Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds regarding evidence weight and statutory application errors.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a lease dispute, ruling the grounds for review were legally inadmissible. The appellants argued the lower court misapplied commercial lease laws versus mandatory co-ownership rules, but failed to specify which exact statutes were violated or how evidence weight was incorrectly allocated. Consequently, the court found the appeal vague and insufficient to warrant re-examination of the case facts.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact violated substantive laws, the specific legal error, or the critical factual assumptions of the challenged decision.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 921 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 921/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Γ. & ΥΙΟΣ ΟΕ", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν. Γ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χριστιά.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Γ. του Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Σπανός (ΑΜ ΔΣΑ 12181), ο οποίος αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος Φ. Γ. του Κ. απεβίωσε στις ...-2023 και εκ διαθήκης κληρονόμοι του έχουν καταστεί οι Κ. και Ν. Γ. του Φ., κάτοικοι ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται με τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2016 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Φ. Γ. του Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1637/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1090/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-4-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των υπεισελθέντων κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α'87/23.7.2015), και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις], οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου αυτής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψή της, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Η διακοπή της δίκης και η εκούσια επανάληψη αυτής, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (Α.Π. 614/2023, Α.Π. 907/2021, Α.Π. 667/2016).
Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση, ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου του (Α.Π. 614/2023, Α.Π. 2104/2022, Α.Π. 1781/2022, Α.Π. 1632/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 24-1-2023 απόσπασμα της .../2023 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Μεταμορφώσεως Αττικής, ο αναιρεσίβλητος Φ. Γ. του Κ., απεβίωσε στις ...-2023, ήτοι μετά την κατ' αυτού άσκηση, στις 6-5-2022, της κρινόμενης, από 11-4-2022, αιτήσεως αναιρέσεως και με την από ...-2022 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών, στις 27-7-2023, με το υπ' αριθμ. 381/27-7-2023 πρακτικό δημοσίευσης, εγκατέστησε κληρονόμους του, σε όλες τις αξιώσεις, τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις του, κατά του αδελφού του Ν.
Γ. του Κ. (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) και της εκπροσωπούμενης από αυτόν ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Ν. Γ. και Σια Ο.Ε." (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), από την αποκλειστική κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση του κοινού ακινήτου τους, στην οδό ..., στους Θρακομακεδώνες Αχαρνών Αττικής (εφ' ης η επίδικη διαφορά), τους υιούς του Κ.
και Ν. Γ., κατά ποσοστό 50% τον καθένα. Οι τελευταίοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κωνσταντίνου Σπανού, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν στους αναιρεσείοντες το θάνατο του αναιρεσιβλήτου και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν οι ίδιοι τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται η προκείμενη δίκη, μεταξύ των αναιρεσειόντων και των εκ διαθήκης κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου. Η υπό κρίση από 11-4-2022 (αρ. κατ. 3614/378/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1090/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ.
Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του Κ.Πολ.Δ.), ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στο δεύτερο των αναιρεσειόντων Ν. Γ. στις 29.4.2022 (βλ. την επί του αντιγράφου αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κ.
Σ.), η δε αναίρεση κατατέθηκε στη Γραμματεία δικαστηρίου που την εξέδωσε, όπως προκύπτει από την επί του δικογράφου αυτής πράξη του αρμόδιου γραμματέα, στις 6.5.2022. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 1090/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσιβλήτων, αρχικώς ενάγων Φ.
Γ. άσκησε την από 20.9.2016 (αρ. κατ. 60542/5347/07.10.2016) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος και ο δεύτερος εναγόμενος, αδελφός του, Ν. Γ. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) ομόρρυθμης εταιρείας, είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, τριών όμορων και συνενωμένων οικοπέδων, συνολικής εκτάσεως 14.015,7 τ.μ., που βρίσκονται στις Αχαρνές Αττικής, στη θέση "..." ή "...", επί της οδού ..., επί των οποίων έχουν ανεγερθεί δύο κτίσματα, ένα μεταλλικό, επιφάνειας 2.376,50 τ.μ., και ένα από σκυρόδεμα (ΠΡΟΚΑΤ), επιφάνειας 2.539,50 τ.μ., με τους αναφερόμενους βοηθητικούς χώρους αυτών.
Ότι το ως άνω του ιδανικό του μερίδιο στο ακίνητο αυτό, το εκμίσθωσε στην πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, προκειμένου, να χρησιμοποιήσει όλο το ακίνητο για τις ανάγκες της δραστηριότητάς της, ήτοι την κατασκευή και εμπορία επίπλων, για χρονικό διάστημα 12 ετών, από 18.05.2004 έως 18.05.2016, αντί μισθώματος 6.456 ευρώ, προκαταβαλλόμενου το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, το οποίο, μετά από αναπροσαρμογές, ανήλθε, από την 11 Ιανουαρίου 2012, στο ποσό των 7.706,20 ευρώ.
Ότι, με την από 10.02.2012 καταγγελία της μισθώσεως αυτής από τη μισθώτρια εταιρεία, λόγω μεταμέλειας, κατ' άρθρο 43 του π.δ. 43/1995, η οποία επιδόθηκε στον ίδιο στις 22.02.2012, λύθηκε η μίσθωση μετά τρίμηνο, ήτοι στις 22.05.2012, πλην όμως η μισθώτρια δεν απέδωσε το μίσθιο (ιδανικό του μερίδιο στο όλο ακίνητο) κατά το χρόνο αυτό, αλλά συνέχισε να χρησιμοποιεί, το μεν κυρίως κτίριο από σκυρόδεμα ως εργοστάσιο κατασκευής επίπλων, το ανατολικό τμήμα του μεταλλικού κτιρίου ως έκθεση επίπλων αποκλειστικά η ίδια, το δε υπόλοιπο μεταλλικό κτίριο οι υπομισθώτριες αυτής, α) εταιρεία με την επωνυμία "ΞΥΛΕΜΠΟΡΙΟ Α.
Γ. Π.", η οποία χρησιμοποιεί τμήμα αυτού επιφάνειας 650 τ.μ., με τους περιβάλλοντες κοινόχρηστους χώρους, αντί (υπο)μισθώματος 1.500 ευρώ, και β) η εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Φ. Ο.Ε" τμήμα αυτού επιφάνειας 750 τμ., αντί (υπο)μισθώματος 2.900 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν το ποσό των 94.500 ευρώ, κυρίως ως αποζημίωση για τη χρήση του μισθίου, κατά το διάστημα από τη λύση της μίσθωσης (01.01.2014) έως 30.06.2015, κατ' άρθρο 601 του Α.Κ., επικουρικώς δε με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1637/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αρχικώς ενάγων άσκησε την από 14-10-201 έφεσή του. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1090/2022 απόφασή του, δέχτηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες) να καταβάλουν στον εναγόμενο (αρχικώς αναιρεσίβλητο), εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 94.500 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π. 1113/2023, Α.Π. 2007/2022, Α.Π. 811/2022).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 796/2023, Α.Π. 402/2023, Α.Π. 941/2023).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και, σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π. 72/2023, Α.Π 1863/2022, Α.Π. 1096/2023, Α.Π. 49/2022).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Α.Π. 681/2023, Α.Π. 1042/2022, Α.Π. 930/2022, Α.Π. 141/2021).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, από τις παραδοχές της αποφάσεως, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή ή μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π. 1419/2023, Α.Π. 1183/2023, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 16/2023).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ως "πράγματα" θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα", οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 146/2022), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Α.Π. 312/2022, Α.Π. 630/2020, Α.Π. 1142/2019), ούτε, τέλος, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1120/2007), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται.
Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αυτό αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 817/2023, Α.Π. 26/2022, Α.Π. 1020/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 του Κ.Πολ.Δ., βάρος αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη), κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση, στον απαιτούμενο βαθμό αποδείξεως, των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, ενώ το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.
Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποδείξεως (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του Ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 του Κ.Πολ.Δ., περιορίζεται πλέον μόνο στην παραβίαση του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π. 587/2023, Α.Π. 402/2023, Α.Π. 1395/2022, Α.Π. 49/2022).
Έτσι, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο, από τις προσαχθείσες αποδείξεις, δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ.
και που οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που το υπέβαλε (Α.Π. 402/2023, Α.Π. 611/2021, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 1437/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενοι ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, α) με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι ο εναγόμενος, από δικό του πταίσμα προκάλεσε τη ζημία που υπέστη, αφού δεν αποδέχτηκε την προταθείσα εκ μέρους τους, έστω και άτυπη ή και κατά χρήση, διανομή του κοινού ακινήτου, με βάση την οποία, καθένας από τους συγκυρίους, θα ανελάμβανε και θα εκμεταλλευόταν το ιδανικό του μερίδιο επ' αυτού, παραβιάζοντας, κατ' αυτό τον τρόπο εκ του πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ. (πρώτος λόγος αναιρέσεως) και β) με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την προταθείσα εκ μέρους τους ένσταση, περί συμψηφισμού του ποσού των 24.144,50 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ο υπομισθωτής Κ.
Σ., ατομικά και ως διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "Σ.- Γ. Ο.Ε", μέσω λογαριασμών της ΔΕΗ, προκειμένου να εξοφληθούν ο δημοτικός φόρος και το Τ.Α.Π. (δεύτερος λόγος αναιρέσεως). Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα εκ μέρους τους ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος.
Όλοι οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους και συνεπώς απορριπτέοι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, ενώ πρωτοδίκως έγινε δεκτό, αφενός μεν ότι οι ίδιοι κάνουν χρήση μέρους μόνο του όλου ακινήτου και ότι ο κινητός εξοπλισμός του εργοστασίου τους είναι δύσκολο να μεταφερθεί αλλαχού, και αφετέρου ότι μετά τη λύση της συμβάσεως μισθώσεως, την 22-5-2012, έπαυσε να ισχύει το καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων και, επομένως, στη μεταξύ των διαδίκων διένεξη, ισχύει το αδιαίρετο της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του όλου κοινού ακινήτου και των επ' αυτού κτισμάτων, και, κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένδικη αγωγή, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, παρέκαμψε το καθεστώς της αναγκαστικής συγκυριότητας και εφάρμοσε τις διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων, παραβιάζοντας τους ορισμούς των νόμων που ισχύουν και έπρεπε να εφαρμόσει.
Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι παντελώς αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, οι αναιρεσείοντες περιοριζόμενοι στην, κατά την άποψή, τους, ορθότερη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την κατ' αυτών αγωγή, δεν επικαλούνται εσφαλμένη, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφαρμογή των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος αποδείξεως, δεν εκθέτουν, δηλαδή, ότι το Εφετείο, λόγω εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, έκανε δεκτή την ένδικη κατ' αυτών αγωγή, παρότι, από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των κρίσιμων για τη θεμελίωσή της αγωγικών ισχυρισμών.
Και αν όμως ήθελε εκτιμηθεί ότι η ως άνω αιτίαση επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των εμπορικών μισθώσεων και εσφαλμένη μη υπαγωγή τους στις διατάξεις της συγκυριότητας), ο λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ενάριθμα, ποιες οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκαν και ποιο το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ούτε και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη, του λόγου αυτού αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2022 (αρ. κατ. 3614/378/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1090/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ