονδυλίων που έπρεπε να καταλογιστούν στο υπέρτερο του νομίμου καταβαλλόμενο ημερομίσθιο του ήδη αναιρεσείοντος.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη αυτού λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ,Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης κατά το τρίτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενος κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη προταθέντα ισχυρισμό της εφεσίβλητης ήδη αναιρεσίβλητης περί συμψηφισμού της προσαύξησης της αμοιβής του για την στέρηση της ημέρας της εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγραφών προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη είχε νομίμως προτείνει την σχετική ένσταση συμψηφισμού (βλ. σελ. 17 την από 2.5.2017 προτάσεων αυτής ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου) στις οποίες αναφέρει.... "....Για το χρονικό διάστημα από 3.7.2007 που πράγματι δικαιούτο αυτής της προσαύξησης, επαναφέρουμε ενώπιον Σας την ένσταση συμψηφισμού - εξοφλήσεως με το υπέρτερο ημερομίσθιο που είχαμε προτείνει και στο Πρωτόδικο Δικαστήριο στην σελ. 12 παρ. 73 (των προτάσεων) και ζητούμε την απόρριψη της αγωγής με την οποία ζητά διαφορές αποδοχών".
Συνεπώς η εν λόγω αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ,Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ,Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008).
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2013, 1643/2005).
Στην κρινομένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως κατά το τέταρτο σκέλος αυτής, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων ένδικης εργασιακής σύμβασης, δεδομένου ότι όπως αναφέρει, απέδωσε στο έγγραφο αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.
Συγκεκριμένα αναφέρει ότι αν και με την ως άνω σύμβαση είχαν συμφωνήσει να καταλογίζεται στο υπέρτερο του νομίμου ημερομισθίου του ενάγοντος αναιρεσείοντος η αμοιβή του για τις Κυριακές, τις αργίες, νυκτερινή εργασία και για υπερεργασία ή προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η περί καταλογισμού συμφωνία τον αφορούσε και την προσαύξηση της αμοιβής του για την εργασία του κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο του εγγράφου σε αντιπαραβολή με εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο καθίσταται εμφανές ότι το Εφετείο προέβη σε εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχόμενου του εγγράφου και κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων πλέον δε αυτού.
Πρόκειται ια αιτίαση, η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Ακολούθως, ο λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από του ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθ. 1. Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται μεταξύ άλλων και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής.
Κατά την διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προκλήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 341 ΑΚ. Αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 345 ΑΚ, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.
Τέλος, κατά την διάναξη του άρθρου 655 παρ. 1 ΑΚ, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία η συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι εφόσον με το άθρρο 655 ΑΚ τάσσεται δήλη ημέρα καταβολής του μισθού, με μόνη την πάροδο της ημέρας αυτής και χωρίς να χρειάζεται όχληση ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης (άρθρο 341§1 ΑΚ) και οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας (άρθρο 345 εδ.
α' ΑΚ). Εάν όμως οι αξιώσεις του εργαζομένου απορρέουν από μη νόμιμη παροχή εργασίας (π.χ. παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές, εργασία κατά τις ημέρες που ο εργαζόμενος δικαιούται εβδομαδιαίας ανάπαυσης (λόγω νόμιμης εργασίας κατά τις Κυριακές κ.λ.π.) επειδή ως προς αυτές δεν ορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα πληρωμής, δεδομένου ότι δεν αποτελούν μισθό, τόκοι οφείλονται από την επίδοση της αγωγής ή από την τυχόν προηγηθείσα όχληση (ΑΠ 233/2004).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια (αληθώς μόνον από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ τοιαύτη) με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αγωγής του για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από τότε που κάθε αγωγικό κονδύλιο κατέστη απαιτητό και επεδίκασε τόκους υπερημερίας μόνο από την επίδοση της αγωγής.
Ειδικότερα αναφέρει με τον ως άνω λόγο ότι το αίτημα από της αγωγής είναι ορισμένο διότι τα αιτούμενα ποσά "....είχαν καταστεί απαιτητά από τη δήλη ημέρα καταβολής τους, η οποία ήταν για μεν την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι αμειβόμουν με μηνιαίο μισθό το τέλος κάθε μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί από εμένα η εργασία μου, για δε την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι αμειβόμουν με ημερομίσθιο, το πέρας της ημέρας κατά την οποία είχε παρασχεθεί η εργασία μου..." (σελ. 8 του αναιρετηρίου).
Όπως προκύπτει δε από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει ότι προσελήφθη από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, ως μουσικός - πιανίστας "....αντί ημερομισθίου 80 ευρώ καθαρά καταβαλλόμενου μετά το τέλος κάθε μήνα, κατά το πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα....", αιτείται δε την καταβολή των επί μέρους κονδυλίων της αγωγής νομιμοτόκως "από τότε, που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της παρούσης".
Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι με την αγωγή του αιτείται την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών λόγω επιδόματος, χρήσης υλικού, πρόσθετης αμοιβής ως τραγουδιστή, αμοιβής παρασχεθείσης υπερωριακής εργασίας και εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσης ήτοι, μεταξύ άλλων, αμοιβών οι οποίες σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν αποτελούν μισθό και συνεπώς δεν ορίζεται γι' αυτές εκ του νόμου δήλη ημέρα καταβολής είναι προφανές ότι προκύπτει αοριστία, του σχετικού αγωγικού αιτήματος.
Κατόπιν αυτού το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν την ανωτέρω πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.4.2018 αίτηση, για αναίρεση της 96/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ