Supreme Court dismisses appeal against seizure of third party assets under Greek Civil Procedure Code.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a credit institution under special liquidation against a final judgment ordering a bank to deposit seized funds into the Deposit Protection Fund. The appellant argued that the seizure violated their rights, while the respondent bank contended the procedure was lawful under the Civil Procedure Code. The court rejected the appeal because the seizure was properly effected on a third party and the legal requirements for such measures were met.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 983, 988 of the Civil Procedure Code: A seizure on a third party requires service to the third party and the person against whom execution is directed; the court ruled that the seizure was validly executed and the appeal was inadmissible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 923 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 923/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτού, ήτοι από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Σουριαδάκι, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 462/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1592/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 31-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1592/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 462/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η από 24-11-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία, λόγω του ότι η κατασχεθείσα, συνεπεία αναγκαστικής και συντηρητικής κατάσχεσης που αυτό (ενάγον) είχε επιβάλει εις χείρας της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως τρίτης, απαίτηση του καθ' ου η κατάσχεση (Λ.
Λ.) δεν επαρκεί προς ικανοποίηση του συνόλου των δανειστών, είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 988 παρ.1 β' Κ.Πολ.Δ., ήτοι να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού της κατασχεθείσας απαίτησης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να πραγματοποιηθεί, εν συνεχεία διανομή από συμβολαιογράφο.
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία.
Κατά το άρθρο 984 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο. Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, που είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου (Α.Π.354/2010), έχει ως έννομη συνέπεια, αν πρόκειται για κατασχεμένες χρηματικές απαιτήσεις, την αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταβολής, στην οποία ενδεχομένως θα προχωρούσε ο τρίτος έναντι του δικού του δανειστή και ήδη καθ' ου η εκτέλεση, ενώ, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, η επίδοση αντιγράφου του κατασχετήριου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθ' ου η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε.
Τυχόν διάθεση απ' αυτόν του κατασχεμένου απαγορεύεται και είναι αυτοδίκαια άκυρη (άρθρ. 175 ΑΚ) για τον κατασχόντα. Κατά δε το άρθρο 985 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, ενώ κατά το άρθρο 988 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθέναν από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.
Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ. Σε περίπτωση που ο τρίτος, παρά την καταφατική δήλωση, αρνείται να συμμορφωθεί στις απορρέουσες από το άρθρο 988 Κ.Πολ.Δ. υποχρεώσεις του, ο κατασχών δανειστής μπορεί να επισπεύσει εκτέλεση κατ' αυτού, με βάση τον εκτελεστό τίτλο του άρθρου 989 του ίδιου κώδικα (καταφατική δήλωση), αλλά παράλληλα παρέχεται στον κατασχόντα και η δυνατότητα άσκησης αγωγής ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην δικαστηρίου, με αίτημα την καταδίκη του τρίτου σε ενέργεια υλικής πράξης (άρθρο 946 ΚΠολΔ).
Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη που τον διορίζει. Από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου έχει μεν ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε, δεν συνεπάγεται όμως και την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης σε εκείνον που προβαίνει στην κατάσχεση.
Τέτοια εκχώρηση επέρχεται μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του τρίτου, που προϋποθέτει τήρηση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ και την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα (Α.Π.Ολ.3/1993, Α.Π.984/2018, Α.Π.602/2018, Α.Π.360/2017, Α.Π.1764/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 712, 721, 722 παρ. 2, 723, 982 επ., 988 παρ. 1, 974 επ.
του Κ.ΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι στη συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων στα χέρια τρίτου εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, ότι συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη κατασχεθεί συντηρητικώς, ότι όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση (άρθρο 715 παρ. 5) δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης, ότι, αν όσο ισχύει η συντηρητική κατάσχεση γίνει αναγκαστική εκτέλεση στα κατασχεμένα, εκείνος που έχει επιβάλει τη συντηρητική κατάσχεση μετέχει προσωρινά στη διανομή και κατατάσσεται τυχαίως σύμφωνα με τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ.
από συμβολαιογράφο που ορίζεται με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., προκύπτει ότι σε περίπτωση συρροής συντηρητικής κατάσχεσης με αναγκαστική κατάσχεση απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, η οποία (αναγκαστική κατάσχεση) επιβλήθηκε μετά την επιβολή της συντηρητικής και πριν από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, θετικής δήλωσης του τρίτου περί υπάρξεως στα χέρια του της απαίτησης (άρθρο 985 παρ. 1 και 2) και ανεπάρκειας της απαίτησης για την ικανοποίηση όλων των κατασχόντων δανειστών, οπότε το ποσό της κατασχεμένης απαίτησης διανέμεται από τον οριζόμενο ως άνω συμβολαιογράφο, α) για τον υπολογισμό του ποσού των απαιτήσεων που θα ικανοποιηθούν από την κατασχεμένη απαίτηση και επομένως για την επάρκεια ή μη του κατασχεμένου ποσού προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις όλων των δανειστών που έχουν επιβάλει κατάσχεση, συντηρητική ή αναγκαστική, β) χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η επάρκεια ή ανεπάρκεια της κατασχεμένης απαίτησης είναι εκείνος της αναγκαστικής κατάσχεσης και ειδικότερα της καταφατικής δήλωσης του τρίτου για την ύπαρξη της απαίτησης και αφού περάσει ακολούθως η προθεσμία άρθρου 988 παρ. 1α του ΚΠολΔ, οπότε και επέρχεται (Ολομ.Α.Π.3/1993) η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης στον αναγκαστικώς κατασχόντα γ) η κατάταξη στην κατασχεθείσα απαίτηση γίνεται, αν δεν υπάρχουν προνομιούχες απαιτήσεις, συμμέτρως (άρθρο 977 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και, τέλος, δ) η κατάταξη του συντηρητικώς κατασχόντος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, μετέχει προσωρινά στη διανομή, γίνεται τυχαίως, υπό την αίρεση δηλαδή της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση (Ολ.Α.Π.3/1993, Α.Π.1478/2011).
Με το ν. 3691/2008, που φέρει τον τίτλο, "Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις", επιδιώχθηκε η αναβάθμιση των εν γένει μηχανισμών της χώρας για την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και η προστασία της ακεραιότητας και φήμης του χρηματοπιστωτικού τομέα από τα ανωτέρω αδικήματα.
Με το άρθρο 7 του άνω νόμου, συστάθηκε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, που ήδη μετονομάστηκε σε "Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες", η οποία απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, Πρόεδρος δε αυτής ορίζεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός εν ενεργεία, ο οποίος επιλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Με το άρθρο 46 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 παρ.2 του ν.4478/2017, ορίζεται ότι: "1. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδικημάτων, κατάσχονται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς τους στον ιδιοκτήτη, κατά την παρ. 2 του άρθρου 310 και του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 373 ΚΠΔ, δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση.
Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2, κατά το χρόνο κτήσεως αυτών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. 2. ... ". Με δε το άρθρο 48 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 4778/2017, ορίζεται ότι: "1.
Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2 μπορεί ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2.
Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για βασικό αδίκημα και υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από την τέλεση του ανωτέρω αδικήματος ή που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 46 του παρόντος νόμου.
Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, η απαγόρευση της κίνησης των λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στο διευθυντικό στέλεχος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 44 ή στον διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου, όπου εδρεύει ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας.
Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή κοινής θυρίδας, επιδίδεται και στον τρίτο. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγόρευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος.
Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου, τυχόν εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό, ή εκποίηση τίτλων, ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. 3.
Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μπορεί ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο να διατάξει την απαγόρευση εκποιήσεως ορισμένου ακινήτου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση εκθέσεως κατασχέσεως, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης της παραγράφου αυτής. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στο βιβλίο του υποθηκοφυλακείου μετά την εγγραφή της πιο πάνω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. 4. Ο κατηγορούμενος, ο ύποπτος τέλεσης αξιόποινης πράξης των αδικημάτων των άρθρων 2 και 3 και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι μέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος.
Στη σύνθεση του συμβουλίου, δεν μετέχει ο ανακριτής. Η υποβολή της αίτησης και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται αν προκύψουν νέα στοιχεία. 5. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Α' Μονάδα της Αρχής, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιοσδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθεί σε επείγουσες περιπτώσεις, από τον Πρόεδρο της Αρχής, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3.
Τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία, μαζί με αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης, διαβιβάζονται στον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση, έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παράγραφο 4...". Ακολούθως, με το άρθρο 7 παρ. 4 του ν.4478/2017, που κύρωσε τη Σύμβαση της Βαρσοβίας της 16ης Μαϊου 2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης "για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας" και ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία 2014/42/ΕΕ της 3ης Απριλίου 2014, σχετικά με τη δέσμευση και δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προστέθηκε εδάφιο γ' στην παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου (48 του ν.3691/2008), με το οποίο ορίζονται τα εξής: "Η απαγόρευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων.
Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας." Με την εν λόγω προσθήκη υιοθετείται, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν.4478/2017, η προστασία καλόπιστων τρίτων, που έχουν αποκτήσει δικαιώματα επί του λογαριασμού ο οποίος καταλαμβάνεται από απαγόρευση κίνησης.
Στη συνέχεια, με το ν. 4557/2018, Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της οδηγίας 2015/849/ΕΕ) και άλλες διατάξεις, καταργήθηκαν τα άρθρα, 1 έως και 54 του ν. 3691/2008 (άρθρο 54 παρ. 2 του ν.4557/2018), μεταξύ των οποίων και τα πιο πάνω άρθρα 46 και 48, τα οποία, όμως, μεταφέρθηκαν στο νέο νόμο, ως άρθρα 40, 42, αντίστοιχα, ενώ με το άρθρο 53 του ίδιου νόμου, ορίστηκε ότι, "οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των νόμων, 2331/1995 και 3691/2008, παραμένουν σε ισχύ μέχρι την τροποποίηση ή κατάργησή τους, εφόσον δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις του παρόντος".
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο έχων εφαρμογή (ως εκ του χρόνου έκδοσης των σχετικών διατάξεων δέσμευσης, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω) ν.3691/2008, στο άρθρο 48 αυτού, προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα δέσμευσης κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό υπό τις σε αυτό αναφερόμενες προϋποθέσεις με διάταξη τριών οργάνων κατά περίπτωση και ειδικότερα: 1) του ανακριτή, 2) του δικαστικού συμβουλίου και 3) σε επείγουσες περιπτώσεις, του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.
Η απαγόρευση αυτή της κίνησης των λογαριασμών του κατηγορουμένου, που επιβάλλεται, είτε με διάταξη του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, αποσκοπεί στο να εμποδίσει οποιαδήποτε διάθεση του συγκεκριμένου λογαριασμού, είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, έτσι ώστε - εκτός από την εξυπηρέτηση των σκοπών της ανάκρισης - να εξασφαλιστεί ότι σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης θα είναι δυνατή η δυνατότητα εκτέλεσης αυτής και η καταβολή των χρημάτων σε οποιοδήποτε "πρόσωπο" με αυτή τελεσιδίκως κριθεί (δηλαδή ή σε οποιοδήποτε "παθόντα" ή στο Ελληνικό Δημόσιο, είτε ως "παρεπόμενη ποινή (άρθρο 46 παρ. 1) είτε ως μέτρο ασφαλείας (άρθρο 46 παρ.8).
Εξάλλου, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, κατά την ρητή διατύπωση της άνω διάταξης της παρ.1 του άρθρου 48 "επέχει θέση κατάσχεσης". Το αυτό ισχύει και για την απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, η οποία διατάσσεται σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, ήτοι και αυτή επέχει θέση κατάσχεσης, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του ίδιου άρθρου.
Συνεπώς, και δεδομένου ότι, συνέπεια και σκοπός της κατάσχεσης είναι η δέσμευση (νομική και υλική) περιουσιακών αντικειμένων του οφειλέτη, ο καθού τρίτος στερείται της εξουσίας διάθεσης των κατασχεθέντων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της οικείας διάταξης (του ανακριτή, του δικαστικού συμβουλίου ή του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες), η οποία απαγορεύει την κίνηση των λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, στο πλαίσιο διεξαγόμενης ανάκρισης για τα αδικήματα του άρθρου 2 (άρθρο 48 παρ. 1 εδ.
α') ή 3 (άρθρο 48 παρ. 1 εδ. β') ν.3691/2008, το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός αποκτά την ιδιότητα του φύλακα (μεσεγγυούχου). Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι, το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός δεν έχει εξουσία, ούτε δικαίωμα χρησιμοποίησης ή διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων, που υπάρχουν στους λογαριασμούς, στους τίτλους ή στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, η κίνηση των οποίων απαγορεύτηκε με τη διάταξη αυτή, αλλά αντίθετα έχει υποχρέωση να τα παραδώσει, σε συμμόρφωση με την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί, δηλαδή όταν το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κρίνουν τελειωτικά αναφορικά με την τύχη των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων.
Έτσι, για τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεσμεύονται με την παραπάνω διάταξη του Ανακριτή, είναι σαφές, ότι αυτά βρίσκονται μεν "στα χέρια" του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, ωστόσο, τόσο ο δικαιούχος των λογαριασμών, όσο και το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα έχουν απόλυτη νομική αδυναμία χρήσης ή διάθεσής τους.
Η απόλυτη νομική αδυναμία χρήσης τους (απαγόρευση κίνησης) τίθεται αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του διττού σκοπού που ο ίδιος ο νόμος περιγράφει, ήτοι αφενός τη διευκόλυνση του ανακριτικού έργου (με τη διατήρηση των ιχνών του εγκλήματος), αφετέρου τη δυνατότητα εφαρμογής της ειδικής δήμευσης του άρθρου 46 του ν. 3691/2008 (όπου αυτή προβλέπεται ρητά).
Για το λόγο αυτό, άλλωστε, προβλέπεται ότι είναι "άκυρη έναντι του Δημοσίου τυχόν εκταμίευση των χρημάτων από το λογαριασμό αυτό ή εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων". Η συγκεκριμένη πρόβλεψη, εξάλλου, εκτός από την εξυπηρέτηση των σκοπών της ανάκρισης και της ποινικής δίκης, στους οποίους, έτσι και αλλιώς, άμεσα στοχεύει (διασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος, διατήρηση της περιουσίας που φέρεται ως προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας, εξασφάλιση της δυνατότητας υλοποίησης της δήμευσης, είτε ως παρεπόμενης ποινής, είτε ως μέτρου ασφαλείας) είναι ομόρροπη και προς την περιοριστική ρήτρα του γενικού συμφέροντος, σύμφωνα με την οποία πρέπει να αποσπώνται από το δράστη τα οφέλη, που αποκομίζονται από την εγκληματική δραστηριότητά του.
Με την έννοια αυτή και για όσο χρονικό διάστημα βρίσκεται σε ισχύ η αντίστοιχη διάταξη, τούτη λειτουργεί άμεσα και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, εξαιρώντας τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία από τη δυνατότητα να αποτελέσουν αυτά αντικείμενο ελεύθερης συναλλαγής ιδιωτών.
Εφόσον δε, έτσι έχουν τα πράγματα, είναι φανερό ότι τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία τίθενται προσωρινά, όσο δηλαδή βρίσκεται σε ισχύ η διάταξη του ανακριτή, ως στοιχεία που εξυπηρετούν ειδικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, "εκτός συναλλαγής". Τούτο δε, είναι εύλογο στο μέτρο που με την έκδοση και επίδοση της σχετικής διάταξης δημιουργείται μια ειδική σχέση της ίδιας της Πολιτείας προς τα περιουσιακά στοιχεία, η οποία ρυθμίζεται από την ανακριτική διάταξη και στη συνέχεια από το δικαστικό συμβούλιο ή το ποινικό δικαστήριο και η οποία κατισχύει των δικαιωμάτων της ελεύθερης διάθεσης και χρήσης του πράγματος από άλλο άτομο.
Έτσι, τα κρίσιμα περιουσιακά στοιχεία, των οποίων η κίνηση απαγορεύεται με βάση τα παραπάνω, κατά κάποιο τρόπο προσαρμόζονται λόγω της ανακριτικής διάταξης, σε στοιχεία που υπάρχουν προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά και μόνο του ειδικού σκοπού που η ποινική διαδικασία επιβάλλει και ο οποίος θα προσδιοριστεί με την αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Για το λόγο αυτό, άλλωστε, τυποποιείται με την ίδια πρόβλεψη και ειδικό έγκλημα που τελεί το διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου. Εξάλλου, με το άρθρο 52 του ίδιου νόμου προβλέπεται η διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών, που εποπτεύουν τις εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα, εφόσον αυτές παραβαίνουν τις λοιπές υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Ειδικά, σε ό,τι αφορά τους τραπεζικούς λογαριασμούς, οι οποίοι θεωρούνται προϊόν εγκλήματος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δέσμευση τους με ανακριτική διάταξη αποτρέπει την απώλεια, την απομείωση ή οποιουδήποτε άλλου τύπου επιβάρυνση της περιουσιακής αξίας, η οποία θα μπορούσε να επέλθει με την πρωτοβουλία ιδιωτών, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ποινική εκκρεμότητα του δικαιούχου του λογαριασμού και μέχρι να αποφανθεί για την τύχη της δεσμευμένης περιουσιακής αξίας το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, ανάλογα με την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας.
Μάλιστα, ως προς την έκταση της δέσμευσης των λογαριασμών, ο νόμος δεν παρέχει διευκρινίσεις, αφού περιορίζεται, αφενός μεν να προσδιορίσει ακριβώς ότι η σχετική ανακριτική πράξη συνίσταται σε "απαγόρευση κινήσεως", αφετέρου δε προσδιορίζει απλώς το χρονικό σημείο εκκίνησης της δέσμευσης, αφού στην παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 3691/2008 ορίζεται ότι, "η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγόρευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος".
Εμμέσως, όμως, με το επόμενο εδάφιο της ίδιας διάταξης συστέλλεται η έννοια της δέσμευσης, αφού αυτή περιορίζεται στις εκταμιεύσεις και μόνον, ορίζοντας ρητά ότι "από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου τυχόν εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό...". Επομένως, η έννοια του "παγώματος" ισοδυναμεί με αδυναμία και ακυρότητα υπέρ του Δημοσίου μόνο της εκταμίευσης χρημάτων και δεν επεκτείνεται σε απόλυτη αδράνεια του κρίσιμου λογαριασμού, αφού εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι επιτρέπεται η κατάθεση χρημάτων από τον δικαιούχο ή τρίτο μη δικαιούχο στο λογαριασμό αυτό.
Το πάγωμα δηλαδή του λογαριασμού δεν προκαλεί απόλυτη τραπεζική και συναλλακτική εν γένει αδράνεια του (παγωμένου) λογαριασμού, αλλά συνιστά ένα καταρχήν "μπλοκάρισμα" του περιεχομένου του λογαριασμού, του οποίου (λογαριασμού) είναι επιτρεπτή η λειτουργία ως προορισμού καταθέσεων, ενώ επιπροσθέτως είναι νοητή η λήψη πληροφοριών για την μέχρι τότε κίνησή του ή προσθήκη τυχόν τόκων σ' αυτόν.
Μάλιστα, η ίδια διάταξη του ανακριτή έχει νόημα να επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, αφού ακριβώς, όπως και η κατάσχεση, στοχεύει πρωτίστως στη διατήρηση των περιουσιακών προϊόντων του βασικού αδικήματος, τα οποία μπορούν στο μέλλον να αποτελέσουν αντικείμενο της ειδικής δήμευσης, που προβλέπει το άρθρο 46 του αυτού νόμου, είτε με τη μορφή της υποχρεωτικής παρεπόμενης ποινής (46 παρ. 1), είτε με τη μορφή του μέτρου ασφαλείας (46 παρ. 3).
Η συγκεκριμένη δέσμευση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 48 παρ. 1 εδ. β του ν. 3691/2008, εξυπηρετεί δηλαδή τη δυνατότητα εφαρμογής του συστήματος ειδικής δήμευσης που ο ίδιος νόμος προβλέπει στο άρθρο 46. Μετά τη δέσμευση των κινητών περιουσιακών στοιχείων για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι προέρχονται από βασικό αδίκημα και για το λόγο αυτό υπόκεινται σε δήμευση, και όσο ακόμη βρίσκεται σε ισχύ η διάταξη του ανακριτή που επέβαλε το δικονομικό αυτό μέτρο (όσο δηλαδή δεν εκδίδεται βούλευμα ή δικαστική απόφαση, που να αποφαίνεται αμετάκλητα για την τύχη των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων) σε βάρος του κατηγορουμένου, δεν έχει κριθεί αμετάκλητα, αν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θα αποδοθούν στον κατηγορούμενο (εφόσον κριθεί ότι δεν τέλεσε την πράξη) ή αν θα δημευθούν υπέρ του Δημοσίου (εφόσον επιβληθεί δήμευση, είτε ως παρεπόμενη ποινή, είτε ως μέτρο ασφαλείας, με βάση το σύστημα των προβλέψεων του άρθρου 46 ν. 3691/2008) ή αν θα αποδοθούν στον καλόπιστο τρίτο (αρχικό ιδιοκτήτη και παθόντα από την εγκληματική δραστηριότητα).
Όσο το ζήτημα αυτό παραμένει σε εκκρεμότητα δικαστική, στο πεδίο της ποινικής δίκης, νέα κατάσχεση των περιουσιακών αυτών στοιχείων με άλλη (οποιαδήποτε) διαδικασία εμφανίζεται τυπικά (αφού αφορά σε πράγματα εκτός συναλλαγής κατά τα προεκτεθέντα) και ουσιαστικά (αφού εμφανίζεται αδικαιολόγητα πρωθύστερη της κρίσης του ποινικού δικαστηρίου) ανομιμοποίητη.
Συνεπώς, η απαγόρευση της διάθεσης αφορά λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και περιλαμβάνει και τη διάθεση με αναγκαστική εκτέλεση. Μόνο μετά την αμετάκλητη δικαστική κρίση (είτε του συμβουλίου, είτε του δικαστηρίου), μπορεί να διαπιστωθεί τελικά εάν τα δεσμευμένα στοιχεία ανήκουν ή όχι στην περιουσία του εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από το εάν αυτός ήταν ή κατέστη οφειλέτης και από άλλη αιτία.
Αυτονόητο είναι, εξάλλου, ότι όσο διαρκεί η κατάσχεση οποιαδήποτε βλάβη ή καταστροφή ή υφαίρεση του κατασχεθέντος πράγματος από το μεσεγγυούχο διώκεται και ως παραβίαση κατάσχεσης με το άρθρο 177 ΠΚ . Περαιτέρω με την Οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση", προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Άρθρο 1 Αντικείμενο: "1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης και σχετικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις. 2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διαδικασίες που τα κράτη μέλη ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν για να δημεύσουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία." Άρθρο 4 Δήμευση: "1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος ή περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων είναι ισοδύναμη με αυτά τα όργανα ή προϊόντα, υπό την αίρεση οριστικής καταδίκης για ποινικό αδίκημα, που μπορεί να επίσης να έχει απαγγελθεί ερήμην. 2. ..." Άρθρο 6 Δήμευση εις χείρας τρίτου : "1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η δήμευση προϊόντων εγκλήματος ή άλλων περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων είναι ισοδύναμη με τα προϊόντα εγκλήματος, τα οποία μεταβιβάστηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από ύποπτο ή κατηγορούμενο σε τρίτους ή τα οποία αποκτήθηκαν από τρίτους από ύποπτο ή κατηγορούμενο, τουλάχιστον όταν οι εν λόγω τρίτοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο σκοπός της μεταβίβασης ή απόκτησης ήταν να αποφευχθεί η δήμευση, με βάση συγκεκριμένα στοιχεία και περιστάσεις, μεταξύ των οποίων ότι η μεταβίβαση ή απόκτηση πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά κατώτερο από την αγοραία αξία. 2.
Η παράγραφος 1 δεν θίγει τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων." Άρθρο 7 Δέσμευση: "1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η δέσμευση περιουσιακού στοιχείου ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης. Τα εν λόγω μέτρα, που διατάσσονται από αρμόδια αρχή, περιλαμβάνουν επείγουσα δράση που αναλαμβάνεται όταν είναι αναγκαίο προκειμένου να διαφυλαχθούν περιουσιακά στοιχεία. 2.
Περιουσιακό στοιχείο που βρίσκεται στην κατοχή τρίτου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6, μπορεί να υπόκειται σε μέτρα δέσμευσης με σκοπό την πιθανή επακολουθούσα δήμευση." Άρθρο 8 Διασφαλίσεις : "1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα που επηρεάζονται από τα μέτρα που προβλέπονται βάσει της παρούσας οδηγίας έχουν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους. ...10.
Όταν, ως αποτέλεσμα ποινικού αδικήματος, τα θύματα έχουν αξιώσεις κατά του προσώπου που υπόκειται σε μέτρο δήμευσης το οποίο προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι το μέτρο δήμευσης δεν εμποδίζει τα εν λόγω θύματα να διεκδικήσουν αποζημίωση για τις αξιώσεις τους." Άρθρο 12 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο: "1.
Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, ώστε να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 4 Οκτωβρίου 2015. Διαβιβάζουν πάραυτα στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων...". Η ως άνω Οδηγία ενσωματώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο ελληνικό δίκαιο μετά την πάροδο της προθεσμίας μεταφοράς της (έως την 4-10-2015) με τη θέση σε ισχύ του Ν.4478/2017.
Από δε το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων Τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. 'Ετσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της, αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο, όμως, τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης). Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιοι δεκτικούς απ` ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του" τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.
Το δε άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανόμενης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου (Α.Π.829/2019, Α.Π.1157/2019).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), πιστωτικού ιδρύματος, με την επωνυμία, ...", εφεξής, η ..., που έχει ήδη τεθεί σε ειδική εκκαθάριση, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων - ΕΠΑΘ, Συνεδρίαση, 20/9-10-2011...) και του Λ.
Λ., βασικού μετόχου της, και πρώην Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου και άλλων προσώπων, μελών του διοικητικού της συμβουλίου, υφίσταται έντονη αντιδικία, σχετιζόμενη με τη συμπεριφορά των τελευταίων σε βάρος της, κατά τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων από αυτή, χωρίς δυνατότητα ανάκτησής τους, πριν τη θέση της υπό ειδική εκκαθάριση, που οδηγήθηκε ενώπιον τόσο των πολιτικών, όσο και των ποινικών δικαστηρίων.
Στα πλαίσια αυτά, η ... άσκησε την από 23-4-2013 (αριθμ. καταθ.1702/2013) αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη μεταξύ άλλων, και κατά του Λ. Λ., με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν σε ολόκληρο καθένας, το ποσό των 321.000.000 ευρώ, πλέον τόκων, για την αποκατάσταση μέρους περιουσιακής ζημίας που της προκάλεσαν, με την περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, συνιστάμενη σε χορηγήσεις από την ίδια, πριν από τη θέση της σε ειδική εκκαθάριση, δανείων και πιστώσεων, σε εταιρίες του ομίλου του Λ.
Λ. ή εταιρίες που υποδείκνυε ο ίδιος, χωρίς προοπτική ανάκτησής τους, κατά παράβαση της τραπεζικής νομοθεσίας και της στοιχειώδους τραπεζικής επιμέλειας, συμπεριφορά που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή, οδήγησε αιτιωδώς στην απώλεια της κεφαλαιακής της επάρκειας, στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και τη θέση της, υπό ειδική εκκαθάριση.
Επίσης, κατά των ιδίων, όπως παραπάνω προσώπων, μεταξύ των οποίων, ο Λ. Λ., για τη περιγραφόμενη στην άνω αγωγή δραστηριότητά τους, ασκήθηκε ποινική δίωξη, για τα αδικήματα της συγκρότησης και ένταξης, ως μέλη, σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων, υπό τη διεύθυνση του τελευταίου, κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, απιστία κατ' εξακολούθηση και για νομιμοποίηση εσόδων, που προήλθαν από τις εγκληματικές δραστηριότητες της κακουργηματικής απάτης και υπεξαίρεσης, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες παραπέμφθηκαν, με το με αριθμό 695/2014 αμετάκλητο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η δε σχετική δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη.
Παράλληλα, επί της πιο πάνω, από 23-4-2013 (αριθμ. καταθ. 1702/2013) αγωγής, εκδόθηκε η με αριθμό 997/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όσον αφορά το Λ. Λ., αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της κατά τα άνω ποινικής διαδικασίας. Περαιτέρω, μετά από αίτηση της ..., για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, κατά του Λ.
Λ., για την εξασφάλιση της παραπάνω απαίτησης της, εκδόθηκε η με αριθμό 2893/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία, α) επιτράπηκε στην αιτούσα τράπεζα, ..., να εγγράψει προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 321.000.000 ευρώ, επί των περιγραφόμενων ακινήτων του προαναφερθέντος οφειλέτη της, β) διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου και συγκεκριμένα κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του (περιλαμβανομένων και απαιτήσεων κατά τρίτων), είτε βρίσκονται στα χέρια του, είτε στα χέρια τρίτου, προς εξασφάλιση της απαίτησης της αιτούσας σε βάρος του, μέχρι του ποσού των 321.000.000 ευρώ και τέλος, επιβλήθηκαν σε βάρος του καθού (Λ.
Λ.), τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας, ποσού 350 ευρώ. Σε εκτέλεση του διατακτικού της απόφασης αυτής (2893/2013), η ... (ήδη ενάγον πιστωτικό ίδρυμα - αναιρεσείον), με το από 29-1-2014 κατασχετήριο, που επιδόθηκε τόσο στην εναγομένη (αναιρεσίβλητη), ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία, ... όσο και στον καθού η κατάσχεση, Λ.
Λ., στις 29-1-2014 ...,επέβαλε στα χέρια της εναγομένης τράπεζας, ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση κάθε είδους χρηματικών απαιτήσεων, που είχε έναντι αυτής ο καθού οφειλέτης της, μέχρι του άνω ποσού των δικαστικών εξόδων, ύψους 350 ευρώ, επιτάσσοντας την εναγομένη να μην προβεί σε οποιαδήποτε καταβολή ή εξόφληση στον οφειλέτη μέχρι του ποσού αυτού, αλλά να το αποδώσει στην ίδια.
Η εναγομένη Τράπεζα, κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τη με αριθμό 10358/6-2-2014 δήλωση τρίτου, με την οποία, δήλωσε, ότι, Α) στα χέρια της, ως τρίτης και στο όνομα του καθού η κατάσχεση, Λ. Λ., υφίστανται, α) λογαριασμοί με υπόλοιπα, 112.834,20 ευρώ, 50.065,41 ευρώ και 58.470 gbp, β) χαρτοφυλάκιο, στο οποίο περιέχονται 9.500.000 μετοχές της ...", 3.000.000 μετοχές της ...", καθώς και 1.344.340 μετοχές της ...
και γ) η με αριθμό ... θυρίδα, πλην, όμως, όλα τα ανωτέρω παραμένουν δεσμευμένα σε συνέχεια : 1) του με αριθμό 3680/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, όπως αυτό διορθώθηκε με το με αριθμό 118/2012 του ίδιου ως άνω Συμβουλίου, 2) της με αριθμό, 76/27-7-2011 απόφασης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης και 3) της με αριθμό 1/5-1-2012 Διάταξης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης και Β) έχουν επιβληθεί έως σήμερα και άλλες συντηρητικές κατασχέσεις στα χέρια της (εναγομένης τράπεζας) ως τρίτης, που αφορούν τον ανωτέρω καθού η κατάσχεση οφειλέτη:
α) από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία, ... με την κοινοποιηθείσα στις 12-7-2013, στην (εναγομένη) Τράπεζα, υπ' αριθμ. 6922/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων), με την παρά πόδας αυτής, από 10-3-2013 επιταγή και μέχρι του ποσού των 260.000.000 ευρώ, β) από την ανώνυμη εταιρία, "CFS ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", με την κοινοποιηθείσα, στις 17-1-2013, στην Τράπεζα, υπ' αριθμ. 12468/ 2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων), με την παρά πόδας αυτής από 17-1-2013 επιταγή και μέχρι του ποσού των 4.500.000 ευρώ και γ) από την εταιρία, ...", με την κοινοποιηθείσα στις 17-1-2013, στην Τράπεζα, υπ' αριθμ. 12468/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα ασφαλιστικών μέτρων), με την παρά πόδας αυτής από 17-1-2013 επιταγή και μέχρι του ποσού των 4.300.000 ευρώ.
Επίσης, η ..., σε εκτέλεση του διατακτικού της ίδιας όπως παραπάνω, με αριθμό 2893/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), για την εξασφάλιση της άνω απαίτησής της, κατά του Λ. Λ., στις 4-2-2014, επέδωσε σ' αυτόν και στην εναγομένη ως τρίτη, κατ' άρθρο 712 ΚΠολΔ,... το από 3-2-2014 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια της εναγομένης, ως τρίτης, συντηρητική κατάσχεση για ποσό 321.000.000 ευρώ, επί, α) κάθε είδους απαιτήσεων του οφειλέτη της για τη μεταβίβαση κυριότητας κινητών πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων κάθε είδους αξιογράφων, κινητών αξιών ή χρηματοπιστωτικών μέσων, έγχαρτων ή άϋλων, ανεξάρτητα αν οι εν λόγω απαιτήσεις είναι παρούσες ή μελλοντικές, αν θεμελιώνονται σε σύμβαση ή στο νόμο, αν είναι ληξιπρόθεσμες ή όχι, αν εξαρτώνται από αίρεση ή άλλη πράξη, αν είναι εκκαθαρισμένες ή όχι, αν επιβαρύνονται με ενέχυρο ή άλλο βάρος υπέρ οποιουδήποτε και β) κινητών πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων κάθε είδους αξιογράφων, κινητών αξιών ή χρηματοπιστωτικών μέσων, έγχαρτων ή άϋλων, του οφειλέτη, που ενδέχεται να βρίσκονται στα χέρια ή τηρούνται στα βιβλία της εναγομένης τράπεζας, ως θεματοφύλακα ή με άλλη ιδιότητα, για λογαριασμό και υπέρ του οφειλέτη, όπως ενδεικτικά, ι) ομολόγων και έντοκων γραμματίων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, ιι) ομολογιών έγχαρτων ή άϋλων άλλων εκδοτών, καθώς και ιιι) μετοχών, ονομαστικών ή ανωνύμων, έγχαρτων ή άϋλων, έκδοσης ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή μη, επιτάσσοντας την εναγομένη να μην προβεί σε οποιαδήποτε καταβολή ή εξόφληση με οποιοδήποτε τρόπο, μερικά ή ολικά, στον οφειλέτη ή τρίτους και να μην αποδώσει στον οφειλέτη ή σε τρίτους τα συντηρητικώς κατασχεθέντα κινητά πράγματα, μέχρι του ορίου για το οποίο επιβάλλεται συντηρητική κατάσχεση, ήτοι μέχρι του ποσού των 321.000.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, με τη με αριθμό 76/2011 Απόφαση του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, αφού κρίθηκε, μετά από σχετική έρευνα, τα συμπεράσματα της οποίας εκτίθενται στο αναφερόμενο στην απόφαση πόρισμα ελέγχου, ότι συντρέχει σοβαρός λόγος και κατεπείγουσα ανάγκη για απαγόρευση κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών, μεταξύ άλλων, του Λ.
Λ., "καθώς περιέχονται σ' αυτούς προϊόντα εγκληματικής δραστηριότητας και σε κάθε περίπτωση (αν δηλαδή αποτελούν νόμιμη περιουσία) υπάρχει ανάγκη δέσμευσής τους, ως αντίκρυσμα και ισάξιο του εγκληματικού προϊόντος υπεξαίρεσης, ύψους 51.000.000 ευρώ, το οποίο αποκρύβεται", απαγορεύθηκε, α) η κίνηση όλων των τηρούμενων στα τραπεζικά ιδρύματα λογαριασμών, μετοχών ή άλλων χρηματοπιστωτικών - επενδυτικών προϊόντων, καθώς του ανοίγματος τυχόν τηρουμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου με δικαιούχο ή συνδικαιούχο, μεταξύ άλλων, το Λ.
Λ. και β) η εκποίηση ή η με οποιοδήποτε τρόπο μεταβίβαση των αναφερόμενων στην απόφαση ακινήτων, ενώ στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθμό, 1/5-1-2012 Διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, με ανάλογο περιεχόμενο.
Επίσης, αντίστοιχες απαγορεύσεις, όσον αφορά τους λογαριασμούς του Λ. Λ., επιβλήθηκαν και με το με αριθμό 3680/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, όπως διορθώθηκε με το με αριθμό 118/2012 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου. Ειδικότερα, με το βούλευμα αυτό, απαγορεύτηκε μεταξύ άλλων, η κίνηση όλων των τηρούμενων στα τραπεζικά ιδρύματα λογαριασμών, μετοχών ή άλλων χρηματοπιστωτικών - επενδυτικών προϊόντων, καθώς του ανοίγματος τυχόν τηρουμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου, με δικαιούχο ή συνδικαιούχο, μεταξύ άλλων, το Λ.
Λ., για το ποσό των 701.220.000 ευρώ. Οι ως άνω δεσμεύσεις, επιβλήθηκαν στα πλαίσια των άρθρων 46 και 48 ν. 3691/2008, καθόσον σε βάρος του Λ. Λ., είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για αδικήματα που προβλέπονται από το νόμο αυτό, γεγονός, άλλωστε, το οποίο συνομολογεί η ..., με την ένδικη αγωγή της. Η τελευταία ισχυρίστηκε, ωστόσο, με την αγωγή της, ότι η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη της, Λ.
Λ., κατά τις διατάξεις των άρθρων 46 και 48 του ν. 3691/2008, δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, για την ικανοποίηση των ζημιωθέντων, όπως το ίδιο, από το βασικό αδίκημα προσώπων, από τη δεσμευμένη περιουσία του δράστη. Ειδικότερα ισχυρίστηκε, ότι η περιουσιακή ζημία του, για την οποία επέβαλε την κατάσχεση στα χέρια της εναγομένης, ως τρίτης, ταυτίζεται με το προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας του Λ.
Λ. και της περιουσίας που απέκτησε από αυτό, με συνέπεια η άνω δέσμευση να μην εμποδίζει την ικανοποίηση αυτού ως ζημιωθείσας από το βασικό αδίκημα του οφειλέτη της, με την επίσπευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 988 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πλαίσια των οποίων, λόγω της ανεπάρκειας της κατασχεθείσας απαίτησης για την πλήρη ικανοποίηση όλων των κατασχόντων, η εναγομένη οφείλει να προβεί σε δημόσια κατάθεση των ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα στους άνω λογαριασμούς του οφειλέτη της, ώστε να ακολουθήσει η διανομή αυτών από συμβολαιογράφο.
Επίσης, ισχυρίστηκε, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 3691/2008, δήμευση, που ακολουθεί τη δέσμευση, δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι των δανειστών του δράστη, οι οποίοι υπέστησαν άμεση ζημία από την κρίσιμη εγκληματική συμπεριφορά, που συνιστά το βασικό έγκλημα και ως εκ τούτου δεν επηρεάζει δικαιώματα τρίτων, όπως η ίδια, δυνάμενα να ικανοποιηθούν με αναγκαστική εκτέλεση, καθώς και ότι σε περίπτωση συρροής της δέσμευσης του άρθρου 48 του ν. 3691/2008, με συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση από τρίτους δανειστές για την ικανοποίηση απαιτήσεων αποζημίωσης για την περιουσιακή βλάβη που υπέστησαν από το βασικό έγκλημα, η συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση δεν μπορεί να αδρανοποιείται, λόγω της υφιστάμενης δέσμευσης.
Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση και ήδη για την απόρριψή τους παραπονείται η ..., με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσής της για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα,... σύμφωνα και με τη ρητή διατύπωση του άρθρου 48 ν.3691/2008, η επίδικη δέσμευση των ως άνω τραπεζικών λογαριασμών (του Λ.
Λ.), ως μέρους εγκληματικού προϊόντος, επέχει θέση κατάσχεσης και ισχύει έναντι όλων, συνεπάγεται δε την απόλυτη απαγόρευση της κίνησής τους, ενώ είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου τυχόν εκταμίευση χρημάτων από αυτούς. Η ως άνω απαγόρευση καταλαμβάνει και την επίσπευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς..., όσο ακόμη βρίσκεται σε ισχύ η διάταξη που επέβαλε το δικονομικό αυτό μέτρο της δέσμευσης της περιουσίας του δράστη (όσο δηλαδή δεν εκδίδεται βούλευμα ή δικαστική απόφαση που να αποφαίνεται αμετάκλητα για την τύχη των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων σε βάρος του κατηγορουμένου), δεν έχει κριθεί αμετάκλητα αν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θα αποδοθούν στον κατηγορούμενο ή αν θα δημευθούν υπέρ του Δημοσίου ή αν θα αποδοθούν στον καλόπιστο τρίτο.
Όσο μάλιστα το ζήτημα αυτό παραμένει σε εκκρεμότητα δικαστική, στο πεδίο της ποινικής δίκης, νέα κατάσχεση των περιουσιακών αυτών στοιχείων με άλλη (οποιαδήποτε) διαδικασία εμφανίζεται τυπικά (αφού αφορά σε πράγματα εκτός συναλλαγής κατά τα προεκτεθέντα) και ουσιαστικά (αφού εμφανίζεται αδικαιολόγητα πρωθύστερη της κρίσης του ποινικού δικαστηρίου) ανομιμοποίητη.
Και τούτο διότι, μόνο μετά την αμετάκλητη δικαστική κρίση (είτε του συμβουλίου, είτε του δικαστηρίου) μπορεί να διαπιστωθεί τελικά εάν τα δεσμευμένα στοιχεία ανήκουν ή όχι στην περιουσία του εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από το εάν αυτός ήταν ή κατέστη οφειλέτης και από άλλη αιτία.
Διαφορετική ερμηνεία της ως άνω διάταξης, με βάση την οποία εξαιρούνται της απαγόρευσης οι πράξεις επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, αφενός μεν αντιστρατεύεται το διττό σκοπό που ο ίδιος ο νόμος περιγράφει: ήτοι τη διευκόλυνση του ανακριτικού έργου, με τη διατήρηση των ιχνών του εγκλήματος και τη δυνατότητα εφαρμογής της ειδικής δήμευσης του άρθρου 46 του ν. 3691/2008, αφετέρου δε παραγνωρίζει τον άμεσο και σοβαρό κίνδυνο που ελλοχεύει - μετά από καλά προσχεδιασμένη συμπαιγνία κατηγορουμένων και τρίτων υποτιθέμενων "δανειστών", οποίοι θα εμφανίζονται να προβάλλουν ανύπαρκτες στην πραγματικότητα αξιώσεις σε βάρος των πρώτων - να εκταμιευθούν τελικά, στα πλαίσια επίσπευσης "αναγκαστικής εκτέλεσης", δεσμευμένα χρηματικά ποσά που αποτελούν προϊόν εγκλήματος.
Η άρνηση, επομένως της εναγομένης, να προβεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ, σε δημόσια κατάθεση των κατασχεθέντων στα χέρια της, ως τρίτης, είναι καθόλα σύννομη, καθώς όπως ήδη αναφέρθηκε, η δέσμευση με το προαναφερθέν βούλευμα και αποφάσεις του Προέδρου της άνω Αρχής, των επίδικων λογαριασμών, ως μέρους εγκληματικού προϊόντος, επέχει θέση κατάσχεσης, που ισχύει έναντι όλων και συνεπάγεται την απόλυτη απαγόρευση της κίνησής τους, απαγόρευση που καταλαμβάνει και την επίπευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.
Τυχόν δε παραβίαση από την εναγομένη, η οποία λειτουργεί με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου των κατασχεμένων λογαριασμών του Λ. Λ., χωρίς να έχει εξουσία, ούτε δικαίωμα χρησιμοποίησης ή διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων, που υπάρχουν στους άνω λογαριασμούς του, της απαγόρευσης κίνησής τους, θα συνεπαγόταν την ποινική ευθύνη των υπαλλήλων της, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του άρθρου 48 παρ. 2 εδ.
β ν. 3691/2008. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε όμοια, όσον αφορά την άρνηση της εναγομένης για τη δημόσια κατάθεση της κατασχεμένης απαίτησης, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή και ερμηνεία των άνω νομικών διατάξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το ενάγον πιστωτικό ίδρυμα (η ...), με τους άνω λόγους της έφεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, η ..., με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, επικαλούμενη διατάξεις της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ, σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συγκεκριμένα το άρθρο 6 παρ. 2 της οδηγίας, κατά το οποίο, κατά τη διαδικασία της δήμευσης προϊόντων εγκλήματος, "δεν θίγονται τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων" και το άρθρο 8 παρ. 10, κατά το οποίο, "όταν ως αποτέλεσμα ποινικού αδικήματος, τα θύματα έχουν αξιώσεις κατά του προσώπου που υπόκειται σε μέτρο δήμευσης, το οποίο προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι το μέτρο δήμευσης, δεν εμποδίζει τα εν λόγω θύματα να διεκδικήσουν αποζημίωση για τις αξιώσεις τους", ισχυρίζεται, ότι η περιουσιακή ζημία της ταυτίζεται με το προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας του οφειλέτη της Λ.
Λ. και της περιουσίας που απέκτησε ο τελευταίος από αυτό, ότι η ίδια είχε αποκτήσει δικαιώματα πριν την επιβληθείσα απαγόρευση κίνησης των λογαριασμών του άνω οφειλέτη της, καθώς η εγκληματική δραστηριότητα του, εκδηλώθηκε πριν από την επιβολή της δέσμευσης και ως εκ τούτου η ίδια, ως θύμα του ποινικού αδικήματος, δεν εμποδίζεται στην άσκηση των δικαιωμάτων της από την άνω δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη της που επιβλήθηκε, προκειμένου να ακολουθήσει στη συνέχεια δήμευση αυτών.
Όπως ήδη αναφέρθηκε,... με το άρθρο 7 παρ. 4 του ν. 4478/2017, που κύρωσε τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2005, για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και ενσωμάτωσε, μεταξύ άλλων, την Οδηγία 2014/42/ΕΕ, σχετικά με τη δέσμευση και δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προστέθηκε εδάφιο γ' στην παρ. 2 του άρθρου 48 ν. 3691/2008, με το οποίο ορίζεται ότι, η κατά το άρθρο αυτό απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ότι τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Το εδάφιο αυτό προστέθηκε με τον άνω νόμο (4478/2017), για την προστασία των καλόπιστων τρίτων, ως αναγκαία ενσωμάτωση του άρθρου 8 της άνω οδηγίας (2014/42/ΕΕ), όπου προβλέπεται η λήψη από το κράτος των αναγκαίων μέτρων, για τη διασφάλιση των προσώπων που επηρεάζονται από τα μέτρα δέσμευσης προϊόντων εγκλήματος ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, ενόψει πιθανής δήμευσης, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της Οδηγίας και της υπ' αριθμ. 33 αιτιολογικής σκέψης, σύμφωνα με την οποία, είναι αναγκαίο να προ-βλέπονται ειδικές διασφαλίσεις και ένδικα μέσα που να εγγυώνται τη διατήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των θιγομένων τρίτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η δέσμευση των τηρούμενων στην εναγομένη λογαριασμών του οφειλέτη της, Λ. Λ., κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 48 του ν. 3691/2008, επιβλήθηκε με τα προαναφερθέντα, βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και αποφάσεις του Προέδρου της πιο πάνω Αρχής, κατά τα έτη 2011 και 2012, ενώ οι άνω, αναγκαστική και συντηρητική κατάσχεση των ήδη δεσμευμένων λογαριασμών του οφειλέτη της ... (ενάγοντος), έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του έτους 2014, με την επίδοση των άνω κατασχετηρίων στην εναγομένη τράπεζα, ως τρίτη και στον οφειλέτη, οπότε γεννήθηκε και το σχετικό δικαίωμά της επί των εν λόγω λογαριασμών, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της επιβληθείσας δέσμευσης.
Έτσι, δεν μπορεί να γίνει λόγος για προγενέστερα δικαιώματα της ..., ως καλόπιστης τρίτης, τα οποία δεν θίγονται από την άνω δέσμευση, απορριπτομένων ως αβάσιμων, των ισχυρισμών της, ότι τα δικαιώματα θυμάτων ποινικού αδικήματος γεννώνται απευθείας από την τέλεση του ποινικού αδικήματος, που στην προκειμένη περίπτωση, είναι ο χρόνος καθεμιάς χρηματοδότησης, χωρίς δυνατότητα ανάκτησης και ανάγονται στον ίδιο με αυτή χρόνο και ως εκ τούτου τα δικαιώματά της έλαβαν χώρα σε προγενέστερο της επιβολής της δέσμευσης.
Παράλληλα, δεν έχει εκδοθεί βούλευμα, που να αποφαίνεται για την τύχη των άνω δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, ενώ η δίκη για τα βασικά αδικήματα, σε βάρος μεταξύ άλλων, του Λ. Λ., βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως ήδη αναφέρθηκε. Στη δίκη δε αυτή, θα κριθεί η τύχη των άνω δεσμευμένων λογαριασμών και συγκεκριμένα το δικαστήριο θα αποφανθεί για το πρόσωπο στο οποίο θα αποδοθούν, στο οποίο και υποχρεούται να τα παραδώσει η εναγομένη ή η δήμευσή τους.
Επομένως και ο άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 48 του Ν.3691/2008 και 988 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη:
α) η δέσμευση, στην προκείμενη περίπτωση, με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και αποφάσεις του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές δραστηριότητες των τραπεζικών λογαριασμών του Λ. Λ., ως μέρους εγκληματικού προϊόντος, επέχει θέση κατάσχεσης, ισχύει έναντι όλων, συνεπάγεται την απόλυτη απαγόρευση της κίνησής τους και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου τυχόν εκταμίευση χρημάτων από αυτούς.
β) Η ως άνω απαγόρευση καταλαμβάνει και την επίσπευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, καθόσον, καθ'ο χρόνο βρίσκεται σε ισχύ η διάταξη που επέβαλε το δικονομικό αυτό μέτρο της δέσμευσης της περιουσίας του δράστη (μέχρι δηλαδή να εκδοθεί βούλευμα ή δικαστική απόφαση που να αποφαίνεται αμετάκλητα για την τύχη των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων) και δεν έχει κριθεί αμετάκλητα αν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θα αποδοθούν στον κατηγορούμενο ή αν θα δημευθούν υπέρ του Δημοσίου ή αν θα αποδοθούν στον καλόπιστο τρίτο, νέα κατάσχεση των περιουσιακών αυτών στοιχείων με άλλη (οποιαδήποτε) διαδικασία εμφανίζεται τυπικά (αφού αφορά σε πράγματα εκτός συναλλαγής) και ουσιαστικά (αφού εμφανίζεται αδικαιολόγητα πρωθύστερη της κρίσης του ποινικού δικαστηρίου) ανομιμοποίητη.
γ) Διαφορετική ερμηνεία της ως άνω διάταξης, ότι δηλαδή εξαιρούνται της απαγόρευσης οι πράξεις επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, αφενός μεν αντιστρατεύεται το διττό σκοπό που ο ίδιος ο νόμος περιγράφει: ήτοι τη διευκόλυνση του ανακριτικού έργου (με τη διατήρηση των ιχνών του εγκλήματος) και τη δυνατότητα εφαρμογής της ειδικής δήμευσης του άρθρου 46 του ν. 3691/2008, αφετέρου ελλοχεύει το κίνδυνο συμπαιγνίας κατηγορουμένου και τρίτου υποτιθέμενου "δανειστού" να προβάλλει ανύπαρκτες στην πραγματικότητα αξιώσεις σε βάρος του πρώτου.
δ) Η άρνηση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) να προβεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 988 παρ.1 εδ.β' του ΚΠολΔ, σε δημόσια κατάθεση των κατασχεθέντων στα χέρια της, ως τρίτης, είναι καθόλα σύννομη, καθώς η δέσμευση με το βούλευμα και τις αποφάσεις του Προέδρου της άνω Αρχής, των επίδικων λογαριασμών, ως μέρους εγκληματικού προϊόντος, επέχει θέση κατάσχεσης, που ισχύει έναντι όλων και συνεπάγεται την απόλυτη απαγόρευση της κίνησής τους, απαγόρευση που καταλαμβάνει και την επίσπευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.
ε) Τυχόν παραβίαση από την εναγομένη, η οποία λειτουργεί με την ιδιότητα του μεσεγγυούχου των κατασχεμένων λογαριασμών του Λ. Λ., χωρίς να έχει εξουσία, ούτε δικαίωμα χρησιμοποίησης ή διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων, που υπάρχουν στους άνω λογαριασμούς του, της απαγόρευσης κίνησής τους, θα συνεπαγόταν την ποινική ευθύνη των υπαλλήλων της, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του άρθρου 48 παρ.2 εδ.β' ν. 3691/2008.
Και στ) Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 48 του Ν.3691/2008, στην οποία προστέθηκε εδάφιο γ', με το Ν.4478/2017, ως αναγκαία ενσωμάτωση των άρθρων 6 και 8 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ (με το οποίο ορίζεται ότι, η κατά το άρθρο αυτό απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ότι τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) το ενάγον (αναιρεσείον) ως θύμα ποινικού αδικήματος έχει αναμφισβήτητα αξίωση αποζημίωσης, η οποία δεν θίγεται επειδή δεν μπορεί να κατάσχει το δεσμευμένο ήδη προϊόν του εγκλήματος.
Ούτε, εξάλλου, με το άρθρο 8 παρ.10 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ παρέχεται προστασία στο θύμα του ποινικού αδικήματος, παρά τη δέσμευση του προϊόντος του εγκλήματος, να ικανοποιηθεί από το προϊόν αυτό μετά την επιβολή της δέσμευσης, αλλά διασφαλίζει τη δυνατότητα στο θύμα να διεκδικήσει αποζημίωση για τις αξιώσεις του.
Επομένως, όλοι οι, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον, ισχυριζόμενο τα αντίθετα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι δεν εφάρμοσε ορθά τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρ. 267 ΣΛΕΕ (Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρ. 234 ΣΕΚ (Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα άρθρ. 177 ΣΕΟΚ (Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), τα δικαστήρια των κρατών-μελών, στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σ' αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών, μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους-μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα, με προδικαστική απόφασή τους, στο Δικαστήριο της Ένωσης, για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση τους (ΔΕΚ 18.7.2007, 0-119/2005, Συλλ 2007.1-06199, σκέψη 43 Ολ.Α.Π.19/1999) θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ πρώην ΔΕΚ).
Καθιερώνεται έτσι με το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής μια διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη-μέλη της Ένωσης (Ολ.Α.Π.16/2013).
Κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης το Δικαστήριο περιορίζεται στην αποσαφήνισή του και δεν επεκτείνεται στην εφαρμογή του στην ένδικη υπόθεση, η οποία παραμένει έργο αποκλειστικά του εθνικού δικαστηρίου, όπως άλλωστε και η ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα, που απευθύνονται από τα εθνικά δικαστήρια, απολαύουν του τεκμηρίου λυσιτέλειας στο κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο της εκκρεμούς υπόθεσης, που αυτά προσδιορίζουν με ευθύνη τους και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το ενωσιακό Δικαστήριο (ΔΕΚ 15.5.2003, C-300/2001, Συλλ 2003.Ι-4899, σκέψεις 29 και 31), ούτε και μπορεί αυτό να αρνηθεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, εκτός αν ολοφάνερα προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, που ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει σχέση με το αντικείμενο της εκκρεμούς σ' αυτό κύριας δίκης ή πρόκειται για πρόβλημα υποθετικής φύσης ή δεν έχουν παρασχεθεί στο Δικαστήριο της Ένωσης τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία για να δώσει αυτό χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (ΔΕΚ 22.6.2006, C- 419/2004, Συλλ 2006.1- 5645, σκέψη 19).
Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εξ άλλου δεσμευτική, τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια, που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται μεν ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου (Α.Π.461/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. για το ζήτημα, αν είναι συμβατό με την προστασία που παρέχει η Οδηγία 2014/42/ΕΕ στα θύματα εγκληματικών πράξεων, κατ' άρθρο 8 παρ.10 αυτής, να εμποδίζει η επιβολή δέσμευσης επί των τραπεζικών λογαριασμών του δράστη τα θύματα των εγκληματικών πράξεων να ικανοποιούν τις αξιώσεις αποζημίωσης που διαθέτουν κατά του δράστη από το υπόλοιπο των λογαριασμών αυτών, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, δεν συντρέχει λόγος υποβολής τέτοιου ερωτήματος στο ΔΕΕ.
Τούτο δε διότι δεν ανακύπτει, στην παρούσα υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας της ως άνω Οδηγίας, ως προς το παραπάνω ζήτημα, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, με το άρθρο 8 παρ.10 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ δεν παρέχεται προστασία στα θύματα του ποινικού αδικήματος, παρά τη δέσμευση του προϊόντος του εγκλήματος, να ικανοποιηθούν από το προϊόν αυτό μετά την επιβολή της δέσμευσης, αλλά διασφαλίζει τη δυνατότητα στα θύματα να διεκδικήσουν αποζημίωση για τις αξιώσεις τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της, αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και συνεπώς η εκπρόθεσμη ή η τυχόν ελλιπής μεταφορά της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν επάγεται την άμεση εφαρμογή της σε σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, όπως στην ένδικη υπόθεση.
Ως εκ τούτου, το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31/3/2022 αίτηση του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ... για αναίρεση της υπ` αριθ. 1592/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ