Supreme Court allows appeal against termination dismissal due to employer's failure to pay full statutory severance compensation.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of the employee's claim for invalid termination. The employee argued the termination was invalid because the employer failed to calculate severance pay based on her actual salary increase, which the lower court incorrectly rejected. The Court found the lower court's reasoning contradictory regarding the salary used for the severance calculation and ordered the case remitted for further examination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955: The right to terminate an indefinite-term employment contract is unilateral and valid regardless of cause, but exceeds limits of good faith or social purpose when motivated by personal animosity; however, a termination is invalid if the employer fails to pay the full statutory severance compensation as required by law.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 924 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 924/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, καθηγήτριας κλάδου ΠΕ 4, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατρούγκαλο. Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", το οποίο εδρεύει στο ... της ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον Γενικό Διευθυντή της Ελληνογαλλικής Σχολής Αγίας Παρασκευής, κάτοικο ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσέλιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 757/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 28-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών των υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού.
Επί δε αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ' υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά σε άλλους που αιτιολογούν την γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως η μη απόδειξη των επικαλούμενων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 656, 669 παρ.2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920, προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατήγγειλε άκυρα την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού και περιήλθε για το λόγο αυτό σε υπερημερία, μπορεί να άρει την υπερημερία του, όχι μόνο με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση του ότι δέχεται τις υπηρεσίες αυτού με τους ίδιους όρους της εργασιακής συμβάσεως, όπως δηλαδή ίσχυαν προ της καταγγελίας, αλλά και με μεταγενέστερη νέα έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως, η οποία λόγω ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας διατηρήθηκε ενεργός.
Είναι δε η δεύτερη καταγγελία, που επαναλαμβάνεται χωρίς τα ελαττώματα της πρώτης, έγκυρη και δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όταν γίνεται με τον αποκλειστικό σκοπό να αρθούν οι συνέπειες της υπερημερίας εκ της ακύρως καταγγελθείσης συμβάσεως. Η δεύτερη, όμως, αυτή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, είναι και αυτή άκυρη, ως καταχρηστική, εφόσον έγινε προς ικανοποίηση του αισθήματος εκδίκησης του εργοδότη για την διεκδίκηση από μέρους του εργαζόμενου των νόμιμων δικαιωμάτων του από την εργασιακή σχέση και την νικηφόρο διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα που αφορούσε την πρώτη απόλυση και όχι για το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη και επειδή εξέλιπε η προς το πρόσωπο του εργαζόμενου οριστικά εμπιστοσύνη και ήταν αδύνατη η συνεργασία τους μετά το δικαστικό αγώνα που μεσολάβησε, αφού η εκ μέρους του εργαζομένου διενέργεια δικαστικού αγώνα προς διεκδίκηση νόμιμων δικαιωμάτων του, δεν συνιστά γεγονός κλονιστικό της εμπιστοσύνης του εργοδότη, παρά μόνο αν συνοδεύεται από κακοβουλία και προκλητική συμπεριφορά του μισθωτού κατά τη διεξαγωγή του.
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 682/1977 "Περί ιδιωτικών σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων" ορίζεται ότι, "ιδιωτικά σχολεία κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαιδεύσεως, τα μη ανήκοντα εις το Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα υπό φυσικών ή νομικών προσώπων ...".
Στο άρθρο 28 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, "εκπαιδευτικοί έχοντες τα υπό του παρόντος νόμου οριζόμενα προσόντα εγγράφονται εις την επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, τηρουμένην παρά τη Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, συνοδευομένης υπό των προβλεπομένων προς διορισμόν δικαιολογητικών και γραμματίου καταθέσεως του προβλεπομένου ποσού υπέρ "Λογαριασμού Ιδιωτικής Γενικής Εκπαιδεύσεως" (παρ. 1).
Η καταχώρησις εις την επετηρίδα γίνεται κατόπιν πράξεως της υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένης Επιτροπής Επετηρίδος (παρ. 2). Η Επετηρίς ιδιωτικών εκπαιδευτικών κοινοποιείται προς τας επιθεωρήσεις δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως. (παρ. 3). Εις την επετηρίδα εγγράφονται: Α' πίναξ: Οι υπηρετούντες κατ' αποκλειστικότητα εις την ιδιωτικήν εκπαίδευσιν και μη ανήκοντες εις μίαν των επομένων κατηγοριών, ως και οι κεκτημένοι τα υπό του παρόντος νόμου οριζόμενα προσόντα διορισμού ιδιοκτήται ιδιωτικών σχολείων.
Β' πίναξ: Οι το πρώτον επιθυμούντες να διδάξουν εις την ιδιωτικήν εκπαίδευσιν και μέχρι της συμπληρώσεως διετούς διδακτικής υπηρεσίας, μετά την οποία εγγράφονται εις τον Α' πίνακα. Γ' πίναξ: Οι συνταξιούχοι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί κλπ (παρ. 4). Στο άρθρο 29 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, "το διδακτικόν προσωπικόν των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται υπό των ιδιοκτητών αυτών εκ των εγγεγραμμένων εις τους πίνακας της επετηρίδος ιδιωτικών εκπαιδευτικών, ως και εξ υπαλλήλων του Δημοσίου ή Νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου και διορίζονται υπό του οικείου Επιθεωρητού, κατόπιν προτάσεως του ιδιοκτήτου του σχολείου.
Ο ιδιοκτήτης κατά την επιλογήν δεν δεσμεύεται εκ της σειράς εγγραφής εις τον πίνακα". Στο άρθρο 30 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2986/2002, ορίζεται ότι, "οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Α' του παρόντος προτείνονται για πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του έκτου έτους από την πρόσληψή του.
Κατά τη λήξη της εξαετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο β' της παραγράφου 3 μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, οπότε είναι δυνατόν να καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο α' της ίδιας παραγράφου". Τέλος, στο άρθρο 32 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, "δια την πλήρωσιν θέσεως διδακτικού προσωπικού ιδιωτικού σχολείου, υποβάλλεται προς τον ιδιοκτήτην αυτού αίτησις του ενδιαφερομένου, βεβαίωσις περί της εγγραφής του εις την επετηρίδα, ως και υπεύθυνος δήλωσις περί της ιδιότητός του, της τυχόν απασχολήσεως του εις έτερον σχολείον ή φροντιστήριον (παρ. 1).
Ο ιδιοκτήτης υποβάλλει προτάσεις προσλήψεως διδακτικού προσωπικού ή αναθέσεως διδασκαλίας εις αυτό, εις τον οικείον Επιθεωρητήν κατά το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως του σχολικού έτους μέχρι της ημερομηνίας ενάρξεως των μαθημάτων. Αι προτάσεις δια την πρόσληψιν του Διευθυντού και του απαιτουμένου διδακτικού προσωπικού δια την διενέργεια των πάσης φύσεως εξετάσεων, υποβάλλεται το βραδύτερον μέχρι της 31ης Αυγούστου ..."(παρ. 2).
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, για την έγκυρη πρόσληψη ιδιωτικού εκπαιδευτικού σε ελληνικό ιδιωτικό σχολείο απαιτείται εγγραφή του στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, που τηρείται στο Υπουργείο Παιδείας και στη συνέχεια διορισμός του στο ιδιωτικό σχολείο από τον οικείο Επιθεωρητή, που γίνεται μετά από πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου και ότι, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ ιδιωτικού εκπαιδευτικού και ιδιωτικού σχολείου είναι άκυρη.
Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 22 του ν. 2817/2000 ορίστηκε ότι, "οι Έλληνες εκπαιδευτικοί που διδάσκουν σε ξένα σχολεία υπάγονται στις διατάξεις του ν. 682/1977, όπως ισχύει σήμερα". Με τη διάταξη αυτή επεκτάθηκαν οι διατάξεις του ν. 682/1977 στους Έλληνες εκπαιδευτικούς, αλλά και στους εξομοιούμενους με αυτούς, με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης της ΕΟΚ (άρθρο 52), υπηκόους κρατών-μελών της Κοινότητας, που διδάσκουν σε ξένα ιδιωτικά σχολεία.
Η υπαγωγή αυτή στις διατάξεις του ν. 682/1977 θα γίνει με τις ίδιες πιο πάνω προϋποθέσεις, που απαιτούνται και για τα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία, δηλαδή εγγραφή του ιδιωτικού εκπαιδευτικού στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών και διορισμός του στο ξένο ιδιωτικό σχολείο από τον οικείο Επιθεωρητή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσοντος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τέλος, "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους .Ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Το εκκαλούν, το οποίο είναι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματείο, τυγχάνει φορέας της Ελληνογαλλικής Σχολής Αγ. Παρασκευής, η οποία είναι ξένο σχολείο με ειδικό καθεστώς λειτουργίας, που ιδρύθηκε με διακρατική συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Γαλλίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν 1750/1988.
Σύμφωνα με το Καταστατικό -Πλαίσιο της Σχολής, αυτή περιλαμβάνει δύο τμήματα, ένα Γαλλικό και ένα Ελληνικό. Στο Γαλλικό τμήμα, το οποίο ακολουθεί ξένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, απασχολούνται Γάλλοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι αφενός (κυρίως) είναι δημόσιοι υπάλληλοι και αμείβονται απευθείας από το Γαλλικό Κράτος και αφετέρου ιδιώτες επιτοπίως προσλαμβανόμενοι, σύμφωνα με την ελληνική εργατική νομοθεσία, οι οποίοι αμείβονται απευθείας από τη Σχολή.
Στο Ελληνικό τμήμα απασχολούνται Έλληνες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του Ν 682/1977 και λαμβάνουν τις προβλεπόμενες από το νόμο αυτό πράξεις "διορισμού" από το Υπουργείο Παιδείας. Η εφεσίβλητη η οποία είναι γαλλικής υπηκοότητας, προσλήφθηκε από το εκκαλούν στις 15-11-1982, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αρχικά ως δασκάλα του δημοτικού σχολείου του Γαλλικού τμήματος στης Σχολής και στη συνέχεια δίδασκε τα γαλλικά ως ξένη γλώσσα στο δημοτικό σχολείο του Ελληνικού τμήματος.
Η ανωτέρω σύμβαση, μετά από διαδοχικές, ανανεώσεις, μετατράπηκε κατά το σχολικό έτος 1987-1988 σε αορίστου χρόνου. Η εφεσίβλητη ανήκε στους επιτοπίως προσληφθέντες Γάλλους εκπαιδευτικούς της Σχολής και η σύμβαση εργασίας της ρυθμιζόταν από τις διατάξεις της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας περί προσλήψεως αλλοδαπών καθηγητών που διδάσκουν σε ξένα σχολεία.
Από το σχολικό έτος 1989-1990 και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης, η εφεσίβλητη απασχολήθηκε αποκλειστικά στο Γαλλικό τμήμα της Σχολής, με ανάθεση διδακτικών καθηκόντων με βάση τους τίτλους σπουδών που διέθετε, οι οποίοι σύμφωνα με τα ισχύοντα στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, παρέχουν το δικαίωμα διδασκαλίας μόνο σε γυμνασιακό επίπεδο.
Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, που δίδασκε στο Γαλλικό τμήμα, ελάμβανε κατ' έτος την χορηγούμενη από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές "άδεια διδασκαλίας", η οποία προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία για τους αλλοδαπούς καθηγητές, που διδάσκουν σε ξένα σχολεία. Στις σχετικές άδειες της εφεσίβλητης αναγράφεται ως διδασκόμενο από αυτή μάθημα το μάθημα της Τεχνολογίας, πλην όμως η τελευταία δίδασκε και το μάθημα της Βιολογίας, δεδομένου ότι είναι κάτοχος των ως άνω δύο τίτλων πανεπιστημιακών σπουδών, που και οι δύο αντιστοιχούν σε διετή φοίτηση και συγκεκριμένα έχει λάβει δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης στη Βιολογία και Φυσιογνωσία και δίπλωμα στη Τεχνολογία.
Εξάλλου για τη διδασκαλία στο Λύκειο, οι Γάλλοι εκπαιδευτικοί πρέπει να κατέχουν τη λεγόμενη "licence" ή τουλάχιστον "maitrise", που αντιστοιχεί σε τριετή πανεπιστημιακή φοίτηση, την οποία δεν είχε λάβει η εφεσίβλητη. Παρ' όλα αυτά όμως, το εκκαλούν είχε αναθέσει στην εφεσίβλητη τη διδασκαλία μαθημάτων και σε τάξεις, που απαιτούσαν το παραπάνω δίπλωμα.
Μετά την ισχύ του Ν 2817/2000 με τον οποίο επεκτάθηκαν οι διατάξεις του Ν 682/1977 στους Έλληνες· εκπαιδευτικούς και στους εξομοιούμενους με αυτούς υπηκόους· των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που διδάσκουν σε ξένα ιδιωτικά σχολεία, με την 63/14-4-2003 απόφαση του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας αναγνωρίσθηκε στην εφεσίβλητη το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμα της Καθηγήτριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (κλάδου ΠΕ4 -Βιολογίας) και να φέρει τον αντίστοιχο επαγγελματικό τίτλο.
Κατόπιν αυτού, η εφεσίβλητη με την από 26-5-2003 επιστολή της προς το Διευθυντή της Σχολής γνωστοποίησε στο εκκαλούν την ως άνω αναγνώριση των διπλωμάτων της και επικαλούμενη ότι υπαγόταν πλέον στις διατάξεις του Ν 682/1977, ζήτησε να ληφθεί αυτό υπόψη κατά την κατάρτιση του εβδομαδιαίου προγράμματος για την επόμενη σχολική περίοδο 2003-2004.
Στη συνέχεια κατόπιν αιτήσεώς της γράφτηκε στις 3-6-2003 στην επετηρίδα των εκπαιδευτικών λειτουργών της ιδιωτικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στον ανωτέρω κλάδο, για το σχολικό έτος εγγραφής 2002-2003, γνωστοποίησε δε την εγγραφή αυτή στο εκκαλούν στις 11-6-2003. Στις 23-6-2003 το εκκαλούν προανήγγειλε στην εφεσίβλητη ότι θα προέβαινε σε καταγγελία της συμβάσεώς της και στη συνέχεια στις 27-6-2003 επέδωσε σ' αυτήν την από 26-6-2003 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.
Κατά της καταγγελίας αυτής η εφεσίβλητη άσκησε την από 19-9-2003 αγωγή της αιτούμενη την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής για τους λόγους που αναφέρει και, λόγω της ακυρότητας, μισθούς υπερημερίας. Και με την υπ' αριθμ. 3262/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ήδη αμετάκλητα (απορριφθεισών των αντίθετων αναιρέσεων που ασκήθηκαν κατ' αυτής) και με ισχύ δεδικασμένου, για την παρούσα υπόθεση, ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική διότι έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας των αρμοδίων οργάνων του εκκαλούντος, λόγω της προηγηθείσας μη αρεστής σ' αυτό ως άνω συμπεριφοράς της εφεσίβλητης, η οποία απέβλεπε στην προστασία με νόμιμο τρόπο των δικαιωμάτων της και ότι συνεπεία της ακυρότητας αυτής η εφεσίβλητη δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως 1-4-2004, με βάση τις αποδοχές, που λάμβανε μέχρι την απόλυση της και όχι με βάση το Ν. 682/1997, όπως αιτείτο με την αγωγή της, αφού αυτή δεν προσλήφθηκε αλλά ούτε και εργάστηκε με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεδομένου ότι δεν είχε εκδοθεί μέχρι την απόλυση της η απαραίτητη διοριστήρια πράξη από την αρμόδια διεύθυνση Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής 3262/2006 του Δικαστηρίου τούτου, το εκκαλούν με την από 28-6-2006 καταγγελία του την οποία κοινοποίησε αυθημερόν στην εφεσίβλητη (βλ. την υπ' αριθμ. .../28-6-2006 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ...), κατήγγειλε εκ νέου για δεύτερη φορά τη σύμβαση εργασίας της, καταβάλλοντάς της ως νόμιμη αποζημίωση το ποσό των 36.585,86 €.
Εκ του ποσού αυτού τα 30.809,28 € είχε ήδη καταβάλει στην εφεσίβλητη ως αποζημίωση της πρώτης καταγγελίας η οποία κηρύχθηκε άκυρη, το ποσό δε αυτό ως αχρεωστήτως καταβληθέν, δεν πρότεινε προς συμψηφισμό με τους επιδικασθέντες μισθούς υπερημερίας και επομένως ορθά συνυπολογίζει στο ύψος της οφειλόμενης επίμαχης αποζημίωσης, το δε υπόλοιπο ποσό εκ 5776,58 € κατέβαλε πάραυτα στην εφεσίβλητη.
Ως λόγους καταγγελίας επικαλέστηκε, τον τερματισμό της εκκρεμότητας της κατάστασης υπερημερίας στην οποία έχει περιέλθει μετά την έκδοση της άνω εφετειακής απόφασης και την αδυναμία συνέχισης της συνεργασίας τους, εξαιτίας της αναληθούς δηλώσεως της προς αυτό ότι κατείχε δίπλωμα "licence", της όξυνσης των σχέσεων τους από την προηγούμενη αντιδικία τους και του ότι η εφεσίβλητη καταχρηστικά επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα δεν προέβη σε καμιά ενέργεια για να βρει άλλη εργασία, παρόλο που θα μπορούσε να το έχει πράξει, για να εισπράττει σε βάρος του, χωρίς να εργάζεται, μισθούς υπερημερίας (βλ.
και από 28-6-2006 έγγραφο καταγγελίας). Η εφεσίβλητη αμφισβητεί τους άνω λόγους και ισχυρίζεται ότι και η δεύτερη αυτή από 28-6-2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του εκκαλούντος και κατά συνέπεια ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική.
Ειδικότερα επικαλείται ότι η καταγγελία είναι η εμπαθής και εκδικητική απάντηση του εκκαλούντος στην προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή σ' αυτό συμπεριφορά της, δεδομένου ότι το εκκαλούν είχε ανάγκη των υπηρεσιών της αφού μετά την καταγγελία προσέλαβε τέσσερις νέους καθηγητές της ειδικότητας της, την απέλυσε δε προκειμένου να αποφύγει την ένταξη της στο Ν 682/77 και προς εκφοβισμό των συναδέλφων της, ώστε να μην διεκδικήσουν και αυτοί τα πάσης φύσεως δικαιώματα τους και ότι το εκκαλούν με τη στάση του αυτή επιδιώκει την οικονομική και ψυχολογική της εξόντωση.
Εν προκειμένω αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Μετά την πρώτη ως άνω από 26-6-2003 (άκυρη) καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εφεσίβλητης και την άσκηση απ' αυτή της ανωτέρω από 19-9-2003 (πρώτης) αγωγής, ακολούθησε σφοδρός και διαρκής δικαστικός αγώνας μεταξύ των διαδίκων. Πλέον συγκεκριμένα, επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 632/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία δέχτηκε εν μέρει αυτή.
Ακολούθησε έφεση εκ μέρους του και τώρα εκκαλούντος κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 3262/2006 τελεσίδικη απόφαση του έκανε δεκτή αυτή, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή επιδικάζοντας στην και τώρα ενάγουσα το ποσό των 18.155,39 € εντόκως για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-7-2003 έως 1-4-2004 και 1.000 € ως χρηματική ικανοποίηση, έναντι του αιτουμένου με την αγωγή ποσού των 28.417,34 € και 3.000 € αντίστοιχα.
Στη συνέχεια οι και τώρα διάδικοι άσκησαν κατά της απόφασης αντίθετες αναιρέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν με τις υπ' αριθμ. 1499 και 1500/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Το ποσό αυτό κατέβαλε το εκκαλούν στην εφεσίβλητη. Περαιτέρω η εφεσίβλητη άσκησε κατά του εκκαλούντος νέα (δεύτερη), την από 20-6-2005, αγωγή αιτούμενη νέους μισθούς υπερημερίας, βάσει της άνω πρώτης (άκυρης) καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 1-6-2006, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή δυνάμει της υπ' αριθμ. 1284/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της επιδικάστηκε το ποσό των 49.514,70 € εντόκως, κατά της οποίας οι διάδικοι δεν άσκησαν ένδικα μέσα και το εκκαλούν της κατέβαλε το ποσό αυτό.
Στο πλαίσιο των δικαστικών αυτών αγώνων και ενεργειών οξύνθηκαν υπέρμετρα οι σχέσεις των διαδίκων, λόγω της μακρόχρονης διάρκειας τους, των συνεχών αντεγκλήσεων μεταξύ τους, του ότι κατέθεσαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο και με ένορκες βεβαιώσεις συνάδελφοι της εφεσίβλητης, οι οποίοι αμφισβήτησαν την καλοπιστία αυτής αλλά και η εφεσίβλητη χρησιμοποίησε στα δικόγραφα της εκφράσεις απαξιωτικές για το εκκαλούν και τον τρόπο λειτουργίας του, όπως ότι επιδιώκει την οικονομική και ψυχολογική της εξόντωση και ότι ο γενικός Διευθυντής του προβαίνει σε έγγραφες απειλές προς τους εργαζόμενους, της πληθώρας εξώδικων που απεστάλησαν, αλλά και της κακόβουλης και προκλητικής συμπεριφοράς της εφεσίβλητης η οποία μέχρι τη δεύτερη καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, ήτοι επί μακρύ χρονικό διάστημα τριών ετών (2003-2006), ουδέποτε ενδιαφέρθηκε και δεν προέβη σε καμιά ενέργεια για να βρει άλλη εργασία, παρόλο που θα μπορούσε να το έχει πράξει και να έβρισκε δουλειά, αφού και υγιής και ικανή ήταν, η άριστη δε γνώση της Γαλλικής γλώσσας την οποία είχε (μητρική γλώσσα) της προσέδιδε μέγιστο προσόν στην πρόσληψη της ως καθηγήτριας, αλλά παρέμεινε άνεργη αδικαιολόγητα καθ' όλο το χρόνο υπερημερίας του εργοδότη της, για να εισπράττει από αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές και να ματαιώσει το δικαίωμα εκείνου να καταλογίσει την ωφέλεια στις αποδοχές υπερημερίας.
Εξάλλου το εκκαλούν αμφισβήτησε έντονα τους δηλωθέντες από την εφεσίβλητη στο Υπουργείο τίτλους σπουδών της και ειδικότερα τη "licence", με αποτέλεσμα να αναγκαστεί η τελευταία, προκειμένου να μην διαγραφεί από την επετηρίδα των εκπαιδευτικών λειτουργών της ιδιωτικής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, να παρακολουθήσει τα αναγκαία μαθήματα και να δώσει τις απαραίτητες εξετάσεις και τελικά να την αποκτήσει την 3-3-2004, ήτοι ένα περίπου έτος μετά τη δήλωση του τίτλου αυτού στο Υπουργείο.
Από τα γεγονότα αυτά που οφείλονται κυρίως σε υπαιτιότητα της εφεσίβλητης, επήλθε απόλυτη ψυχρότητα μεταξύ των διαδίκων, η οποία κατ' αντικειμενική κρίση, δεν επιτρέπει την απόλυτη ηρεμία προς λειτουργία της επιχείρησης του εκκαλούντος, αφού είναι αδύνατη η μελλοντική αρμονική συνεργασία τους, καθώς εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας και διαρρήχθηκε η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, με αποτέλεσμα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εφεσίβλητης από το εκκαλούν να μην είναι καταχρηστική, αφού δεν έγινε για λόγους εκδίκησης προς αυτή ή για εκφοβισμό των λοιπών εργαζομένων, όπως η εφεσίβλητη ισχυρίζεται, αλλά ήταν αναγκαίο μέτρο για την προστασία της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης του εκκαλούντος.
Κατ' ακολουθίαν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, κρίνοντας ότι η από 28-6-2006 (επίδικη) καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εφεσίβλητης από το εκκαλούν είναι άκυρη ως καταχρηστική, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο τέταρτος λόγος εφέσεως είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Περαιτέρω, υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν, η εφεσίβλητη δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 682/1977, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε, πριν την ισχύ του Ν 2817/2000 κανείς Έλληνας ή αλλοδαπός εκπαιδευτικός που δίδασκε σε ξένο σχολείο, δεν μπορούσε να υπαχθεί στο καθεστώς του Ν 682/1977, αλλά και μετά τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, η υπαγωγή στις διατάξεις του Ν 682/77 δεν είναι αυτόματη, αλλά πρέπει να τηρηθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αυτό σχετική διαδικασία (ήτοι εγγραφή στην επετηρίδα, πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου για διορισμό του εκπαιδευτικού και διορισμός του από τον οικείο Επιθεωρητή).
Τυχόν δε, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, κατάρτιση συμβάσεως μεταξύ ιδιωτικού εκπαιδευτικού και ιδιωτικού σχολείου είναι άκυρη και δεν γεννά υποχρέωση καταγγελίας με βάση τις διατάξεις του νόμου τούτου. Η εφεσίβλητη υπηρετούσε με το καθεστώς των αλλοδαπών εκπαιδευτικών και δεν είχε διορισθεί στο σχολείο του εκκαλούντος μέχρι την απόλυση της σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του νόμου τούτου, ήτοι με διορισμό της από τον οικείο Επιθεωρητή.
Επομένως ο αγωγικός ισχυρισμός ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας για το λόγο ότι το εκκαλούν, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας της, δεν τήρησε τις διατάξεις καταγγελίας του νόμου τούτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εφεσίβλητης είναι άκυρη, λόγω μη τηρήσεως του προβλεπόμενου από το Ν 682/1977 τύπου και λόγω μη καταβολής σ' αυτή ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης που προβλέπεται βάσει του νόμου τούτου, έσφαλε, δεκτών καθισταμένων ως βάσιμων του πρώτου και δεύτερου λόγου της εφέσεως.
Περαιτέρω η εφεσίβλητη με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη αφενός ως αντικείμενη στον όρο II § 2 της από 1-9-1987 ατομικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε καταρτίσει με το εκκαλούν, δεδομένου ότι το τελευταίο καταγγέλλοντας τη σύμβαση, δεν τήρησε την προβλεπόμενη 6μηνη προειδοποιητική προθεσμία και αφετέρου γιατί το εκκαλούν στην περίπτωσή της δεν τήρησε την πάγια εσωτερική πρακτική υποβολής της πρότασης καταγγελίας στην προηγούμενη γνώμη επιτροπής εργαζομένων.
Όμως όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της άνω έγγραφης συμβάσεως εργασίας της εφεσίβλητης, ο όρος II § 2 αυτής αναφέρεται σε καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη με προαναγγελία 6 μηνών στην περίπτωση που η καταληφθείσα θέση κλείνει για οικονομικούς λόγους, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω και επομένως ο όρος αυτός δεν εφαρμόζεται.
Κατά τα λοιπά, όπως αναφέρεται στον όρο IX της σύμβασης αυτής "η παρούσα σύμβαση διέπεται από την Ελληνική νομοθεσία" και επομένως εφαρμοστέες είναι οι άνω διατάξεις της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας. Τέλος δεν αποδείχτηκε ότι είχε ποτέ συσταθεί στο εκκαλούν Επιτροπή εργαζομένων και επομένως και ο ισχυρισμός, ότι το εκκαλούν δεν τήρησε την πάγια εσωτερική πρακτική υποβολής της πρότασης καταγγελίας στη γνώμη της επιτροπής αυτής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν έγκυρη και ότι καταβλήθηκε στην αναιρεσείουσα η νόμιμη γι' αυτήν αποζημίωση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλαδή οι σχέσεις των διαδίκων είχαν οξυνθεί υπέρμετρα, λόγω της μακρόχρονης διάρκειας των δικαστικών αγώνων, των συνεχών αντεγκλήσεων μεταξύ τους, ότι κατέθεσαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο και με ένορκες βεβαιώσεις συνάδελφοι της αναιρεσείουσας, οι οποίοι αμφισβήτησαν την καλοπιστία αυτής, αλλά και η εφεσίβλητη χρησιμοποίησε στα δικόγραφά της εκφράσεις απαξιωτικές για το αναιρεσίβλητο και τον τρόπο λειτουργίας του, όπως ότι επιδιώκει την οικονομική και ψυχολογική της εξόντωση και ότι ο γενικός Διευθυντής του προβαίνει σε έγγραφες απειλές προς τους εργαζόμενους, της πληθώρας εξώδικων που απεστάλησαν, αλλά και της κακόβουλης και προκλητικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η οποία μέχρι τη δεύτερη καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, ήτοι επί μακρύ χρονικό διάστημα τριών ετών (2003-2006), ουδέποτε ενδιαφέρθηκε και δεν προέβη σε καμιά ενέργεια για να βρει άλλη εργασία, παρόλο που θα μπορούσε να το έχει πράξει και να έβρισκε δουλειά, αφού και υγιής και ικανή ήταν, η άριστη δε γνώση της Γαλλικής γλώσσας την οποία είχε (μητρική γλώσσα) της προσέδιδε μέγιστο προσόν στην πρόσληψη της ως καθηγήτριας, αλλά παρέμεινε άνεργη αδικαιολόγητα καθ' όλο το χρόνο υπερημερίας του εργοδότη της, για να εισπράττει από αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές και να ματαιώσει το δικαίωμα εκείνου να καταλογίσει την ωφέλεια στις αποδοχές υπερημερίας και ότι από τα γεγονότα αυτά που οφείλονται κυρίως σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, επήλθε απόλυτη ψυχρότητα μεταξύ των διαδίκων, η οποία κατ' αντικειμενική κρίση, δεν επιτρέπει την απόλυτη ηρεμία προς λειτουργία της επιχείρησης του αναιρεσίβλητου, αφού είναι αδύνατη η μελλοντική αρμονική συνεργασία τους, καθώς εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας και διαρρήχθηκε η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, κατέληξε στο σαφές πιο πάνω πόρισμά του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας από το αναιρεσίβλητο δεν είναι καταχρηστική, "αφού δεν έγινε για λόγους εκδίκησης προς αυτή ή για εκφοβισμό των λοιπών εργαζομένων, όπως η εφεσίβλητη ισχυρίζεται, αλλά ήταν αναγκαίο μέτρο για την προστασία της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης του εκκαλούντος", διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι η καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας από το αναιρεσίβλητο δεν ήταν καταχρηστική, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 Ν.2112/1920, 1, 5 ν.3198/1955, 281, 174, 180 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο και τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ.1, 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι ο από τον αριθμό 8 περ. α του ίδιου άρθρου πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς της, ότι η απόλυσή της έγινε για εκδικητικούς λόγους, επειδή διεκδίκησε δικαιώματά της και προς παραδειγματισμό των άλλων συναδέλφων της κλπ, καθόσον από τις ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε, ως αβάσιμους.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, διότι δεν προκύπτει από το σκεπτικό της βάσει ποίων αποδεικτικών στοιχείων κατέληξε στην κρίση της ότι δήλωσε στο Υπουργείο ψευδώς ότι κατέχει το επίμαχο δίπλωμα, βάσει ποιών αποδεικτικών στοιχείων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα διαγραφόταν από την επετηρίδα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών αν δεν αποκτούσε τη licence", καθώς και βάσει ποίων αποδεικτικών στοιχείων τεκμαίρει ότι έδωσε εξετάσεις και απέκτησε το δίπλωμα αυτό προκειμένου να μη διαγραφεί από την επετηρίδα και όχι για άλλους λόγους, είναι απαράδεκτος.
Τούτο δε διότι το Εφετείο δεν υποχρεούται να εξειδικεύσει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψε η κάθε επί μέρους παραδοχή του, αρκεί ότι αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του ως προς το σύνολο των παραδοχών του. Επίσης για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο όγδοος λόγο αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αυτή πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, γιατί:
α) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ουδεμία προσπάθεια κατέβαλε για ανεύρεση εργασίας, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν λαμβάνει υπόψη τις αιτήσεις και τα βιογραφικά που έχει αποστείλει όλο αυτό το χρονικό διάστημα για ανεύρεση εργασίας, β) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να είχε ανεύρει εργασία, χωρίς να αιτιολογεί αν αποδείχτηκαν από την πλευρά του αντιδίκου της συγκεκριμένοι εργοδότες στους οποίους θα ήταν δυνατό να εργαστεί, γ) θεωρεί ως επιπλέον προσόν την γνώση της Γαλλικής γλώσσας για την ανεύρεση από αυτή εργασίας στο αντικείμενο της (καθηγήτρια Βιολογίας), χωρίς να αιτιολογεί καθόλου πώς καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα, καθόσον, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας από το αναιρεσίβλητο δεν είναι καταχρηστική, αφού δεν έγινε για λόγους εκδικήσεως προς αυτήν ή για εκφοβισμό των λοιπών εργαζομένων, αλλά ήταν αναγκαίο μέτρο για την προστασία της εύρυθμης λειτουργίας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, αφού εκτίθεται τι αποδείχθηκε ως προς το ζήτημα της κακοβουλίας της αναιρεσείουσας για την μη ανεύρεση άλλης εργασίας, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται περαιτέρω γιατί αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, όσα αναφέρονται και έγιναν δεκτά με την απόφαση και χωρίς να απαιτείται η αξιολόγηση ή αντίκρουση των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα σχετικά με τις παραδοχές αυτές.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, σχετικά με την αποδιδόμενη σε αυτήν κακόβουλη και προκλητική συμπεριφορά μετά την πρώτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 656 και 281 ΑΚ, διότι:
α) αρκέστηκε να στηρίξει την κρίση του περί κακοβουλίας της απλώς και μόνο στο γεγονός ότι δεν βρήκε άλλη εργασία, χωρίς να τεκμηριώνει την κρίση του με συγκεκριμένα στοιχεία β) παρά τα νόμο, τα μοναδικά στοιχεία που έλαβε υπόψη της για να κρίνει αν θα μπορούσε να έχει εξεύρει άλλη εργασία είναι το γεγονός ότι είναι υγιής και ικανή και όχι αν υπήρχαν θέσεις εργασίας στο αντικείμενο της κλπ και γ) πιθανολογεί ότι θα μπορούσε να βρει μια άλλη εργασία χωρίς να προσδιορίζει το είδος της εργασίας.
Με το περιεχόμενο αυτό ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλόμενη, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα καταχρηστική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, έκρινε, ότι "παρέλκει η έρευνα του έκτου λόγου εφέσεως, με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται κατά της κατ' ουσίαν απόρριψης από την εκκαλουμένη της ενστάσεως αυτού εκ του άρθρου 281 ΑΚ, επί της αξιώσεως της αναιρεσείουσας να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας" και, συνεπώς, ούτε ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 656 και 281 ΑΚ (σε σχέση με την αξίωση του εργαζόμενου για την καταβολή μισθών υπερημερίας), ώστε να προκύπτει ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής αυτών.
Τα δε αναφερόμενα στην απόφαση περιστατικά κακόβουλης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, και ειδικότερα εκείνα της κακόβουλης μη ανεύρεσης άλλης εργασίας, δεν αποτελούν περιεχόμενο ενστάσεως του εργοδότη από το άρθρο 656, (ώστε αυτός να υποχρεούται να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ανεύρεση συγκεκριμένης εργασίας), αλλά εκτίθενται προκειμένου να αιτιολογήσουν την κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχτηκε ότι η δεύτερη καταγγελία της συμβάσεως από το αναιρεσίβλητο ήταν καταχρηστική Με το ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ.1.
Κ.ΠολΔ, η αναιρεσείουσα, προβάλλει ότι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή της ότι ήταν νόμιμη η απόλυσή της, οφειλόμενη στο κακό κλίμα που είχε δημιουργηθεί στις σχέσεις της με το αντίδικο, λόγω της εκκρεμούς δικαστικής τους διαμάχης που ξεκίνησε με την αγωγή της για την ακύρωση της πρώτης απόλυσης, "ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα και τις γενικές αρχές του δικαίου για την προστασία των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, εφόσον, κατά τις εν λόγω γενικές αρχές, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο, τον οποίο θα επικαλεστεί για να απαλλαγεί από την υποχρέωση του, γι' αυτό και η υπό κρίση καταγγελία η οποία βασίζεται σε διατάραξη του εργασιακού κλίματος που προέκυψε από δικαστική διαμάχη την οποία προκάλεσε ο ίδιος ο εργοδότης-αντίδικος μου με παράνομη συμπεριφορά του, που έχει καταγνωσθεί με αμετάκλητη απόφαση, είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι γενικές αρχές του δικαίου δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και η παράβασή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως παρεκτός μόνο όταν υπάρχει κανόνας θετικά διατυπωμένος στη νομική διάταξη, γεγονός που δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον λόγο αυτό αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 α Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο, κατά την γενόμενη εκτίμησή του από το Δικαστήριο, προβάλλεται παραβίαση της διατάξεως του άρ. 20 του Συντάγματος, αλλά και της μη ειδικώς μνημονευόμενης, αλλά υπονοούμενης διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, είναι αβάσιμος, για τους λόγους που στην πρώτη σκέψη εκτίθενται, καθόσον αρκούσε για τη θεμελίωση της αποφάσεως, ενόψει του αναιτιώδους της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, η παραδοχή ότι η γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως αυτής δεν είναι καταχρηστική, αφού δεν έγινε για λόγους εκδίκησης προς αυτήν επειδή διεκδίκησε τα δικαιώματά της και προς παραδειγματισμό των άλλων συναδέλφων της κλπ.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, τρίτο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δήθεν κατέθεσαν εναντίον της αναιρεσείουσας και αμφισβήτησαν την καλοπιστία της συνάδελφοι της, ενώ, στην πραγματικότητα ουδείς συνάδελφός της καθηγητής κατέθεσε ως μάρτυρας στο ακροατήριο ή με ένορκες βεβαιώσεις, πλην της ..., η οποία κατέθεσε υπέρ της, υπέπεσε και στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 10, 11, 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση των ανωτέρω διατάξεων, προσβάλλεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332.2 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γιαυτό, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο Δικαστήριο της ουσίας ( άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.
Αντιθέτως δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που διατυπώνονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι η εκτίμηση αυτή εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς εκτίμησή του ( άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης σε σχέση με τη "licence" παραβιάζει ευθέως το δεδικασμένο που προκύπτει από την 632/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη και η οποία έκρινε ότι δεν υφίστατο παρόμοιο θέμα διαταραχής της εμπιστοσύνης, ενώ το αναιρεσίβλητο στην έφεσή του επικαλέστηκε μόνο ότι η εμπιστοσύνη του κλονίστηκε λόγω της δηλώσεως της αναιρεσείουσας προς αυτό ότι είναι κάτοχος του ανωτέρω διπλώματος και πουθενά δεν ισχυρίστηκε, ότι δήλωσε αναληθώς προς το Υπουργείο Παιδείας ότι είναι κάτοχος του ανωτέρω διπλώματος ούτε ότι έλαβε στη συνέχεια τη "licence" προκειμένου να μην διαγραφεί από την επετηρίδα, όπως δέχθηκε το Εφετείο.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, ως προς το πρώτο μέρος (για παραβίαση δεδικασμένου), από το άρθρο 559.αρ.16α, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη δεδικασμένου, είχε προταθεί στο Εφετείο. Ως προς το δεύτερο μέρος (λήψη υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων- άρθ. 559.8α ΚΠολΔ ), ο αυτός λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η παραδοχή του Εφετείου, ότι η δήλωση της αναιρεσείουσας ότι είναι κάτοχος της "licence", έγινε και προς το Υπουργείο Παιδείας, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια και, επομένως, μπορούσε το Δικαστήριο της ουσίας να τα λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως, ως προκύπτοντα από τις αποδείξεις, προς αιτιολόγηση της αποφάσεώς του ως προς το μη καταχρηστικό χαρακτήρα της δεύτερης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559.αριθ. 9 ΚΠολΔ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο "επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν", χωρίς την παράθεση αντιστοίχου πραγματικού, είναι προεχόντως αόριστος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, ενώ ως προς το ιδιαίτερα κρίσιμο, όπως αναφέρει, ζήτημα, αν δήλωσε ψευδώς στο Υπουργείο ότι κατέχει το επίμαχο δίπλωμα της licence είναι το .../4-7-2003 έγγραφο του ΥΠΕΠΘ προς το αντίδικο, το οποίο επικαλέστηκε τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και ενώπιον του Εφετείου, το περιεχόμενο του οποίου παραθέτει στην αίτησή της και από το οποίο προκύπτει μετά βεβαιότητος, ότι δεν δήλωσε ποτέ στο ΥΠΕΠΘ ότι κατέχει τη licence και, επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη, που έκρινε ότι δήλωσε στο Υπουργείο Παιδείας ότι κατέχει το δίπλωμα αυτό, ενώ δεν το κατείχε, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε εντελώς το περιεχόμενο εγγράφου, αυτού με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σε αυτό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559.20 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από προσβαλλόμενη απόφαση, η παραδοχή του Εφετείου ως προς το ανωτέρω ζήτημα δεν οφείλεται σε διαγνωστικό, λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων, ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, εγγράφων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτική αξία του ανωτέρω εγγράφου για το ως άνω αποδεικτέο θέμα.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον αυτόν πιο πάνω (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προβάλλει, με τις αυτές αιτιάσεις, επικουρικώς, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το πιο πάνω .../4.7.03 αναφερόμενο έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη, προς συναγωγή του αναφερόμενου αποδεικτικού πορίσματος, και το παραπάνω έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρου 559 αριθ. 8, και 11γ του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, άλλως, ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε. Ειδικότερα προβάλλει ότι, προς απόκρουση του ισχυρισμού του αντιδίκου της ότι η δεύτερη επίδικη καταγγελία έλαβε χώρα λόγω του κλονισμού της εμπιστοσύνης του προς το πρόσωπό της, διότι επί σειρά ετών δήλωνε ψευδώς ότι είναι κάτοχος της licence, επικαλέστηκε ότι ήταν αδύνατο να αποκρύψει τη μη κτήση του διπλώματος αυτού ή να δηλώσει ψευδώς ότι κατείχε το ανωτέρω δίπλωμα, αφού ήταν υποχρεωμένη κάθε χρόνο να καταθέτει τα διπλώματα της στο αντίδικο για τη χορήγηση από το ΥΠΕΠΘ της απαραίτητης άδειας διδασκαλίας.
Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού προσκόμισε και επικαλέστηκε τα έγγραφα που αναφέρει, ήτοι την άδεια διδασκαλίας της κας ..., αλλά και τις δικές της άδειες διδασκαλίας, που προσκομίστηκαν και από το αντίδικο της ως σχετικά. Περαιτέρω, προβάλλει ότι επικαλέστηκε και απέδειξε ότι ο λόγος αυτός είναι προσχηματικός, δεδομένου ότι το αντίδικο γνώριζε ανέκαθεν ότι δεν κατείχε τη licence.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559. αρ. 8β ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν είναι πράγματα με την έννοια που έχει αναφερθεί, αλλά άρνηση του βάσιμου των ισχυρισμών του αντιδίκου της αναιρεσείουσας και απλά επιχειρήματα προς ενίσχυση των ισχυρισμών αυτής, και, συνεπώς, η τυχόν μη λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως.
Κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559. αρ. 11γ ΚΠολΔ, ο αυτός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα που αναφέρει η αναιρεσείουσα.
Με την ίδια αιτιολογία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ένατος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από το άρθρ. 559 αριθ. 11 γ Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθ. 8, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της μάρτυρας της αντιδίκου της "Κα Τρύφων" την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε, διότι από την ως άνω βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικό αυτό στοιχείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του.
Με τον έβδομο, επίσης από το άρθρο 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι για χρονικό διάστημα τριών ετών ουδέποτε ενδιαφέρθηκε και δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να βρει άλλη εργασία παρόλο που θα μπορούσε να το είχε πράξει, χωρίς να αποκρούσει τον ισχυρισμό της ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να εξεύρει μια εργασία, έστω και κατώτερη των προσόντων της, δεν έλαβε υπόψη του τα προσαχθέντα με επίκληση έγγραφα των αιτήσεων και βιογραφικών που έχει υποβάλει, σε εταιρείες, σχολεία, και στον γαλλικό ΟΑΕΔ, προκειμένου να βρεί εργασία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα αυτά που προσκομίστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο.
Με το δέκατο λόγο αναιρέσεως, πρώτο, τρίτο μέρος από το άρθρο 559 αρ. 8β, 16, του Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά την γενομένη εκτίμηση του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της περί δεδικασμένου, που προέκυπτε από την 1284/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί αγωγής της για την καταβολή μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-4-2004 έως 1-6-2008, σχετικά με το ζήτημα περί δήθεν καταχρηστικής συμπεριφοράς από την πλευρά της, σε ό,τι αφορά την μη ανεύρεση εργασίας για το χρονικό διάστημα των τριών ετών μέχρι την δεύτερη-επίδικη καταγγελία της σύμβασής της.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός περί δεδικασμένου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, αφού προβλήθηκε μόνο με την προσθήκη- αντίκρουση των προτάσεων στο Εφετείο, (όπως, άλλωστε, αναφέρει και η αναιρεσείουσα στο υπόμνημά της) και ως εκ τούτου δεν ιδρύει τους επικαλούμενους λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 8α και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επίσης o ίδιος λόγος (δέκατος) αναιρέσεως, κατά το μέρος με τον οποίο, με τα αυτά πιο πάνω περιστατικά, προβάλλεται περαιτέρω ότι το Εφετείο υπέπεσε και στις πλημμέλειες των παραβάσεων του άρθρου 559 αρ. 11γ και 20 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού τα περιστατικά αυτά δεν ιδρύουν τους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως.
Με το δωδέκατο λόγο αναιρέσεως, αληθώς από το άρθρο 559 αρ.8 α Κ.ΠολΔ, (και όχι από τον αρ.9, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), προβάλλεται η αιτίαση της λήψεως από το Εφετείο παρά το νόμο ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου που δεν προτάθηκαν, ήτοι ότι στην επίδικη σύμβαση δεν μπορούσε να έχει ισχύ ο όρος της 6μηνης προθεσμίας καταγγελίας, επειδή η καταγγελία δεν έγινε για οικονομικούς λόγους αλλά για άλλους λόγους.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι τα ανωτέρω αποτελούν συμπεράσματα του Εφετείου που διατυπώθηκαν από εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως. Ο δέκατος τρίτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ήταν παράνομη, ως αντίθετη σε ουσιώδη όρο της από 1/9/1987 ισχύουσας ατομικής σύμβασης εργασίας, κατά τον οποίο, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση είτε για οικονομικούς λόγους είτε σε περίπτωση κατάργησης της αντίστοιχης θέσης μόνο μετά προηγούμενη προειδοποίηση έξι μηνών, είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 άριθ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια της παραμόρφωσης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του περιεχομένου της επίδικης σύμβασης αναφορικά με το αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη όρο, είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η επίδικη δεύτερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι έγκυρη και απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό αυτής, κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμά του όχι από διαγνωστικό λάθος της ένδικης σύμβασης των διαδίκων, αλλά μετά από εκτίμηση του εγγράφου αυτού, ως αποδεικτικού στοιχείου, όπως πράγματι είναι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων ( μαρτύρων εγγράφων κλπ) που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1,5 παρ. 1 και 3 του νόμου 3198/1955, 1 και 3 του νόμου 2112/1920 προκύπτει ότι, για να είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από τον εργοδότη πρέπει να καταβληθεί συγχρόνως η οφειλόμενη αποζημίωση. Η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης ή αλλιώς η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας είτε, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης, να ζητήσει την καταβολή του υπολοίπου της αποζημίωσης.
Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα με το δέκατο τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της επικουρικής βάσεως της αγωγής της, για ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας λόγω ελλιπούς καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως και ειδικότερα ως προς τον υπολογισμό της αποζημιώσεως αυτής, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση: "α) ενώ δέχεται ότι τα έτη προϋπηρεσίας της επί των οποίων θα έπρεπε να υπολογιστεί η αποζημίωση της είναι 23, τελικώς όλως αντιφατικά καταλήγει ότι ορθώς το αντίδικο υπολόγισε την αποζημίωση με προϋπηρεσία 19 ετών αντί των 23 ...
και β) διότι όλως αντιφατικά και με το αιτιολογικό ότι δεν υπάγεται στο καθεστώς του Ν. 682/1977 απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι η αποζημίωση της έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το ποσό των 1.829,93 ευρώ, ενώ ο ισχυρισμός που προέβαλε ήταν ότι ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάγεται στο καθεστώς του Ν. 682/1977, η αποζημίωσή της θα έπρεπε να υπολογιστεί όχι με βάση τον μηνιαίο μισθό της του Ιουνίου του 2003 (ήτοι το ποσό των 1.650,49 ευρώ, που υπολόγισε το αντίδικο), αλλά τουλάχιστον με βάση τον μηνιαίο μισθό της, όπως αυτός θα είχε διαμορφωθεί τον Ιούνιο του 2006 με τις αναπροσαρμογές που θα είχε λάβει, δηλαδή με βάση το ποσό των 1.829,93 ευρώ".
Η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αναφορικά με το ζήτημα του υπολογισμού της αποζημίωσης της αναιρεσείουσας τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι η νόμιμη αποζημίωση της αναιρεσείουσας, με βάση τις τελευταίας αποδοχές τις οποίες λάμβανε, και οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 1650,49 € μηνιαίως, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού αυτής ότι ο μηνιαίος μισθός της τον Ιούνιο του 2006 ανερχόταν στο ποσό των 1829,93 € και με δεδομένο ότι αυτή δεν υπαγόταν στις διατάξεις του Ν 682/1977 και λαμβανομένου υπόψη του χρόνου υπηρεσίας της στο εκκαλούν κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της (23 έτη), ανέρχεται στο ποσό των (1.650,49 € Χ 14/12 Χ 19 =) 36.585,86 €.
Επομένως ορθά το εκκαλούν της κατέβαλε το άνω ποσό των 36.585,86 € ως νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, και η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη, γενομένου δεκτού και ως βάσιμου του πέμπτου λόγου εφέσεως. ...". Ενόψει των παραδοχών αυτών ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Ειδικότερα το Εφετείο, δέχθηκε, όπως σαφώς προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι κατά το χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως ( 30-6-2006) η αναιρεσείουσα είχε συμπληρώσει χρόνο προϋπηρεσίας 23 ετών και, επομένως, ορθώς υπολόγισε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1920 (άρθ. 1, 3), την οφειλόμενη αποζημίωση, με βάση τις τελευταίες μηνιαίες αποδοχές 19 μηνών, χωρίς να δεχθεί, αντιφατικά, όπως αβασίμως η αναιρεσείουσα αιτιάται," ότι ορθώς το αντίδικο υπολόγισε την αποζημίωση με προϋπηρεσία 19 ετών".
Κατά το δεύτερο, όμως, μέρος ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, η ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη και για το λόγο ότι δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, όχι μόνο διότι δεν υπολογίστηκε ορθά ο χρόνος υπηρεσίας της, αλλά και διότι δεν υπολογίστηκε με βάση τις μηνιαίες αποδοχές που δικαιούταν κατά τον τελευταίο προ της καταγγελίας μήνα, ανερχόμενες στο ποσό των 1829,93 ευρώ, ακόμη και αν κριθεί αν δεν υπαγόταν στις διατάξεις του ν. 682/1977, αφού οι λαμβανόμενες κατά τον Ιούνιο του 2003 αποδοχές των 1.650,49 ευρώ, αυξήθηκαν κατ' έτος τουλάχιστον κατά 3,5%.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο υπολόγισε το μισθό της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης (30-6-2006), στο ίδιο ποσό που υπολογίστηκε και κατά το χρόνο της πρώτης καταγγελίας (26-3-2003), δηλαδή στο ποσό των 1.650,49 ευρώ, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο μισθός της αυτός είχε αυξηθεί στις 30-6-2006 στο ποσό των 1.829,93, με την αιτιολογία "ότι αυτή δεν υπαγόταν στις διατάξεις του Ν 682/1977", διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους του μισθού που υπολόγισε τη αποζημίωση της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, κατά το πιο πάνω μέρος του και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά την στηριζόμενη στην επικουρική αυτής βάση ότι ένδικη καταγγελία της σύμβασης ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής πλήρους αποζημιώσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 757/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ