Legislator Giurisprudenza & Legislazione
923/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding contradictory and insufficiently substantiated annulment arguments.

Numero d'incarto 923/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request for annulment of the First Instance Court's decision, which had upheld an insurance agent's liability judgment. The appellant argued that the lower court's ruling was flawed due to procedural errors and contradictory reasoning in the annulment grounds. The court rejected these claims, finding the annulment arguments inadmissible because they failed to substantiate specific defects in the lower court's decision and were internally inconsistent.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 577(3), 561(2), 632, 495(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal for annulment is inadmissible if the grounds are contradictory or fail to point out specific substantive defects in the contested decision.

Parole chiave

Generato dall'IA
annulment appeal inadmissible grounds contradictory arguments substantive defects Code of Civil Procedure insurance agent liability court costs obbligo legale di assicurazione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 632 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 923 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 923/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Π. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Τζήκα, η οποία ανακάλεσε την από 17-1-2020 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι διορθώνει το επώνυμο της αναιρεσείουσας από το εσφαλμένο Π. Π.. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α. ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2008 ανακοπή και τους από 1-9-2009 πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2690/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3952/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3952/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε δεκτή η από 20-9-2013 έφεση της καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ'αριθμ.2690/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση δε αυτή είχε γίνει δεκτή η από 18-11-2008 ανακοπή και οι από 1-9-2009 πρόσθετοι λόγοι της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 6201/2008 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή και νυν αναιρεσίβλητη το ποσό των 7.780,89 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων για απαίτησή της προερχομένη από σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).? Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 18-11-2008 από το άρθρο 632 του ΚΠολΔ ανακοπή της προέβαλε ότι εσφαλμένα εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής δεδομένου ότι:

α) στην από 17-2-2007 σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου δεν περιελήφθη δικονομική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία η εναντίον της απαίτηση από το κλείσιμο του λογαριασμού θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσιβλήτου (πρωτότυπες μηχανογραφημένες καρτέλες κίνησης και λογιστικά σημειώματα), με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται η απαίτηση της τελευταίας μόνο από τις επιστολές και αναλύσεις λογαριασμού, που επικαλέστηκε ότι είχε αποστείλει, πλην όμως, η ίδια (ανακόπτουσα) δεν παρέλαβε και β) στα προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη έγγραφα δεν γίνεται μνεία ότι έχουν εξαχθεί από τα εμπορικά βιβλία της, παρά μόνο ότι είναι επικυρωμένα από δικηγόρο.

Με τους προσθέτους λόγους προέβαλε ότι εσφαλμένα εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεδομένου ότι: α) στην από 17-2-2007 σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου δεν περιελήφθη δικονομική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία η εναντίον της απαίτηση από το κλείσιμο του λογαριασμού θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσιβλήτου (πρωτότυπες μηχανογραφημένες καρτέλες κίνησης και λογιστικά σημειώματα), με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται η απαίτηση της τελευταίας μόνο από τις επιστολές και αναλύσεις λογαριασμού, που επικαλέστηκε ότι είχε αποστείλει, πλην όμως, η ίδια (ανακόπτουσα) δεν παρέλαβε και δεν αποδέχθηκε το περιεχόμενο τους (δηλαδή ταυτιζόμενο με τον πρώτο λόγο της ανακοπής), β) Τα προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη έγγραφα και δη οι μηχανογραφικές καρτέλες από τα βιβλία της δεν έχουν αποδεικτική δύναμη, καθόσον έχουν εκδοθεί από υπάλληλο της τελευταίας και όχι από δημόσιο υπάλληλο στα πλαίσια των καθηκόντων του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 449 παρ.1 ΚΠολΔ, πρόσωπο, που φέρει την ιδιότητα δικηγόρου ή δημοσίου λειτουργού και, το οποίο δικαιούται κατά νόμο να βεβαιώνει την ακρίβεια του αντιγράφου και γ) η αναιρεσίβλητη, κατά παράβαση του άρθρου 8 της από 17-2-2007 συμβάσεως δεν της απέστειλε λογαριασμό με το υπόλοιπο της οφειλής, ώστε η ίδια να το αποδεχθεί ή να το απορρίψει υποβάλλοντας τις παρατηρήσεις της, παρά μόνον αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής.

Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ιδίου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014).

Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων προσθέτων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσεως των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).

Νέοι λόγοι ανακοπής δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα, για πρώτη φορά στο Εφετείο, ακόμα και αν αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του ΚΠολΔ, διότι έναντι των εν λόγω διατάξεων, κατισχύει ως ειδικότερη η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 εδ. β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται στον αντίδικο πριν από τη συζήτηση κατά τις στην ως άνω διάταξη διακρίσεις (ΑΠ 1287/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως (16-5-2018), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2)...3)...4)...5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με την αντίστοιχη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Στην τελευταία περίπτωση, ήτοι όταν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνος δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 4/2005). Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως βασίμων ή αβασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1159/2018).

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως , αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 234/2019, ΑΠ 576/2017, ΑΠ 1159/2018).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 12/2018).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984, ΑΠ 234/2019, ΑΠ 12/2018). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ.6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 619/2018, ΑΠ 1577/2013).

Η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες δια των προτάσεών της στην κατ' έφεση δίκη, αλλά και δια της ανακοπής και δια των προσθέτων λόγων ισχυρισμούς της: α) περί ανυπαρξίας απαιτήσεως της αναιρεσιβλήτου εις βάρος της από τη λειτουργία της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλιστικής συμβούλου κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής και β) ότι η εναντίον της απαίτηση της αναιρεσιβλήτου από τη λειτουργία της μεταξύ αυτών συμβάσεως ασφαλιστικής συμβούλου δεν ήταν εκκαθαρισμένη κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο του δικογράφου της ενδίκου ανακοπής και αυτού των προσθέτων λόγων της, δεν προβλήθηκαν, κατά συγκεκριμένο τρόπο λόγοι συναπτόμενοι: α) με ανυπαρξία απαιτήσεως της αναιρεσιβλήτου εις βάρος της αναιρεσείουσας από τη λειτουργία της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλιστικής συμβούλου κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής και β) με ανυπαρξία βεβαίας και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως της αναιρεσιβλήτου, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά το πρώτον προβλήθηκαν ενώπιον του Εφετείου, απαραδέκτως, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω.

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δίκασαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: " Η καθ'ης ... (ήδη αναιρεσίβλητη), ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία...σύναψε στις 17-2-2007 με την ανακόπτουσα ... (ήδη αναιρεσείουσα) σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, με την οποία η τελευταία ανέλαβε έναντι της πρώτης την υποχρέωση να επιδιώκει, εξασφαλίζει, λαμβάνει και διαβιβάζει στην ασφαλιστική εταιρία αιτήσεις πελατών για ασφάλιση κατά διαφόρων ασφαλιστικών κινδύνων, να εισπράττει ασφάλιστρα, τα οποία και να διατηρεί στη διάθεση της εταιρίας, να ενημερώνει για την τυχόν καθυστέρηση των εισπρακτέων ασφαλίστρων, να αποδίδει ή καταθέτει εντός μιας εβδομάδας τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα μετά αφαίρεση των προμηθειών, εξόδων και αποζημιώσεων, να αποδίδει μέσα σε ένα μήνα αντίγραφο του λογαριασμού που της αποστέλλεται από την εταιρία μετά σχετικών παρατηρήσεων, άλλως θα θεωρείτο ότι έχει αποδεχθεί το ούτως γνωστοποιηθέν υπόλοιπο.

Στην ως άνω σύμβαση και συγκεκριμένα στον 8° όρο αυτής συμπεριελήφθη δικονομική σύμβαση σύμφωνα με την οποία το υπόλοιπο θα αποδεικνύεται πλήρως είτε από τα υπογεγραμμένα από την ασφαλιστική σύμβουλο αντίγραφα αυτού, είτε από τα αντίγραφα που θα τηρεί η εταιρία, είτε από αποσπάσματα των επισήμων στοιχείων της εταιρίας, τα οποία υποχρεώνεται να τηρεί και στα οποία αποτυπώνεται η κίνηση του λογαριασμού.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η καθ'ης εταιρία προέβη στις 10-6-2008 σε καταγγελία της προαναφερόμενης συμβάσεως, η οποία ως ληψιδεής επέφερε τις συνέπειες αυτής από την επίδοσή της στην ανακόπτουσα στις 20-6-2008... κατ' άρθρο 167 ΑΚ. Ακολούθως, η καθ'ης πέτυχε να εκδοθεί κατά της ανακόπτουσας η υπ' αριθμ. 6201/31-10-2008 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη το ποσό τω 7.780, 89 ευρώ, για ισόποση απαίτησή της που απορρέει από την ως άνω από 17-2-2007 σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, νομιμοτόκως.,.Η άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε επί τη βάσει της από 17-2-2007 σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, της κατά τα ανωτέρω επιδοθείσης καταγγελίας, αναλύσεων λογαριασμών από τις 30-4-2008 έως 30-9-2008 και εκτυπώσεων των βιβλίων της εταιρίας, τα οποία τηρούνταν από την ίδια με βάση το μηχανογραφικό σύστημα, κατ' εφαρμογή του προαναφερομένου υπ' αριθμ. 8 όρου της ως άνω συμβάσεως, εκ των οποίων τα τελευταία ήταν πρωτότυπα και, συνεπώς, δεν απαιτείτο ως προς αυτά βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από δικηγόρο, η οποία ειρήσθω εν παρόδω υπήρχε έστω και εκ του περισσού, όπως στην περίπτωση των αντιγράφων, παρά μόνο βεβαίωση του Διευθυντή των Οικονομικών Υπηρεσιών της Εταιρίας..., ως υπαλλήλου αυτής, οι σχετικές εκτυπώσεις προέρχονταν από τα βιβλία της εταιρίας και τα οποία έγγραφα είχαν πλήρη αποδεικτική δύναμη κατά της ανακόπτουσας, ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως και το ύψος της.. .Έπρεπε συνεπώς να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της ...ανακοπής, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Κατόπιν των ανωτέρω το πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ...ανακοπής και ακολούθως την ανακοπή και ακύρωσε την υπ' αριθμ. 6201/31-10- 2008 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, έσφαλε. Πρέπει, μετά ταύτα, να γίνει δεκτός ως και ατ' ουσίαν βάσιμος ο λόγος εφέσεως και ακολούθως η ...

έφεση...να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθούν και να συνεκδικασθούν από το παρόν δικαστήριο η ...ανακοπή και το...δικόγραφο προσθέτων λόγων, να απορριφθεί ο πρώτος πρόσθετος λόγος ανακοπής ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, δεδομένου ότι δεν είναι αυτοτελής, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, αποτελεί ειδική μορφή ανακοπής κατ' άρθρο 583 επ.

ΚΠολΔ, να απορριφθεί ο δεύτερος πρόσθετος λόγος ανακοπής ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, καθόσον είναι αντιφατικός έναντι του δευτέρου λόγου της ...ανακοπής ...και άπαντες οι λοιποί λόγοι ανακοπής ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν και ακολούθως να απορριφθούν η ...ανακοπή και το...δικόγραφο προσθέτων λόγων στο σύνολο τους, να επικυρωθεί η...

διαταγή πληρωμής...".

Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 112 ΕισΝΑΚ, 47 παρ.3,4 του ν.δ. 27-7/13-8-1923 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν διαλαμβάνονται ουσιαστικές παραδοχές, σχετικές με το πραγματικό των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα ως διατάξεων, ιδίως δε καταφατικές της λειτουργίας κοινού ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού, ο οποίος έκλεισε οριστικά με μονομερή ενέργεια της αναιρεσιβλήτου εμφανίζοντας κατάλοιπο, το οποίο αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα και αποτελεί το κεφάλαιο της απαιτήσεως της αναιρεσιβλήτου, άμεσα απαιτητό και τοκοφόρο από την ημέρα κλεισίματος του λογαριασμού, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβιάσεώς τους, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων πιστωτικής συμβάσεως ασφαλιστικού συμβούλου και όχι τοιαύτης αλληλοχρέου λογαριασμού όπως αβασίμως η αναιρεσείουσα διατείνεται.

Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την ουσιαστική κρίση της. Ειδικότερα, αναφέρει, κατ' αντιγραφή, ότι το Εφετείο "απέρριψε όλως αναιτιολόγητα τους λόγους των προσθέτων λόγων ανακοπής μου χωρίς να αιτιολογεί γιατί ο πρώτος απ' αυτούς δεν είναι αυτοτελής και ως εκ τούτου είναι απαραδέκτως προβαλλόμενος και γιατί ο δεύτερος απ' αυτούς είναι απαραδέκτως προβαλλόμενος, ως αντιφατικός έναντι του δευτέρου λόγου της από 18-11-2008 ανακοπής μου".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του, δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές οι, κατά την αναιρεσείουσα, υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτή με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα με την υποστηρίζουσα αυτό ορθή αιτιολογία:

α) περί υπάρξεως οφειλής της αναιρεσείουσας έναντι της αναιρεσιβλήτου απορρέουσας από την από 17-2-2007 σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, β) ότι, δυνάμει όρου (8ου) της συμβάσεως, το υπόλοιπο της οφειλής της ασφαλιστικής συμβούλου προς την ασφαλιστική εταιρία θα αποδεικνυόταν πλήρως, είτε από τα υπογεγραμμένα από την ασφαλιστική σύμβουλο αντίγραφα αυτού, είτε από τα τηρούμενα από την εταιρία αντίγραφα, είτε από αποσπάσματα των επισήμων στοιχείων της εταιρίας, τα οποία υποχρεώνεται να τηρεί και στα οποία αποτυπώνεται η κίνηση του λογαριασμού και γ) ότι η επίμαχη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει της ως άνω συμβάσεως ασφαλιστικού συμβούλου, της επιδοθείσης καταγγελίας, αναλύσεων λογαριασμών του διαστήματος από 30-4-2008 έως 30-9-2008 και εκτυπώσεων των βιβλίων της εταιρίας, τα οποία τηρούνταν από την ίδια, με βάση το μηχανογραφικό σύστημα, κατ' εφαρμογή του ως άνω υπ' αριθμ. 8 όρου της συμβάσεως, που ήταν πρωτότυπα και, συνεπώς, δεν απαιτείτο ως προς αυτά βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από δικηγόρο, η οποία σε κάθε περίπτωση υπήρχε παρά μόνο βεβαίωση του Διευθυντή των Οικονομικών Υπηρεσιών της Εταιρίας, ως υπαλλήλου αυτής, οι δε σχετικές εκτυπώσεις προέρχονταν από τα βιβλία της εταιρίας, έγγραφα που είχαν πλήρη αποδεικτική δύναμη κατά της ανακόπτουσας, ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως και το ύψος της.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία, ως ηττωμένη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ?

Απορρίπτει την από 16-5-2018 αίτηση της Π. Π. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3952/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ