Supreme Court allows appeal on interest start date but dismisses other grounds regarding res judicata and statute of limitations.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's decision in a debt dispute, overturning the lower court's ruling on the start date of interest. While the Court of Appeal had accepted the claim for interest from July 2011, the Supreme Court found this error because the plaintiff had only requested interest from July 2012 in their initial lawsuit. Consequently, the Court of Appeal's decision was annulled regarding the interest start date, and the case was remanded for a new judgment on this specific issue.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 528, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal cannot award interest for a period exceeding the claimant's request without violating the principle of res judicata and the statute of limitations, requiring remand for a new decision on the specific disputed portion.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 922 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 922/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Μ. του Ι., κατοίκου … Λάρισας και 2) Ά. Π. του Χ., κατοίκου … Λάρισας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Σαμαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. (G.) Σ. (S.) του Σ. (S.), κατοίκου … Λάρισας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοφανία Λυμτσιούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.03.2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 688/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 491/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 10.03.2014 αγωγή του με την οποία ζήτησε να του καταβάλουν οι εναγόμενοι (σύζυγοι, ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «Α. Μ. και ΣΙΑ ΕΕ» και ο γιός των δύο πρώτων) το χρηματικό ποσό που τμηματικά τους δάνεισε με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα της συμφωνημένης απόδοσής του κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 688/2017 απόφασή του δικάζοντας ερήμην του πρώτου εναγόμενου αλλά και του ενάγοντος που δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη λόγω μη προσκόμισης γραμματίου παράστασης και δικαστικού ενσήμου, θεώρησε αναδρομικά ματαιωμένη τη συζήτηση της αγωγής μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου και απέρριψε αυτήν ως προς τους λοιπούς εναγόμενους.
Κατά της άνω αποφάσεως ο ενάγων άσκησε έφεση. Το Εφετείο με την 491/2019 απόφασή του δικάζοντας ερήμην του πρώτου εναγόμενου – εφεσίβλητου απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ως προς αυτόν, την απέρριψε κατ’ ουσίαν ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, την δέχθηκε κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ ως προς τους λοιπούς εναγόμενους –εφεσίβλητους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση όσον αφορά την τρίτη και τέταρτο εναγομένους – εφεσιβλήτους, ερεύνησε εκ νέου την αγωγή και τη δέχθηκε κατ’ ουσίαν υποχρεώνοντας τους ανωτέρω εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 40.000 ευρώ νομιμοτόκως από την 05.07.2011.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ανωτέρω εφεσίβλητοι – εναγόμενοι άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση με τους διαλαμβανόμενους ακολούθως λόγους της.
[II] Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «| […] Οι Χ. Π., Α. Μ., σύζυγοι κατά τον επίδικο χρόνο, και ο υιός τους Ά. Π. διατηρούσαν οικογενειακή επιχείρηση επ’ ονόματι του πρώτου και συγκεκριμένα οβελιστήριο με την επωνυμία «...» σε κεντρικό σημείο της πόλης της Λάρισας.
Το έτος 2006, ο ενάγων προσελήφθη στην εν λόγω επιχείρηση με την ιδιότητα του ψήστη, αναπτύσσοντας φιλικές σχέσεις με τους προαναφερόμενους και ιδιαίτερα με τον πρώτο εξ αυτών Χ. Π.. Στις αρχές Οκτωβρίου του 2011 και ενώ οι ανωτέρω είχαν αποφασίσει να προβούν σε νέο επιχειρηματικό εγχείρημα, ανοίγοντας δεύτερο κατάστημα εστίασης, επίσης με την επωνυμία «...», ο πρώτος εξ αυτών, ενεργώντας εκ μέρους και των λοιπών, πλησίασε τον ενάγοντα και λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους (εργοδότη – υπαλλήλου), του ζήτησε να τους δανείσει το ποσό 40.000 ευρώ προκειμένου να ολοκληρώσουν την ανακαίνιση και την επαγγελματική εγκατάσταση του εξοπλισμού στο νέο κατάστημα.
Συμφωνήθηκε δε, να προσληφθούν στο νέο κατάστημα η σύζυγος και η κόρη του ενάγοντα, οι οποίες μέχρι τότε δεν είχαν σταθερή εργασία. Πράγματι ο ενάγων κατέβαλε τμηματικά σε μετρητά στον Χ. Π. στις 06.10.2011 το ποσό των 15.000 ευρώ, στις 18.10.2011 το ποσό των 2.500 ευρώ, στις 21.10.2011 το ποσό των 5.000 ευρώ, στις 31.10.2011 το ποσό των 1 .000 ευρώ, στις 21.11.2011 το ποσό των 10.000 ευρώ, στις 10.04.2012 το ποσό των 3.000 ευρώ και στις 05.06.2012 το ποσό των 3.500 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 40.000 ευρώ (βλ.
σχετικές αναλήψεις από αντίγραφο βιβλιαρίων). Η επιστροφή του ανωτέρω ποσού συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί ένα μήνα μετά την τελευταία καταβολή ήτοι στις 05.01.2012, ενεχόμενοι εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω κατάστημα ανήκε στην ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «Α.
Μ. & ΣΙΑ Ε.Ε.» στην οποία συμμετείχαν ως ομόρρυθμο μέλος η γ’ εναγομένη και ως ετερόρρυθμο μέλος ο δ’ εναγόμενος. Η σύσταση της εταιρίας πραγματοποιήθηκε δυνάμει του από 21.11.2011 καταστατικού που καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Λάρισας με αύξοντα αριθμό …/23-11-2011. Οι γ’ και δ’ των εναγομένων ισχυρίζονται ότι οι σχέσεις τους με τον α’ εναγόμενο είχαν διαρρηχθεί πριν την έναρξη των εργασιών στο νέο κατάστημα λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε το ζεύγος Π.
ένεκα εξωσυζυγικής σχέσης του πρώτου και γι’ αυτό τον λόγο αγνοούσαν το δανεισμό στο οποίο προέβη ο α’ εναγόμενος και σε καμία περίπτωση τα εν λόγω χρήματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για την λειτουργία της επιχείρησής τους. Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της αγωγής διαζυγίου της ιδίας κατά του α’ εναγομένου, ως χρόνος διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης αναφέρεται το β’ εξάμηνο του έτους 2012 και όπως αποδέχεται και η υπ’ αριθμ 217/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που έλυσε τον γάμο, η οριστική διάσπαση επήλθε τον Δεκέμβριο του 2012.
Συνεπώς, κατά τον χρόνο του δανεισμού, οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας Π. δεν είχαν διαρραγεί. Αντίθετα αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως, εργαζόμενων στο ίδιο κατάστημα με τον ενάγοντα, ότι ο α’ εναγόμενος έλαβε το δάνειο εξ ονόματος όλων (αναφέρουν επί λέξει «οικογένεια Π.») και την επιστροφή των χρημάτων υποσχόταν τόσο ο α’ εναγόμενος όσο και γ’ και δ’ εξ αυτών, καθώς τους έβλεπαν να κάθονται όλοι μαζί και να συζητούν για το νέο κατάστημα.
Ειδικά ο δ’ των εναγομένων διαβεβαίωνε τον ενάγοντα, ότι θα πάρει τα χρήματά του πίσω και δεν πρόκειται να τα χάσει. Τα ανωτέρω, δεν δύναται να αναιρεθούν από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, ο οποίος το μόνο που είχε να εισφέρει ήταν ότι ο α’ εναγόμενος του είχε εξομολογηθεί ότι είχε δανειστεί από τον ενάγοντα, υπάλληλό του, πλην όμως η σύζυγός του και γ’ εναγομένη δεν γνώριζε τίποτα.
Να σημειωθεί, ότι τόσο η σύζυγος όσο και υιός της, συνομολογούν ότι εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση καθημερινά, βοηθώντας στην λειτουργία του καταστήματος επί πολλές ώρες και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός τους ότι έμαθαν μόλις το καλοκαίρι του 2012 για τον δανεισμό των χρημάτων, δεν κρίνεται πιστευτός αφού οι συναλλαγές γινόταν εντός του καταστήματος και όλοι γνώριζαν (όπως οι μάρτυρες -εργαζόμενοι καταθέτουν) ότι ο ενάγων είχε δανείσει στην οικογένεια Π.
το επίδικο ποσό. Ακολούθως, πρέπει να σημειωθεί ότι, αρχικά η σύμβαση του δανείου ήταν μεν άτυπη, πλην όμως οι περιστάσεις οι οποίες συνόδευαν την ένδικη περίπτωση, δεδομένου ότι επρόκειτο για δύο πρόσωπα διαφορετικής υπηκοότητας που είχαν μεν δημιουργήσει σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης πλην όμως η επένδυση που επιχειρούσαν οι εναγόμενοι ενείχε ανέκαθεν τον επιχειρηματικό κίνδυνο, καθιστούσαν αναγκαία την εξασφάλιση της επιστροφής του, ή τουλάχιστον την απόδειξη της σύναψής του με κάποιο έγγραφο.
Εξ αυτού του λόγου, προς επιβεβαίωση της συναφθείσας σύμβασης δανείου και πολύ πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ο ενάγων ζήτησε και έλαβε από τον α' εναγόμενο την από 01.03.2013 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 αλλά και το από 24.09.2013 έγγραφο που τιτλοφορείται «ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ» του Χ. Π. όπου ο α, εναγόμενος ομολογεί εξωδίκως την λήψη του δανείου εκ μέρους όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων και την ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους όλων να το αποδώσουν κατά την συμφωνηθείσα ημεροχρονολογία.
Σημειώνεται ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν αποτελούν μαρτυρία τρίτου, που δίδεται έστω και με τη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, ώστε να αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, καθόσον η αγωγή στρέφεται και κατά του δηλούντα α' εναγομένου, ως προς τον οποίο όμως εκκρεμεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Δεδομένου ότι η εν λόγω δήλωση προέρχεται από τον πρώτο εναγόμενο (ήτοι από διάδικο και όχι από τρίτο πρόσωπο), μπορεί να εκτιμηθεί ελεύθερα ως περιέχουσα εξώδικη ομολογία, ως προς το ύψος και την αιτία του χρέους, ή οποία αφενός εκτιμάται ελεύθερα κατ’ άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ, αφετέρου κατά της οποίας χωρεί ανταπόδειξη.
Επισημαίνεται ότι ουδείς εκ των εναγομένων δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του πρώτου, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του. Εξάλλου, την καταβολή χρημάτων δεν αρνούνται οι γ’ και δ’ των εναγομένων, πλην όμως εφόσον ήταν ενεργητικά μέλη της πρώτης επιχείρησης και προέβαιναν σε δημιουργία νέας επ’ ονόματί τους, μετά βεβαιότητας γνώριζαν και τα ποσά που επενδύονταν σε αυτή και τον τρόπο προέλευσή τους, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για σημαντικό χρηματικό ποσό.
Ακολούθως, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι έλαβαν το ανωτέρω ποσό ένεκα δανεισμού και επ’ ονόματι της β’ εναγομένης, τότε ακόμα υπό ίδρυση ετερόρρυθμης εταιρίας.
Συνεπώς, ως προς αυτή η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.
Να σημειωθεί ότι η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος της διάταξης του άρθρου 76 του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιριών, αλυσιτελώς προβάλλεται καθώς αντίστοιχη διάταξη για τις προσωπικές εταιρίες δεν προβλέπεται [...]|».
[III] Ακολούθως, το Εφετείο αφού απέρριψε ως μη νόμιμες τις ενστάσεις των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, υπό την επίκληση ότι:
1. « [...] )α) ουδέποτε δανείσθηκαν οποιοδήποτε ποσό και κατ’ αποτέλεσμα δεν ωφελήθηκαν ουδόλως,
(β) οι αορίστως προβαλλόμενοι και αναπόδεικτοι ισχυρισμοί του ενάγοντα καθιστούν την εκ μέρους του άσκηση της αγωγής καταχρηστική,
(γ) οι αιτιολογίες της 26631/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκαν οι εναγόμενοι αθώοι για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, (παραπεμφθέντες για το αδίκημα αυτό κατόπιν εγκλήσεως του ενάγοντα), δεσμεύουν το αστικό δικαστήριο» και
2. «περί οικείου πταίσματος του ενάγοντα»,
απέρριψε την έφεση ως προς τον α' και τη β' εναγόμενη, δέχθηκε την έφεση κατ’ αρθρο 528 ΚΠολΔ ως προς τους γ' και δ' εναγομένους και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την δέχθηκε κατ’ ουσίαν, υποχρεώνοντας τους άνω εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των 40.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την 05.01.2011, ημεροχρονολογία απόδοσης του δανείου.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 παρ1 ΑΚ που ήσαν εφαρμοστέες, ενόψει του ότι στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες «περί πρόδηλου συλλογιστικού σφάλματος». Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επί πλέον αιτιολογιών και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατέληξε δε σε ορθό και σαφές πόρισμα χωρίς να παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις που εφάρμοσε.
Οι παραδοχές δε ότι:
(α) «ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας εκ μέρους των λοιπών ζήτησε να τους δανείσει (ο ενάγων) 40.000 ευρώ»,
(β) ότι "ο α’ εναγόμενος έλαβε το δάνειο εξ ονόματος όλων και την επιστροφή των χρημάτων υποσχόταν τόσο ο α' εναγόμενος όσο και η γ’ και ο δ’ εξ αυτών",
δεν συνιστούν αντίφαση προς το διατακτικό της απόφασης και δη προς τη διάταξη με την οποία υποχρεώνονται οι γ' και δ' εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα το επίδικο ποσό, εφόσον ως προς τον α' εναγόμενο δεν περατώθηκε η δίκη. Ούτε εξ άλλου η παραδοχή ότι «η ανάπτυξη σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ του α' εναγόμενου και του αλλοδαπού επί πενταετία εργαζόμενου στην επιχείρηση του ενάγοντα οδήγησε αρχικώς στον άτυπο δανεισμό του πρώτου από τον τελευταίο» συνιστά αντίφαση προς την παραδοχή «της εκ των υστέρων χορήγησης από τον πρώτο εναγόμενο των προμνημονευθέντων εγγράφων με το συγκεκριμένο ως άνω περιεχόμενο προς εξασφάλιση της επιστροφής του».
Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το τρίτο μέρος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του και ο δεύτερος λόγος κατά το τέταρτο μέρος του με τους οποίους προσάπτεται στην άνω απόφαση η εκ του αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια είναι αβάσιμοι, ενώ ο έκτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον προσάπτεται η αυτή ως άνω πλημμέλεια (εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος, διότι με την αιτίαση ότι «από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου υπήρχε στενή φιλική σχέση μεταξύ εργοδότη – εργαζόμενου και ηθική αδυναμία κτήσης εγγράφου» πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Περαιτέρω ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το τρίτο μέρος του με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της είναι απαράδεκτος . Και τούτο διότι προϋπόθεση για την ίδρυση της ανωτέρω πλημμέλειας συνιστά η ύπαρξη αντίφασης στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεων αυτής, αντίστοιχη όμως επίκληση δεν προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες.
Ο δεύτερος αναιρετικός λόγο κατά το πρώτο μέρος του, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του και ο έκτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρ.11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και δη την από 01.03.2013 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 και το από 24.09.2013 έγγραφο με τίτλο «υπεύθυνη δήλωση» του α' εναγόμενου, όπου αυτός «ομολογεί εξωδίκως τη λήψη του δανείου εκ μέρους όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων και την ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους όλων να το αποδώσουν κατά τη συμφωνηθείσα ημεροχρονολογία», είναι αβάσιμοι. Και τούτο διότι όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές τα εν λόγω έγγραφα, προερχόμενα από τον α' εναγόμενο δεν συνιστούν μαρτυρία τρίτου και εντεύθεν μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, κρίθηκαν δε από το Εφετείο ως εξώδικη ομολογία του αντιδίκου του ενάγοντος που εκτιμάται ελεύθερα κατά της οποίας χωρεί ανταπόδειξη (ΑΠ370/2004).
Eξ άλλου η προβαλλόμενη με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο μέρος του και τον έκτο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο μέρος του αιτίαση για παραβίαση των ορισμών του άρθρου 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1β ΚΠολΔ (για το επιτρεπτό της εμμάρτυρης απόδειξης) με την οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αρ. 14 (και όχι εκ του αρ. 1, διότι πρόκειται περί κανόνων δικονομικού δικαίου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμη εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι «υπήρχε ηθική αδυναμία κτήσης εγγράφου λόγω της στενής σχέσης εργοδότη – εργαζόμενου που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων [...]που συνομολογείται».
Όσον αφορά δε την προβαλλόμενη με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο πλημμέλεια κατά το δεύτερο μέρος του με το οποίο μέμφεται την προσβαλλομένη ότι υπέπεσε ομοίως στην εκ του αρ. 14 (όχι εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 352 ΚΠολΔ με την παραδοχή σε σχέση με τα επίμαχα ως ανωτέρω από 01.03.2013 και από 24.09.2013 έγγραφα ότι «ουδείς των εναγομένων αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του πρώτου (εναγόμενου) με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου τους», ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι κρίθηκε πως υπάρχει δικαστική και όχι εξώδικη ομολογία.
Ο πέμπτος αναιρετικός λόγος με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αρ. 16 (και όχι εκ του αρ. 1 και αρ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί δεσμεύσεως του αστικού δικαστηρίου από την 2663/2015 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Λάρισας με την οποίαν αθωώθηκαν οι αναιρεσείοντες για την πράξη της απάτης σε βάρος του ενάγοντος αναιρεσίβλητου από κοινού με τον α' εναγόμενο, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 321 ΚΠολΔ (περί δεδικασμένου) και τα άρθρα 93-96 του Συντάγματος είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν προέβη σε οποιαδήποτε ερμηνεία της αθωωτικής απόφασης την οποίαν έλαβε υπόψη, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εξ αυτής τεκμηρίου αθωότητας, αλλά αντίθετα έκρινε ότι πρόκειται για εντελώς διαφορετικό ζήτημα που δεν δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή, ο οποίος περιορίστηκε στην κρίση περί της φερομένης ενώπιόν του αστικής διαφοράς ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της εκ δανείου αγωγής (ΟλΑΠ 4/2020).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο τέλος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 9 πλημμέλεια ( όχι και εκ του αρ. 1, 17 και 19), διότι το Εφετείο επιδίκασε τόκους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα χωρίς την υποβολή σχετικού αγωγικού αιτήματος και δή από την 05.07.2011 αντί των αιτηθέντων με την αγωγή από την 05.07.2012. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Και τούτο διότι εξαφανίζοντας το Εφετείο την πρωτόδικη απόφαση στο πλαίσιο του άρθρου 528ΚΠολΔ και ερευνώντας εκ νέου την αγωγή με το να καθορίσει στο διατακτικό του ότι η υποχρέωση των εναγομένων αναιρεσιβλήτων για καταβολή τόκων υπερημερίας εκκινεί από την 05.07.2011 αντί του αιτουμένου με την αγωγή και διαλαμβανομένου στο αιτιολογικό χρονικού διαστήματος ενός μηνός μετά την τελευταία καταβολή (ήτοι 05.07.2012), επιδίκασε πέραν του αιτουμένου και συνακόλουθα ιδρύεται η εκ του ως άνω λόγου πλημμέλεια.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον παραπάνω λόγο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 491/2019 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος που επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν σύμφωνα με τα ανωτέρω και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
[IV] Μετά ταύτα δεν απολείπεται άλλο ζήτημα για διευκρίνιση της υποθέσεως και δεν υπάρχει πλέον στάδιο περαιτέρω εκδίκασης αυτής ως προς το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιο (περί του χρόνου έναρξης επιδίκασης των τόκων). Συνακόλουθα, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος και να επιδικαστούν τόκοι υπερημερίας από την 05.07.2012. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου ως εν μέρει ηττώμενου (άρθρ. 183, 178, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 491/2019 απόφαση του Μον/λούς Εφετείου Λάρισας κατά το κεφάλαιο που αφορά το χρόνο έναρξης επιδίκασης των τόκων υπερημερίας.
Διακρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της.
Υποχρεώνει τους εναγόμενους να καταβάλουν το επιδικασθέν με την 491/2019 απόφαση ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 05.07.2012 μέχρι την εξόφληση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ