Legislator Giurisprudenza & Legislazione
923/2008 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on overtime pay for seconded public employee.

Numero d'incarto 923/2008
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by DEME against the Athens Court of Appeal's decision awarding overtime compensation to a seconded employee. The lower court found that the employee worked extra hours and Sundays while seconded to the Ministry of National Defense, entitling him to pay under specific labor laws. The Court ruled that the Court of Appeal correctly applied the relevant statutes regarding secondment and overtime without error.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 58 of Law 1943/1991; Article 18 of Law 2470/1997: An appeal against a labor judgment is inadmissible if the appellate court correctly applied the law regarding overtime pay for seconded public employees.

Parole chiave

Generato dall'IA
public employee secondment overtime compensation Sunday work pay labor law appeal administrative secondment wage calculation Supreme Court review licenziamento del pubblico dipendente

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 58 of Law 1943/1991
Article 18 of Law 2470/1997
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 227 No. 4 and 575 of the Code of Civil Procedure
Article 576 No. 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Athens Court of Appeal Decision 9616/2005
Athens Administrative Court of Appeal Decision 560/2001
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 923 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 923/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη. Του αναιρεσιβλήτου: ......., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3170/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9616/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 8-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, με αρ. .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 20-2-2007 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, καλούμενο να παραστεί κατ' αυτήν. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτού (αρθρ. 227 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία δικάσιμο η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση αυτής παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Εξάλλου, με το άρθρο 58 του ν. 1943/1991, με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 150 του Υπαλληλικού Κώδικα (Π.Δ. 611/1977) ορίζονται τα εξής:

Με απόφαση των οικείων Υπουργών επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων υπουργείων, Ν.Π.Δ.Δ., ΟΤΑ, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, Τραπεζών ελεγχομένων από το κράτος καθώς και λοιπών εποπτευομένων από το κράτος νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή επιχειρήσεων των Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε άλλα υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ, για αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών, κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών διατάξεων, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας, στην οποία αποσπάται ο υπάλληλος.

Οι αποσπάσεις είναι υποχρεωτικές για τους αποσπώμενους υπαλλήλους, καθώς και για τις υπηρεσίες που ανήκουν. Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για κάθε συνέπεια. Η απόσπαση υπαλλήλων από τους Ο.Τ.Α., τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ και τις Τράπεζες που ελέγχονται από το κράτος, γίνεται μόνο με αίτηση των υπαλλήλων.

Η χρονική διάρκεια της απόσπασης ορίζεται σε ένα έτος με δυνατότητα παράτασης έως ένα έτος ακόμη, με τη συμπλήρωση των οποίων η απόσπαση λήγει αυτοδικαίως και ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του εκτός αν με αίτηση του παρατάθηκε η απόσπαση του. Η μισθοδοσία εν γένει των αποσπώμενων βαρύνει τις υπηρεσίες και τους φορείς από τους οποίους αποσπώνται.

Με τις εν λόγω διατάξεις που ίσχυσαν μέχρι 31-12-2000, αφού έκτοτε άρχισε να ισχύει το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 2927/1997 (άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 2598/1998), με τις διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν αυτές, ρυθμίζεται υποχρεωτικά η απόσπαση υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε υπηρεσίες του Δημοσίου, για εξυπηρέτηση δημοσίων αναγκών κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης που ισχύει.

Το Δημόσιο έχει δικαίωμα να απασχολεί τον υπάλληλο για κάθε νόμιμη υπηρεσία και για όσες ώρες είναι από το νόμο επιτρεπτά χωρίς να βαρύνεται να καταβάλει και αντίστοιχο μισθό στον τελευταίο, ούτε για το βασικό χρόνο εργασίας του, ούτε για την πρόσθετη νόμιμη απασχόληση του για την καταβολή των οποίων σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη είναι υπόχρεος ο φορέας από τον οποίο αποσπάται.

Τούτο συνάγεται από την ευρύτητα της διατύπωσης "η μισθοδοσία του τελευταίου εδαφίου της παραπάνω διάταξης που ορίζει ότι "η μισθοδοσία εν γένει των αποσπώμενων βαρύνει τους φορείς από τους οποίους αποσπώνται>>. Αν η βούληση του νομοθέτη ήταν να βαρύνεται το δημόσιο για την καταβολή της αμοιβής κάθε πρόσθετης απασχόλησης του αποσπώμενου θα το όριζε ρητά ή θα χρησιμοποιούσε στενότερη διατύπωση και όχι αυτή του νόμου (η μισθοδοσία εν γένει).

Πρόκειται, δηλαδή, για προβλεπόμενο από το νόμο δανεισμό μισθωτού, κατά τον οποίο, όπως και επί συμβατικού κατά τα άρθρα 361, 648, 651 Α.Κ. εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο αρχικός εργοδότης, με τον οποίο εξακολουθεί να υπάρχει η σύμβαση εργασίας, είναι ο μόνος υπόχρεος για την καταβολή του μισθού. Μόνον δε οι πηγάζουσες αξιώσεις του μισθωτού από την παροχή παράνομης εργασίας προς τον νέο εργοδότη, προς τον οποίο η παραχώρηση, δεν βαρύνουν τον αρχικό εργοδότη, γιατί η παροχή τέτοιας εργασίας, μη συμπεριλαμβανόμενη στις από τη σύμβαση εργασίας έναντι εκείνου υποχρεώσεις του μισθωτού, ανάγεται στις ιδιαίτερες σχέσεις του τελευταίου με το νέο εργοδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσίβλητος ενάγων είναι διπλωματούχος μηχανικός (μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος) και μόνιμος υπάλληλος της αναιρεσείουσας, από 1-2-1978, υπαγόμενος στην κατηγορία Τ1 Α. Από 15-11-1996 παρείχε τις υπηρεσίες του στο επιτελείο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, ως τεχνικός σύμβουλος του τελευταίου, στο οποίο αποσπάσθηκε δυνάμει της ΥΕΘΑ/Φ471.1 /89/512/Σ.17/27.1.97 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Ανάπτυξης για χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι μέχρι 14-11-1997.

Όμως και μετά την ημερομηνία αυτή συνέχισε να υπηρετεί στο ίδιο επιτελείο μέχρι 30-4-1998, έχοντας ζητήσει την παράταση της αποσπάσεως του για ένα ακόμη έτος, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του ΥΕΘΑ/ΓΕΣ η οποία έγινε δεκτή μετά την έκδοση της 560/2001 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Κατά το διάστημα αυτό, λόγω αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών ο ενάγων εργαζόταν πέραν του κανονικού ωραρίου των 8 ωρών ημερησίως και 40 εβδομαδιαίως.

Συγκεκριμένα ο τελευταίος τις πρώτες 15 εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα εργαζόταν υπερωριακά τις απογευματινές ώρες από 16.00' έως 20.00', δηλαδή 4 επιπλέον ώρες την ημέρα και 60 ώρες επιπλέον το μήνα και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-97 μέχρι 31-12-97 επί 720 ώρες, και για το χρονικό διάστημα από 1.1.98 μέχρι 30-4-98, 240 ώρες........

Επίσης εργάστηκε κατά το ίδιο διάστημα τα δύο πρώτα Σαββατοκύριακα κάθε μήνα επί 8 ώρες κάθε Σάββατο και 8 ώρες κάθε Κυριακή, δηλαδή συνολικά 32 μήνες κάθε μήνα. Για τις άνω ώρες υπερωριακής εργασίας ο ενάγων ως αποσπασμένος υπάλληλος της ΔΕΗ σε υπηρεσία του Δημοσίου δικαιούται από 1-1-97 αμοιβής ίσης με το ωρομίσθιο του, ενώ για τις ώρες της ημερήσιας εργασίας των Κυριακών δικαιούται αμοιβής ίσης με το ωρομίσθιο του, ενώ για τις ώρες της ημερήσιας εργασίας των Κυριακών δικαιούται αμοιβής ίσης με το 60% του ωρομισθίου, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 33 του ν. 2470/1997.....".

Ακολούθως το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 19.775 ευρώ που αντιστοιχεί, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην αμοιβή του για την πιο πάνω πρόσθετη νομίμως παρασχεθείσα εργασία του.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 58 του ν. 1943/1991, ούτε και εκείνες του άρθρου 8 παρ. 6 της Π.Υ.Σ 88 της 2/8-8-1985 και του άρθρου 18 του ν. 2470/1997 και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-7-2006 αίτηση αναιρέσεως της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, κατά της υπ' αριθμ. 9616/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ